Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

κοινωνική εργασία και παγκόσμιο χρήμα

^62 Capital, Τόμος I, σ. 242 (142). Βλ. επίσης Theories III, σ. 253:

«Αλλά είναι μόνο το εξωτερικό εμπόριο, η ανάπτυξη της αγοράς σε παγκόσμια αγορά, που προκαλεί το χρήμα να αναπτυχθεί σε παγκόσμιο χρήμα και την αφηρημένη εργασία σε κοινωνική εργασία. Ο αφηρημένος πλούτος, η αξία, το χρήμα, και επομένως η αφηρημένη εργασία, αναπτύσσονται στον βαθμό που η συγκεκριμένη εργασία γίνεται μια ολότητα διαφορετικών τρόπων εργασίας που αγκαλιάζει την παγκόσμια αγορά. Η καπιταλιστική παραγωγή στηρίζεται στην αξία, δηλαδή στον μετασχηματισμό της εργασίας που ενσωματώνεται στο προϊόν σε κοινωνική εργασία. Αλλά αυτό είναι δυνατό μόνο στη βάση του εξωτερικού εμπορίου και της παγκόσμιας αγοράς. Αυτά αποτελούν ταυτόχρονα την προϋπόθεση και το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής παραγωγής.»

^63 Γι’ αυτόν τον λόγο ο Μαρξ τονίζει επανειλημμένα ότι το «πραγματικό χρήμα», το «χρήμα με την κατεξοχήν έννοια του όρου», υπάρχει μόνο ως «χρήμα της παγκόσμιας αγοράς» στο «καθολικό εμπόρευμα της παγκόσμιας αγοράς». (Capital, Τόμος III, σσ. 430, 534.)

^62 /Capital/ I, p.242 (142). Cf. /Theories/ III, p.253: ‘But it is only
foreign trade, the development of the market to a world market which
causes money to develop into world money and abstract labour into social
labour. Abstract wealth, value, money, hence abstract labour, develop in
the measure that concrete labour becomes a totality of different modes
of labour embracing the world market. Capitalist production rests on
value, i.e. on the transformation of the labour embodied in the product
into social labour. But this is only possible on the basis of foreign
trade and of the world market. This is at once the pre condition and the
result of capitalist production.’
^63 Therefore Marx repeatedly stresses that ‘real money’, ‘money in the
eminent sense of the term’ only exists as ‘world market money’ in the
‘universal world market commodity’. (/Capital/ III, pp.430, 534.)
[Roman Rosdolsky, The Making of Marx's Capital, Pluto Press, 1977, p. 164]

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Στην πραγματικότητα, η καπιταλιστική παραγωγή είναι εμπορευματική παραγωγή ως η γενική μορφή της παραγωγής. Είναι όμως τέτοια και γίνεται ολοένα και περισσότερο τέτοια κατά την πορεία της ανάπτυξής της μόνο επειδή εδώ η ίδια η εργασία εμφανίζεται ως εμπόρευμα, επειδή ο εργάτης πουλά την εργασία του, δηλαδή τη λειτουργία της εργατικής του δύναμης, και η προϋπόθεσή μας είναι ότι την πουλά στην αξία της, η οποία καθορίζεται από το κόστος αναπαραγωγής της. Στον βαθμό που η εργασία γίνεται μισθωτή εργασία, ο παραγωγός γίνεται βιομηχανικός καπιταλιστής. Για τον λόγο αυτό η καπιταλιστική παραγωγή (και επομένως επίσης η εμπορευματική παραγωγή) δεν αποκτά την πλήρη έκτασή της παρά μόνο όταν και ο άμεσος αγροτικός παραγωγός γίνεται επίσης μισθωτός εργάτης.

Τρίτον, η χρηματική οικονομία είναι κοινή σε κάθε εμπορευματική παραγωγή και το προϊόν εμφανίζεται ως εμπόρευμα στους πιο διαφορετικούς οργανισμούς κοινωνικής παραγωγής. Κατά συνέπεια, εκείνο που θα χαρακτήριζε την καπιταλιστική παραγωγή θα ήταν τότε μόνο ο βαθμός στον οποίο το προϊόν δημιουργείται ως αντικείμενο εμπορίου, ως εμπόρευμα, και, επομένως, επίσης ο βαθμός στον οποίο τα ίδια τα συστατικά του στοιχεία πρέπει να εισέλθουν εκ νέου, ως αντικείμενα εμπορίου, ως εμπορεύματα, στην οικονομία από την οποία προέρχεται.

Στην πραγματικότητα, η καπιταλιστική παραγωγή είναι εμπορευματική παραγωγή ως η γενική μορφή της παραγωγής. Είναι όμως τέτοια και γίνεται ολοένα και περισσότερο τέτοια κατά την πορεία της ανάπτυξής της μόνο επειδή εδώ η ίδια η εργασία εμφανίζεται ως εμπόρευμα, επειδή ο εργάτης πουλά την εργασία του, δηλαδή τη λειτουργία της εργατικής του δύναμης, και η προϋπόθεσή μας είναι ότι την πουλά στην αξία της, η οποία καθορίζεται από το κόστος αναπαραγωγής της. Στον βαθμό που η εργασία γίνεται μισθωτή εργασία, ο παραγωγός γίνεται βιομηχανικός καπιταλιστής. Για τον λόγο αυτό η καπιταλιστική παραγωγή (και επομένως επίσης η εμπορευματική παραγωγή) δεν αποκτά την πλήρη έκτασή της παρά μόνο όταν και ο άμεσος αγροτικός παραγωγός γίνεται επίσης μισθωτός εργάτης.

Στη σχέση καπιταλιστή και μισθωτού εργάτη, η χρηματική σχέση, η σχέση μεταξύ αγοραστή και πωλητή, γίνεται μια σχέση εγγενής στην ίδια την παραγωγή. Όμως αυτή η σχέση έχει το θεμέλιό της στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και όχι στον τρόπο ανταλλαγής. Ο τελευταίος, αντίθετα, απορρέει από τον πρώτο. Είναι, ωστόσο, απολύτως σύμφωνο με τον αστικό ορίζοντα —όπου ο καθένας είναι απορροφημένος στις συναλλαγές και στις ύποπτες εμπορικές δοσοληψίες— να μην αντιλαμβάνεται ότι η βάση του τρόπου ανταλλαγής που του αντιστοιχεί βρίσκεται στον χαρακτήρα του τρόπου παραγωγής, αλλά να θεωρεί το αντίστροφο.^7)
[MECW 36, σσ. 121-122]

In the third place the money economy is common to all commodity
production and the product appears as a commodity in the most varied
organisms of social production. Consequently what characterises
capitalist production would then be only the extent to which the product
is created as an article of commerce, as a commodity, and hence the
extent also to which its own constituent elements must enter again as
articles of commerce, as commodities, into the economy from which it
emerges.

