Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Μία θεμελιώδης συμβολή των Λογικών Ερευνών στη φιλοσοφία του νου συνίσταται στη διορατική σύλληψη ότι τα αποβλεπτικά ενεργήματα (intentional acts) κατευθύνονται προς κάτι που βρίσκεται «έξω» από τον νου. Με αυτόν τον ισχυρισμό ο Χούσσερλ επιτίθεται στη θεωρία του νου ως «δοχείου» (container theory of mind), η οποία κυριαρχούσε στις εμπειριστικές προσεγγίσεις.

Μία θεμελιώδης συμβολή των *Λογικών Ερευνών* στη φιλοσοφία του νου συνίσταται στη διορατική σύλληψη ότι τα αποβλεπτικά ενεργήματα (intentional acts) κατευθύνονται προς κάτι που βρίσκεται «έξω» από τον νου. Με αυτόν τον ισχυρισμό ο Χούσσερλ επιτίθεται στη θεωρία του νου ως «δοχείου» (container theory of mind), η οποία κυριαρχούσε στις εμπειριστικές προσεγγίσεις.

Το κλασικό μοντέλο υποστηρίζει ότι λαμβάνουμε αισθήσεις από τον εξωτερικό κόσμο και ότι αυτές οι αισθήσεις αποτελούν στη συνέχεια το αντικείμενο εσωτερικής επεξεργασίας. Σύμφωνα με την καθιερωμένη αυτή προσέγγιση, η επεξεργασία πραγματοποιείται μέσω του μηχανισμού των συνειρμών, οι οποίοι οδηγούν σε γνωστικές λειτουργίες ανώτερου επιπέδου, όπως οι αφηρημένες ή γενικές έννοιες, που με τη σειρά τους αποτελούν τα δομικά στοιχεία άλλων γνωστικών διεργασιών. Το σημαντικό σημείο είναι ότι όλες οι ψυχικές διεργασίες θεωρούνται εσωτερικές και ότι δεν υπάρχει καμία διέξοδος πέρα από αυτό το εσωτερικό πεδίο.

Ο Χούσσερλ, αντιθέτως, δείχνει ότι η συνείδησή μας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Κανονικά είμαστε στραμμένοι προς αντικείμενα ή καταστάσεις πραγμάτων που δεν ανήκουν στο ψυχικό «δοχείο». Αν, για παράδειγμα, βλέπουμε ένα σπίτι, τότε κατευθυνόμαστε προς το πραγματικό πράγμα, κατασκευασμένο από τούβλα ή μπετόν, μέσα στο οποίο κατοικούν άνθρωποι. Και είναι προφανές ότι το αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται αυτή η αντίληψη είναι κάτι διαφορετικό από ένα σύμπλοκο αισθήσεων.

Το ίδιο ισχύει όταν αναφερόμαστε σε μια οντότητα που δεν είναι εποπτικά παρούσα, όπως για παράδειγμα ο πύργος της τηλεόρασης της Μόσχας. Στο αποβλεπόμενο αντικείμενο συμβαίνουν πράγματα — λ.χ. φωτίζεται — τα οποία δεν είναι και δεν μπορούν να είναι αληθή για το εμμενές περιεχόμενο των ψυχικών μας ενεργημάτων. Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι τα αποβλεπτικά ενεργήματα υπερβαίνουν τη σφαίρα του εμμενούς.

Ο Χούσσερλ δείχνει περαιτέρω ότι μπορούμε να αναφερόμαστε, μέσω διαφορετικών ενεργημάτων, σε ένα και το αυτό αντικείμενο. Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να γίνεται αντιληπτό μέσω διαφορετικών αισθήσεων και από διαφορετικές γωνίες θέασης, κάτι που δεν ισχύει για το εμμενές περιεχόμενο. Επιπλέον, είναι δυνατόν να αναφερόμαστε, μέσω διαφορετικών συμβολικών αποβλέψεων θεμελιωμένων σε διαφορετικές οριστικές περιγραφές, στο ίδιο πράγμα. Έτσι, μπορούμε να αποβλέπουμε σε ένα κτίριο είτε ως το σπίτι στο οποίο κατοικεί ο κ. Μπράουν είτε ως το σπίτι με τη σκούρα πράσινη πρόσοψη.

A basic contribution of the /Logical
Investigations /to the philosophy of mind consists in
the insight that intentional acts are directed towards something
"outside" of the mind. With this claim Husserl attacks the container
theory of mind which was predominant in empirical approaches. The
classical model says that we receive sensations from the outside world,
which sensations are in turn the object of internal processing.
According to the standard approach, this processing is performed by the
mechanism of associations which lead to higher level cognitions, such as
abstract or general concepts, which are in turn the building blocks for
other cognitive processes. The important point is that all the psychical
processes are internal and that there is no way out. Husserl, however,
shows that our consciousness is something completely different. Normally
we are directed towards objects or states of affairs which do not belong
to the psychical container. If we see, for instance, a house, then we
are directed towards the real thing made out of bricks or concrete in
which humans are living. And it is obvious that the object about which
we have this perception is something other than a complex of sensation.
The same is true if we refer to an entity which is not intuitively
presented, as, for instance, the Moscow television tower. Things happen
with the intended object—it lights up, for instance—which are not, and
cannot be, true of the immanent content of our psychical acts. This
example shows that intentional acts transcend the realm of the immanent.
Husserl further shows that we can refer with different acts to one and
the same object. The same person can be perceived with different senses
and from different angles, which is not true of the immanent content.
Moreover, it is possible to refer, with different symbolic intentions
founded in different definite descriptions, to the same thing. Thus we
can intend a building as the house in which Mr. Brown lives or as the
house with the dark green facade.

DIETER MÜNCH, THE RELATION OF HUSSERL'S /LOGICAL INVESTIGATIONS /TO DESCRIPTIVE PSYCHOLOGY AND COGNITIVE SCIENCE, in DAN ΖAHAVI AND FREDERIK STJERNFELT (EDS.), ONE HUNDRED YEARS OF PHENOMENOLOGY, Husserl’s /Logical Investigations /Revisited, pp. 211-212

 

Αναγνωρίζοντας ότι όλα τα είδη κοινωνικά αναγκαίας εργασίας εμπεριέχουν βασικά τον ίδιο χαρακτήρα της απλής αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας, βασισμένο στη κοινή ανθρώπινη ικανότητα για εργασία, πρέπει εξαρχής να επιδιωχθούν συνειδητά οι πιο συνεργατικές και ισοκρατικές αρχές, όπως το «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του!», και όχι να αναβάλλονται ως απώτερος στόχος που δήθεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο έπειτα από γενιές.

Αναγνωρίζοντας ότι όλα τα είδη κοινωνικά αναγκαίας εργασίας εμπεριέχουν βασικά τον ίδιο χαρακτήρα της απλής αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας, βασισμένο στη κοινή ανθρώπινη ικανότητα για εργασία, πρέπει εξαρχής να επιδιωχθούν συνειδητά οι πιο συνεργατικές και ισοκρατικές αρχές, όπως το «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του!», και όχι να αναβάλλονται ως απώτερος στόχος που δήθεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο έπειτα από γενιές.

By recognising that all the sorts of
socially necessary work basically contain the same character as simple
abstract human labour, based upon the common human ability to work, the
more co-operative and egalitarian principles, such as 'from each
according to his ability, to each according to his need!', must
consciously be pursued from the very beginning of socialist economic
construction, and not put aside as a goal so far away as actually to be
achieved for generations to come.

[Makoto Itoh, The Basic Theory of Capitalism Part IV Socialism, 367]

17\. Στην *Κριτική του Προγράμματος της Γκότα*, ο Μαρξ επισημαίνει τα αναγκαία μέρη του κοινωνικού προϊόντος που πρέπει να παρακρατηθούν από την κοινωνία πριν προσδιοριστεί η διανομή των μέσων κατανάλωσης στα ατομικά της μέλη, ως εξής: «αντικατάσταση των καταναλωμένων μέσων παραγωγής», «πρόσθετο μέρος για την επέκταση της παραγωγής», «αποθεματικά ή ασφαλιστικά ταμεία για απρόοπτα, αναταράξεις λόγω φυσικών καταστροφών κ.λπ.», και επιπλέον τρία στοιχεία που πρέπει να αφαιρεθούν από τα μέσα κατανάλωσης: «γενικά έξοδα διοίκησης που δεν ανήκουν άμεσα στην παραγωγή» – τα οποία πρέπει να περιορίζονται και να μειώνονται σε μια νέα κοινωνία –, το μέρος «που προορίζεται για την κοινή ικανοποίηση αναγκών, όπως σχολεία, υγειονομικές υπηρεσίες κ.ά.» – που πρέπει να αυξάνεται αναλόγως με την ανάπτυξη της νέας κοινωνίας –, και «ταμεία για όσους είναι ανίκανοι προς εργασία κ.λπ.» (Κ. Μαρξ, *Κριτική του Προγράμματος της Γκότα*, 1875, Πεκίνο: Foreign Languages Press, 1976, σσ. 13–14). Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν όχι μόνο το αποτέλεσμα της υπερεργασίας, αλλά επίσης ενσωματωμένη παρελθούσα εργασία και ένα μέρος της αναγκαίας εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Αν και μπορούμε εύκολα να διακρίνουμε μεταξύ τους τα ταμεία ή κόστη που βασίζονται στην υπερεργασία των εργαζομένων – όπως εκείνα για την επέκταση της παραγωγής, την ασφάλιση, τη διοίκηση και τα πρόσωπα ανίκανα προς εργασία –, η κοινωνική σημασία της διάκρισης μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας προφανώς μεταβάλλεται ριζικά σε μια συνεργατική σοσιαλιστική κοινωνία σε σύγκριση με τις ταξικές κοινωνίες.

17\. In his /Critique of the Gotha Programme/ Marx points to the
necessary portions of the social product to be deduced by society before
determining the distribution of the means of consumption to individual
members of it , as follows: 'cover for replacement of the means of
production used up', 'additional portion for expansion of production',
'reserve or insurance funds against accidents, dislocations caused by
natural calamities, etc.', and a further three items as follows to be
deduced from the means of consumption: 'the general costs of
administration not directly belonging to production' to be restricted
and diminished in a new society, the portion 'intended for the common
satisfaction of needs, such as schools, health services, etc' to grow in
proportion as the development of the new society, and 'funds for those
unable to work, etc' (K. Marx, /Critique of the Gotha Programme, /1875,
Peking: Foreign Languages Press, 1976, pp. 13-14). These items include
not merely the result of surplus-labour, but also embodied deed labour
and a part of necessary labour to reproduce labour-power. Although we
can easily discern among them the funds or costs relying upon the
surplus labour of the workers, such as those for the expansion of
production, insurance, administration and for people unable to work, the
social meaning of the distinction between surplus and necessary labour
will obviously become different in a co-operative socialist society in
comparison with in class societies.

[Makoto Itoh, The Basic Theory of Capitalism Part IV Socialism, 415]

Επιπλέον, η κατάρρευση του καπιταλισμού και η μετάβασή του στον σοσιαλισμό δεν είναι θεωρητικά εγγυημένες ως μια μορφή μηχανικής και αυτόματης διεργασίας, ακόμη και αν θεωρηθεί δεδομένη η πόλωση της καπιταλιστικής κοινωνίας και η αυξανόμενη αθλιότητα. Η ανάπτυξη ενός οργανωμένου και ταξικά συνειδητού εργατικού κινήματος αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την σοσιαλιστική επανάσταση. Η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται αυτόματα μέσω της εντεινόμενης αθλιότητας των μαζών. Αν και ο Μαρξ αναφέρθηκε ορθώς στον ρόλο της εξέγερσης και της οργάνωσης των εργατών στη σύνοψή του περί της ιστορικής τάσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης, φαίνεται πως πίστευε υπερβολικά εύκολα ότι αυτός ο παράγοντας θα παραχθεί «από τον ίδιο τον μηχανισμό της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας» (Τόμ. Ι, σελ. 929). Ο σχηματισμός και η ανάπτυξη αυτού του κρίσιμου παράγοντα ως προϋπόθεσης του σοσιαλισμού καθορίζονται από ποικίλες συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, καθώς και από την πραγματική υποκειμενική ικανότητα της ηγεσίας του εργατικού κινήματος· και δεν μπορούν να συναχθούν μηχανιστικά από τη βασική οικονομική θεωρία του καπιταλισμού, ακόμη και αν συμπεριληφθεί ο λεγόμενος νόμος της αυξανόμενης αθλιότητας.

Moreover, the collapse of capitalism and its
transformation into socialism are not theoretically guaranteed as a sort
of mechanical automatic process, even if the polarisation of a
capitalist society with its increasing immiserisation is given. The
growth of an organised class-conscious workers' movement is an essential
precondition for a socialist revolution. This precondition may not
automatically be met through the increasing misery of the masses.
Although Marx correctly referred to the role of the workers' revolt and
their organisation in his summary of the historical tendency of
capitalist accumulation, he seems to have too easily believed that this
factor would be prepared 'by the very mechanism of the capitalist
process of production' (i, p. 929). The formation and the growth of this
crucial factor as a precondition for socialism are determined by various
concrete historical and social conditions, as well as by the actual
subjective ability of the leadership of the workers' movement, and
cannot be deduced mechanically from the basic economic theory of
capitalism, even when the so-called law of increasing misery is included.

[Makoto Itoh, The Basic Theory of Capitalism Part IV Socialism, 350]


γιατί ο πλούτος που έχει καταστεί ανεξάρτητος γενικά υπάρχει μόνο είτε μέσω της άμεσης εξαναγκασμένης εργασίας, δουλείας ή μέσω της διαμεσολαβούμενης εξαναγκασμένης εργασίας, της μισθωτής εργασίας. Ο πλούτος αντιμετωπίζει την άμεση εξαναγκασμένη εργασία όχι ως κεφάλαιο αλλά ως σχέση κυριαρχίας.

