Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Grundrisse. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Grundrisse. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Η πρώτη κατηγορία όπου παρουσιάζεται ο αστικός πλούτος είναι η κατηγορία του εμπορεύματος.

1) /Αξία./ |63|

Αυτό το κομάτι να προταχθεί.

Η πρώτη κατηγορία όπου παρουσιάζεται ο αστικός πλούτος είναι η κατη-
γορία του /εμπορεύματος. /Το ίδιο το εμπόρευμα εμφανίζεται σαν
ενότητα δυο προσδιορισμών. Είναι /αξία χρήσης, /δηλαδή αντικείμενο της
ικανοποίησης κάποιου συστήματος ανθρώπινων αναγκών. Αυτή είναι η υλική
του πλευρά, που μπορεί να είναι κοινή στις πιο διαφορετικές εποχές της
παραγωγής, και που η εξέταση της βρίσκεται άρα έξω από το πεδίο της
πολιτικής
οικονομίας. Η αξία χρήσης εντάσσεται στο πεδίο της από τη στιγμή που
τροποποιείται από τις σύγχρονες παραγωγικές σχέσεις, ή που παρεμβαίνει
με τη σειρά της τροποποιητικά πάνω σ' αυτές. Αυτά τα γενικά που
συνηθίζουν να γράφουν, για τα προσχήματα, σχετικά με την αξία χρήσης
περιορίζονται σε κοινοτοπίες που είχαν κάποια ιστορική αξία στα πρώτα βήματα
της επιστήμης, όταν οι κοινωνικές μορφές της αστικής παραγωγής με
κόπο ακόμα απομονώνονταν από το υλικό και με μεγάλη προσπάθεια
εντοπίζονταν σαν αυτοτελή αντικείμενα της έρευνας. Στην πραγματικότητα
όμως η αξία χρήσης του εμπορεύματος είναι δοσμένη προϋπόθεση - η υλική
βάση όπου παριστάνεται μια καθορισμένη οικονομική σχέση. Μόνο αυτή η καθο-
ρισμένη σχέση σφραγίζει την αξία χρήσης σαν εμπόρευμα. Το σιτάρι, για
παράδειγμα, έχει την ίδια αξία χρήσης είτε το καλλιεργούν δούλοι,
δουλοπάροικοι ή ελεύθεροι εργάτες. Δεν θα έχανε την αξία χρήσης του αν
έπεφτε από τον ουρανό. Πώς τώρα μετατρέπεται η αξία χρήσης σε εμπόρευμα;
Φορέας της /ανταλλακτικής αξίας. /Παρόλο που είναι άμεσα ενωμένες στα
πλαίσια του εμπορεύματος, η αξία χρήσης και η ανταλλακτική αξία
διαχωρίζονται εξίσου άμεσα. Όχι μόνο η ανταλλακτική αξία εμφανίζεται να
μην καθορίζεται από την αξία χρήσης, αλλά και - αντίθετα - το εμπόρευμα
γίνεται εμπόρευμα, πραγματοποιείται σαν ανταλλακτική αξία, μόνο στο
βαθμό που ο κάτοχος του δεν σχετίζεται προς αυτό σαν αξία χρήσης. Μόνο
με την αλλοτρίωση αυτού του εμπορεύματος, την ανταλλαγή του με άλλα
εμπορεύματα, αποκτά ο κάτοχος του αξίες χρήσης. Η ιδιοποίηση με μέσο την
αλλοτρίωση αποτελεί τη θεμελιακή μορφή του κοινωνικού συστήματος
παραγωγής που σαν απλούστατη και πιο αφηρημένη του έκφραση εμφανίζεται η
ανταλλακτική αξία. Προϋπόθεση είναι η αξία χρήσης του εμπορεύμα-
τος· αξία χρήσης όμως όχι για τον ιδιοκτήτη του, αλλά για την
κοινωνία γενικά. {Όπως μια οικογένεια βιομηχανικών εργατών του
Μάντσεστερ, όπου τα παιδιά βρίσκονται σε ανταλλακτική σχέση με τους
γονείς τους και τους πληρώνουν νοίκι και διατροφή, δεν αποτελεί την
παραδοσιακή οικονο-

{682} Τετράδιο VII,64

μική οργάνωση της οικογένειας, άλλο τόσο και γενικά το σύστημα της
σύγχρονης ιδιωτικής ανταλλαγής δεν είναι η αυτοφυής οικονομία των
κοινωνιών. <nb/>Η ανταλλαγή δεν αρχίζει ανάμεσα στα άτομα μέσα σε μια
κοινότητα, αλλά εκεί που τελειώνουν οι κοινότητες - στα όρια τους, στο
σημείο επαφής διαφορετικών κοινοτήτων. Η κοινοκτημοσύνη ανακαλύφθηκε
πάλι πρόσφατα σαν κάποιο ιδιαίτερο σλαβικό αξιοπερίεργο. Στην
πραγματικότητα όμως η Ινδία μάς παρουσιάζει ένα δειγματολόγιο με τις πιο
ποικίλες μορφές τέτοιων οικονομικών κοινοτήτων, λίγο-πολύ διαλυμένων
αλλά ακόμα ολότελα ευδιάκριτων και μια βαθύτερη ιστορική έρευνα
ξαναβρίσκει αυτή την κοινοκτημοσύνη σαν αφετηρία όλων των πολιτισμένων
λαών. Το σύστημα της παραγωγής που βασίζεται στην ανταλλαγή αποτελεί
αρχικά την ιστορική διάλυση αυτού του αυτοφυούς κομμουνισμού. Ωστόσο
υπάρχει πάλι μια ολόκληρη σειρά οικονομικών συστημάτων, ανάμεσα στον
σύγχρονο κόσμο -όπου η ανταλλακτική αξία κυριαρχεί σ' ολόκληρη την
έκταση και το βάθος της παραγωγής - και στους κοινωνικούς σχηματισμούς
που θεμέλιο έχουν βέβαια ήδη τη διαλυμένη συλλογική ιδιοκτησία, χωρίς |