As a matter of fact capitalist production is commodity production as the
general form of production. But it is so and becomes so more and more in
the course of its development only because labour itself appears here as
a commodity, because the labourer sells his labour, that is, the
function of his labour power, and our assumption is that he sells it at
its value, determined by its cost of reproduction. To the extent that
labour becomes wage labour, the producer becomes an industrial
capitalist. For this reason capitalist production (and hence also
commodity production) does not reach its full scope until the direct
agricultural producer also becomes a wage labourer. In the relation of
capitalist and wage labourer, the money relation, the relation between
the buyer and the seller, becomes a relation inherent in production. But
this relation has its foundation in the social character of production,
not in the mode of exchange. The latter conversely emanates from the
former. It is, however, quite in keeping with the bourgeois horizon,
everyone being engrossed in the transaction of shady
business, not to see in the character of the mode of production the
basis of the mode of exchange corresponding to it, but vice versa.^7)
[vol. 36, pp. 121-22]


Το κεφάλαιο έχει γίνει και πάλι χρήμα. Αλλά τώρα προϋποτίθεται επίσης ότι αυτό το χρήμα θα γίνει ξανά κεφάλαιο· έχει πλέον καταστεί προϋπόθεση ότι αυτό το χρήμα θα είναι χρήμα που πολλαπλασιάζεται και διατηρεί τον εαυτό του μέσω της αγοράς εργασίας, μέσω της διέλευσής του από τη διαδικασία παραγωγής.

Η διαδικασία του κεφαλαίου ως αξίας έχει ως αφετηρία της το χρήμα και καταλήγει στο χρήμα, αλλά σε μια μεγαλύτερη ποσότητα χρήματος.

[...]

Το κεφάλαιο έχει γίνει και πάλι χρήμα. Αλλά τώρα προϋποτίθεται επίσης ότι αυτό το χρήμα θα γίνει ξανά κεφάλαιο· έχει πλέον καταστεί προϋπόθεση ότι αυτό το χρήμα θα είναι χρήμα που πολλαπλασιάζεται και διατηρεί τον εαυτό του μέσω της αγοράς εργασίας, μέσω της διέλευσής του από τη διαδικασία παραγωγής.
[MECW 29, σ. 15]

The process of capital as
value has money as its point of departure and ends in money, but in a
greater quantity of money.
[...]
Capital has
again become money. But it is now also presupposed, it has now become a
condition, that this money becomes capital again, money which multiplies
and maintains itself by purchasing labour, by going through the process
of production. [vol. 29, p. 15]


Επομένως, η συσσώρευση κεφαλαίου με τη μορφή χρήματος δεν είναι σε καμία περίπτωση μια υλική συσσώρευση των υλικών συνθηκών της εργασίας, αλλά η συσσώρευση τίτλων ιδιοκτησίας στην εργασία. Θέτει τη μελλοντική εργασία ως μισθωτή εργασία, ως αξία χρήσης του κεφαλαίου. Κανένα ισοδύναμο δεν υπάρχει για τη νέα αξία· η δυνατότητά του [υπάρχει] μόνο στη νέα εργασία.

Το *χρήμα*, εφόσον υπάρχει ήδη *καθεαυτό* ως κεφάλαιο, είναι επομένως απλώς μια *επιταγή για μελλοντική* (νέα) εργασία. | Ακριβώς όπως ο κρατικός πιστωτής, κάθε καπιταλιστής έχει στη νεοαποκτηθείσα αξία του μια επιταγή για μελλοντική εργασία και έχει ήδη οικειοποιηθεί τη μελλοντική εργασία με την ίδια την ιδιοποίηση της τρέχουσας εργασίας. | Επομένως, η συσσώρευση κεφαλαίου με τη μορφή χρήματος δεν είναι σε καμία περίπτωση μια υλική συσσώρευση των υλικών συνθηκών της εργασίας, αλλά η συσσώρευση τίτλων ιδιοκτησίας στην εργασία. Θέτει τη μελλοντική εργασία ως *μισθωτή εργασία*, ως αξία χρήσης του κεφαλαίου. Κανένα *ισοδύναμο* δεν υπάρχει για τη νέα αξία· η δυνατότητά του [υπάρχει] μόνο στη νέα [III-44] εργασία. [Karl Marx, MECW, τόμ. 28, 291 επ.]

/Money, /so far as it already exists /in itself /as capital, is thus merely a /draft on future /(new) labour. | Just like the State creditor, every capitalist possesses in his newly acquired value a draft on future labour, and has already appropriated future labour by the very appropriation of current labour. | The accumulation of capital in the form of money is therefore in no way a material accumulation of the material conditions of labour, but the accumulation of property titles to labour. It posits future labour as /wage labour, /as use value of capital. No /equivalent /exists for the newly created value; its possibility [exists] only in new [III-44] labour. [Karl Marx, MECW, vol. 28, 291ff]

 

Δεν είναι το χρήμα που καθιστά τα εμπορεύματα συγκρίσιμα μεταξύ τους. Απεναντίας. Επειδή όλα τα εμπορεύματα, ως αξίες, είναι υλοποιημένη ανθρώπινη εργασία και, επομένως, συγκρίσιμα μεταξύ τους, γι’ αυτό οι αξίες τους μπορούν να μετρηθούν με το ίδιο ιδιαίτερο εμπόρευμα, ενώ το τελευταίο μετατρέπεται στο κοινό μέτρο των αξιών τους, δηλαδή σε χρήμα. Το χρήμα ως μέτρο της αξίας είναι η φαινομενική μορφή που αναγκαστικά λαμβάνει εκείνο το μέτρο της αξίας που ενυπάρχει στα ίδια τα εμπορεύματα, δηλαδή ο χρόνος εργασίας.

**Η πρώτη κύρια λειτουργία του χρήματος** είναι να παρέχει στα εμπορεύματα το υλικό μέσο για την έκφραση των αξιών τους, δηλαδή να παριστά τις αξίες τους ως μεγέθη της ίδιας ονομασίας, ποιοτικά ίσα και ποσοτικά συγκρίσιμα. Έτσι, λειτουργεί ως **καθολικό μέτρο της αξίας**. Και μόνο χάρη σε αυτή τη λειτουργία ο χρυσός, το κατ’ εξοχήν ισοδύναμο εμπόρευμα, γίνεται χρήμα.

Δεν είναι το χρήμα που καθιστά τα εμπορεύματα συγκρίσιμα μεταξύ τους. Απεναντίας. Επειδή όλα τα εμπορεύματα, ως αξίες, είναι υλοποιημένη ανθρώπινη εργασία και, επομένως, συγκρίσιμα μεταξύ τους, γι’ αυτό οι αξίες τους μπορούν να μετρηθούν με το ίδιο ιδιαίτερο εμπόρευμα, ενώ το τελευταίο μετατρέπεται στο κοινό μέτρο των αξιών τους, δηλαδή σε χρήμα. Το χρήμα ως μέτρο της αξίας είναι η **φαινομενική μορφή** που αναγκαστικά λαμβάνει εκείνο το μέτρο της αξίας που ενυπάρχει στα ίδια τα εμπορεύματα, δηλαδή ο χρόνος εργασίας.^1)

Η έκφραση της αξίας ενός εμπορεύματος σε χρυσό — *x* εμπόρευμα Α = *y* χρηματικό εμπόρευμα — αποτελεί τη χρηματική μορφή του ή την τιμή του. Μια και μόνη εξίσωση, όπως:

*1 τόνος σιδήρου = 2 ουγγιές χρυσού*,

αρκεί πλέον για να εκφράσει την αξία του σιδήρου με τρόπο κοινωνικά έγκυρο. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη η εξίσωση αυτή να εμφανίζεται ως κρίκος στην αλυσίδα των εξισώσεων που εκφράζουν τις αξίες όλων των άλλων εμπορευμάτων, επειδή το ισοδύναμο εμπόρευμα, ο χρυσός, έχει πλέον αποκτήσει τον χαρακτήρα του χρήματος. Η γενική μορφή της σχετικής αξίας έχει επανέλθει έτσι στην αρχική της μορφή, δηλαδή στην απλή ή μεμονωμένη σχετική μορφή της αξίας. Από την άλλη πλευρά, η ανεπτυγμένη έκφραση της σχετικής αξίας, η ατέρμονη σειρά των εξισώσεων, έχει τώρα γίνει η ιδιαίτερη μορφή της σχετικής αξίας του χρηματικού εμπορεύματος. Η ίδια αυτή σειρά είναι πλέον δεδομένη και αναγνωρισμένη κοινωνικά στις τιμές των πραγματικών εμπορευμάτων. Αρκεί να διαβάσουμε αντίστροφα τις καταχωρίσεις ενός τιμοκαταλόγου, για να βρούμε το μέγεθος της αξίας του χρήματος εκφρασμένο σε κάθε είδους εμπορεύματα. Το ίδιο όμως το χρήμα δεν έχει τιμή. Για να το θέσουμε, από αυτή την άποψη, στην ίδια θέση με όλα τα άλλα εμπορεύματα, θα έπρεπε να το εξισώσουμε με τον ίδιο του τον εαυτό ως δικό του ισοδύναμο.

^1) Το ερώτημα — γιατί το χρήμα δεν αντιπροσωπεύει άμεσα τον χρόνο εργασίας, ώστε, για παράδειγμα, ένα κομμάτι χαρτί να αντιπροσωπεύει *x* ώρες εργασίας — είναι, στην ουσία του, το ίδιο με το ερώτημα γιατί, δεδομένης της εμπορευματικής παραγωγής, τα προϊόντα πρέπει να λαμβάνουν τη μορφή εμπορευμάτων. Αυτό είναι προφανές, αφού η λήψη της μορφής του εμπορεύματος συνεπάγεται τη διαφοροποίησή τους σε εμπορεύματα και χρήμα. Ή, με άλλα λόγια, γιατί η ιδιωτική εργασία — εργασία που εκτελείται για λογαριασμό ιδιωτών — δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως το αντίθετό της, δηλαδή ως άμεσα κοινωνική εργασία;

Έχω εξετάσει διεξοδικά αλλού την ουτοπική ιδέα του «εργασιακού χρήματος» σε μια κοινωνία που βασίζεται στην παραγωγή εμπορευμάτων (ό.π., σ. 61 κ.ε. [βλ. την παρούσα έκδοση, τόμ. 29, σ. 320 κ.ε.]). Εδώ θα προσθέσω μόνο ότι το «εργασιακό χρήμα» του Όουεν,^96 για παράδειγμα, δεν είναι περισσότερο «χρήμα» απ’ όσο είναι χρήμα ένα εισιτήριο θεάτρου. Ο Όουεν προϋποθέτει άμεσα συνεταιρισμένη εργασία, δηλαδή μια μορφή παραγωγής που είναι εντελώς ασύμβατη με την παραγωγή εμπορευμάτων. Το πιστοποιητικό εργασίας αποτελεί απλώς απόδειξη της συμμετοχής του ατόμου στη συλλογική εργασία και του δικαιώματός του σε ένα ορισμένο μέρος του κοινού προϊόντος που προορίζεται για κατανάλωση. Δεν περνά όμως ποτέ από το μυαλό του Όουεν να προϋποθέσει την παραγωγή εμπορευμάτων και ταυτόχρονα, με λογιστικά τεχνάσματα γύρω από το χρήμα, να επιχειρήσει να παρακάμψει τις αναγκαίες συνθήκες αυτής της παραγωγής.

The first chief function of money is to supply commodities with the
material for the expression of their values, or to represent their
values as magnitudes of the same denomination, qualitatively equal, and
quantitatively comparable. It thus serves as a /universal measure of
value/. And only by virtue of this function does gold, the equivalent
commodity /par excellence, /become money.

It is not money that renders commodities commensurable. Just the
contrary. It is because all commodities, as values, are realised human
labour, and therefore commensurable, that their values can be measured
by one and the same special commodity, and the latter be converted into
the common measure of their values, i.e., into money. Money as a measure
of value, is the phenomenal form that must of necessity be assumed by
that measure of value which is immanent in commodities, labour time.^1)

The expression of the value of a commodity in gold — x commodity A = y
money commodity — is its money form or price. A single equation, such as
1 ton of iron = 2 ounces of gold, now suffices to express the value of
the iron in a socially valid manner. There is no longer any need for
this equation to figure as a link in the chain of equations that express
the values of all other commodities, because the equivalent commodity,
gold, now has the character of money. The general form of relative value
has resumed its original shape of simple or isolated relative value. On
the other hand, the expanded expression of rel-
[105]
ative value, the endless series of equations, has now become the form
peculiar to the relative value of the money commodity. The series
itself, too, is now given, and has social recognition in the prices of
actual commodities. We have only to read the quotations of a price-list
backwards, to find the magnitude of the value of money expressed in all
sorts of commodities. But money itself has no price. In order to put it
on an equal footing with all other commodities in this respect, we
should be obliged to equate it to itself as its own equivalent.

^1) The question — Why does not money directly represent labour time, so
that a piece of paper may represent, for instance, x hours' labour, is
at bottom the same as the question why, given the production of
commodities, must products take the form of commodities? This is
evident, since their taking the form of commodities implies their
differentiation into commodities and money. Or, why cannot private
labour — labour for the account of private individuals — be treated as
its opposite, immediate social labour? I have elsewhere examined
thoroughly the Utopian idea of "labour money" in a society founded on
the production of commodities (l. c, p. 61, seq. [see present edition,
Vol. 29, p. 320 seq.]). On this point I will only say further, that
Owen's "labour money",^96 for instance, is no more "money" than a ticket
for the theatre. Owen presupposes directly associated labour, a form of
production that is entirely inconsistent with the production of
commodities. The certificate of labour is merely evidence of the part
taken by the individual in the common labour, and of his right to a
certain portion of the common produce destined for consumption. But it
never enters into Owen's head to presuppose the production of
commodities, and at the same time, by juggling with money, to try to
evade the necessary conditions of that production. [104]
[vol. 35, pp. 104-05]

φετιχισμός του χρήματος (Stephen Shapiro)

Στην απλή μορφή της κυκλοφορίας υπήρχε ένας **φετιχισμός των εμπορευμάτων**, καθώς φαινόταν ότι τα εμπορεύματα αποκτούσαν μια «μορφή ανεξάρτητη από τις αξίες χρήσης τους» και από τους ανθρώπινους παραγωγούς τους. Όμως, σε έναν κόσμο που διέπεται από την αρχή *Χ–Ε–Χ′ (M–C–M′)*, φαίνεται σαν τα εμπορεύματα να αποτελούν το μέσο ανάμεσα στο χρήμα, αντί να συμβαίνει το αντίστροφο, και έτσι μπορούν να παραλειφθούν από τον τύπο. Αυτή η μετατόπιση δημιουργεί την εντύπωση ότι το χρήμα βρίσκεται σε σχέση μόνο με τον εαυτό του και γεννά έναν **φετιχισμό του χρήματος**, σύμφωνα με τον οποίο φαίνεται σαν «το χρήμα να γεννά χρήμα», χωρίς να απαιτείται το ενδιάμεσο κοινωνικό στάδιο της μορφής του εμπορεύματος ή οι άνθρωποι που παράγουν αυτά τα εμπορεύματα.