[248] Τώρα, πώς καθορίζεται η αξία του εργάτη; Με την αντικειμενοποιημένη εργασία
που περιέχεται στο εμπόρευμά του. Αυτό το εμπόρευμα υπάρχει στη [249]
ζωτικότητα του. Για να τη διατηρήσει από μέρα σε μέρα (δεν ασχολούμαστε ακόμα
με την εργατική τάξη, δηλαδή με την αποζημίωση για τη φθορά με την οποία μπορεί να διατηρηθεί ως τάξη, αφού εδώ ο εργάτης
αντιμετωπίζει το κεφάλαιο ως *εργάτης*, ως το προυποτιθέμενο αιώνιο υποκείμενο σε
αντίθεση προς το κεφάλαιο, όχι ακόμη ως ένα παροδικό άτομο του τύπου
«εργάτης») πρέπει να καταναλώσει μια ορισμένη ποσότητα προμηθειών, να αντικαταστήσει το
καταναλωθέν αίμα κλπ. Λαμβάνει μόνο ένα ισοδύναμο. Ως εκ τούτου, αύριο,
μετά την ολοκλήρωση της ανταλλαγής — και μόνο αφού έχει
ολοκληρώσει τυπικά την ανταλλαγή που την πραγματοποιεί στη διαδικασία της
παραγωγής - η εργασιακή του ικανότητα θα υπάρχει με τον ίδιο τρόπο όπως πριν· αυτός
έχει λάβει ένα ακριβές ισοδύναμο, καθώς η τιμή που έχει λάβει τον αφήνει
στην κατοχή της ίδιας ανταλλακτικής αξίας που είχε πριν. Το κεφάλαιο
του έχει καταβάλει την ποσότητα της αντικειμενοποιημένης εργασίας που περιέχεται στη δική του
ζωτικότητα. Την έχει καταναλώσει, και αφού δεν υπήρχε ως πράγμα αλλά
ως ικανότητα σε ένα ζωντανό ον, μπορεί να ανανεώσει την ανταλλαγή εν όψει
της *ειδικής* φύσης του εμπορεύματός του—τη συγκεκριμένη φύση της ζωικής
διαδικασίας. Εφόσον εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με *ειδικά* εξειδικευμένη εργασία,
αλλά με την εργασία καθαρή και απλή, δεν μας απασχολεί ακόμη το γεγονός
ότι εκτός από τον εργασιακό χρόνο που αντικειμενοποιείται στη ζωτικότητά του — δηλ. τον
χρόνο εργασίας που απαιτείται για την πληρωμή των προϊόντων που απαιτούνται για την
διατήρηση της ζωτικότητάς του—περισσότερη εργασία αντικειμενοποιείται στο άμεσο του
είναι, δηλαδή οι αξίες που έχει καταναλώσει για να παράγει μια συγκεκριμένη
*εργασιακή ικανότητα*, μια συγκεκριμένη *δεξιότητα*, η αξία της οποίας δίνεται από
το κόστος παραγωγής μιας παρόμοιας ειδικής δεξιότητας.

Αν χρειαζόταν μια ολόκληρη εργάσιμη ημέρα για να κρατηθεί στη ζωή ένας εργάτης
μια εργάσιμη ημέρα, το κεφάλαιο δεν θα υπήρχε, γιατί μια εργάσιμη μέρα θα
ανταλλασσόταν με το δικό της προϊόν. Ως αποτέλεσμα, το κεφάλαιο δεν θα μπορούσε να αξιοποιήσει
τον εαυτό του ως κεφάλαιο και έτσι δεν θα μπορούσε να διατηρήσει τον εαυτό του. Η
αυτοσυντήρηση του κεφαλαίου είναι η αυτοαξιοποίησή του. Αν το κεφάλαιο έπρεπε
να εργάζεται για να ζήσει, δεν θα διατηρούσε τον εαυτό του ως κεφάλαιο αλλά ως
εργασία. Η ιδιοκτησία των πρώτων υλών και των εργαλείων της εργασίας
θα ήταν καθαρά *ονομαστική*· [III-23] οικονομικά, θα ανήκαν ακριβώς
τόσο στον εργάτη όσο και στον καπιταλιστή, αφού θα παρήγαγαν
*αξία* για τον καπιταλιστή μόνο στο βαθμό που ήταν ο ίδιος εργάτης. Αυτός
δεν θα τα αντιμετώπιζε επομένως ως κεφάλαιο αλλά ως απλή φυσική ύλη
και μέσα εργασίας, όπως ακριβώς κάνει ο ίδιος ο εργάτης στη διαδικασία της
παραγωγής.

Αν, αντίθετα, π.χ. χρειάζεται μόνο μισή εργάσιμη ημέρα για να κρατηθεί ένα
εργάτης ζωντανός για μια ολόκληρη εργάσιμη ημέρα, μια υπεραξία του προϊόντος είναι
το αυτόματο αποτέλεσμα, γιατί ο καπιταλιστής έχει πληρώσει [250]
στην τιμή [της εργασίας] μόνο μισή εργάσιμη ημέρα και έχει λάβει μια
ολόκληρη εργάσιμη ημέρα αντικειμενοποιημένη στο προϊόν· ως εκ τούτου δεν έχει ανταλλάξει
*τίποτα* για το δεύτερο μισό της εργάσιμης ημέρας. Δεν είναι ανταλλαγή αλλά
μια διαδικασία κατά την οποία αποκτά χωρίς ανταλλαγή *αντικειμενοποιημένο χρόνο εργασίας*,
δηλ. *αξία*, που μόνη αυτή μπορεί να τον κάνει καπιταλιστή. Η μισή
εργάσιμη ημέρα κοστίζει στο κεφάλαιο *τίποτα*· λαμβάνει επομένως μια αξία για
την οποία δεν έχει δώσει ισοδύναμο. Και η αύξηση των αξιών μπορεί
συμβεί μόνο επειδή λαμβάνεται, και ως εκ τούτου *δημιουργείται*, μια αξία πάνω από την ισοδύναμη.

Μιλώντας γενικά, η υπεραξία είναι αξία πάνω από το
ισοδύναμο. Το ισοδύναμο, εξ ορισμού, είναι μόνο η ταυτότητα της αξίας
με τον εαυτό της. Επομένως, η υπεραξία δεν μπορεί ποτέ να πηγάζει από το
ισοδύναμο· ούτε, επομένως, μπορεί να πηγάζει αρχικά από την κυκλοφορία.
Πρέπει να πηγάζει από τη διαδικασία παραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου.
Το ζήτημα μπορεί επίσης να εκφραστεί ως εξής: εάν ο εργάτης χρειάζεται μόνο μισή
εργάσιμη μέρα για να ζήσει μια ολόκληρη μέρα, χρειάζεται να εργάζεται μόνο μισή μέρα για να
να εξασφαλίσει την ύπαρξη του ως εργάτης. Το δεύτερο μισό της εργάσιμης ημέρας είναι
καταναγκαστική εργασία· υπερεργασία. Αυτό που εμφανίζεται στην πλευρά του κεφαλαίου ως
υπεραξία, εμφανίζεται από την πλευρά του εργάτη ακριβώς ως υπερεργασία
πέρα και πάνω από τις ανάγκες του ως εργάτη, άρα πέρα ​​και πάνω από τις δικές του
άμεσες ανάγκες για τη διατήρηση της ζωτικότητάς του.

Η μεγάλη ιστορική πτυχή του κεφαλαίου είναι η *δημιουργία* αυτής της
*υπερεργασίας*, περιττής από την άποψη της απλής αξίας χρήσης,
της απλής επιβίωσης, και η ιστορική του αποστολή εκπληρώνεται όταν,
από τη μια πλευρά, οι ανάγκες αναπτύσσονται σε σημείο όπου η υπερεργασία
πέρα από αυτό που είναι αναγκαίο έχει γίνει η ίδια γενική ανάγκη και προκύπτει
από τις ίδιες τις ατομικές ανάγκες· και από την άλλη, όταν, από το
αυστηρή πειθαρχία του κεφαλαίου στην οποία διαδοχικές γενιές
έχουν υποταχθεί, η γενική εργατικότητα έχει αναπτυχθεί ως το καθολικό
περιουσιακό στοιχείο της νέας γενιάς· και, τέλος, όταν οι παραγωγικές δυνάμεις της
εργασίας, που συνεχώς παροτρύνονται (whipped on) από το κεφάλαιο στην απεριόριστη επιθυμία του για
πλουτισμό, και στις συνθήκες υπό τις οποίες μόνο μπορεί να ικανοποιήσει αυτό
τον πόθο, έχουν αναπτυχθεί στο στάδιο όπου η κατοχή και
η διατήρηση του γενικού πλούτου απαιτεί από ολόκληρη την κοινωνία
συγκριτικά μικρότερο χρόνο εργασίας αφενός και αφετέρου
η εργατική κοινωνία τηρεί επιστημονική στάση απέναντι στη διαδικασία της
συνεχούς αναπαραγωγής της, της αναπαραγωγής της σε όλο και μεγαλύτερη αφθονία. Έτσι
η εργασία στην οποία ο άνθρωπος κάνει ό,τι μπορεί να κάνει τα πράγματα να κάνουν για αυτόν έχει παύσει.

Κατά συνέπεια, το κεφάλαιο και η εργασία σχετίζονται μεταξύ τους εδώ όπως το χρήμα και το
εμπόρευμα: αν το ένα είναι η γενική μορφή πλούτου, [251]
το άλλο είναι απλώς η ουσία που επιδιώκει την άμεση κατανάλωση. Όπως η
αδιάκοπη προσπάθεια για τη γενική μορφή πλούτου, ωστόσο, το κεφάλαιο
εξαναγκάζει την εργασία πέρα ​​από τα όρια της φυσικής ανάγκης και έτσι δημιουργεί τα
υλικά στοιχεία για την ανάπτυξη της πλούσιας ατομικότητας, που
είναι τόσο ποικίλη και ολοκληρωμένη στην παραγωγή της όσο και στην
κατανάλωση της, και της οποίας η εργασία επομένως δεν εμφανίζεται πλέον ως εργασία αλλά
ως η πλήρης ανάπτυξη της ίδιας της δραστηριότητας, στην οποία η φυσική αναγκαιότητα
έχει εξαφανιστεί στην άμεση μορφή της· γιατί η φυσική ανάγκη
έχει αντικατασταθεί από την ιστορικά παραγόμενη ανάγκη. Γι' αυτό το *κεφάλαιο είναι*
*παραγωγικό*, δηλ. μια *ουσιαστική σχέση για την ανάπτυξη των*
*παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας*. Παύει να είναι τέτοιο μόνο όπου
η ανάπτυξη των ίδιων αυτών των παραγωγικών δυνάμεων συναντά ένα εμπόδιο
στο ίδιο το κεφάλαιο.

Οι *Times* του Νοεμβρίου [21,] 1857 περιέχουν την πιο ελκυστική κραυγή
οργής από έναν φυτευτή των Δυτικών Ινδιών. Με μεγάλη ηθική αγανάκτηση αυτός
ο συνήγορος — υπό μορφή έκκλησης για την επανεισαγωγή της νέγρικης δουλείας — εξηγεί
πώς οι *Quashees* (οι ελεύθεροι μαύροι της Τζαμάικα) ικανοποιούνται με το να
παράγουν μόνο ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο για τη δική τους κατανάλωση και
πέρα από αυτή την «αξία χρήσης», θεωρούν την ίδια την τεμπελιά (απόλαυση και
αδράνεια) ως το πραγματικό είδος πολυτελείας· πώς δεν δίνουν δεκάρα για
τη ζάχαρη και το πάγιο κεφάλαιο που έχει επενδυθεί στις φυτείες, αλλά μάλλον
αντιδρούν με κακόβουλη ευχαρίστηση και σαρδόνια χαμόγελα όταν ένας φυτευτής
καταστρέφεται, και ακόμα εκμεταλλεύονται τον επίκτητο χριστιανισμό τους ως κάλυμμα γι' αυτή
τη σαρδόνια διάθεση και νωθρότητα.

Έχουν πάψει να είναι δούλοι, όχι για να γίνουν μισθωτοί εργάτες, αλλά
αυτοσυντηρούμενοι αγρότες, που εργάζονται για τη δική τους πενιχρή κατανάλωση.
Το κεφάλαιο ως κεφάλαιο δεν υπάρχει γι' αυτούς, γιατί ο πλούτος που έχει καταστεί ανεξάρτητος γενικά υπάρχει *μόνο* είτε μέσω της *άμεσης* εξαναγκασμένης
εργασίας, δουλείας ή μέσω της *διαμεσολαβούμενης* εξαναγκασμένης εργασίας, της *μισθωτής εργασίας*.
Ο πλούτος αντιμετωπίζει την άμεση εξαναγκασμένη εργασία όχι ως κεφάλαιο αλλά ως
*σχέση κυριαρχίας*. Με βάση την άμεση εξαναγκασμένη εργασία,
επομένως μόνο η σχέση κυριαρχίας αναπαράγεται για την οποία
ο ίδιος ο πλούτος έχει αξία μόνο ως ικανοποίηση, όχι ως πλούτος καθαυτός,
και η οποία [III-24] δεν μπορεί επομένως ποτέ να δημιουργήσει *γενική εργατικότητα*.
(Θα επανέλθουμε αργότερα σε αυτή τη σχέση μεταξύ δουλείας και μισθωτής εργασίας.)

Now, how is the worker's value determined? By the objectified labour
contained in his commodity. This commodity exists in his

249

vitality. In order to maintain it from day to day (we are not yet
dealing with the working class, i.e. not with compensation for wear and
tear by which it can maintain itself as a class, since here the worker
faces capital as /worker, /as the presupposed perennial subject in
antithesis to capital, not yet as a transient individual of the type
"worker") he must consume a certain quantity of provisions, replace the
consumed blood, etc. He receives only an equivalent. Hence tomorrow,
after the conclusion of the exchange—and it is only after he has
formally concluded the exchange that he carries it out in the process of
production—his labour capacity will exist in the same way as before; he
has received an exact equivalent, as the price he has received leaves
him in possession of the same exchange value as he had before. Capital
has paid him the quantity of objectified labour contained in his
vitality. He has consumed it, and since it did not exist as a thing but
as a capacity in a living being, he can renew the exchange in view of
the /specific /nature of his commodity—the specific nature of the life
process. Since we are not dealing here with /specially /skilled labour,
but with labour pure and simple, we are not yet concerned with the fact
that in addition to the labour time objectified in his vitality—i.e. to
the labour time necessary to pay for the products required for the
maintenance of his vitality—more labour is objectified in his immediate
being, namely the values he has consumed in order to produce a specific
/labour capacity, /a particular /skill, /the value of which is given by
the costs of production of a similar specific skill.

If a whole working day were required in order to keep a worker alive for
a working day, capital would not exist, because one working day would
exchange for its own product. As a result, capital could not valorise
itself as capital and thus could not preserve itself. The
self-preservation of capital is its self-valorisation. If capital had to
work in order to live, it would not preserve itself as capital but as
labour. The ownership of raw materials and the instruments of labour
would be purely /nominal; /[III-23] economically, they would belong just
as much to the worker as to the capitalist, since they would produce
/value /for the capitalist only in so far as he was himself a worker. He
would therefore not treat them as capital but as mere physical matter
and means of labour, just as the worker himself does in the process of
production.