[Karl Marx, Grundrisse, Μτφ. Διονύσης Διβάρης]

Η μοναδική αξία που το κεφάλαιο παράγει σε μια δοσμένη παραγωγή είναι η αξία που προσθέτει η νέα ποσότητα εργασίας (v+s)

Η μοναδική αξία που το
κεφάλαιο παράγει σε μια δοσμένη παραγωγή είναι η αξία που προσθέτει η
νέα ποσότητα εργασίας. Αυτή όμως η αξία αποτελείται από την αναγκαία
εργασία, που αναπαράγει τον μισθό - την προκαταβολή του κεφαλαίου με τη
μορφή του μισθού - και από την υπερεργασία, άρα υπεραξία, πέρα και
πάνω απ' αυτή την αναγκαία εργασία. Οι
{453} προκαταβολές σε υλικό και μηχανή απλά μετατοπίζονται από τη μια στην
άλλη μορφή. Το εργαλείο μεταβαίνει στο προϊόν εξίσου όπως και η πρώτη
ύλη, και η φθορά του με τη χρήση είναι ταυτόχρονα μορφοποίηση του
προϊόντος. Όταν η πρώτη ύλη και το εργαλείο δεν κοστίζουν τίποτα, όπως σε
μερικές εξακτικές βιομηχανίες υπολογίζονται ακόμα σχεδόν =0 (η /πρώτη
ύλη /πάντα =0 σε κάθε εξακτική βιομηχανία: μεταλλωρυχία, ανθρακωρυχία,
αλιεία, κυνήγι, υλοτομία σε παρθένα δάση κλπ.), τότε και δεν προσθέτουν
απολύτως τίποτα στην αξία της παραγωγής. Η αξία τους είναι το αποτέλεσμα
προηγούμενης παραγωγής, όχι της άμεσης παραγωγής όπου χρησιμεύ-
ουν σαν εργαλείο και υλικό. Ώστε η /υπεραξία /μπορεί να υπολογιστεί
μόνο σε σχέση με την αναγκαία εργασία. Το κέρδος δεν είναι παρά μια
/δευτερογενής, /παράγωγη, και μεταλλαγμένη μορφή της υπεραξίας - η
αστική μορφή, όπου τα ίχνη της γένεσης της υπεραξίας έχουν εξαφανιστεί.
Ο ίδιος ο Ρικάρντο δεν το κατάλαβε αυτό ποτέ· γιατί εκείνος 1) μιλά
πάντοτε για τη
διανομή ενός /έτοιμου /ποσού, όχι για την αρχική τοποθέτηση αυτής της
διαφοράς· 2) γιατί αυτή η κατανόηση θα τον είχε αναγκάσει να δει πως
ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία μεσολαβεί μια σχέση ολότελα
διαφορετική από εκείνη της ανταλλαγής· και δεν του επιτρεπόταν να
διαβλέψει ότι το αστικό σύστημα της ισοδυναμίας μεταστρέφεται σε
ιδιοποίηση χωρίς ισοδύ-
ναμο και βασίζεται στην τελευταία· 3) <nb/>η πρόταση του Ρικάρντο για την
αναλογία ανάμεσα σε κέρδη και μισθούς αναφέρεται αποκλειστικά στο ότι
[αν] μια καθορισμένη συνολική αξία διαιρεθεί σε δυο μερίδια - αν γενικά
ένα ποσό διαιρεθεί στα δυο - τότε το μέγεθος των δυο μερών υποχρεωτικά
βρίσκεται σε αντίστροφη αναλογία. Και σωστά στη συνέχεια η σχολή του
περιόρισε το ζήτημα σ' αυτή την κενολογία. Το ενδιαφέρον που τον
οδήγησε να διατυπώσει την αναλογία μισθών και κερδών δεν είταν να
ερευνήσει ώς το βάθος τη δημιουργία της υπεραξίας - γιατί ξεκινά
προϋποθέτοντας μια δοσμένη αξία που πρόκειται να μοιραστεί ανάμεσα σε
μισθό και κέρδος, ανάμεσα σε εργασία και κεφάλαιο, προϋποθέτει λοιπόν
αυτή τη διαίρεση
σαν αυτονόητη - αλλά /πρώτο, /απέναντι στο συνηθισμένο τρόπο
καθορισμού των τιμών να επιβάλει τον σωστό - αυτόν που οικοδόμησε πάνω
στη βάση της αξίας - <nb/>δείχνοντας ότι το όριο της αξίας δεν επηρεάζεται το
ίδιο από τη διανομή του, από τον διαφορετικό του καταμερισμό ανάμεσα σε
κέρδη και μισθούς· /δεύτερο: /να εξηγήσει την όχι απλά παροδική, αλλά
αδιάκοπη πτώ-
ση του ποσοστού του κέρδους, που του είταν ανεξήγητη πάνω στη βάση
της παραδοχής ότι στην εργασία αναλογεί σταθερό μερίδιο της αξίας·
/τρίτο: /εξηγώντας αυτή την πτώση του κέρδους με την άνοδο του εργατικού
μισθού, την ίδια όμως αυτή την άνοδο με την άνοδο της /αξίας /των
γεωργικών προϊόντων, δηλαδή την ολοένα μεγαλύτερη δυσκολία στην παραγωγή
τους, σκο-
πός του είταν να εξηγήσει ταυτόχρονα τη /γαιοπρόσοδο /σαν
εναρμονισμένη με την αρχή του για τον καθορισμό της αξίας. Αυτό έδινε
ταυτόχρονα κι ένα όπλο στην πολεμική του βιομηχανικού κεφαλαίου ενάντια
στη γαιοκτησία, που εκμεταλλεύεται τις προόδους της βιομηχανίας.
Ταυτόχρονα όμως, σπρωγμένος από την απλή λογική, διακήρυξε έτσι την
αντιθετική φύση του
κέρδους, της εργασίας και του κεφαλαίου - όσο κι αν προσπαθεί ύστερα
να αποδείξει στον εργάτη πως ο αντιθετικός αυτός χαρακτήρας κέρδους και
μισθού δεν ενδιαφέρει το πραγματικό του εισόδημα, και μάλιστα ότι μια
/αναλογική /(όχι απόλυτη) άνοδος του εργατικού μισθού είναι /επιζήμια,
/γιατί εμποδίζει τη συσσώρευση, και τότε η πρόοδος της βιομηχανίας
ωφελεί μο-
νάχα τον τεμπέλη γαιοκτήμονα. Παρόλ' αυτά, η αντιθετική μορφή είχε δια-