Αναζητώντας στην κυκλοφορία του χρήματος την πηγή του κέρδους, ο καπιταλιστής δημιουργεί στη συνέχεια έναν **φετιχισμό της αγοράς**, ο οποίος αντιμετωπίζει τη σφαίρα της ανταλλαγής σαν να είναι ένα ζωντανό ον. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, πόσο συχνά οι άνθρωποι μιλούν για το ότι «βγάζουν χρήματα από το χρηματιστήριο», σαν η αξία να προέρχεται από την αγορά και την πώληση και όχι από την παραγωγή και τη χρήση. Ο Μαρξ στρέφεται στην κριτική αυτής της αντίληψης στο επόμενο κεφάλαιο, αλλά ολοκληρώνει το παρόν υποστηρίζοντας ότι ο **Γενικός Τύπος του Κεφαλαίου** είναι *Χ–Ε–Χ′ (M–C–M′)*: χρήμα που χρησιμοποιείται για να παραγάγει κέρδος. 

In the simple form of circulation, there was a fetishism of commodities,
as it seemed that commodities gained a ‘form independent of their
use-values’ and their human producers. But in a world run by the
principle of M–C–M', it seems as if commodities are the medium between
money, rather than the reverse, and can thus be squeezed out of the
formula. This move makes it appear as if money has a relationship only
with itself and it creates a money-fetish in which it seems as if ‘money
begets money’, without the need for the intermediate social stage of the
commodity-form or the humans that create these commodities. By looking
to circulation of currency as the source of profit, the capitalist then
creates a market-fetish, which treats the sphere of exchange as a living
thing. Think, for instance, how frequently people will talk about making
money from the stock market, as if value comes from buying and selling,
rather than making and using. Marx turns to critique this notion in the
next chapter, but ends this one by saying that the General Formula for
Capital is M–C–M' – money used to create profit. 
[Stephen Shapiro, *How to Read Marx’s Capital*, Pluto Press, 2008, p. 59]


Το χρήμα δεν είναι σύμβολο, όπως ακριβώς και η ύπαρξη μιας αξίας χρήσης με τη μορφή εμπορεύματος δεν είναι σύμβολο. Το γεγονός ότι μια κοινωνική σχέση παραγωγής εμφανίζεται ως κάτι που υπάρχει ανεξάρτητα από τα επιμέρους ανθρώπινα άτομα και ότι οι ιδιαίτερες σχέσεις στις οποίες αυτά εισέρχονται κατά την παραγωγή μέσα στην κοινωνία εμφανίζονται ως ειδικές ιδιότητες ενός πράγματος —αυτή η ανεστραμμένη εμφάνιση, αυτή η πεζά πραγματική και καθόλου φανταστική μυστικοποίηση— χαρακτηρίζει όλες τις κοινωνικές μορφές εργασίας που θέτουν την ανταλλακτική αξία. Στο χρήμα αυτή η ανεστραμμένη εμφάνιση εκδηλώνεται απλώς με πιο εντυπωσιακό τρόπο απ’ ό,τι στο εμπόρευμα.

Όπως ακριβώς ο χρόνος εργασίας που περιέχεται στον καφέ, το τσάι, το ψωμί, το κάλικο, εν ολίγοις σε όλα τα εμπορεύματα, εκφράζεται σε λινό ύφασμα, έτσι, αντιστρόφως, η ανταλλακτική αξία του λινού υφάσματος αντανακλάται σε όλα τα άλλα εμπορεύματα που λειτουργούν ως ισοδύναμά του, και ο αντικειμενοποιημένος στο λινό χρόνος εργασίας γίνεται άμεσα καθολικός χρόνος εργασίας, ο οποίος ενσωματώνεται εξίσου σε διαφορετικές ποσότητες όλων των άλλων εμπορευμάτων. Έτσι, το λινό ύφασμα γίνεται το *καθολικό ισοδύναμο* ως συνέπεια της *καθολικής δράσης* όλων των άλλων εμπορευμάτων απέναντί του. Κάθε εμπόρευμα, θεωρούμενο ως ανταλλακτική αξία, γίνεται μέτρο της αξίας όλων των άλλων εμπορευμάτων. Εδώ, αντίθετα, επειδή η ανταλλακτική αξία όλων των εμπορευμάτων μετριέται με ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα, το αποκλεισμένο αυτό εμπόρευμα γίνεται η επαρκής παράσταση της ανταλλακτικής αξίας ως καθολικού ισοδυνάμου. Από την άλλη πλευρά, η άπειρη σειρά ή ο άπειρος αριθμός εξισώσεων στις οποίες εκφραζόταν η ανταλλακτική αξία κάθε εμπορεύματος περιορίζεται τώρα σε μία μόνο εξίσωση δύο όρων. Η εξίσωση *2 λίβρες καφέ = 1 γιάρδα λινού υφάσματος* αποτελεί πλέον μια πλήρη έκφραση της ανταλλακτικής αξίας του καφέ, επειδή σε αυτήν ο καφές εμφανίζεται ως το άμεσο ισοδύναμο μιας καθορισμένης ποσότητας οποιουδήποτε άλλου εμπορεύματος. Συνεπώς, μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής, τα εμπορεύματα υπάρχουν το ένα για το άλλο ή εμφανίζονται το ένα απέναντι στο άλλο ως ανταλλακτικές αξίες με τη μορφή του λινού υφάσματος.

Το γεγονός [288] ότι όλα τα εμπορεύματα σχετίζονται μεταξύ τους ως ανταλλακτικές αξίες, δηλαδή απλώς ως διαφορετικές ποσότητες αντικειμενοποιημένου καθολικού χρόνου εργασίας, εμφανίζεται τώρα με τη μορφή ότι όλες οι ανταλλακτικές αξίες παριστάνουν απλώς διαφορετικές ποσότητες ενός και του αυτού πράγματος, του λινού υφάσματος. Ο καθολικός χρόνος εργασίας εμφανίζεται, επομένως, ως ένα ιδιαίτερο πράγμα, ως ένα εμπόρευμα επιπλέον και χωριστά από όλα τα άλλα εμπορεύματα. Ταυτόχρονα, όμως, η εξίσωση στην οποία ένα εμπόρευμα παριστά την ανταλλακτική αξία ενός άλλου εμπορεύματος, π.χ. *2 λίβρες καφέ = 1 γιάρδα λινού υφάσματος*, πρέπει ακόμη να πραγματοποιηθεί. Μόνο όταν αποξενωθεί ως αξία χρήσης —αποξένωση που εξαρτάται από το αν μπορεί να αποδείξει μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής ότι αποτελεί αντικείμενο που χρειάζεται— μετατρέπεται πραγματικά από τη μορφή του καφέ στη μορφή του λινού υφάσματος και έτσι γίνεται καθολικό ισοδύναμο και εκπροσωπεί πράγματι την ανταλλακτική αξία όλων των άλλων εμπορευμάτων. Από την άλλη πλευρά, επειδή όλα τα εμπορεύματα, ως αποτέλεσμα της αποξένωσής τους ως αξιών χρήσης, μετατρέπονται σε λινό ύφασμα, το λινό γίνεται η μετασχηματισμένη μορφή όλων των άλλων εμπορευμάτων, και μόνο ως αποτέλεσμα αυτού του μετασχηματισμού όλων των άλλων εμπορευμάτων σε λινό γίνεται η άμεση *αντικειμενοποίηση του καθολικού χρόνου εργασίας*, δηλαδή το προϊόν της καθολικής αποξένωσης και της υπέρβασης κάθε ατομικής εργασίας.