If, on the contrary, e.g. only half a working day is needed to keep a
worker alive for a whole working day, a surplus value of the product is
the automatic result, because the capitalist has paid


*****

250

Outlines of the Critique of Political Economy

in the price [of labour] only half a working day and he has received a
whole working day objectified in the product; therefore has exchanged
/nothing /for the second half of the working day. It is not exchange but
a process in which he obtains without exchange /objectified labour time,
/i.e. /value, /which alone can make him into a capitalist. Half the
working day costs capital /nothing; /it therefore receives a value for
which it has given no equivalent. And the augmentation of values can
occur only because a value over and above the equivalent is obtained,
hence /created./

Speaking generally, surplus value is value over and above the
equivalent. The equivalent, by definition, is only the identity of value
with itself. Surplus value can never, therefore, spring from the
equivalent; nor, therefore, can it spring originally from circulation.
It must spring from the process of production of capital itself. The
matter can also be expressed thus: if the worker requires only half a
working day to live for a whole day, he needs to work only half a day to
eke out his existence as a worker. The second half of the working day is
forced labour; surplus labour.^98 What appears on the side of capital as
surplus value, appears on the worker's side precisely as surplus labour
over and above his requirements as worker, hence over and above his
immediate requirements to sustain his vitality.

The great historical aspect of capital is the /creation /of this
/surplus labour, /superfluous from the point of view of mere use value,
of mere subsistence, and its historical mission is fulfilled when, on
the one hand, needs are developed to the point where surplus labour
beyond what is necessary has itself become a general need and arises
from the individual needs themselves; and on the other, when, by the
strict discipline of capital to which successive generations have been
subjected, general industriousness has been developed as the universal
asset of the new generation; and, lastly, when the productive forces of
labour, constantly whipped on by capital in its unbounded lust for
enrichment, and in the conditions in which alone it can satisfy this
lust, have been developed to the stage where the possession and
preservation of general wealth requires from the whole of society only
comparatively little labour time on the one hand, and on the other
labouring society takes a scientific attitude towards the process of its
continuing reproduction, its reproduction in ever greater abundance; so
that labour in which man does what he can make things do for him has ceased.

Accordingly, capital and labour relate to each other here like money and
commodity: if the one is the general form of wealth,


*****

Chapter on Capital

251

the other is merely the substance seeking immediate consumption. As the
ceaseless striving for the general form of wealth, however, capital
forces labour beyond the limits of natural need and thus creates the
material elements for the development of the rich individuality, which
is as varied and comprehensive in its production as it is in its
consumption, and whose labour therefore no longer appears as labour but
as the full development of activity itself, in which natural necessity
has disappeared in its immediate form; because natural need has been
replaced by historically produced need. This is why /capital is
productive, /i.e. an /essential relationship for the development of the
productive forces of society. /It ceases to be such only where the
development of these productive forces themselves encounters a barrier
in capital itself.

/The Times /of November [21,] 1857 contains a most endearing scream of
rage from a West Indian planter.^a With great moral indignation this
advocate—by way of plea for the reintroduction of Negro slavery—explains
how the /Quashees /(the free blacks of Jamaica) content themselves to
produce only what is strictly necessary for their own consumption and
apart from this "use value", regard loafing itself (indulgence and
idleness) as the real luxury article; how they don't give a damn about
sugar and the fixed capital invested in the plantations, but rather
react with malicious pleasure and sardonic smiles when a planter goes to
ruin, and even exploit their acquired Christianity as a cover for this
sardonic mood and indolence.

They have ceased to be slaves, not in order to become wage workers, but
self-sustaining peasants, working for their own meagre consumption.
Capital as capital does not exist for them, because wealth made
independent in general exists /only /either through /direct /forced
labour, slavery, or through /mediated /forced labour, /wage labour.
/Wealth confronts direct forced labour not as capital but as
/relationship of domination. /On the basis of direct forced labour,
therefore, only the relationship of domination is reproduced, for which
wealth itself has value only as gratification, not as wealth as such,
and which [III-24] can therefore never create /general industriousness.
/(We shall come back later to this relationship between slavery and wage
labour.)

[Karl Marx, MECW, vol. 28, pp. 248-51]
 

[Α]ν δεν είναι κυριολεκτικά αληθές ότι η επιθυμία μου είναι αιτιωδώς υπεύθυνη για το άπλωμα του χεριού μου, και ο κνησμός μου είναι αιτιωδώς υπεύθυνος για το ξύσιμό μου, και η πεποίθησή μου είναι αιτιωδώς υπεύθυνη για το ότι λέω.... Αν τίποτε από αυτά δεν είναι κυριολεκτικά αληθές, τότε πρακτικά καθετί που πιστεύω για οτιδήποτε είναι ψευδές, και αυτό σημαίνει το τέλος του κόσμου.

> «[Α]ν δεν είναι κυριολεκτικά αληθές ότι η επιθυμία μου είναι αιτιωδώς υπεύθυνη για το άπλωμα του χεριού μου, και ο κνησμός μου είναι αιτιωδώς υπεύθυνος για το ξύσιμό μου, και η πεποίθησή μου είναι αιτιωδώς υπεύθυνη για το ότι λέω.... Αν τίποτε από αυτά δεν είναι κυριολεκτικά αληθές, τότε πρακτικά καθετί που πιστεύω για οτιδήποτε είναι ψευδές, και αυτό σημαίνει το τέλος του κόσμου.» (Fodor, 1989, σ. 77.)

> “[I]f it isn’t literally true that my wanting is causally responsible
for my reaching, and my itching is causally responsible for my
scratching, and my believing is causally responsible for my saying....
If none of that is literally true, then practically everything I believe
about anything is false and it’s the end of the world.” (Fodor, 1989, p. 77.)

Η αντιδημοκρατική πραγματικότητα του καπιταλισμού (Richard D. Wolff)

**Η αντιδημοκρατική πραγματικότητα του καπιταλισμού**

[The Undemocratic Reality of Capitalism | Richard D. Wolff](https://www.filmsforaction.org/articles/the-undemocratic-reality-of-capitalism/)

Η ιεραρχία του καπιταλισμού μέσα στους χώρους εργασίας αντιφάσκει με τα δημοκρατικά ιδεώδη. Στην πράξη, η οικονομική εξουσία υπονομεύει την πραγματική δημοκρατία και ελευθερία για τους περισσότερους ανθρώπους.

Από τον [Richard D. Wolff](https://www.filmsforaction.org/author/richard-d-dot--wolff/) / [observatory.wiki](https://observatory.wiki/The_Undemocratic_Reality_of_Capitalism)

Οι φίλοι του καπιταλισμού συνηθίζουν να λένε ότι είναι δημοκρατικός ή ότι υποστηρίζει τη δημοκρατία. Κάποιοι έχουν επεκτείνει καταχρηστικά τη χρήση της γλώσσας τόσο πολύ ώστε να ταυτίζουν κυριολεκτικά τον καπιταλισμό με τη δημοκρατία, χρησιμοποιώντας τους όρους εναλλακτικά. Όσο κι αν επαναλαμβάνεται αυτό, απλώς δεν είναι αληθές και ποτέ δεν ήταν. Πράγματι, είναι πολύ πιο ακριβές να πούμε ότι ο καπιταλισμός και η δημοκρατία είναι αντίθετα.

Για να δούμε γιατί, αρκεί να εξετάσουμε τον καπιταλισμό ως σύστημα παραγωγής στο οποίο οι εργαζόμενοι εισέρχονται σε μια σχέση με τους εργοδότες, όπου λίγοι είναι τα αφεντικά και οι περισσότεροι απλώς εργάζονται κάνοντας ό,τι τους λένε. Αυτή η σχέση δεν είναι δημοκρατική· είναι δεσποτική/αυταρχική.

Όταν περνάς το κατώφλι ενός χώρου εργασίας (π.χ. εργοστάσιο, γραφείο ή κατάστημα), αφήνεις πίσω όποια δημοκρατία μπορεί να υπάρχει έξω. Εισέρχεσαι σε έναν χώρο εργασίας από τον οποίο η δημοκρατία αποκλείεται. Παίρνουν οι εργαζόμενοι τις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους; Η απάντηση είναι ένα σαφές όχι. Όποιος διευθύνει την επιχείρηση στο καπιταλιστικό σύστημα (ιδιοκτήτης ή διοικητικό συμβούλιο) παίρνει όλες τις βασικές αποφάσεις: τι θα παραχθεί, ποια τεχνολογία θα χρησιμοποιηθεί, πού θα γίνει η παραγωγή και τι θα γίνει με τα κέρδη. Οι εργαζόμενοι αποκλείονται από αυτές τις αποφάσεις αλλά ζουν με τις συνέπειές τους.

Ο εργοδότης είναι ένας δεσπότης (autocrat) μέσα στην καπιταλιστική επιχείρηση, σαν βασιλιάς σε μοναρχία. Στους τελευταίους αιώνες, οι μοναρχίες ανατράπηκαν και αντικαταστάθηκαν από αντιπροσωπευτικές, εκλογικές «δημοκρατίες». Όμως οι βασιλιάδες δεν εξαφανίστηκαν· απλώς μετακινήθηκαν και άλλαξαν τίτλους, περνώντας από την πολιτική εξουσία στην οικονομική εξουσία μέσα στις επιχειρήσεις. Εκεί ονομάζονται αφεντικά, ιδιοκτήτες ή CEO, ασκώντας βασιλικές εξουσίες χωρίς λογοδοσία.

Η δημοκρατία έχει μείνει έξω από την καπιταλιστική επιχείρηση για αιώνες. Πολλοί άλλοι θεσμοί σε καπιταλιστικές κοινωνίες —όπως κυβερνητικές υπηρεσίες, πανεπιστήμια, θρησκείες και φιλανθρωπίες— είναι επίσης δεσποτικοί/αυταρχικοί και συχνά μιμούνται τη σχέση εργοδότη–εργαζόμενου, προσπαθώντας να «λειτουργήσουν επιχειρηματικά».

Η αντιδημοκρατική οργάνωση των καπιταλιστικών επιχειρήσεων μεταδίδει επίσης στους εργαζομένους το μήνυμα ότι η συμβολή τους δεν είναι πραγματικά ευπρόσδεκτη ούτε ζητείται από τα αφεντικά τους. Έτσι, οι εργαζόμενοι συχνά συμβιβάζονται με την ανίσχυρη θέση τους απέναντι στον CEO στον χώρο εργασίας τους. Αναμένουν επίσης το ίδιο στις σχέσεις τους με τους πολιτικούς ηγέτες, τους αντίστοιχους των CEO στο κράτος. Η αδυναμία τους να συμμετέχουν στη διοίκηση των χώρων εργασίας τους εκπαιδεύει τους πολίτες να θεωρούν δεδομένη και να αποδέχονται την ίδια κατάσταση και στη διοίκηση των τοπικών τους κοινοτήτων. Οι εργοδότες γίνονται ανώτατοι πολιτικοί αξιωματούχοι (και αντίστροφα), εν μέρει επειδή έχουν συνηθίσει να είναι «σε θέση εξουσίας». Τα πολιτικά κόμματα και οι κρατικές γραφειοκρατίες αντανακλούν τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, καθώς διοικούνται δεσποτικά/αυταρχικά ενώ ταυτόχρονα αυτοπαρουσιάζονται ως δημοκρατικές.

Οι περισσότεροι ενήλικες εργάζονται τουλάχιστον οκτώ ώρες για πέντε ή περισσότερες ημέρες την εβδομάδα σε καπιταλιστικούς χώρους εργασίας, υπό την εξουσία και την αρμοδιότητα του εργοδότη τους. Η αντιδημοκρατική πραγματικότητα του καπιταλιστικού χώρου εργασίας αφήνει πολύπλοκες και πολυεπίπεδες επιπτώσεις σε όλους όσοι συμμετέχουν σε αυτόν, είτε μερικώς είτε πλήρως. Το πρόβλημα του καπιταλισμού με τη δημοκρατία —δηλαδή ότι οι δύο αυτές έννοιες ουσιαστικά αντιφάσκουν— διαμορφώνει τη ζωή πολλών ανθρώπων. Ο Ίλον Μασκ, ο Τζεφ Μπέζος και η οικογένεια Γουόλτον (απόγονοι του ιδρυτή της Walmart), μαζί με μερικούς άλλους μεγάλους μετόχους, αποφασίζουν πώς θα δαπανηθούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια. Οι αποφάσεις μερικών εκατοντάδων δισεκατομμυριούχων οδηγούν στην ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, βιομηχανιών και επιχειρήσεων σε ορισμένες περιοχές και στην οικονομική παρακμή άλλων περιοχών. Τα δισεκατομμύρια άνθρωποι που επηρεάζονται από αυτές τις αποφάσεις δαπανών αποκλείονται από τη συμμετοχή στη λήψη τους. Αυτοί οι αμέτρητοι άνθρωποι στερούνται την οικονομική και κοινωνική δύναμη που κατέχει μια μικρή, μη εκλεγμένη, εξαιρετικά πλούσια μειονότητα. Αυτό είναι το αντίθετο της δημοκρατίας.

Οι εργοδότες ως τάξη, συχνά υπό την καθοδήγηση μεγάλων μετόχων και των CEO που αυτοί πλουτίζουν, χρησιμοποιούν επίσης τον πλούτο τους για να «αγοράζουν» (όπως προτιμούν να λένε «να δωρίζουν σε») πολιτικά κόμματα, υποψηφίους και προεκλογικές εκστρατείες. Οι πλούσιοι πάντα κατανοούσαν ότι η καθολική ή έστω ευρεία ψήφος ενέχει τον κίνδυνο μια μη πλούσια πλειοψηφία να ψηφίσει για την ανατροπή της κοινωνικής ανισότητας πλούτου. Έτσι, επιδιώκουν τον έλεγχο των υπαρχουσών μορφών δημοκρατίας, ώστε να διασφαλίσουν ότι δεν θα μετατραπούν σε πραγματική δημοκρατία, με την έννοια ότι η εργαζόμενη πλειοψηφία θα μπορεί να υπερψηφίσει τη μειοψηφία των εργοδοτών.