{454} Τετράδιο VI,13

κηρυχτεί· και ο Κάρεϋ, που δεν καταλαβαίνει τον Ρικάρντο, μπόρεσε άρα να
τον βρίζει σαν πατέρα των κομμουνιστών κλπ. - κι εδώ έχει πάλι δίκιο, με
μια έννοια που ο ίδιος δεν καταλαβαίνει. Οι άλλοι όμως οικονομολόγοι,
που - όπως ο Μάλθους - δε θέλουν ούτε ν' ακούσουν για την αναλογική (και
άρα αντιθετική) φύση του εργατικού μισθού, /επιθυμούν, /από τη μια
μεριά, να συγκαλύψουν την αντίθεση· από την άλλη, επιμένουν πως ο
εργάτης απλά ανταλλάζει με το κεφάλαιο μια ορισμένη αξία χρήσης, το
εργατικό του δυναμικό, άρα παραιτείται από την παραγωγική δύναμη, τη
δύναμη που έχει η εργασία να δημιουργεί νέα αξία, δεν έχει καμιά /σχέση
με το προϊόν, /και άρα στην ανταλλαγή ανάμεσα σε καπιταλιστές και
εργάτες, στο μισθό, όπως και σε κάθε απλή ανταλλαγή όπου
προϋποθέτονται οικονομικά /ισοδύναμα, /μοναδικό ζήτημα είναι η
/ποσότητα, /το μέγεθος της αξίας χρήσης. Όσο σωστό κι αν είναι αυτό από
μια μεριά, άλλο τόσο η φαινομενική μορφή του αντιπραγματισμού, της
ανταλλαγής, συνεπάγεται πως ο εργάτης - όταν βέβαια ο ανταγωνισμός τού
επιτρέπει να παζαρεύει και να αντιδικεί με τον καπιταλιστή - μετρά
τις αξιώσεις του πάνω στο κέρδος του καπιταλιστή και απαιτεί ένα
ορισμένο μερίδιο από την υπεραξία που ο ίδιος δημιούργησε· κι έτσι η
/αναλογία /γίνεται πραγματικό συνθετικό στοιχείο της ίδιας της
οικονομικής ζωής. <nb/>Παραπέρα, στην πάλη ανάμεσα στις δυο τάξεις - που
αναγκαστικά εμφανίζεται, με την ανάπτυξη της εργατικής τάξης - η μέτρηση
της αμοιβαίας απόστασης, που ακριβώς ο ίδιος ο εργατικός μισθός
εκφράζει σαν αναλογία, αποκτά αποφασιστική σημασία. Η /επίφαση της
ανταλλαγής /εξαφανίζεται στην πορεία του τρόπου παραγωγής που βασίζεται
στο κεφάλαιο. Η ίδια αυτή η διαδικασία και η επανάληψη της τοποθετούν
αυτό που ισχύει καθαυτό, ότι δηλαδή ο εργάτης παίρνει σαν μισθό από τον
καπιταλιστή απλά και μόνο ένα μέρος της ίδιας του της εργασίας.
Αυτό τότε περνά και στη συνείδηση τόσο των εργατών όσο και των
καπιταλιστών. Για τον /Ρικάρντο ουσιαστικά το μόνο ζήτημα είναι: ποια
αναλογία της συνολικής αξίας αποτελεί, στην πορεία της εξέλιξης, ο
αναγκαίος μισθός; /Μένει πάντα /αναγκαίος μισθός /και μόνο· ώστε η
αναλογική του φύση δεν ενδιαφέρει τον εργάτη - αυτός παίρνει το ίδιο
μίνιμουμ όπως και πριν - αλλά μόνο τον καπιταλιστή, που οι κρατήσεις από
το καθαρό του εισόδημα μεταβάλλονται, χωρίς οι εργάτες να παίρνουν
περισσότερες αξίες χρήσης. Το ότι όμως ο Ρικάρντο, αν και για ολότελα
διαφορετικούς σκοπούς, διατύπωσε την αντιθετική φύση κέρδους και μισθού,
αυτό ήδη δείχνει ότι στον καιρό του ο θεμελιωμένος στο κεφάλαιο
τρόπος παραγωγής είχε προσλάβει μια μορφή ολοένα πιο πρόσφορη να
εκφράσει την φύση του. Ο Μάλθους παρατηρεί σχετικά με τη θεωρία του
Ρικάρντο για την αξία, στους /«Ορισμούς» /που προαναφέραμε (Τετράδιο IX,
σ. 49, 50): «Ο ισχυρισμός του Ρικάρντο ότι με την άνοδο της αξίας των
μισθών τα κέρδη αναλογικά μειώνονται [»], και vice versa
[αντίστροφα], [«] δεν αληθεύει παρά μόνο αν υποτεθεί ότι εμπορεύματα που
περιέχουν την ίδια ποσότητα εργασίας έχουν πάντα την ίδια αξία, πράγμα
που [δεν] αληθεύει [ούτε] μια φορά στις πεντακόσιες· και μάλιστα [...]
υποχρεωτικά, γιατί με την πρόοδο του πολιτισμού και των βελτιώσεων
αυξάνεται αδιάκοπα η ποσότητα του απασχολούμενου πάγιου κεφαλαίου,
και κάνει περισσότερο ποικίλους και άνισους τους χρόνους απόδοσης του
κυκλοφορούντος κεφαλαίου.» (ό.π. 31, 32.) (Αυτό αφορά τις /τιμές, /όχι
την /αξία.) /Σχετικά με τη δική του, ολοδική του ανακάλυψη του αληθινού
μέτρου της αξίας ο Μάλθους παρατηρεί: /«Πρώτο: /Πουθενά δεν είχα δει
διατυπωμένο πως η συνηθισμένη /ποσότητα εργασίας που ένα εμπό- /