Ενώ, λοιπόν, τα εμπορεύματα λαμβάνουν μια διπλή μορφή προκειμένου να παραστήσουν την ανταλλακτική αξία το ένα για το άλλο, το εμπόρευμα που έχει αποσπαστεί ως καθολικό ισοδύναμο αποκτά επίσης μια διπλή αξία χρήσης. Εκτός από την ιδιαίτερη αξία χρήσης του ως μεμονωμένου εμπορεύματος, αποκτά και μια καθολική αξία χρήσης. Αυτή η τελευταία αξία χρήσης αποτελεί και η ίδια μια καθορισμένη μορφή, δηλαδή προκύπτει από τον ειδικό ρόλο που παίζει το εμπόρευμα αυτό ως αποτέλεσμα της καθολικής δράσης που ασκούν επάνω του τα άλλα εμπορεύματα μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής. Η αξία χρήσης κάθε εμπορεύματος, ως αντικειμένου που ικανοποιεί ιδιαίτερες ανάγκες, έχει διαφορετική σημασία σε διαφορετικά χέρια· έχει, για παράδειγμα, μία σημασία για εκείνον που το διαθέτει και άλλη για εκείνον που το αποκτά. Το εμπόρευμα που έχει αποσπαστεί ως καθολικό ισοδύναμο γίνεται τώρα αντικείμενο που ικανοποιεί μια καθολική ανάγκη, η οποία ανακύπτει από την ίδια τη διαδικασία της ανταλλαγής, και έχει την ίδια αξία χρήσης για όλους — εκείνη του φορέα της ανταλλακτικής αξίας ή του καθολικού μέσου ανταλλαγής. Έτσι, η αντίφαση που ενυπάρχει στο εμπόρευμα ως τέτοιο, δηλαδή ότι είναι μια ιδιαίτερη αξία χρήσης και συγχρόνως καθολικό ισοδύναμο, άρα μια αξία χρήσης για όλους ή μια καθολική αξία χρήσης, έχει επιλυθεί στην περίπτωση αυτού του ενός εμπορεύματος.

Ενώ η ανταλλακτική αξία όλων των άλλων εμπορευμάτων παρουσιάζεται κατ’ αρχάς με τη μορφή μιας **ιδεατής εξίσωσης** με το εμπόρευμα που έχει αποσπαστεί, μιας εξίσωσης που πρέπει ακόμη να πραγματοποιηθεί, η αξία χρήσης αυτού του εμπορεύματος, μολονότι πραγματική, φαίνεται μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής να έχει απλώς μια τυπική ύπαρξη, η οποία πρέπει ακόμη να πραγματοποιηθεί μέσω της μετατροπής της σε πραγματικές αξίες χρήσης. Αρχικά, το εμπόρευμα εμφανιζόταν ως εμπόρευμα εν γένει, ως καθολικός χρόνος εργασίας αντικειμενοποιημένος σε μια ιδιαίτερη αξία χρήσης. Μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής, όλα τα εμπορεύματα συγκρίνονται με το ένα αποκλεισμένο εμπόρευμα, το οποίο θεωρείται ως το εμπόρευμα εν γένει, *το* εμπόρευμα, η ενσάρκωση του καθολικού χρόνου εργασίας σε μια ιδιαίτερη αξία χρήσης. Έτσι, ως *ιδιαίτερα* εμπορεύματα αντιπαρατίθενται σε ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα, το οποίο θεωρείται το *καθολικό* εμπόρευμα.

Το γεγονός ότι οι κάτοχοι των εμπορευμάτων αντιμετωπίζουν την εργασία ο ένας του άλλου ως καθολική κοινωνική εργασία εμφανίζεται με τη μορφή ότι αντιμετωπίζουν τα ίδια τους τα εμπορεύματα ως ανταλλακτικές αξίες· και η αμοιβαία σχέση των εμπορευμάτων ως ανταλλακτικών αξιών μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής εμφανίζεται ως η καθολική τους σχέση προς ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα, το οποίο αποτελεί την επαρκή έκφραση της ανταλλακτικής τους αξίας. Αυτό, με τη σειρά του, εμφανίζεται ως η ειδική σχέση αυτού του ιδιαίτερου εμπορεύματος προς όλα τα άλλα εμπορεύματα και, συνεπώς, ως ο ιδιαίτερος, σαν να είχε αναπτυχθεί φυσικά, κοινωνικός χαρακτήρας ενός πράγματος.

Το ιδιαίτερο εμπόρευμα που παριστά έτσι την ανταλλακτική αξία όλων των εμπορευμάτων, δηλαδή την ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων θεωρούμενη ως ένα ιδιαίτερο, αποκλειστικό εμπόρευμα, συνιστά το *χρήμα*. Αποτελεί την κρυστάλλωση της ανταλλακτικής αξίας των εμπορευμάτων και διαμορφώνεται μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής. Έτσι, ενώ μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής τα εμπορεύματα γίνονται *αξίες χρήσης* το ένα για το άλλο, αποβάλλοντας όλες τις καθορισμένες μορφές τους και αντιπαρατιθέμενα μεταξύ τους στην άμεση φυσική τους υπόσταση, πρέπει ταυτόχρονα να προσλάβουν μια νέα καθορισμένη μορφή, να εξελιχθούν σε χρήμα, ώστε να μπορούν να αντιπαρατίθενται μεταξύ τους ως *ανταλλακτικές αξίες*.

Το χρήμα δεν είναι σύμβολο, όπως ακριβώς και η ύπαρξη μιας αξίας χρήσης με τη μορφή εμπορεύματος δεν είναι σύμβολο. Το γεγονός ότι μια κοινωνική σχέση παραγωγής εμφανίζεται ως κάτι που υπάρχει ανεξάρτητα από τα επιμέρους ανθρώπινα άτομα και ότι οι ιδιαίτερες σχέσεις στις οποίες αυτά εισέρχονται κατά την παραγωγή μέσα στην κοινωνία εμφανίζονται ως ειδικές ιδιότητες ενός πράγματος —αυτή η ανεστραμμένη εμφάνιση, αυτή η πεζά πραγματική και καθόλου φανταστική μυστικοποίηση— χαρακτηρίζει όλες τις κοινωνικές μορφές εργασίας που θέτουν την ανταλλακτική αξία. Στο χρήμα αυτή η ανεστραμμένη εμφάνιση εκδηλώνεται απλώς με πιο εντυπωσιακό τρόπο απ’ ό,τι στο εμπόρευμα.
[MECW 29, σσ. 287–289]