Τα τεράστια πλεονάσματα που ιδιοποιούνται οι εργοδότες της «μεγάλης επιχειρηματικότητας» —συνήθως οι εταιρείες— τους επιτρέπουν να ανταμείβουν πλουσιοπάροχα τα ανώτερα στελέχη τους. Αυτά τα στελέχη, που τεχνικά είναι επίσης «εργαζόμενοι», χρησιμοποιούν τον εταιρικό πλούτο και την ισχύ για να επηρεάζουν την πολιτική. Στόχος τους είναι να αναπαράγουν το καπιταλιστικό σύστημα και, κατά συνέπεια, τα προνόμια και τις ανταμοιβές που αυτό τους προσφέρει. Οι καπιταλιστές και τα ανώτατα στελέχη τους καθιστούν το πολιτικό σύστημα περισσότερο εξαρτημένο από τα χρήματά τους παρά από τις ψήφους των πολιτών.

Πώς κάνει ο καπιταλισμός τα μεγάλα πολιτικά κόμματα και τους υποψηφίους εξαρτημένους από δωρεές εργοδοτών και πλουσίων; Οι πολιτικοί χρειάζονται τεράστια χρηματικά ποσά για να κερδίσουν, κυριαρχώντας στα μέσα ενημέρωσης στο πλαίσιο δαπανηρών εκστρατειών. Βρίσκουν πρόθυμους χρηματοδότες υποστηρίζοντας πολιτικές που ωφελούν είτε τον καπιταλισμό συνολικά είτε συγκεκριμένες βιομηχανίες, περιοχές και επιχειρήσεις. Μερικές φορές, οι χρηματοδότες βρίσκουν τους πολιτικούς. Οι εργοδότες προσλαμβάνουν λομπίστες —άτομα που εργάζονται πλήρους απασχόλησης, όλο τον χρόνο, για να επηρεάζουν τους εκλεγμένους υποψηφίους. Χρηματοδοτούν επίσης «δεξαμενές σκέψης» που παράγουν και διαχέουν εκθέσεις για κάθε τρέχον κοινωνικό ζήτημα, με σκοπό τη διαμόρφωση γενικής υποστήριξης προς ό,τι επιθυμούν οι χρηματοδότες. Με αυτούς και άλλους τρόπους, οι εργοδότες και όσοι πλουτίζουν από αυτούς διαμορφώνουν το πολιτικό σύστημα προς όφελός τους.

Οι περισσότεροι εργαζόμενοι δεν διαθέτουν αντίστοιχο πλούτο ή ισχύ. Για να ασκήσουν πραγματική πολιτική δύναμη απαιτείται μαζική οργάνωση, ενεργοποίηση και κινητοποίηση, ώστε ο αριθμός τους να μετατραπεί σε πραγματική ισχύ. Αυτό συμβαίνει σπάνια και με μεγάλη δυσκολία. Επιπλέον, στις ΗΠΑ, το πολιτικό σύστημα έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες ώστε να περιορίζεται σε δύο μεγάλα κόμματα. Και τα δύο υποστηρίζουν ανοιχτά και υπερήφανα τον καπιταλισμό. Συνεργάζονται ώστε να καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την ανάδυση τρίτου κόμματος και ακόμη δυσκολότερη την εμφάνιση οποιουδήποτε αντικαπιταλιστικού πολιτικού κόμματος. Οι ΗΠΑ επαναλαμβάνουν συνεχώς τη δέσμευσή τους στη μέγιστη ελευθερία επιλογών, αλλά αποκλείουν τα πολιτικά κόμματα από αυτή τη δέσμευση.

Η δημοκρατία αφορά το «ένα άτομο, μία ψήφος» — την ιδέα ότι όλοι έχουμε ίσο λόγο στις αποφάσεις που μας επηρεάζουν. Αυτό δεν ισχύει σήμερα. Το να μπαίνεις σε ένα παραβάν και να επιλέγεις έναν υποψήφιο μία ή δύο φορές τον χρόνο είναι ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο επιρροής από εκείνο της οικογένειας Ροκφέλερ ή του Τζορτζ Σόρος. Όταν θέλουν να επηρεάσουν τους ανθρώπους, χρησιμοποιούν τα χρήματά τους. Αυτό δεν είναι δημοκρατία.

Στον καπιταλισμό, η δημοκρατία είναι ανεπιθύμητη επειδή απειλεί τον άνισα κατανεμημένο πλούτο της μειοψηφίας με μια ψήφο της πλειοψηφίας. Με ή χωρίς τυπικούς δημοκρατικούς θεσμούς (όπως εκλογές με καθολική ψήφο), ο καπιταλισμός υπονομεύει την ουσιαστική δημοκρατία, επειδή οι εργοδότες ελέγχουν την παραγωγή, την υπεραξία και τη διανομή της. Για τους ηγέτες του καπιταλισμού, η δημοκρατία είναι αυτό που λένε, όχι αυτό που κάνουν.

---

Ο Richard D. Wolff είναι ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο University of Massachusetts Amherst και επισκέπτης καθηγητής στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Διεθνών Υποθέσεων του The New School, στη Νέα Υόρκη.

[Richard D Wolff – Κατανοώντας τον Καπιταλισμό | social and political theory](https://volontegenerale.wordpress.com/richard-d-wolff-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%b9%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c/)
----

The Undemocratic Reality of Capitalism

[The Undemocratic Reality of Capitalism | Richard D. Wolff](https://www.filmsforaction.org/articles/the-undemocratic-reality-of-capitalism/)

Jul 2, 2026 6 min read

Capitalism’s hierarchy within workplaces contradicts democratic ideals.
In practice, economic power undermines real democracy and freedom for
most people.

By Richard D. Wolff <https://www.filmsforaction.org/author/richard-d-dot--wolff/> / observatory.wiki <https://observatory.wiki/The_Undemocratic_Reality_of_Capitalism>

Fans of capitalism like to say it is democratic or that it supports
democracy. Some have stretched language so far as to literally equate
capitalism with democracy, using the terms interchangeably. No matter
how many times that is repeated, it is simply not true and never was.
Indeed, it is much more accurate to say that capitalism and democracy
are opposites. To see why, you have only to look at capitalism as a
production system where employees enter into a relationship with
employers, where a few people are the boss, and most people simply work
doing what they are told to do. That relationship is not democratic; it
is autocratic.

When you cross the threshold into a workplace (e.g., a factory, an
office, or a store), you leave whatever democracy might exist outside.
You enter a workplace from which democracy is excluded. Are the majority
—the employees—making the decisions that affect their lives? The answer
is an unambiguous no. Whoever runs the enterprise in a capitalist system
(owner[s] or a board of directors) makes all the key decisions: what the
enterprise produces, what technology it uses, where production takes
place, and what to do with enterprise profits. The employees are
excluded from making those decisions but must live with the
consequences, which affect them deeply. The employees must either accept
the effects of their employers’ decisions or quit their jobs to work
somewhere else (most likely organized in the same undemocratic way).

The employer is an autocrat within a capitalist enterprise, like a king
in a monarchy. Over the past few centuries, monarchies were largely
“overthrown” and replaced by representative, electoral “democracies.”
But kings remained. They merely changed their location and their titles.
They moved from political positions in government to economic positions
inside capitalist enterprises. Instead of kings, they are called bosses
or owners or CEOs. There they sit, atop the capitalist enterprise,
exercising many king-like powers, unaccountable to those over whom they
reign.

Democracy has been kept out of capitalist enterprise for centuries. Many
other institutions in societies where capitalist enterprises prevail—
government agencies, universities and colleges, religions, and charities
—are equally autocratic. Their internal relationships often copy or
mirror the employer/employee relationship inside capitalist enterprises.
Those institutions try thereby to “function in a businesslike manner.”

The anti-democratic organization of capitalist firms also conveys to
employees that their input is not genuinely welcomed or sought by their
bosses. Employees thus mostly resign themselves to their powerless
position relative to the CEO at their workplace. They also expect the
same in their relationships with political leaders, the CEOs’
counterparts in government. Their inability to participate in running
their workplaces trains citizens to presume and accept the same in
relation to running their residential communities. Employers become top
political officials (and vice versa) in part because they are used to
being /“/in charge.” Political parties and government bureaucracies
mirror capitalist enterprises by being run autocratically while
constantly describing themselves as democratic.

Most adults experience working at least eight hours for five or more
days per week in capitalist workplaces, under the power and authority of
their employer. The undemocratic reality of the capitalist workplace
leaves its complex, multilayered impacts on all who collaborate there,
part time and full time. Capitalism’s problem with democracy—/that/ the
two basically contradict one another—shapes many people’s lives. Elon
Musk, Jeff Bezos, and the Walton family (descendants of Walmart’s
founder), along with a handful of other major shareholders, decide how
to spend hundreds of billions. The decisions of a few hundred
billionaires bring economic development, industries, and enterprises to
some regions and lead to the economic decline of other regions. The many
billions of people affected by those spending decisions are excluded
from participating in making them. Those countless people lack the
economic and social power wielded by a tiny, unelected, obscenely
wealthy minority of people. That is the opposite of democracy.

Employers as a class, often led by major shareholders and the CEOs they
enrich, also use their wealth to buy (they would prefer to say “donate”
to) political parties, candidates, and campaigns. The rich have always
understood that universal or even widespread suffrage risks a nonwealthy
majority voting to undo society’s wealth inequality. So, the rich seek
control of existing /forms/ of democracy to make sure they do not become
a real democracy in the sense of enabling the employee majority to
outvote the employer minority.

The enormous surpluses appropriated by “big business” employers—usually
corporations—allow them to reward their upper-level executives lavishly.
These executives, technically also “employees,” use corporate wealth and
power to influence politics. Their goals are to reproduce the capitalist
system and thus the favors and rewards it gives them. Capitalists and
their top employees make the political system depend on their money more
than it depends on the people’s votes.

How does capitalism make the major political parties and candidates
dependent on donations from employers and the rich? Politicians need
vast sums of money to win by dominating the media as part of costly
campaigns. They find willing donors by supporting policies that benefit
capitalism as a whole, or else particular industries, regions, and
enterprises. Sometimes, the donors find the politicians. Employers hire
lobbyists—people who work full time, all year round, to influence the
candidates that get elected. Employers fund “think tanks” to produce and
spread reports on every current social issue. The purpose of those
reports is to build general support for what the funders want. In these
and other ways, employers and those they enrich shape the political
system to work for them.

Most employees have no comparable wealth or power. To exert real
political power requires massive organization to activate, combine, and
mobilize employees so their numbers can add up to real strength. That
happens rarely and with great difficulty. Moreover, in the U.S., the
political system has been shaped over the decades to leave only two
major parties. /Both of them/ loudly and /proudly/ endorse and support /
capitalism/. They collaborate to make it very difficult for any third
party to gain a foothold, and for /any/ anti-capitalist political party
to emerge. The U.S. endlessly repeats its commitment to maximum freedom
of choice for its citizens, but it excludes political parties from that
commitment.

Democracy is about “one person, one vote”—the notion that we all have an
equal say in the decisions that affect us. That is not what we have now.
Going into a voting booth once or twice a year and picking a candidate
is a very different level of influence than that of the Rockefeller
family or George Soros. When they want to influence people, they use
their money. That’s not democracy.

In capitalism, democracy is unacceptable because it threatens the
unequally distributed wealth of the minority with a majority vote. With
or without formal institutions of democracy (such as elections with
universal suffrage), capitalism undermines genuine democracy because
employers control production, surplus value, and that surplus value’s
distributions. For capitalism’s leaders, democracy is what they say, not
what they do.

/This adapted excerpt from Richard D. Wolff’s book/ _Understanding
Capitalism_ <https://www.democracyatwork.info/books> /(Democracy at
Work, 2024) was produced by //_Economy for All_/ <https://independentmediainstitute.org/economy-for-all/>/, a project of the
Independent Media Institute./

/“//The Undemocratic Reality of Capitalism/ <https://observatory.wiki/The_Undemocratic_Reality_of_Capitalism>/” by //Richard D. Wolff/
<https://www.filmsforaction.org/Richard_D._Wolff>/is licensed by //the
Observatory/ <https://observatory.wiki/>/under a //Creative Commons
Attribution-NonCommercial-ShareAlike 4.0 International License (CC BY-
NC-SA 4.0)/ <https://creativecommons.org/licenses/by-nc-sa/4.0/>/./

------------------------------------------------------------------------
Richard D. Wolff <https://www.filmsforaction.org/Richard_D._Wolff> is
professor of economics emeritus at the University of Massachusetts,
Amherst, and a visiting professor in the Graduate Program in
International Affairs of the New School University, in New York.
Economics <https://www.filmsforaction.org/library?quality=best&topic=1590> Politics <https://www.filmsforaction.org/library?quality=best&topic=1587>
*SUPPORT OUR WORK*
We have no big donors and we don't run on ads. Help us by committing $5
a month. Subscribe here. <https://www.filmsforaction.org/about/subscribe?utm_campaign=filmsforaction-inline-message>
More by Richard D. Wolff
<https://www.filmsforaction.org/articles/economic-crisis-and-globalization-richard-d-wolff-lecture-1-youtube/>
Economic Crisis and Globalization - Richard D. Wolff Lecture 1 - Youtube
<https://www.filmsforaction.org/articles/economic-crisis-and-globalization-richard-d-wolff-lecture-1-youtube/>


Ιστορικός Υλισμός

Ιστορικός Υλισμός

> Η συγκεκριμένη οικονομική μορφή με την οποία η απλήρωτη υπερεργασία αντλείται από τους άμεσους παραγωγούς καθορίζει τη σχέση των κυρίαρχων και των κυριαρχούμενων, καθώς αυτή αναπτύσσεται από την ίδια την παραγωγή και, με τη σειρά της, την επηρεάζει ως καθοριστικό στοιχείο. Πάνω σε αυτό θεμελιώνεται ολόκληρη η συγκρότηση της οικονομικής κοινότητας που αναδύεται από τις ίδιες τις παραγωγικές σχέσεις και, ταυτόχρονα, η ιδιαίτερη πολιτική της μορφή. Πάντα η άμεση σχέση των ιδιοκτητών των όρων παραγωγής προς τους άμεσους παραγωγούς —μια σχέση που αντιστοιχεί πάντοτε φυσικά σε ένα ορισμένο στάδιο ανάπτυξης των μεθόδων εργασίας και της κοινωνικής τους παραγωγικότητας— αποκαλύπτει το εσώτερο μυστικό, την κρυφή βάση ολόκληρης της κοινωνικής δομής, και μαζί της την πολιτική μορφή της σχέσης κυριαρχίας και εξάρτησης, εν συντομία τη συγκεκριμένη μορφή του κράτους. Αυτό δεν εμποδίζει την ίδια οικονομική βάση —ίδια από την άποψη των κύριων όρων της— λόγω αναρίθμητων εμπειρικών συνθηκών, φυσικού περιβάλλοντος, φυλετικών σχέσεων, εξωτερικών ιστορικών επιδράσεων κ.λπ., να εμφανίζει άπειρες παραλλαγές και βαθμίδες στην επιφάνεια, οι οποίες μπορούν να προσδιοριστούν μόνο μέσω ανάλυσης των εμπειρικά δεδομένων συνθηκών. (Marx, 1971a: 791–92)

Παραθέτω αυτό το απόσπασμα εκτενώς επειδή αποτελεί μία από τις πιο σαφείς γενικές ενδείξεις του περιεχομένου της θεωρίας της ιστορίας του Μαρξ, δηλαδή της επιστήμης του ιστορικού υλισμού.^20 Συμπληρώνει και τροποποιεί το περίγραμμα που δίνεται στο γνωστό Πρόλογο του 1859, όπου ο Μαρξ έγραφε λιγότερο συγκεκριμένα για τις «σχέσεις παραγωγής [που συγκροτούν] την οικονομική δομή της κοινωνίας, την πραγματική βάση πάνω στην οποία υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα, και προς την οποία αντιστοιχούν ορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης». (Marx, 1972: 20) Η κάπως ανοιχτή έννοια των «σχέσεων παραγωγής» στον Πρόλογο προσδιορίζεται έτσι στο *Κεφάλαιο* ώστε να συνίσταται, τουλάχιστον εν μέρει, στη «συγκεκριμένη οικονομική μορφή με την οποία η απλήρωτη υπερεργασία αντλείται από τους άμεσους παραγωγούς».