{455} /ρευμα ελέγχει στην αγορά /πρέπει να αντιπροσωπεύει και να μετρά την
/ποσότητα εργασίας που περιέχει, συν τα κέρδη... /Αντιπροσωπεύοντας την
εργασία που περιέχεται σ' ένα εμπόρευμα συν τα κέρδη, η εργασία
αντιπροσωπεύει τους φυσικούς και αναγκαίους όρους της προσφοράς της, δηλαδή
το στοιχειώδες κόστος της παραγωγής της. [...] /Δεύτερο: /Πουθενά δεν
είχα δει διατυπωμένο ότι, όπως και να μεταβάλλεται η γονιμότητα του
εδάφους, το στοιχειώδες κόστος παραγωγής του μισθού μιας δοσμένης
ποσότητας εργασίας υποχρεωτικά μένει πάντα το ίδιο.» (196, [19]7.)
Σημαίνει απλά: ο μισθός είναι πάντα ίσος με τον αναγκαίο για την
παραγωγή του χρόνο, που
μεταβάλλεται με την παραγωγικότητα της εργασίας. Η ποσότητα
εμπορευμάτων μένει η ίδια. «Αν υποθέσουμε ότι ορίζουμε την
[ανταλλακτική] αξία σαν την γενική αγοραστική δύναμη ενός εμπορεύματος,
τότε αυτή αναφέρεται στην αγορά [»] όλων των εμπορευμάτων, [...] της
γενικής μάζας των εμπορευμάτων. Αυτή όμως είναι πέρα για πέρα δύσχρηστη
ποσότητα. [...]
Τώρα, δεν μπορεί κανείς ούτε στιγμή να αρνηθεί πως η εργασία είναι
αυτή που καλύτερα απ' όλα τα αντικείμενα αντιπροσωπεύει ένα μέσο όρο της
γενικής μάζας των προϊόντων. [»] (205.) [«] Μια μεγάλη κατηγορία
εμπορευμάτων, όπως τα ακατέργαστα προϊόντα, ανεβαίνουν με την πρόοδο της
κοινωνίας, ενώ τα βιομηχανικά είδη πέφτουν. Ώστε μπορεί να μη βρίσκεται
μακριά από την αλήθεια η παρατήρηση ότι η μέση μάζα εμπορευμάτων που
μια δοσμένη ποσότητα εργασίας, στην ίδια χώρα, είναι σε θέση να αγοράσει
μπορεί να μένει για αιώνες χωρίς πολύ ουσιαστικές μεταβολές.» (206.)
«Αξία [...] πρέπει πάντα να εννοούμε αξία στην ανταλλαγή με εργασία.»
(224 σημείωση ό.π.) Μ' άλλα λόγια, το δόγμα είναι: η αξία ενός εμπορεύμα-
τος, η συσσωρευμένη μέσα του εργασία, αντιπροσωπεύεται από τις
ζωντανές ημέρες εργασίας που μπορούν να το αγοράσουν, με τις οποίες
μπορεί να ανταλλαγεί· άρα αντιπροσωπεύεται από τους /μισθούς. /Οι
ζωντανές ημέρες εργασίας περιέχουν χρόνο εργασίας όπως και χρόνο
υπερεργασίας. Ας κάνουμε στον Μάλθους τη μεγαλύτερη χάρη που μπορούμε να
του κάνουμε. Ας
υποθέσουμε δηλαδή πως η αναλογία υπερεργασίας προς αναγκαία εργασία,
και άρα η αναλογία μισθού προς κέρδος, μένει πάντα σταθερή.
Πρώτα-πρώτα, το ότι ο κ. Μάλθους μιλά για τη συσσωρευμένη στο εμπόρευμα
εργασία /συν τα κέρδη /αποδείχνει ήδη τη σύγχυση του· γιατί ακριβώς τα
κέρδη δεν μπορούν να αποτελούν παρά ένα μέρος από τη συσσωρευμένη
εργασία. Στο
νου του έχει εδώ τα /κέρδη πέρα και πάνω από τη συσσωρευμένη εργασία,
που /τάχα προέρχονται /από το πάγιο κεφάλαιο /κλπ. Αυτό μπορεί να αφορά
μόνο την κατανομή του συνολικού κέρδους ανάμεσα στους διάφορους μετόχους
του, όχι το συνολικό ποσό του κέρδους· γιατί αν όλοι έπαιρναν για το
εμπόρευμα τους τη συσσωρευμένη σ' αυτό εργασία + κέρδη, <nb/>από πού θά-
βγαιναν αυτά, κύριε Μάλθους; Όταν ο ένας παίρνει συσσωρευμένη στο
εμπόρευμα του εργασία + κέρδος, πρέπει ο άλλος να παίρνει συσσωρευμένη
εργασία - κέρδος, θεωρώντας εδώ το κέρδος σαν πρόσθετο πάνω στην
πραγματική υπεραξία. Πάει αυτό λοιπόν. Ας υποθέσουμε τώρα πως η
συσσωρευμένη εργασία είναι = 3 ημέρες εργασίας· έτσι, αν η αναλογία του
χρόνου υπερεργασίας είναι 1:2, αυτές εισπράχθηκαν σαν πληρωμή για
1 1/2 ημέρα εργασίας. Οι εργάτες δούλεψαν πραγματικά 3 μέρες, καθένας
τους όμως πληρώθηκε μονάχα μισή μέρα δουλειάς. Μ' άλλα λόγια, το
εμπόρευμα που πήραν για 3 μέρες δουλειάς περιείχε μόνο 1 1/2 δουλεμένη
μέρα. Για τις 3 λοιπόν δουλεμένες εργάσιμες [μέρες] στο προϊόν του, ο
καπιταλιστής, με
όλες τις άλλες σχέσεις αμετάβλητες, θα έπαιρνε 6 ημέρες εργασίας. (Αυτό