Just as the labour time contained in coffee, tea, bread, calico, in
short in all commodities, is expressed in terms of linen, so conversely
the exchange value of linen is reflected in all other commodities which
act as its equivalents, and the labour time objectified in linen becomes
direct universal labour time, which is equally embodied in different
volumes of all other commodities. Linen thus becomes the /universal
equivalent /in consequence of the /universal action /of all other
commodities in relation to it. <nb/>Every commodity considered as exchange
value became a measure of the value of all other commodities. In this
case, on the contrary, because the exchange value of all commodities is
measured in terms of one particular commodity, the excluded commodity
becomes the adequate representation of exchange value as the universal
equivalent. On the other hand, the infinite series or the infinite
number of equations in which the exchange value of each commodity was
expressed is now reduced to a single equation consisting of two terms.
The equation 2 lbs. of coffee = 1 yard of linen is now a comprehensive
expression for the exchange value of coffee, for in this expression it
appears as the direct equivalent to a definite quantity of any other
commodity. Commodities within the exchange process accordingly exist for
one another, or appear to one another, as exchange values in the form of
linen. The fact [288]
that all commodities are related to one another as exchange values, i.e.
simply as different quantities of objectified universal labour time, now
appears in the form that all exchange values represent merely different
quantities of one and the /same /article, linen. Universal labour time
thus appears in turn as a specific thing, as a commodity in addition to
and apart from all other commodities. At the same time, the equation in
which one commodity represents the exchange value of another commodity,
e.g. 2 lbs. of coffee = 1 yard of linen, has still to be realised. Only
by being alienated as a use value—an alienation which depends on whether
it is able to prove in the exchange process that it is a needed
object—is it really converted from the form of coffee into that of
linen, thus becoming a universal equivalent and really representing
exchange value for all other commodities. On the other hand, because as
a result of their alienation as use values all commodities are converted
into linen, linen becomes the converted form of all other commodities,
and only as a result of this transformation of all other commodities
into linen does it become the direct /objectification of universal
labour time, /i.e. the product of universal alienation and of the
supersession of all individual labour. While commodities thus assume a
dual form in order to represent exchange value for one another, the
commodity which has been set apart as universal equivalent acquires a
dual use value. In addition to its particular use value as an individual
commodity it acquires a universal use value. This latter use value is
itself a determinate form, i.e. it arises from the specific role which
this commodity plays as a result of the universal action exerted on it
by the other commodities in the exchange process. The use value of each
commodity as an object which satisfies particular needs has a different
value in different hands, e.g. it has one value for the person who
disposes of it and a different value for the person who acquires it. The
commodity which has been set apart as the universal equivalent is now an
object which satisfies a universal need arising from the exchange
process itself, and has the same use value for everybody—**that of being**
**carrier of exchange value or a universal means of exchange**. Thus the
contradiction inherent in the commodity as such, namely that of being a
particular use value and simultaneously universal equivalent, and hence
a use value for everybody or a universal use value, has been solved in
the case of this one commodity. Whereas now the exchange value of all
other commodities is in the first place presented in the form of an
**ideal equation** with the commodity that has been set apart, an equation
which has still to be realised; [289]
the use value of this commodity, though real, seems in the exchange
process to have merely a formal existence which has still to be realised
by conversion into actual use values. The commodity originally appeared
as commodity in general, as universal labour time objectified in a
particular use value. All commodities are compared in the exchange
process with the one excluded commodity which is regarded as commodity
in general, /the /commodity, the embodiment of universal labour time in
a particular use value. They are therefore as /particular /commodities
opposed to one particular commodity considered as being the /universal
/commodity.^* The fact that commodity owners treat one another's labour
as universal social labour appears in the form of their treating their
own commodities as exchange values; and the interrelation of commodities
as exchange values in the exchange process appears as their universal
relation to a particular commodity as the adequate expression of their
exchange value; this in turn appears as the specific relation of this
particular commodity to all other commodities and hence as the
distinctive, as it were naturally evolved, social character of a thing.
The particular commodity which thus represents the exchange value of all
commodities, that is to say, the exchange value of commodities regarded
as a particular, exclusive commodity, constitutes *money*. It is a
crystallisation of the exchange value of commodities and is formed in
the exchange process. Thus, while in the exchange process commodities
become *use values* for one another by discarding all determinate forms
and confronting one another in their immediate physical aspect, they
must assume a new determinate form, they must evolve money, so as to be
able to confront one another as *exchange values*. Money is not a
symbol, just as the existence of a use value in the form of a commodity
is no symbol. A social relation of production appears as something
existing apart from individual human beings, and the distinctive
relations into which they enter in the course of production in society
appear as the specific properties of a thing—it is this perverted
appearance, this prosaically real, and by no means imaginary,
mystification that is characteristic of all social forms of labour
positing exchange value. This perverted appearance manifests itself
merely in a more striking manner in money than it does in commodities. 
[MECW 29, pp. 287-89]

(For discussions of Marx's derivation of the necessity of money from
the labour theory of value, see Rosdolsky, 1977, Chapters 5 and 6;
Weeks, 1981, Chapter 6; Murray, 1988, Chapter 14; Banaji, 1979; and
Moseley, 1982, pp. 53-66.)
[Moseley 1995: 107]
[[Fred Moseley-1995-Heterodox Economic Theories True or False](Fred_Moseley-1995-Heterodox_Economic_Theories_True_or_False.txt)]


το χρήμα είναι αναγκαίο για την πραγματοποίηση των συναλλαγών, αλλά από μόνο του δεν τις καθιστά δυνατές. Εκείνο που τις καθιστά δυνατές είναι ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας της εργατικής δύναμης από τα μέσα παραγωγής — μια κοινωνική και ταξική σχέση παραγωγής — η οποία επιτρέπει σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων (τους καπιταλιστές) να προσλαμβάνει μια άλλη ομάδα (τους εργάτες) με αντάλλαγμα έναν μισθό.

Υπό τις γενικότερες δυνατές συνθήκες, και ανεξάρτητα από το εμπόρευμα που παράγεται, οι βιομηχανικοί καπιταλιστές προκαταβάλλουν χρηματικό κεφάλαιο (Χ) προκειμένου να αγοράσουν εισροές εμπορευμάτων (Ε), συμπεριλαμβανομένων της εργατικής δύναμης (ΕΔ) και των μέσων παραγωγής (ΜΠ). Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν είναι το χρήμα ως χρήμα (δηλαδή το χρήμα στη λειτουργία του ως μέσο κυκλοφορίας ή πληρωμής) εκείνο που λειτουργεί ως κεφάλαιο στο παραπάνω κύκλωμα. Αντίθετα, **το χρήμα είναι αναγκαίο για την πραγματοποίηση των συναλλαγών, αλλά από μόνο του δεν τις καθιστά δυνατές. Εκείνο που τις καθιστά δυνατές είναι ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας της εργατικής δύναμης από τα μέσα παραγωγής — μια κοινωνική και ταξική σχέση παραγωγής — η οποία επιτρέπει σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων (τους καπιταλιστές) να προσλαμβάνει μια άλλη ομάδα (τους εργάτες) με αντάλλαγμα έναν μισθό.** Αυτό μπορεί να καταστεί σαφέστερο αν διαχωρίσουμε ρητά τα μέσα παραγωγής και την εργατική δύναμη στο κύκλωμα του κεφαλαίου:

*Χ – Ε [ΜΠ / ΕΔ] … Π … Ε΄ – Χ΄* [FSF-MC, 52]

Under the most general circumstances, and regardless of the commodity
produced, the industrial capitalists advance money capital (/M/) in
order to purchase commodity inputs (/C/), including labour power (/LP/)
and means of production (/MP/). It should be realised that it is not
money as money (money in its function as means of circulation or
payment) that operates as capital in the above circuit. Quite the
opposite. **Money is necessary for the transactions but does not in itself**
**make them possible. It is the separation in ownership of labour power**
**from the means of production - a social and class relation of production**
**- that allows a definite group of people (the capitalists) to hire**
**others (the workers) in exchange for a wage.** This can be stressed by
explicitly separating the means of production and labour power in the
circuit of capital:

/M - C [MP / LP] … P … C' - M'/ 

[Ben Fine and Alfredo Saad-Filho, Marx's Capital, 2004, p. 52]

(1) Το χρήμα μπορεί να μετατραπεί στις συνθήκες παραγωγής και ήδη, όπως είναι από μόνο του, αποτελεί απλώς μια αφηρημένη έκφραση των συνθηκών παραγωγής, της ύπαρξής τους ως αξίες, και (2) τα αντικειμενικά στοιχεία του πλούτου καθαυτά κατέχουν την ιδιότητά τους να είναι κεφάλαιο, επειδή η αντίθεσή τους —η μισθωτή εργασία— η οποία είναι αυτή που τα καθιστά κεφάλαιο, είναι παρούσα ως θεμέλιο της κοινωνικής παραγωγής.