Ο Μαρξ προσδιόρισε περαιτέρω το περιεχόμενο της έννοιας «σχέσεις παραγωγής»:

> Όποια κι αν είναι η κοινωνική μορφή της παραγωγής, ο εργάτης και τα μέσα παραγωγής παραμένουν πάντοτε οι δύο της παράγοντες. Αλλά σε κατάσταση χωρισμού μεταξύ τους, καθένας από αυτούς τους παράγοντες μπορεί να είναι τέτοιος μόνο δυνάμει. Για να πραγματοποιηθεί η παραγωγή πρέπει να ενωθούν. Ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται αυτή η ένωση διακρίνει τις διαφορετικές οικονομικές εποχές της κοινωνικής δομής μεταξύ τους. (Marx, 1967: 36)

Το απόσπασμα αυτό εμφανίζεται στο πλαίσιο μιας συζήτησης για τις προϋποθέσεις γενίκευσης της εμπορευματικής παραγωγής. Ο Μαρξ συνδέει έτσι αυτή τη γενίκευση (ένα φαινόμενο της αγοράς ή της κυκλοφορίας) με μια συγκεκριμένη αλλαγή στις σχέσεις παραγωγής, δηλαδή την πλήρη μετατροπή της εργατικής δύναμης σε εμπόρευμα και συνεπώς την εισαγωγή μιας νέας κατηγορίας, της αξίας της εργατικής δύναμης. (Για αναλυτική συζήτηση βλ. Althusser και Balibar, 1970)

> The specific economic form, in which unpaid surplus-labor is pumped
out of direct producers, determines the relationship of rulers and
ruled, as it grows out of production itself and, in turn, reacts
upon it as a determining element. Upon this, however, is founded the
entire formation of the economic community which grows up out of the
production relations themselves, thereby simultaneously its specific
political form. It is always the direct relationship of the owners
of the conditions of production to the direct producers—a relation
always naturally corresponding to a definite stage in the
development of the methods of labor and thereby its social
productivity—which reveals the innermost secret, the hidden basis of
the entire social structure, and with it the political form of the
relation of sovereignty and dependence, in short, the corresponding
specific form of the state. This does not prevent the same economic
basis—the same from the standpoint of its main conditions—due to
innumerable empirical circumstances, natural environment, racial
relations, external historical influences, etc., from showing
infinite variations and gradations in appearance, which can be
ascertained only by analysis of the empirically given circumstances.
(Marx, 1971a: 791–92)

I have cited this passage at length because it is one of the clearest
general indications of the content of Marx’s theory of history, that is,
the science of historical materialism.^20 <#ch3-fnref20> It fills out
and modifies the sketch given in the well-known 1859 Preface in which
Marx wrote less specifically of the ‘relations of production
[constituting] the economic structure of society, the real foundation,
on which arises a legal and political super-structure and to which
correspond definite forms of social consciousness.’ (Marx, 1972: 20) The
somewhat open notion of ‘relations of production’ in the Preface is thus
specified in /Capital/ to consist, at least in part, of the ‘specific
economic form in which unpaid surplus-labor is pumped out of direct
producers.’

Marx specified the content of the concept of ‘relations of production’
further:

> Whatever the social form of production, laborer and means of
production always remain factors of it. But in a state of separation
[62]
from each other either of these factors can be such only
potentially. For production to go on at all they must unite. The
specific manner in which this union is accomplished distinguishes
the different economic epochs of the structure of society from one
another. (Marx, 1967: 36)

This passage appears in the context of a discussion of the conditions
for the generalization of commodity production. Marx thus linked this
generalization (a market or circulation phenomenon) to a particular
change in the relationships of production, namely the complete
transformation of labor power into a commodity and hence the
introduction of a new category, the /value/ of labor power. (For a
detailed discussion of this point see Althusser and Balibar, 1970)
[Ira Gerstein - Production, circulation and value: the significance of the ‘transformation problem’ in Marx’s Critique of Political Economy in Ben Fine - The Value Dimension Marx versus Ricardo and Sraffa, 61-62]

*****

Vidal-Smith-Rotta-Prew-2019-The Oxford Handbook of Karl Marx

Chapter 17 Martha E. Gimenez - Capitalist Social Reproduction: The Contradiction between Production and Social Reproduction under Capitalism

**1. Η αναπαραγωγή ως προϋπόθεση του ιστορικού υλισμού**

Στη διαδικασία εντοπισμού των προϋποθέσεων του ιστορικού υλισμού, ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξετάζουν τη σχέση μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής στο υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης. Πρώτον, για να «κάνουν ιστορία» οι άνθρωποι πρέπει να είναι σε θέση να ικανοποιούν τις βασικές τους ανάγκες ώστε να διατηρούν τη ζωή, εμπλεκόμενοι έτσι στην παραγωγή της υλικής τους ζωής. Δεύτερον, καθώς οι ανάγκες ικανοποιούνται, νέες ανάγκες αναδύονται σε μια διαρκή, αδιάκοπη διαδικασία μεταβολής. Τρίτον, καθώς οι άνθρωποι παράγουν τις υλικές συνθήκες της ύπαρξής τους, αναπαράγουν ταυτόχρονα και τους ίδιους τους εαυτούς τους. Αυτά δεν είναι διαφορετικά στάδια, αλλά όψεις ή στιγμές μιας ενιαίας, ολοκληρωμένης διαδικασίας που υπόκειται όλης της ανθρώπινης ιστορίας:

> Η παραγωγή της ζωής, της ίδιας ζωής μέσα στην εργασία και της άλλης μέσα στην αναπαραγωγή, εμφανίζεται τώρα ως διπλή σχέση: από τη μία πλευρά ως φυσική σχέση, από την άλλη ως κοινωνική. Η τελευταία είναι κοινωνική με την έννοια ότι τα άτομα συνεργάζονται… συνεπώς, ένας ορισμένος τρόπος παραγωγής ή βιομηχανικό στάδιο συνδυάζεται πάντοτε με έναν ορισμένο τρόπο συνεργασίας ή κοινωνικό στάδιο, και αυτός ο τρόπος συνεργασίας είναι ο ίδιος μια «παραγωγική δύναμη».
> (Marx and Engels [1932] 1994:115–116)

Αυτές είναι ιστορικοϋλιστικές προϋποθέσεις. Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς, η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι προϊόν της «ανθρώπινης φύσης» (π.χ. απληστία, τάση για ανταλλαγή, εγωισμός, δίψα για εξουσία κ.λπ.),^3 αλλά αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων που είναι αναγκαίες για την παραγωγή και την αναπαραγωγή της υλικής ζωής. «Οι άνθρωποι έχουν ιστορία επειδή πρέπει να παράγουν τη ζωή τους» (Marx and Engels [1932] 1994:117, έμφαση στο πρωτότυπο), και καθώς παράγουν την υλική και κοινωνική τους ζωή, παράγουν επίσης τη γλώσσα τους, τη συνείδησή τους και ιστορικά προσδιορισμένα χαρακτηριστικά.

^3 Ο Μαρξ ασκεί κριτική στις θεωρίες κοινωνικού συμβολαίου (οι οποίες προϋποθέτουν την ύπαρξη ατόμων ήδη διαμορφωμένων με συγκεκριμένα γνωρίσματα, αξίες και τάσεις), καθώς και στην τάση των πολιτικών οικονομολόγων να αναζητούν στο παρελθόν την προέλευση των χαρακτηριστικών του ατόμου του 18ου αιώνα. «Μόνο στον 18ο αιώνα, στην αστική κοινωνία, οι διάφορες μορφές του κοινωνικού ιστού αντιπαρατίθενται στο άτομο ως απλά μέσα για τους ιδιωτικούς του σκοπούς… Αλλά η εποχή που παράγει αυτή την οπτική, δηλαδή του μοναχικού ατόμου, είναι ακριβώς η εποχή των (έως τότε) πιο ανεπτυγμένων κοινωνικών σχέσεων» (Marx [1859] 1970:188–189).

---

Γράφοντας σχεδόν σαράντα χρόνια αργότερα, ο Ένγκελς ([1884] 1972) συνοψίζει τις προϋποθέσεις του ιστορικού υλισμού ως εξής:

> Σύμφωνα με τη υλιστική αντίληψη, ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία είναι, σε τελική ανάλυση, η παραγωγή και αναπαραγωγή της άμεσης ζωής. Αυτό έχει δύο όψεις: από τη μία πλευρά, την παραγωγή των μέσων ύπαρξης, της τροφής, της ένδυσης και της στέγης, καθώς και των εργαλείων που είναι απαραίτητα για αυτή την παραγωγή· από την άλλη, την παραγωγή των ίδιων των ανθρώπων, την αναπαραγωγή του είδους. Η κοινωνική οργάνωση μέσα στην οποία ζουν οι άνθρωποι μιας συγκεκριμένης ιστορικής εποχής και μιας συγκεκριμένης χώρας καθορίζεται και από τα δύο είδη παραγωγής: από το επίπεδο ανάπτυξης της εργασίας αφενός και της οικογένειας αφετέρου. (71–72)

Σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης, οι κατηγορίες και οι διαδικασίες (π.χ. η διττή φύση της παραγωγής, η συγγένεια, η συνείδηση, η γλώσσα, η εργασία, η οικογένεια, η αναπαραγωγή, η πληθυσμιακή αύξηση) που εντοπίζουν ο Μαρξ και ο Ένγκελς είναι κοινές σε όλες τις κοινωνικές εποχές· είναι «αισθητές αφαιρέσεις», με την έννοια ότι είναι χρήσιμες για την αναγνώριση συστατικών στοιχείων ιστορικά συγκεκριμένων κοινωνικών σχηματισμών. Θεωρητικά και μεθοδολογικά είναι σημαντικό να διακρίνουμε ανάμεσα σε κατηγορίες κοινές σε όλες τις κοινωνίες (π.χ. εργατική δύναμη, εργασιακή διαδικασία) και σε εκείνες που προσδιορίζουν πιο πρόσφατα ιστορικά φαινόμενα (π.χ. κεφάλαιο, εμπορεύματα).^4 Επιπλέον, ενώ οι αρχαίες και οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν κοινές κατηγορίες (π.χ. παραγωγή, αναπαραγωγή), «ακριβώς η απόκλισή τους από αυτά τα γενικά και κοινά χαρακτηριστικά συνιστά την ανάπτυξή τους» (Marx [1859] 1970:190).

^4 «Η διαδικασία της εργασίας […] είναι ανθρώπινη δράση με σκοπό την παραγωγή αξιών χρήσης […] είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της ανταλλαγής ύλης μεταξύ ανθρώπου και Φύσης· είναι η αιώνια, φυσικά επιβεβλημένη συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης και, συνεπώς, ανεξάρτητη από κάθε κοινωνική φάση αυτής της ύπαρξης, ή μάλλον κοινή σε κάθε τέτοια φάση» (Marx [1867] 1970:183–184).

---

Ο Μαρξ δεν ανέπτυξε μια πλήρως ολοκληρωμένη θεωρία της κοινωνικής αναπαραγωγής του καπιταλισμού. Στον τόμο Ι του *Κεφαλαίου* ([1867] 1970), ωστόσο, παρέχει παρατηρήσεις και θεωρητικές ενοράσεις χρήσιμες για τη θεωρητικοποίηση ορισμένων καθοριστικών παραγόντων της καπιταλιστικής αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, του πληθυσμού και των κοινωνικών τάξεων σήμερα.

1\. Reproduction as a Premise of Historical Materialism

In the process of identifying the premises of historical materialism,
Marx and Engels examine the relationship between production and
reproduction at the highest level of abstraction. First, in order to
“make history” people must be able to satisfy their basic needs to
sustain life, thus engaging in the production of their material life.
Second, as needs are satisfed, new needs emerge in an ever- continuous
process of change. Third, as people produce their material conditions of
existence, they also reproduce themselves. These are not different stages
but aspects or moments of one integrated process that underlays all
human history:

> The production of life, of one’s own life in labor and of another in
procreation, now appears as a double relationship: on the one hand as a
natural relationship, on the other as a social one. The latter is social
in the sense that individuals cooperate . . . consequently, a certain
mode of production or industrial stage is always combined with a certain
mode of cooperation or social stage, and this mode of cooperation is
itself a ‘productive force.’

(Marx and Engels [1932] 1994:115–116)

These are /historical materialist /premises. For Marx and Engels, human
history is not the product of “human nature” (e.g., greed, the
propensity to trade, selfishness, thirst for power, etc.)^3 but is the
effect of the activities necessary for the production and
{323} reproduction of material life. “[M]en have history because they must /
produce /their life” (Marx and Engels [1932] 1994:117, emphasis in
original), and as they produce their material and social life, they
produce their language, consciousness, and historically specific traits.