{456} Τετράδιο VI,14

είναι σωστό μονάχα επειδή ο χρόνος υπερεργασίας υποτέθηκε = με τον
αναγκαίο, ώστε στη δεύτερη περίπτωση /απλά /επαναλαμβάνεται η πρώτη.)
/(Η σχετική υπεραξία, ολοφάνερα, δεν περιορίζεται μόνο από τη σχέση που
αναφέραμε πιο πάνω, αλλά και από την αναλογία του προϊόντος στη συνολική
κατανάλωση του εργάτη. /Αν ο καπιταλιστής με την ανάπτυξη των παρα-
γωγικών δυνάμεων μπορούσε να βγάλει διπλάσιο αριθμό /μαντήλια από
κασμήρι, /και αν αυτά πουλιούνταν στην /αξία /τους, ο καπιταλιστής δεν
θα είχε δημιουργήσει καθόλου σχετική υπεραξία· γιατί οι εργάτες δεν
καταναλώνουν τέτοια μαντήλια, άρα ο χρόνος που είναι αναγκαίος για την
αναπαραγωγή του εργατικού τους δυναμικού θα έμενε ο ίδιος. Αυτό δεν
συμβαίνει στην πράξη, γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις η τιμή ανεβαίνει
πάνω από την αξία. Εδώ στη θεωρία δεν μας ενδιαφέρει ακόμα αυτό, γιατί
εξετάζουμε το κεφάλαιο καθαυτό, όχι σ' ένα ξεχωριστό κλάδο.) Θα πληρώσει
δηλαδή εργατικό μισθό για 3 ημέρες και θα βάλει να του δουλέψουν 6· με
κάθε 1/2 μέρα αγοράζει 1 μέρα· ώστε με 6/2 ημέρες = 3 ημέρες,
αγοράζει 6 μέρες. Το να υποστηρίζει λοιπόν κανείς ότι οι μέρες
εργασίας που ένα εμπόρευμα ελέγχει στην αγορά, ή οι μισθοί που πληρώνει,
εκφράζουν την αξία του, σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει απολύτως τίποτα
για τη φύση του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας. Το ότι οι
αντικειμενοποιημένες ημέρες εργασίας αγοράζουν περισσότερες ζωντανές
είναι η ουσία κάθε αξιοδημιουργίας όπως και της δημιουργίας
κεφαλαίου. Σωστό θα είταν όμως, αν ο κ. Μάλθους έλεγε πως ο ζωντανός
χρόνος εργασίας που ένα εμπόρευμα ελέγχει στην αγορά εκφράζει το μέτρο
της /αξιοποίησης /αυτού του εμπορεύματος, το μέτρο της /υπερεργασίας
/που το εμπόρευμα τοποθετεί. Αλλά αυτό θάταν απλή ταυτολογία - ότι στο
μέτρο που τοποθετεί περισσότερη εργασία τοποθετεί περισσότερη
εργασία - ή θα έκφραζε το αντίθετο απ' αυτό που θέλει ο Μάλθους, ότι
δηλαδή η υπεραξία προέρχεται από το ότι ο ζωντανός χρόνος εργασίας που
ένα εμπόρευμα ελέγχει ποτέ δεν αντιπροσωπεύει τον χρόνο που έχει
συσσωρευτεί μέσα σ' αυτό.} (Τώρα τελειώσαμε οριστικά με τον Μάλθους.)