(1) Το χρήμα μπορεί να μετατραπεί στις συνθήκες παραγωγής και ήδη, όπως είναι από μόνο του, αποτελεί απλώς μια αφηρημένη έκφραση των συνθηκών παραγωγής, της ύπαρξής τους ως *αξίες*, και (2) τα αντικειμενικά στοιχεία του πλούτου καθαυτά κατέχουν την ιδιότητά τους να είναι *κεφάλαιο*, επειδή η αντίθεσή τους —η *μισθωτή εργασία*— η οποία είναι αυτή που τα καθιστά κεφάλαιο, είναι παρούσα ως θεμέλιο της κοινωνικής παραγωγής.

(1) money can be transformed into the conditions of production, and is
already, just as it is, simply an abstract expression of the conditions
of production, their existence as /value/, and (2) the objective
elements of wealth in themselves possess their property of being
/capital /because their antithesis – wage-labour – which makes them
capital is present as the basis of social production.

[Karl Marx, Economic Manuscript of 1864-1865, 2016: 460] 

Με βάση την καπιταλιστική παραγωγή, το χρήμα. . . μετατρέπεται από μια δεδομένη, σταθερή αξία σε μια αυτοαξιοποιούμενη αξία ικανή να αυξηθεί. Παράγει κέρδος, δηλ. δίνει τη δυνατότητα στον καπιταλιστή να εξάγει και να οικειοποιηθεί για τον εαυτό του μια ορισμένη ποσότητα απλήρωτης εργασίας, πλεόνασμα και υπεραξία.

Με βάση την καπιταλιστική παραγωγή, το χρήμα. . . μετατρέπεται από μια
δεδομένη, σταθερή αξία σε μια αυτοαξιοποιούμενη αξία ικανή να αυξηθεί. Παράγει κέρδος, δηλ. δίνει τη δυνατότητα στον καπιταλιστή να εξάγει και
να οικειοποιηθεί για τον εαυτό του μια ορισμένη ποσότητα απλήρωτης εργασίας, πλεόνασμα
και υπεραξία. Με αυτόν τον τρόπο, το χρήμα λαμβάνει, εκτός από την
αξία χρήσης που κατέχει ως χρήμα, μια πρόσθετη αξία χρήσης, δηλαδή
την ικανότητα να λειτουργεί ως κεφάλαιο . . . γίνεται εμπόρευμα.

On the basis of capitalist production, money . . . is turned from a
given, fixed value into a self- valorizing value capable of increasing
itself. It produces profit, i.e. it enables the capitalist to extract and
appropriate for himself a certain quantity of unpaid labour, surplus
product and surplus value. In this way, the money receives, besides the
use- value which it possesses as money, an additional use- value, namely
the ability to function as capital . . . it becomes a commodity.

([1894] 1993. /Capital/, /Volume III/. London: Penguin. Marx, Karl: 459)
[Alan Freeman - Value and Class in Matt Vidal (ed.), Tony Smith (ed.), Tomás Rotta (ed.), Paul Prew (ed.) The Oxford Handbook of Karl Marx, 2019, σ. 165]

 

Επιτυχής ανταλλαγή με χρήμα (πώληση στην αναμενόμενη τιμή) ισοδυναμεί με την «πραγμάτωση» της αξίας (την αναγνώριση της ιδιωτικής εργασίας ως μέρος της συνολικής εργασιακής προσπάθειας της κοινωνίας).

Σύμφωνα με την αρχική ιδέα, το χρήμα είναι η περισσότερο
ορατή και απτή έκφραση ενός οικονομικού συστήματος που
χαρακτηρίζεται από κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και ιδιωτική, ανεξάρτητη
παραγωγή. Η ανάγκη για χρήμα, ως μορφή αξίας, προκύπτει από την ανάγκη
έκφρασης και επικύρωσης των προϊόντων της ιδιωτικής εργασίας ως προϊόντα της
κοινωνικής εργασίας: οι αξίες των εμπορευμάτων μπορούν να εκφραστούν με έναν
κοινωνικά έγκυρο τρόπο μόνο στη συσχέτιση τους με το εμπόρευμα που εξυπηρετεί
ως το «καθολικό ισοδύναμο». Επιτυχής ανταλλαγή με χρήμα
(πώληση στην αναμενόμενη τιμή) ισοδυναμεί με την «πραγμάτωση» της αξίας
(την αναγνώριση της ιδιωτικής εργασίας ως μέρος της συνολικής εργασιακής προσπάθειας της κοινωνίας).

According to the original concept, money is the most
visible and tangible expression of an economic system that is
characterized by a social division of labour and private, independent
production. The need for money, as a value form, results from the need
to express and validate the products of private labour as products of
social labour: the values of commodities can be expressed in a
socially valid way only in relating them to the commodity that serves
as the 'universal equivalent'. Successful exchange against money
(selling for the expected price) amounts to the 'realization' of value
(the recognition of private labour as part of society's total work effort).

[Heiner Ganssmann - The Emergence of Credit Money in *Marxian Economics: A Reappraisal Essays on Volume III of /Capital/ Volume 1: Method, Value and Money*, Edited by Riccardo Bellofiore, Macmillan Press, 1998, σσ. 148-9]

 

Η λειτουργία του χρήματος είναι επομένως σαφής: λειτουργεί ως ο κοινωνικός σύνδεσμος για εργασίες που ξοδεύονται ανεξάρτητα η μία από την άλλη, χωρίς κοινωνικό συντονισμό.

Η λειτουργία του χρήματος είναι επομένως σαφής: λειτουργεί ως ο κοινωνικός σύνδεσμος για
εργασίες που ξοδεύονται ανεξάρτητα η μία από την άλλη, χωρίς κοινωνικό
συντονισμό. Το χρήμα ρυθμίζει την παραγωγή, *post factum*. Το χρήμα είναι, με
τα λόγια του ίδιου του Μαρξ, η κοινότητα (μια έμμεση, *αφηρημένη* κοινότητα) που
φαίνεται να λείπει σε μια κοινωνία που βασίζεται στο εμπόριο και την ιδιωτική
ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Οι παραγωγοί συναντιούνται ως ιδιοκτήτες και

> υπάρχουν ο ένας για τον άλλο μόνο ως αντικείμενα των χρηματικών τους σχέσεων· για
όλους τους, αυτή η συνθήκη μετατρέπει την κοινότητά τους σε κάτι που είναι
εξωτερικό, και κατά συνέπεια, τυχαίο... Αφού δεν είναι
υποταγμένοι σε μια κοινότητα..., η τελευταία πρέπει να τους αντιμετωπίσει ως κάτι
που είναι υλικό, εξίσου ανεξάρτητο, εξωτερικό και τυχαίο. Αυτή είναι
ακριβώς η συνθήκη που θα τους επιτρέψει, ως ιδιωτικά, ανεξάρτητα
πρόσωπα, να εμπλακούν, ταυτόχρονα, σε ένα κοινωνικό σύνολο (Marx,
1858, σσ. 217-18).