^3 Marx is critical of social contract theories of society (which
presuppose the existence of individuals already characterized by specific
traits, values, and tendencies) and of political economists’ tendency to
find in the past the origin of eighteenth- century individuals’ traits.
“It is not until the eighteenth century that in bourgeois society the
various forms of the social texture confront the individual as merely means
towards his private ends . . . But the epoch that produces this
standpoint, namely that of the solitary individual, is precisely the
epoch of the (as yet) most highly developed social . . .
relations” (Marx [1859] 1970:188–189).

---

Writing almost forty years later, Engels ([1884] 1972) summed up the
premises of historical materialism as follows:

> According to the materialistic conception, the determining factor in
history is, in the final instance, the production and reproduction of
immediate life. This, again, is of a twofold character: on the one side,
the production of the means of existence, of food, clothing and shelter
and the tools necessary for that production; on the other side, the
production of the human beings themselves, the propagation of the
species. The social organization under which the people of a particular
historical epoch and a particular country live is determined by both
kinds of production: by the stage of development of labor on the one
hand and of the family on the other. (71–72)

At this level of analysis, the categories and processes (e.g., the
twofold nature of production, kinship, consciousness, language, labor,
family, procreation, population growth) Marx and Engels identified are
common to all social epochs; they are “sensible abstractions,” in the
sense that they are useful to identify constituent elements of
historically specific social formations. Theoretically and
methodologically it is important to differentiate between categories
common to all societies (e.g., labor power, the labor process) and those
that identify more recent historical phenomena (e.g., capital,
commodities).^4 Furthermore, while ancient and modern societies have
categories in common (e.g., production, reproduction), “it is precisely
their divergence from those general and common features which
constitutes their development” (Marx [1859] 1970:190).

^4 “The labor process . . . is human action with a view to the production
of use values . . . it is the necessary condition for effecting exchange
of matter between man and Nature; it is the everlasting Nature imposed
condition of human existence, and therefore is independent of every
social phase of that existence, or rather, is common to every such
phase” (Marx [1867] 1970:183– 184).

---

Marx did not develop a full- fledged theory of the social reproduction of
capitalism. In /Capital /Volume I ([1867] 1970), however, he offered
observations and theoretical insights useful for theorizing some
determinants of the capitalist reproduction of labor power, population,
and social classes today.

[Gimenez 2019: 323]
[Vidal-Smith-Rotta-Prew-2019-The Oxford Handbook of Karl Marx]
*****

Ο ιστορικός υλισμός παρέχει έτσι ένα μέτρο της ανθρώπινης προόδου: την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, μετρήσιμη μέσω της αύξησης της μέσης παραγωγικότητας της εργασίας, καθώς και του αριθμού, της μακροβιότητας και της δεξιότητας του ανθρώπινου είδους. Αυτό το μέτρο σε καμία περίπτωση δεν αφαιρεί από τις φυσικές προϋποθέσεις για την ανθρώπινη επιβίωση και την ανθρώπινη ανάπτυξη (με την ευρύτερη έννοια του όρου). Ούτε αφαιρεί από τον εξαρτημένο και μερικό χαρακτήρα αυτής της προόδου, ως προς την κοινωνική οργάνωση και την ατομική αλλοτρίωση.

Σε τελική ανάλυση, η διαίρεση της κοινωνίας σε ανταγωνιστικές κοινωνικές τάξεις αντανακλά, από τη σκοπιά του ιστορικού υλισμού, έναν αναπόφευκτο περιορισμό της ανθρώπινης ελευθερίας. Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς, το πραγματικό μέτρο της ανθρώπινης ελευθερίας, δηλαδή του ανθρώπινου πλούτου, δεν είναι η «παραγωγική εργασία»· αυτή απλώς δημιουργεί τις υλικές προϋποθέσεις για αυτή την ελευθερία. Το πραγματικό μέτρο είναι ο ελεύθερος χρόνος, όχι με την έννοια του «χρόνου για το τίποτα», αλλά με την έννοια του χρόνου που έχει απαλλαγεί από την σιδηρά αναγκαιότητα της παραγωγής και αναπαραγωγής των υλικών μέσων διαβίωσης, και συνεπώς είναι διαθέσιμος για την ολόπλευρη και ελεύθερη ανάπτυξη των ατομικών ταλέντων, επιθυμιών, ικανοτήτων και δυνατοτήτων κάθε ανθρώπινου όντος.

Όσο η κοινωνία είναι υπερβολικά φτωχή, όσο τα αγαθά και οι υπηρεσίες που ικανοποιούν βασικές ανάγκες είναι υπερβολικά σπάνια, μόνο ένα μέρος της κοινωνίας μπορεί να απαλλαγεί από την ανάγκη να αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην «εργασία για τα προς το ζην» (δηλαδή στην αναγκαστική εργασία, με την ανθρωπολογική/κοινωνιολογική έννοια του όρου, δηλαδή σε σχέση με επιθυμίες, προσδοκίες και ταλέντα, όχι με νομικό καθεστώς δουλείας). Αυτό ουσιαστικά συνιστά την ελευθερία των κυρίαρχων τάξεων και των παρασίτων τους, που «πληρώνονται για να σκέφτονται», να δημιουργούν, να εφευρίσκουν, να διοικούν, επειδή έχουν απαλλαγεί από την υποχρέωση να ψήνουν το δικό τους ψωμί, να υφαίνουν τα δικά τους ρούχα και να χτίζουν τα δικά τους σπίτια.

Μόλις οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτυχθούν αρκετά ώστε να εγγυηθούν σε όλα τα ανθρώπινα όντα {8} την ικανοποίηση των βασικών τους αναγκών μέσω της «παραγωγικής εργασίας» περιορισμένης σε ένα μικρό μέρος του χρόνου ζωής (μισή εργάσιμη ημέρα ή λιγότερο), τότε η υλική ανάγκη για τη διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις εξαφανίζεται. Τότε δεν υπάρχει πλέον αντικειμενική βάση για να μονοπωλεί ένα μέρος της κοινωνίας τη διοίκηση, την πρόσβαση στην πληροφορία, τη γνώση και την πνευματική εργασία. Για αυτόν τον λόγο, ο ιστορικός υλισμός εξηγεί τόσο τους λόγους για τους οποίους οι ταξικές κοινωνίες και οι ταξικοί αγώνες προέκυψαν στην ιστορία, όσο και γιατί θα εξαφανιστούν στο μέλλον σε μια αταξική κοινωνία δημοκρατικά αυτοδιοικούμενων συνεταιρισμένων παραγωγών.

Historical materialism thereby provides a measuring stick for human
progress: the growth of the productive forces, measurable through the
growth of the average productivity of labour, and the number, longevity
and skill of the human species. This measuring stick in no way abstracts
from the /natural /preconditions for human survival and human growth (in
the broadest sense of the concept). Nor does it abstract from the
conditional and partial character of such progress, in terms of social
organization and individual alienation.

In the last analysis, the division of society into antagonistic social
classes reflects, from the point of view of historical materialism, an
inevitable limitation of human freedom. For Marx and Engels, the real
measuring rod of human freedom, i.e. of human wealth, is not 'productive
labour'; this only creates the material pre-condition for that freedom.
The real measuring rod is leisure time, not in the sense of 'time for
doing nothing' but in the sense of time freed from the iron necessity to
produce and reproduce material livelihood, and therefore disposable for
all-round and free development of the individual talents, wishes,
capacities, potentialities, of each human being.

As long as society is too poor, as long as goods and services satisfying
basic needs are too scarce, only part of society can be freed from the
necessity to devote most of its life to 'work for a livelihood' (i.e. of
forced labour, in the anthropological/sociological sense of the word,
that is in relation to desires, aspirations and talents, not to a
juridical status of bonded labour). That is essentially what represents
the freedom of the ruling classes and their hangers-on, who are 'being
paid to think', to create, to invent, to administer, because they have
become free from the obligation to bake their own bread, weave their own
clothes and build their own houses.

Once the productive forces are developed far enough to guarantee all human
{8} beings satisfaction of their basic needs by 'productive labour' limited
to a minor fraction of lifetime (the half work-day or less), then the
material need of the division of society in classes disappears. Then,
there remains no objective basis for part of society to monopolize
administration, access to information, knowledge, intellectual labour.
For that reason, historical materialism explains both the reasons why
class societies and class struggles arose in history, and why they will
disappear in the future in a classless society of democratically
self-administering associated producers.

[Ernest Mandel, Karl Marx in [Marxian Economics by John Eatwell | Goodreads](https://www.goodreads.com/book/show/2276344.Marxian_Economics)]

1. Productive forces, relations of production, superstructure
2. Social being and consciousness [Kolakowski 1978a: 334]

[Heinrich 2021: 175]

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

psychological adjectives (de-en-el)

German|English|Greek
abergläubisch|superstitious|προληπτικ-
aggressiv|aggressive|επιθετικ-
angenehm|pleasant|ευχάριστ-
anhänglich|clingy|αφοσιωμέν-, πιστ-
anziehend|attractive|ελκυστικ-
arrogant|arrogant|αλαζόν-, υπεροπτικ-
aufmerksam|attentive|προσεκτικ-
ausdauernd|persistent|επίμον-
bescheiden|modest|μετριόφρον-, ταπειν-, σεμν-
bezaubernd|charming|γοητευτικ-, σαγηνευτικ-
diszipliniert|disciplined|πειθαρχημέν-
dumm|stupid|χαζ-, κουτ-
dynamisch|vibrant, dynamic|δυναμικ-, δραστήρι-
egoistisch|selfish|εγωιστ-
ehrgeizig|ambitious|φιλόδοξ-
ehrlich|honest|ειλικριν-
eifersüchtig|jealous|ζηλιάρ-
eifrig|eager|ένθερμ-, επίμον-, εντατικ-
eigenartig|odd, weird|παράξεν-, ιδιότροπ-
einfühlsam|empathetic|ενσυναισθητικ-
eingebildet|vain, conceited|φαντασμέν-
entschlossen|determined|αποφασισμέν-
erfahren|experienced|έμπειρ-
ernst|serious|σοβαρ-
extravertiert|extraverted|εξωστρεφ-
fair|fair|τίμι-, έντιμ-; δίκαι-, αμερόληπτ-
faul|lazy|τεμπέλ-
fleißig|diligent|επιμελ-, φιλόπον-, εργατικ-
freundlich|friendly|φιλικ-
gebildet|educated|μορφωμέν-
geduldig|patient|υπομονετικ-
geizig|stingy (money-wise)|τσιγγούν-
geschickt|skilful, clever|επιδέξι-
gesprächig|talkative|ομιλητικ-
gierig|greedy|λαίμαργ-, άπληστ-
großzügig|generous|γενναιόδωρ-, χουβαρντ-
hartnäckig|stubborn|επίμον-, πεισματάρ-
hilfsbereit|helpful (person)|εξυπηρετικ-, πρόθυμ-
hinterhältig|sneaky, underhanded|δόλι-, ύπουλ-
humorvoll|humorous|με χιούμορ, κωμικ-
höflich|polite|ευγενικ-
idealistisch|idealistic|ιδεαλιστικ-
intelligent|intelligent|ευφυ-, έξυπν-
introvertiert|introverted|εσωστρεφ-
klug|clever|έξυπν-
komisch|strange|κωμικ-; παράξεν-, αλλόκοτ-
kommunikativ|communicative|επικοινωνιακ-
kompetent|competent|ικαν-
kompliziert|complicated|περίπλοκ-, πολύπλοκ-
kreativ|creative|δημιουργικ-
langweilig|boring|βαρετ-
launisch|moody|κυκλοθυμικ-
loyal|loyal|πιστ-
lustig|funny|αστεί-; χαρούμεν-, εύθυμ-, κεφάτ-
misstrauisch|distrustful|δύσπιστ-
moralisch|ethical|ηθικ-
motiviert|motivated|παρακινημέν-
mutig|brave|θαρραλέ-, γενναί-
natürlich|natural|φυσικ-
neidisch|envious|ζηλιάρ-, φθονερ-
nett|nice|ευγενικ-; ευχάριστ-; συμπαθητικ-
neugierig|curious|περίεργ-
optimistisch|optimistic|αισιόδοξ-
pessimistisch|pessimistic|απαισιόδοξ-
pünktlich|punctual|ακριβ- (στην ώρα)
realistisch|realistic|ρεαλιστικ-
redegewandt|articulate|εύγλωττ-, ευφραδ-
romantisch|romantic|ρομαντικ-
ruhig|calm|ήσυχ-, ήρεμ-
sarkastisch|sarcastic|σαρκαστικ-
schüchtern|shy|ντροπαλ-
selbstbewusst|self-confident|με αυτοπεποίθηση
selbstlos|selfless|ανιδιοτελ-, αλτρουιστικ-
seltsam|strange|παράξεν-, περίεργ-
sorgfältig|thorough, careful|επιμελ-
spontan|spontaneous|αυθόρμητ-
stur|stubborn|επίμον-, πεισματάρ-
sympathisch|likeable|συμπαθητικ-
tolerant|tolerant|ανεκτικ-
treu|faithful|πιστ-
undankbar|ungrateful|αχάριστ-
unehrlich|dishonest|ανειλικριν-
ungeduldig|impatient|ανυπόμον-
ungerecht|unfair|άδικ-
verantwortungslos|irresponsible|ανεύθυν-
verantwortungsvoll|responsible|υπεύθυν-
vergesslich|forgetful|ξεχασιάρ-
vernünftig|sensible|λογικ-, συνετ-
verrückt|crazy|τρελ-
verständnisvoll|understanding|με κατανόηση
vertrauensvoll|trustful|γεμάτ- εμπιστοσύνη
vertrauenswürdig|trustworthy|έμπιστ-, έντιμ-
vorsichtig|careful|προσεκτικ-
weise|wise|σοφ-
wissbegierig|eager for knowledge|φιλομαθ-
witzig|funny|αστεί-
zickig|touchy, uptight|κυκλοθυμικ-
zielstrebig|determined|αποφασισμέν-, προσηλωμέν- στο στόχο
zuverlässig|reliable|έμπιστ-, αξιόπιστ-
überheblich|boastful|αλαζόν-, υπερόπτ-

Έχουμε αφυπνιστεί από την αφελή στάση της θετικής θεμελίωσης της αλήθειας· έχουμε αισθανθεί αρκετά οδυνηρά το κέντρισμα του σκεπτικισμού. Μέσω αυτού μάθαμε να στρέφουμε το βλέμμα μας προς εκείνη τη γνωρίζουσα υποκειμενικότητα, από τα συνειδησιακά επιτεύγματα της οποίας, από την προθεωρητική της παθητικότητα και τη θεωρητική της δραστηριότητα, αναδύονται υποκειμενικά τόσο κάθε απλώς υποτιθέμενο ον όσο και ό,τι θεμελιώνεται ως αληθές, τόσο κάθε απλώς υποτιθέμενη θεωρία όσο και εκείνο που αποδεικνύεται αντικειμενική αλήθεια.