[Karl Marx, Grundrisse, Μτφ. Διονύσης Διβάρης]

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Το ανθρώπινο ον είναι με την κυριολεκτική έννοια ένα πολιτικό ζώο όχι απλώς ένα αγελαίο (gregarious) ζώο, αλλά ένα ζώο που μπορεί να εξατομικευτεί μόνο στο μέσο της κοινωνίας. Παραγωγή από ένα απομονωμένο άτομο έξω από την κοινωνία ... είναι τόσο παράλογη όσο και η ανάπτυξη της γλώσσας χωρίς άτομα που ζουν μαζί και μιλούν μεταξύ τους.

Το ανθρώπινο ον είναι με την κυριολεκτική έννοια ένα *πολιτικό ζώο*
όχι απλώς ένα αγελαίο (gregarious) ζώο, αλλά ένα ζώο που μπορεί να εξατομικευτεί
μόνο στο μέσο της κοινωνίας. Παραγωγή από ένα απομονωμένο
άτομο έξω από την κοινωνία ... είναι τόσο παράλογη όσο και η
ανάπτυξη της γλώσσας χωρίς άτομα που ζουν *μαζί* και μιλούν μεταξύ τους.

Marx, The Grundrisse (https://www.marxists.org/archive/marx/works/1857/grundrisse/ch01.htm#loc1) (1857)

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Αλλά από τη στιγμή που οι άνθρωποι ... κατέστησαν τη συντήρησή τους εξαρτημένη από τις ανταλλαγές που μπορούσαν να πραγματοποιήσουν, ή από το εμπόριο, αναγκάστηκαν να προσκολληθούν σε μια διαφορετική εκτίμηση, στην ανταλλακτική αξία, στην αξία που δεν προκύπτει από τη χρησιμότητα αλλά μάλλον από τη σχέση ανάμεσα στις ανάγκες ολόκληρης της κοινωνίας και στην ποσότητα εργασίας που ήταν επαρκής για την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης, ή επίσης στην ποσότητα εργασίας που θα μπορούσε να την ικανοποιήσει στο μέλλον.

«Αρχικά ο βιομήχανος παράγει για τους άλλους, όχι για τη δική του χρήση· τα αγαθά αυτά αρχίζουν να του είναι χρήσιμα μόνο από τη στιγμή που τα ανταλλάσσει. Έτσι καθιστούν αναγκαίο το εμπόριο και την τέχνη της ανταλλαγής. Αποτιμώνται πλέον μόνο βάσει της ανταλλάξιμης αξίας τους.» (σ. 161.) (Sismondi, *Études sur l’économie politique*, τ. II, Βρυξέλλες, 1837.)

Το εμπόριο έχει αφαιρέσει από τα πράγματα, από τα τμήματα του πλούτου, τον πρωταρχικό τους χαρακτήρα ως χρήσιμων πραγμάτων: *είναι η αντίθεση μεταξύ της αξίας χρήσης τους και της ανταλλάξιμης αξίας τους στην οποία το εμπόριο έχει αναγάγει όλα τα πράγματα*. (σ. 162.)

Στην αρχή, η χρησιμότητα είναι το αληθινό μέτρο των αξιών· ... το εμπόριο υπάρχει τότε, στην πατριαρχική κατάσταση της κοινωνίας· αλλά δεν έχει απορροφήσει πλήρως την κοινωνία· ασκείται μόνο πάνω στο πλεόνασμα της παραγωγής του καθενός και όχι πάνω σε εκείνο που συνιστά την ίδια του την ύπαρξη. (σ. 162, 163.)

Αντίθετα, ο χαρακτήρας της οικονομικής μας προόδου συνίσταται στο ότι το *εμπόριο* έχει αναλάβει το βάρος της *διανομής* του συνόλου του πλούτου που παράγεται ετησίως και, κατά συνέπεια, έχει καταργήσει απολύτως τον χαρακτήρα του ως αξίας χρήσης, αφήνοντας να παραμένει μόνο ο χαρακτήρας του ως ανταλλάξιμης αξίας. (σ. 163.)