Βρισκόμαστε ενώπιον του μεγάλου ερωτήματος της αρχής. Είμαστε τώρα νεοφανείς φιλόσοφοι μέσα στην απόλυτη κατάσταση. Πίσω μας κείται η προηγούμενη επιστημονική μας ζωή με όλα τα γνωσιακά της προϊόντα, τα οποία έως τώρα μας ικανοποιούσαν πλήρως: δηλαδή οι αλήθειες, οι θεωρίες και οι επιστήμες που προηγουμένως θεωρούσαμε απόλυτες. Αυτές δε μας επαρκούν πλέον.

Έχουμε αφυπνιστεί από την αφελή στάση της θετικής θεμελίωσης της αλήθειας· έχουμε αισθανθεί αρκετά οδυνηρά το κέντρισμα του σκεπτικισμού. Μέσω αυτού μάθαμε να στρέφουμε το βλέμμα μας προς εκείνη τη γνωρίζουσα υποκειμενικότητα, από τα συνειδησιακά επιτεύγματα της οποίας, από την προθεωρητική της παθητικότητα και τη θεωρητική της δραστηριότητα, αναδύονται υποκειμενικά τόσο κάθε απλώς υποτιθέμενο ον όσο και ό,τι θεμελιώνεται ως αληθές, τόσο κάθε απλώς υποτιθέμενη θεωρία όσο και εκείνο που αποδεικνύεται αντικειμενική αλήθεια.

Έχουμε ήδη συνειδητοποιήσει ότι μια τέλεια γνώση του τι είναι ο κόσμος και του τι καθορίζει γι’ αυτόν η αληθής θεωρία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη μελέτη της υπερβατολογικής υποκειμενικότητας, μέσα στην οποία ο κόσμος και η θεωρία του κόσμου συγκροτούνται κατά έναν υπερβατολογικο-υποκειμενικό τρόπο.

Κάθε θετική επιστήμη βαρύνεται, κατά συνέπεια, από μια αφηρημένη μονομέρεια, στον βαθμό που σε αυτήν η υπερβατολογική ζωή και το επίτευγμα της συνείδησης που βιώνει, σκέπτεται, ερευνά και θεμελιώνει παραμένουν ανώνυμα, αθέατα, αθεωρητοποίητα και ακατανόητα.

We stand before the great question of the beginning. We are
now nascent philosophers in the absolute situation. Behind us lies | VIII, 26/27
our previous scientific life with all its cognitive products, heretofore
so satisfactory to us: with, that is, the truths, theories, and sciences
that we had previously deemed absolute. They no longer suffice for
us. We have awoken from the naiveté of the positive grounding of
truth; we have felt the sting of skepticism painfully enough. Through
it we have learned to direct our gaze at that cognizing subjectivity
from whose conscious achievements, from whose pretheoretical
passivity and theoretical activity, all merely supposed being as well
as that which is grounded as true, all merely supposed theory but
also that which shows itself to be objective truth, arise subjectively.
We have already become aware that a perfect cognition of what the
world is and what true theory determines for it cannot be attained
without studying the transcendental subjectivity in which world
and world-theory are constituted in a transcendental–subjective
manner. Every positive science is, accordingly, burdened by an
abstract one-sidedness inasmuch as in it, the transcendental life
and achievement of the experiencing, thinking, investigating, and
grounding consciousness remains anonymous, unseen, untheorized,
and uncomprehended.
[Edmund Husserl, First Philosophy, p. 231]

Πριν φτάσουν οι λευκοί αδελφοί μας για να μας κάνουν πολιτισμένους ανθρώπους, δεν είχαμε καμία μορφή φυλακής. Εξαιτίας αυτού, δεν είχαμε παραβάτες. Χωρίς φυλακή, δεν μπορούν να υπάρξουν παραβάτες. Δεν είχαμε κλειδαριές ούτε κλειδιά και, επομένως, ανάμεσά μας δεν υπήρχαν κλέφτες. Όταν κάποιος ήταν τόσο φτωχός που δεν μπορούσε να αποκτήσει άλογο, σκηνή ή κουβέρτα, τότε, σε μια τέτοια περίπτωση, τα λάμβανε όλα ως δώρο.

«Πριν φτάσουν οι λευκοί αδελφοί μας για να μας κάνουν πολιτισμένους ανθρώπους, δεν είχαμε καμία μορφή φυλακής. Εξαιτίας αυτού, δεν είχαμε παραβάτες. Χωρίς φυλακή, δεν μπορούν να υπάρξουν παραβάτες. Δεν είχαμε κλειδαριές ούτε κλειδιά και, επομένως, ανάμεσά μας δεν υπήρχαν κλέφτες. Όταν κάποιος ήταν τόσο φτωχός που δεν μπορούσε να αποκτήσει άλογο, σκηνή ή κουβέρτα, τότε, σε μια τέτοια περίπτωση, τα λάμβανε όλα ως δώρο. Ήμασταν υπερβολικά απολίτιστοι για να δίνουμε μεγάλη σημασία στην ιδιωτική ιδιοκτησία. Δε γνωρίζαμε κανένα είδος χρήματος και, κατά συνέπεια, η αξία ενός ανθρώπου δεν καθοριζόταν από τον πλούτο του. Δεν είχαμε καταγεγραμμένους νόμους, ούτε δικηγόρους, ούτε πολιτικούς· επομένως δεν μπορούσαμε να εξαπατούμε και να κοροϊδεύουμε ο ένας τον άλλον. Ήμασταν πραγματικά σε άθλια κατάσταση πριν φτάσουν οι λευκοί άνθρωποι και δεν ξέρω πώς να εξηγήσω πώς καταφέρναμε να τα βγάζουμε πέρα χωρίς αυτά τα θεμελιώδη πράγματα που (όπως μας λένε) είναι τόσο αναγκαία για μια πολιτισμένη κοινωνία.»

“Before our white brothers arrived to make us civilized men, we didn’t have any kind of prison. Because of this, we had no delinquents. Without a prison, there can be no delinquents. We had no locks nor keys and therefore among us there were no thieves.When someone was so poor that he couldn’t afford a horse, a tent or a blanket, he would, in that case, receive it all as a gift. We were too uncivilized to give great importance to private property. We didn’t know any kind of money and consequently, the value of a human being was not determined by his wealth. We had no written laws laid down, no lawyers, no politicians, therefore we were not able to cheat and swindle one another.We were really in bad shape before the white men arrived and I don’t know how to explain how we were able to manage without these fundamental things that (so they tell us) are so necessary for a civilized society.”
— John (Fire) Lame Deer, Sioux Lakota, 1903-1976.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Το γενικό ποσοστό κέρδους, το οποίο ισούται με τη συνολική μάζα της παραγόμενης υπεραξίας διαιρεμένη με το συνολικό επενδεδυμένο κεφάλαιο, εξαρτάται επομένως από δύο παράγοντες: την οργανική σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου και το ποσοστό υπεραξίας.

 Η μάζα της υπεραξίας καθορίζεται, δεδομένου του ποσοστού υπεραξίας, από τον αριθμό των παραγωγικών εργατών που εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο. Το γενικό ποσοστό κέρδους, το οποίο ισούται με τη συνολική μάζα της παραγόμενης υπεραξίας διαιρεμένη με το συνολικό επενδεδυμένο κεφάλαιο, εξαρτάται επομένως από δύο παράγοντες: την οργανική σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου και το ποσοστό υπεραξίας. Ο πρώτος αποτελεί ένδειξη του αριθμού των παραγωγικών εργατών που απασχολεί το κεφάλαιο, ενώ ο δεύτερος εκφράζει τη σχέση μεταξύ απλήρωτου και πληρωμένου χρόνου εργασίας.

The mass of surplus value is determined, given the rate of surplus
value, by the number of productive workers which capital exploits. The
general rate of profit, which is the /total/ mass of surplus value
produced, divided by the total capital invested, therefore depends on
two factors, the organic composition of total capital and the rate of
surplus value. [148] <#148> The former is an indicator of the number of
productive workers employed by capital, the latter the ratio of unpaid
to paid labour time.

--- Karl Marx 

Επειδή τα χρήματα είναι η μετασχηματισμένη μορφή του εμπορεύματος, δεν είναι εμφανές από την εμφάνισή τους από πού προέρχονται, τι έχει μετατραπεί σε αυτά—είτε πρόκειται για τη συνείδηση, την παρθενία ή τις πατάτες.

(Η *τιμή*, η οποία δεν είναι αναγώγιμη στην *αξία*, είτε άμεσα είτε μέσω μιας σειράς ενδιάμεσων βημάτων, εκφράζει μια καθαρά τυχαία ανταλλαγή κάποιου πράγματος με χρήματα. Και έτσι, πράγματα που από τη φύση τους δεν είναι *εμπορεύματα* και επομένως υπό αυτή την έννοια βρίσκονται *extra commercium hominum*^a, μπορούν να μετατραπούν σε εμπορεύματα μέσω της ανταλλαγής τους με χρήματα. Από εδώ προκύπτει η σύνδεση ανάμεσα στη διαφθορά και τη χρηματική σχέση. Επειδή τα χρήματα είναι η μετασχηματισμένη μορφή του εμπορεύματος, δεν είναι εμφανές από την εμφάνισή τους από πού προέρχονται, τι έχει μετατραπεί σε αυτά—είτε πρόκειται για τη συνείδηση, την παρθενία ή τις πατάτες.)  

^a Εκτός του πεδίου της ανθρώπινης συναλλαγής.— Επιμ. [MECW 34, σ. 346]  

(/Price, /which is not reducible to /value/, whether directly or through
a series of intermediate steps, expresses a merely accidental exchange
of something for money. And thus things which are in the nature of the
case not /commodities /and are therefore in this sense /extra commercium
hominum^a /can be converted into commodities by being exchanged for
money. Hence the connection between venality and corruption and the
money relation. Since money is the converted shape of the commodity, it
is not evident from looking at it where it comes from, what has been
converted into it, whether this may be conscience or virginity or potatoes.)

^a Outside the sphere of human commerce.— /Ed./ [Karl Marx, MECW 34, p. 346]

η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την ίδια την εργατική τάξη

> Όπως η εργασία των δούλων, όπως η εργασία των δουλοπάροικων, η μισθωτή
εργασία δεν είναι παρά μια παροδική και κατώτερη μορφή, που προορίζεται να
εξαφανιστεί από την συνεταιριστική εργασία που κοπιάζει με πρόθυμο χέρι,
έτοιμο νου και χαρούμενη καρδιά.

> ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την
ίδια την εργατική τάξη...ότι η οικονομική υποταγή του ανθρώπου
της εργασίας στον μονοπωλητή των μέσων εργασίας... βρίσκεται στη
βάση της υποτέλειας σε όλες τις μορφές της κοινωνικής δυστυχίας, ψυχικής
υποβάθμισης και πολιτικής εξάρτησης. Ότι η οικονομική χειραφέτηση
της εργατικής τάξης είναι λοιπόν το μεγάλο τέλος στο οποίο κάθε
πολιτικό κίνημα πρέπει να είναι εξαρτώμενο ως μέσο. Ότι όλες αυτές
οι προσπάθειες που στοχεύουν σε αυτό το σπουδαίο τέλος έχουν αποτύχει
μέχρι στιγμής λόγω έλλειψης
αλληλεγγύης μεταξύ των πολλαπλών διαιρέσεων της εργασίας σε κάθε χώρα,
και λόγω απουσίας ενός αδελφικού δεσμού ένωσης μεταξύ των
εργατικών τάξεων των διάφορων χωρών....για αυτά τα μέσα οι
υπογράφοντες... έχουν λάβει τα αναγκαία βήματα για την ίδρυση της
Διεθνούς Ένωσης των Εργατών. (Ι. Βερολίνο, 185)

Εναρκτήρια Ομιλία, 1864

[The International after 150 Years: Labor vs capital, then and now](https://www.academia.edu/165265681/The_International_after_150_Years_Labor_vs_capital_then_and_now)


«Η εργασία είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου το κεφάλαιο καθίσταται παραγωγικό … κέρδους» / «Στην αστική κοινωνία, η ζωντανή εργασία δεν είναι παρά ένα μέσο για την αύξηση της συσσωρευμένης εργασίας»

«Η εργασία είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου το κεφάλαιο καθίσταται παραγωγικό … κέρδους» (John Wade, I.e. *History of the Middle and Working Classes*, σ. 161).

«Στην αστική κοινωνία, η ζωντανή εργασία δεν είναι παρά ένα μέσο για την αύξηση της συσσωρευμένης εργασίας» ([K. Marx and F. Engels], *Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος*, 1848, σ. 12).

 /*"Labour /is the /agency /by which capital is made productive of
... profit"* (John Wade, I.e. /[History of the Middle and Working
Classes...], /p. 161). "In
bourgeois society, living labour is but a means to increase accumulated
labour" ([K. Marx and F. Engels,] /Manifest der Kommunistischen Partei,
/1848, p. 12).

Το ποσοστό κέρδους, δηλαδή η αναλογική αύξηση του κεφαλαίου, έχει σημασία για όλους τους νέους βλαστούς κεφαλαίου που συγκροτούνται ως ανεξάρτητοι οργανισμοί. Και αν η συγκρότηση κεφαλαίου περιερχόταν αποκλειστικά στα χέρια λίγων ήδη υπαρχόντων μεγάλων κεφαλαίων, για τα οποία η μάζα του κέρδους υπερισχύει του ποσοστού, τότε η ζωογόνος φλόγα της παραγωγής θα έσβηνε εντελώς. Θα σταματούσε να φλέγεται. Το ποσοστό του κέρδους είναι η κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής παραγωγής, και τίποτε δεν παράγεται παρά μόνο ό,τι μπορεί να παραχθεί με κέρδος.