Πριν από την εισαγωγή του εμπορίου ... η αύξηση της ποσότητας του προϊόντος αποτελούσε άμεση αύξηση του πλούτου. Λιγότερη σημασία είχε τότε η ποσότητα της εργασίας μέσω της οποίας αποκτιόταν αυτό το χρήσιμο πράγμα ... Και πράγματι, το ζητούμενο πράγμα δε χάνει τίποτε από τη χρησιμότητά του ακόμη και αν δεν απαιτούνταν καθόλου εργασία για την απόκτησή του· τα σιτηρά και το λινό δε θα ήταν λιγότερο αναγκαία για τους κατόχους τους ... ακόμη και αν τους έπεφταν από τον ουρανό. Αυτή είναι αναμφίβολα η αληθινή εκτίμηση του πλούτου, της απόλαυσης και της χρησιμότητας.

Αλλά από τη στιγμή που οι άνθρωποι ... κατέστησαν τη συντήρησή τους εξαρτημένη από τις ανταλλαγές που μπορούσαν να πραγματοποιήσουν, ή από το εμπόριο, αναγκάστηκαν να προσκολληθούν σε μια διαφορετική εκτίμηση, στην ανταλλακτική αξία, στην αξία που δεν προκύπτει από τη χρησιμότητα αλλά μάλλον από *τη σχέση ανάμεσα στις ανάγκες ολόκληρης της κοινωνίας και στην ποσότητα εργασίας που ήταν επαρκής για την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης*, ή επίσης στην ποσότητα εργασίας που θα μπορούσε να την ικανοποιήσει στο μέλλον. (σ. 266, ό.π.)

Στην εκτίμηση των αξιών, την οποία οι άνθρωποι επιχείρησαν να μετρήσουν με την εισαγωγή του χρήματος, η έννοια της χρησιμότητας παραμερίζεται πλήρως. Είναι η *εργασία*, η προσπάθεια που είναι αναγκαία για να αποκτήσει κανείς τα δύο πράγματα που ανταλλάσσονται μεταξύ τους, η οποία και μόνο λαμβάνεται υπόψη. (σ. 267.)

‘First the industrialist produces for others’ not for his own use; these goods begin to be of use to him only from the moment he exchanges them away. They thus make trade and the art of exchange necessary. They are only appraised by their exchangeable value.’ (p. 161.) (Sismondi, <em>Études sur l’économie politique</em>, Vol. II, Brussels, 1837.) Trade has robbed things, pieces of wealth, of their primitive character of usefulness: <em>it is the antithesis between their use value and their exchangeable value to which commerce has reduced all things</em>. (p. 162.) At the beginning, utility is the true measure of values; … trade exists then, in the patriarchal state of society; but it has not entirely absorbed the society; it is practised only upon the surplus of each one’s production, and not on what constitutes its existence. (p. 162, 163.) By contrast, the character of our economic progress is that <em>trade</em> has taken on the burden of the <em>distribution</em> of the totality of the annually produced wealth and it has consequently suppressed absolutely its character of use value, letting only that of exchangeable value remain. (163.)

Before the introduction of trade … the increase in the quantity of the product was a direct increase of wealth. Less significant at that time was the quantity of labour by means of which this useful thing was obtained … And really, the thing demanded loses none of its usefulness even if no labour at all were needed to obtain it; grain and linen would not be less necessary to their owners … even if they fell to them from heaven. This is without a doubt the true estimate of wealth, enjoyment, and usefulness. But from the moment when men … made their subsistence dependent on the exchanges they could make, or on commerce, they were forced to adhere to a <a id="p861"></a> different estimation, to exchange value, to value which results not from usefulness but rather from <em>the relation between the needs of the whole society and the quantity of labour which was sufficient to satisfy this need</em>, or as well the quantity of labour which might satisfy it in the future. (p. 266, loc. cit.) In the estimation of values, which people endeavoured to measure with the introduction of currency, the concept of usefulness is quite displaced. It is <em>labour</em>, the exertion necessary to procure oneself the two things exchanged for one another, which has alone been regarded. (p. 267.)

-- Karl Marx, Grundrisse

Το σημερινό όριο της παραγωγής δεν είναι η ποσότητα που μπορεί να παραχθεί, αλλά η ποσότητα που μπορεί να πωληθεί με κέρδος. (John Gray)

Το σημερινό όριο της παραγωγής δεν είναι η ποσότητα που μπορεί να παραχθεί, αλλά η ποσότητα που μπορεί να πωληθεί με κέρδος.

It is the quantity that can be sold at a profit, not the quantity that can be made, that is the present limit to production. (John Gray: The Social System. A Treatise on the Principle of Exchange, Edinburgh, 1831, 59.) (παρατίθεται στο Karl Marx, Grundrisse)

Το άτομο έρχεται στον κόσμο χωρίς να κατέχει ούτε κεφάλαιο ούτε γη. Η κοινωνική διανομή το κατατάσσει, ήδη από τη γέννησή του, στη μισθωτή εργασία. Όμως αυτή η ίδια η κατάσταση της κατανομής του σε μια τέτοια θέση αποτελεί συνέπεια της ύπαρξης του κεφαλαίου και της γαιοκτησίας ως ανεξάρτητων συντελεστών της παραγωγής.

Για το μεμονωμένο άτομο, βεβαίως, η διανομή εμφανίζεται ως ένας κοινωνικός νόμος που καθορίζει τη θέση του μέσα στο σύστημα παραγωγής εντός του οποίου παράγει, και ο οποίος, επομένως, προηγείται της παραγωγής. Το άτομο έρχεται στον κόσμο χωρίς να κατέχει ούτε κεφάλαιο ούτε γη. Η κοινωνική διανομή το κατατάσσει, ήδη από τη γέννησή του, στη μισθωτή εργασία. Όμως αυτή η ίδια η κατάσταση της κατανομής του σε μια τέτοια θέση αποτελεί συνέπεια της ύπαρξης του κεφαλαίου και της γαιοκτησίας ως ανεξάρτητων συντελεστών της παραγωγής.

To the single individual, of course, distribution appears as a social law which determines his position within the system of production within which he produces, and which therefore precedes production. The individual comes into the world possessing neither capital nor land. Social distribution assigns him at birth to wage labour. But this situation of being assigned is itself a consequence of the existence of capital and landed property as independent agents of production.

-- Karl Marx, Grundrisse

Καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς ένα μέσο παραγωγής, ακόμη κι αν αυτό το μέσο είναι απλώς το χέρι. Καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς συσσωρευμένη, παρελθούσα εργασία, ακόμη κι αν αυτή είναι μόνο η δεξιότητα που έχει συγκεντρωθεί και συμπυκνωθεί στο χέρι του αγρίου μέσω επανειλημμένης άσκησης.

Καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς ένα μέσο παραγωγής, ακόμη κι αν αυτό το μέσο είναι απλώς το χέρι. Καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς συσσωρευμένη, παρελθούσα εργασία, ακόμη κι αν αυτή είναι μόνο η δεξιότητα που έχει συγκεντρωθεί και συμπυκνωθεί στο χέρι του αγρίου μέσω επανειλημμένης άσκησης.

No production possible without an instrument of production, even if this instrument is only the hand. No production without stored-up, past labour, even if it is only the <a id="p86"></a>facility gathered together and concentrated in the hand of the savage by repeated practice.

-- Karl Marx, Grundrisse

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Η ταυτότητα του υπερκέρδους με τον πλεονάζοντα χρόνο εργασίας — απόλυτο και σχετικό — θέτει ένα ποιοτικό όριο στη συσσώρευση του κεφαλαίου, δηλαδή την εργάσιμη ημέρα

Η ταυτότητα του υπερκέρδους με τον πλεονάζοντα χρόνο εργασίας — απόλυτο και σχετικό — θέτει ένα #ποιοτικό #όριο στη #συσσώρευση του #κεφαλαίου, δηλαδή την <em>#εργάσιμη #ημέρα</em>, το ποσό του χρόνου μέσα στις 24 ώρες κατά το οποίο η εργατική ικανότητα μπορεί να είναι ενεργή, τον βαθμό στον οποίο έχουν αναπτυχθεί οι παραγωγικές δυνάμεις, και τον πληθυσμό, που εκφράζει τον αριθμό των ταυτόχρονων εργάσιμων ημερών κτλ. Αν, από την άλλη πλευρά, η υπεραξία ορίζεται απλώς ως #τόκος — δηλαδή ως η σχέση μέσα από την οποία το κεφάλαιο αυξάνει τον εαυτό του μέσω κάποιου φανταστικού ταχυδακτυλουργικού τεχνάσματος — τότε το όριο είναι απλώς ποσοτικό, και δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος γιατί το κεφάλαιο να μη μπορεί κάθε δεύτερη μέρα να μετατρέπει τον τόκο σε κεφάλαιο και έτσι να αποφέρει τόκο πάνω στον τόκο σε άπειρη γεωμετρική πρόοδο. Η πράξη έχει δείξει στους οικονομολόγους ότι ο πολλαπλασιασμός του τόκου του Price είναι αδύνατος· αλλά ποτέ δεν ανακάλυψαν το σφάλμα που περιέχεται μέσα σε αυτόν.<a id="p376"></a>
Grundrisse του Karl Marx

The identity of surplus gain with surplus labour time – absolute and relative – sets a #qualitative #limit on the #accumulation of #capital, namely the <em>#working #day</em>, the amount of time out of 24 hours during which labouring capacity can be active, the degree to which the productive forces are developed, and the population, which expresses the number of simultaneous working days etc. If, on the other side, surplus value is defined merely as #interest – i.e. as the relation in which capital increases itself by means of some imaginary sleight of hand, then the limit is merely quantitative, and there is then absolutely no reason why capital cannot every other day convert the interest into capital and thus yield interest on its interest in infinite geometrical progression. Practice has shown the economists that Price’s interest-multiplication is impossible; but they have never discovered the blunder contained in it.<a id="p376"></a>
Karl #Marx, #Grundrisse

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

κομμουνισμός: πέραν της ανταλλακτικής αξίας

 #κομμουνισμός: πέραν της ανταλλακτικής αξίας: 

«Η ανταλλαγή που θα γινόταν αρχικά μέσα στην παραγωγή - που δε θάταν ανταλλαγή ανταλλακτικών αξιών, αλλά δραστηριοτήτων που θα καθορίζονταν από συλλογικές ανάγκες, από συλλογικούς σκοπούς - θα περιείχε εξαρχής τη συμμετοχή του ατόμου στο συλλογικό κόσμο των προϊόντων.» [Karl Marx (Διονύσης Διβάρης), Grundrisse, 120]