Το *ποσοστό κέρδους*, δηλαδή η *αναλογική* αύξηση του κεφαλαίου, έχει σημασία για όλους τους νέους *βλαστούς κεφαλαίου* που συγκροτούνται ως ανεξάρτητοι οργανισμοί. Και αν η συγκρότηση κεφαλαίου περιερχόταν αποκλειστικά στα χέρια λίγων ήδη υπαρχόντων μεγάλων κεφαλαίων, για τα οποία η μάζα του κέρδους υπερισχύει του ποσοστού, τότε η ζωογόνος φλόγα της παραγωγής θα έσβηνε εντελώς. Θα σταματούσε να φλέγεται. Το ποσοστό του κέρδους είναι η κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής παραγωγής, και τίποτε δεν παράγεται παρά μόνο ό,τι μπορεί να παραχθεί με κέρδος.

Γι’ αυτό και η αγωνία των Άγγλων οικονομολόγων για την πτώση του ποσοστού κέρδους. Το γεγονός ότι ο Ρικάρντο ανησυχεί ακόμη και για την απλή δυνατότητα αυτού αποτελεί ακριβή απόδειξη της βαθιάς κατανόησής του για τους όρους της καπιταλιστικής παραγωγής. Αυτό για το οποίο τον επικρίνουν οι άλλοι —η έλλειψη ενδιαφέροντος για «τους ανθρώπους» και η αποκλειστική του προσήλωση, όταν εξετάζει την καπιταλιστική παραγωγή, στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ανεξαρτήτως των θυσιών ανθρώπων και κεφαλαιακών «αξιών» που αυτό μπορεί να συνεπάγεται— είναι ακριβώς η πιο σημαντική συμβολή του.

Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας είναι η ιστορική αποστολή και δικαίωση του κεφαλαίου. Γι’ αυτό ακριβώς, ασυνείδητα, δημιουργεί τις υλικές συνθήκες για έναν ανώτερο τρόπο παραγωγής. Αυτό που ανησυχεί τον Ρικάρντο είναι ο τρόπος με τον οποίο το ποσοστό κέρδους, που αποτελεί το ερέθισμα της καπιταλιστικής παραγωγής και ταυτόχρονα τον όρο της συσσώρευσης και την κινητήρια δύναμή της, τίθεται σε κίνδυνο από την ίδια την ανάπτυξη της παραγωγής.

Και εδώ η ποσοτική σχέση είναι το παν. Στην πραγματικότητα, ο υποκείμενος λόγος είναι κάτι βαθύτερο, για το οποίο δεν έχει παρά μόνο μια υποψία. Αυτό που γίνεται ορατό εδώ με έναν καθαρά οικονομικό τρόπο, δηλαδή από τη σκοπιά της αστικής αντίληψης, μέσα στα «όρια της καπιταλιστικής κατανόησης», από τη σκοπιά της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής, είναι το όριό της, η σχετικότητά της, το γεγονός ότι δεν είναι μια απόλυτη αλλά μόνο μια ιστορική μορφή παραγωγής, που αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη και περιορισμένη εποχή στην ανάπτυξη των υλικών όρων της παραγωγής.

The /rate of profit/, i.e., the /proportional /increase in capital, is
important for all new /offshoots of capital /that organise themselves
independently. And if capital formation were to fall exclusively into
the hands of a few existing big capitals, for whom the mass of profit
outweighs the rate, the animating fire of production would be totally
extinguished. It would cease blazing. The /rate of profit /is the
driving agency in capitalist production, and nothing is
[368]
produced save what can be produced at a profit. Hence the anxiety of the
English economists over the decline in the rate of profit. The fact that
Ricardo is disquieted by the mere possibility of this is a precise
demonstration of his deep understanding of the conditions of capitalist
production. What other people reproach him for, his lack of concern for
‘human beings’ and his exclusive concentration, when considering
capitalist production, on the development of the productive forces,
whatever sacrifices of human beings and capital /values /it may cost, is
precisely his most significant contribution. The development of the
productive forces of social labour is capital’s /historical /mission and
justification. For that very reason, it unwittingly creates the material
conditions for a higher mode of production. What disturbs Ricardo is the
way that the rate of profit, which is the stimulus of capitalist
production and both the condition for accumulation and its driving
force, is endangered by the development of production itself. And the
quantitative relation is everything here. In actual fact, the underlying
reason is something deeper, about which he has no more than a suspicion.
What is visible here in a /purely economic manner/, i.e., from the
bourgeois standpoint, within the ‘limits of the capitalist
understanding’, from the standpoint of capitalist production itself, is
its barrier, its /relativity/, the fact that it is not an /absolute /but
only a historical/mode of production/, corresponding to a specific and
limited epoch in the development of the material conditions of production.

[*Marx’s Economic Manuscript of 1864–1865*: 367-68]

Το καθαρό φως και το καθαρό σκοτάδι είναι δύο κενά που ισοδυναμούν μεταξύ τους. Μόνο στο καθορισμένο φως (και το φως καθορίζεται μέσω του σκοταδιού: άρα στο θολό φως), όπως μόνο στο καθορισμένο σκοτάδι (και το σκοτάδι καθορίζεται μέσω του φωτός: άρα στο φωτισμένο σκοτάδι), μπορεί κάτι να διακριθεί, αφού μόνο το θολό φως και το φωτισμένο σκοτάδι εμπεριέχουν διάκριση μέσα τους και συνεπώς είναι καθορισμένο είναι, ύπαρξη.

 

Artwork: [JEAN LOUIS THÉODORE GÉRICAULT - La Balsa de la Medusa (Museo del Louvre, 1818-19)](https://en.wikipedia.org/wiki/The_Raft_of_the_Medusa#/media/File:JEAN_LOUIS_TH%C3%89ODORE_G%C3%89RICAULT_-_La_Balsa_de_la_Medusa_(Museo_del_Louvre,_1818-19).jpg)

Αλλά η κοινή πρακτική είναι να *φανταζόμαστε* το ον, σαν να ήταν μια εικόνα καθαρού φωτός, η διαύγεια της αδιατάρακτης όρασης, και έπειτα το μηδέν ως το καθαρό σκοτάδι — και η διάκριση ανάμεσα στα δύο καθιερώνεται έτσι μέσα σε αυτή τη γνωστή αισθητηριακή διαφορά. Στην πραγματικότητα όμως, αν αυτή η ίδια η όραση συλληφθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια, μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί ότι στο απόλυτο φως βλέπει κανείς εξίσου όσο και στο απόλυτο σκοτάδι· ότι η μία όραση είναι τόσο καλή όσο και η άλλη· ότι η καθαρή όραση είναι μια όραση του μηδενός. Το καθαρό φως και το καθαρό σκοτάδι είναι δύο κενά που ισοδυναμούν μεταξύ τους. Μόνο στο καθορισμένο φως (και το φως καθορίζεται μέσω του σκοταδιού: άρα στο θολό φως), όπως μόνο στο καθορισμένο σκοτάδι (και το σκοτάδι καθορίζεται μέσω του φωτός: άρα στο φωτισμένο σκοτάδι), μπορεί κάτι να διακριθεί, αφού μόνο το θολό φως και το φωτισμένο σκοτάδι εμπεριέχουν διάκριση μέσα τους και συνεπώς είναι καθορισμένο είναι, *ύπαρξη*.

But the common practice is to
/imagine /being, as if it were a picture of pure light, the clarity of
unclouded seeing, and then nothing as the pure night – and the
distinction between the two is then enshrined into this well-known
sensuous difference. But in fact, if this very seeing is more accurately
imagined, one can readily perceive that in absolute light one sees just
as much and just as little as in absolute darkness; that the one seeing
is just as good as the other; that pure seeing is a seeing of nothing.
Pure light and pure darkness are two voids that amount to the same
thing. Only in determinate light (and light is determined through
darkness: in clouded light therefore), just as only in determinate
darkness (and darkness is determined through light: in illuminated
darkness therefore), can something be distinguished, since only clouded
light and illuminated darkness have distinction in them and hence are
determinate being, /existence/. [G.W.F. Hegel, The Science of Logic, p. 69 (trans. George Di Giovanni)]


Ο εργάτης στην καπιταλιστική παραγωγή δεν κατέχει τα μέσα παραγωγής· δεν κατέχει ούτε τη γη που καλλιεργεί ούτε τα εργαλεία με τα οποία εργάζεται.

Ο εργάτης στην καπιταλιστική παραγωγή *δεν κατέχει* τα μέσα παραγωγής· δεν κατέχει ούτε τη γη που καλλιεργεί ούτε τα εργαλεία με τα οποία εργάζεται.

The worker in capitalist production /does not own /the conditions of
production, [he owns] neither the land he cultivates nor the
tools with which he works. [Karl Marx, MECW, vol. 32, pp. 533-34]

Τοκογλυφία. Τοκοφόρο κεφάλαιο (Λούθηρος)

*Τοκογλυφία. Τοκοφόρο κεφάλαιο:*

«Μου λένε ότι σήμερα σε κάθε αγορά της Λειψίας χρεώνονται ετησίως 10 γκίλντερ (γκούλντεν), δηλαδή 30%, και μερικοί προσθέτουν και την αγορά του Νόινμπουργκ, ώστε το ποσοστό να φτάνει το 40%. Δεν γνωρίζω αν είναι ακόμη υψηλότερο. Ντροπή σας! Πού, στον διάβολο, θα καταλήξει αυτό; ...

Όποιος έχει τώρα στη Λειψία 100 φιορίνια, παίρνει 40 μέσα σε έναν χρόνο· αυτό σημαίνει ότι μέσα σε έναν χρόνο έχει καταβροχθίσει έναν αγρότη ή έναν αστό. Αν έχει 1.000 φιορίνια, τότε παίρνει 400 μέσα σε έναν χρόνο· δηλαδή καταβροχθίζει έναν γαιοκτήμονα ή έναν πλούσιο ευγενή μέσα σε έναν χρόνο. Αν έχει 10.000, παίρνει 4.000 μέσα σε έναν χρόνο· δηλαδή καταβροχθίζει έναν πλούσιο κόμη μέσα σε έναν χρόνο. Αν έχει 100.000, όπως συμβαίνει αναγκαστικά με τους μεγάλους εμπόρους, τότε παίρνει 40.000 μέσα σε έναν χρόνο· δηλαδή καταβροχθίζει έναν μεγάλο και πλούσιο πρίγκιπα μέσα σε έναν χρόνο. Αν έχει 1.000.000, τότε παίρνει 400.000 μέσα σε έναν χρόνο· δηλαδή καταβροχθίζει κάποιον μεγάλο βασιλιά μέσα σε έναν χρόνο.

Και δεν υφίσταται κανέναν κίνδυνο πράττοντας έτσι, ούτε για το σώμα του ούτε για την περιουσία του· δεν κοπιάζει καθόλου, κάθεται δίπλα στη φωτιά και ψήνει μήλα· έτσι ένας κλέφτης της πολυθρόνας μπορεί να κάθεται στο σπίτι και να καταβροχθίζει ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε δέκα χρόνια» (σ. 312–313).^c

^c Το παράθεμα αυτό προέρχεται από το έργο του Λούθηρου *Προς τους εφημέριους για το κήρυγμα κατά της τοκογλυφίας* (*An die Pfarrherrn wider den Wucher zu predigen*), Βιτεμβέργη, 1540.

/Usury. Interest-bearing capital:/

"I am told that nowadays 10 guilders, i.e. 30 [per cent], are charged
annually in any Leipzig market^144 ; some add also the Neunburg market
so that it comes to 40 [per cent]. I don't know whether it is even
higher. Shame on you, where the devil will it end?... Whoever in Leipzig
now has 100 florins, takes 40 in a year, this means that he has eaten up
a peasant or a burgher in a year. If he has 1,000 florins, then he takes
400 in a year, that is, he eats up a squire or a rich gentleman in a
year. If he has 10,000, he takes 4,000 in a year, that is, he eats up a
rich count in a year. If he has 100,000, as must happen in the case of
the great merchants, then he takes 40,000 in a year, that is, he eats up
a great, rich prince in a year. If he has 1,000,000 then he takes
400,000 in a year, that is, he eats up some great king in a year. And he
suffers not any danger in so doing, neither to his body nor to his
treasure, labours not, sits by the fire and roasts apples; thus a chair
thief may sit at home and eat up a whole world in 10 years" ([pp.]
312-13).^c

^c This quotation is taken from Luther's /An die Pfarrherrn wider den
Wucher zu predigen, /Wittenberg, 1540.— /Ed/

[Kalr Marx, MECW, vol. 32, p. 532]

Είναι η «εργασία» του καπιταλιστή αναγκαία;

Η εργασία ενός καπιταλιστή βρίσκεται σε πλήρως αντίστροφη αναλογία προς το μέγεθος του κεφαλαίου του, δηλαδή προς τον βαθμό στον οποίο είναι καπιταλιστής.

Η εργασία που εκτελεί ο καπιταλιστής μειώνεται ακριβώς στον βαθμό που αυξάνεται το κεφάλαιό του· δηλαδή, όσο περισσότερο είναι καπιταλιστής, τόσο λιγότερο εργάζεται ο ίδιος.

The labour of a capitalist stands altogether in inverse proportion to the size of his
capital, i. e., to the degree in which he is a capitalist.
[MECW, vol. 37, p. 245]

Το να ισχυρίζεται κανείς ότι αυτή η εργασία, ως *καπιταλιστική εργασία*, ως λειτουργία του καπιταλιστή, είναι αναγκαία, δείχνει απλώς ότι ο χυδαίος/αγοραίος οικονομολόγος αδυνατεί να *συλλάβει* την κοινωνική παραγωγική δύναμη και τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας, όπως αυτά αναπτύσσονται μέσα στο πλαίσιο του κεφαλαίου, ως κάτι διακριτό από την καπιταλιστική μορφή, από τη μορφή της αλλοτρίωσης, από τον ανταγωνισμό και την αντίφαση των επιμέρους πλευρών της, από την αντιστροφή και τη σύγχυση των σχέσεών της (*quid pro quo*). *Et c'est justement ce que nous affirmons.*^a

^a Και αυτό ακριβώς είναι που λέμε. — Σημ. εκδ. [τόμ. 32, σ. 498]

To assert that this labour, as /capitalist labour, /as the function of the
capitalist, is necessary, only shows that the vulgarian cannot /conceive
/the social productive power and the social character of labour
developed within the framework of capital as something separate from the
capitalist form, from the form of alienation, from the antagonism and
contradiction of its aspects, from its inversion and /quid pro quo. Et
c'est justement ce que nous affirmons./^a

^a And it is precisely what we say.— /Ed./ [MECW, vol. 32, p. 498]