Είναι πλέον προφανές ότι -- αντίθετα με ό,τι νόμιζε ο Μαρξ -- αυτή
η «κοινωνιολογική» προσέγγιση έρχεται σε αντίθεση με την παραδοσιακή
ερμηνεία του *Κεφαλαίου*. Το πιο εντυπωσιακό γνώρισμά της είναι η αντιστροφή
της αφαίρεσης αξίας και χρήματος. Εάν, στην παραδοσιακή προσέγγιση,
το χρήμα προφανώς συνάγεται από τις έννοιες της αφηρημένης εργασίας και
αξίας (αλλά στην πραγματικότητα είναι περιττή και εξαφανίζεται σε αξία) στην προσέγγιση
που μόλις αναφέρθηκε, η αφηρημένη εργασία και η αξία συνάγονται από την έννοια
του χρήματος (και πράγματι η αξία είναι περιττή και εξαφανίζεται σε χρήμα). Αυτό είναι
ένας επαρκής λόγος για τον οποίο, κατά τη γνώμη μου, οι δύο γραμμές σκέψης που μέχρι τώρα
απεικονίζονται δεν μπορούν να διατηρηθούν μαζί.

The function of money is thus clear: it acts as the social link for
labours expended independently of each other, without social
coordination. Money regulates production, /post factum. /Money is, in
Marx's own words, the community (an indirect, /abstract /community) that
seems to be lacking in a society based on trade and the private
ownership of means of production. Producers meet as owners and

> exist for each other only as objects of their monetary relations; for
all of them, this condition makes their community into something that is
external, and consequently, accidental... Since they are not
subordinated to a community..., the latter must face them as something
that is material, equally independent, external and fortuitous. This is
precisely the condition that will enable them, as private, independent
persons, to be implicated, at the same time, in a social whole (Marx,
1858, pp. 217-18). 

It is now obvious that - contrary to what Marx thought - this
'sociological' approach is at variance with the traditional
interpretation of /Capital. /Its most striking feature is the inversion
of the deduction of value and money. If, in the traditional approach,
money is apparently deduced from the concepts of abstract labour and
value (but in fact is redundant and vanishes into value) in the approach
just mentioned, abstract labour and value are deduced from the concept
of money (and indeed value is redundant and vanishes in money). This is
a sufficient reason why, in my opinion, the two lines of thought so far
depicted cannot be maintained together.

[Gilbert Faccarello - Some Reflections on Marx's Theory of Value in *Marxian Economics: A Reappraisal Essays on Volume III of /Capital/ Volume 1: Method, Value and Money*, Edited by Riccardo Bellofiore, Macmillan Press, 1998, σ. 36]


Η δύναμη του κεφαλαίου δεν βρίσκεται στο χρήμα, αφού το χρήμα είναι κοινωνική σύμβαση που δεν έχει περισσότερη «δύναμη» από όσο οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να του παραχωρήσουν. Όταν οι άνθρωποι αρνούνται να πουλήσουν την εργασία τους, το χρήμα δεν μπορεί να επιτελέσει ούτε τις απλούστερες εργασίες, γιατί το χρήμα δεν «εργάζεται».

Η δύναμη του κεφαλαίου δεν βρίσκεται στο χρήμα, αφού το χρήμα είναι κοινωνική
σύμβαση που δεν έχει περισσότερη «δύναμη» από όσο οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να του παραχωρήσουν.
Όταν οι άνθρωποι αρνούνται να πουλήσουν την εργασία τους, το χρήμα δεν μπορεί να επιτελέσει ούτε τις
απλούστερες εργασίες, γιατί το χρήμα δεν «εργάζεται».

The power of Capital does not reside in money, since money is a social
convention which has no more "power" than men are willing to grant it;
when men refuse to sell their labor, money cannot perform even the
simplest tasks, because money does not "work."

[FREDY PERLMAN - The Reproduction of Daily Life in *The Subtle Anatomy of Capitalism*, edited by JESSE SCHWARTZ, San Diego State University, GOODYEAR PUBLISHING COMPANY, INC., Santa Monica, California, 1977, σ. 64] 

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Simon Clarke - Το χρήμα ως κοινωνική σχέση

### Το χρήμα ως κοινωνική σχέση

[Simon Clarke, *Marx, Marginalism and Modern Sociology/ From Adam Smith to Max Weber*, Macmillan Publishers, 1991, 104-108]

Η κλασική πολιτική οικονομία απέτυχε να διαπεράσει τον φετιχισμό των εμπορευμάτων και, ως εκ τούτου, δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τον ειδικό χαρακτήρα της ανταλλαγής ως μορφής της κοινωνικής σχέσης της εμπορευματικής παραγωγής. Αυτή η αδυναμία βρίσκεται στη βάση της αποτυχίας της να κατανοήσει το χρήμα ως μορφή κοινωνικής σχέσης.

Για την κλασική πολιτική οικονομία, η σχέση ανταλλαγής ήταν κατ’ ουσίαν συμμετρική. Τα δύο μέρη της ανταλλαγής διέθεταν από ένα εμπόρευμα που το επιθυμούσε το άλλο μέρος. Έτσι, το καθένα μπορούσε να ικανοποιήσει τις ανάγκες του ανταλλάσσοντας εμπορεύματα, ενώ η αναλογία με την οποία αυτά ανταλλάσσονταν καθοριζόταν από την ποσότητα του χρόνου εργασίας που είχε δαπανήσει το καθένα για την απόκτηση των αντίστοιχων εμπορευμάτων. Εδώ λάμβαναν χώρα δύο ανταλλαγές: από τη μία πλευρά, ένα είδος αξίας χρήσης ανταλλασσόταν με ένα άλλο, και αυτή ήταν η *μορφή* της ανταλλαγής· από την άλλη, μία ιδιωτική εργασία ανταλλασσόταν με μία άλλη, και αυτό αποτελούσε τον ποσοτικό προσδιορισμό, το *περιεχόμενο*, της ανταλλαγής. Η κλασική πολιτική οικονομία θεμελιωνόταν σε αυτή την εικόνα της ανταλλαγής ως μιας κατ’ ουσίαν *ιδιωτικής* σχέσης αντιπραγματισμού μεταξύ *ατόμων*. Το ανεπτυγμένο σύστημα ανταλλαγής που συναντάμε στην καπιταλιστική κοινωνία θεωρείται απλώς ως γενίκευση αυτής της στοιχειώδους ιδιωτικής ανταλλαγής σε είδος, στην οποία το χρήμα έχει εισαχθεί ως τεχνικό μέσο για να διευκολύνει τον συντονισμό των αναγκών.

Για τον Μαρξ, αυτό το μοντέλο της ανταλλαγής ήταν ανοησία. Όταν απομονωμένα άτομα πραγματοποιούν περιστασιακές ανταλλαγές, όπως στην παραβολή της κλασικής πολιτικής οικονομίας, δεν υπάρχει κανένας λόγος οι αναλογίες ανταλλαγής να αντιστοιχούν στην ποσότητα εργασίας που ενσωματώνεται στα συγκεκριμένα εμπορεύματα, διότι μόνο μέσα σε ένα ανταγωνιστικό σύστημα ανταλλαγής υπάρχει τάση οι αναλογίες ανταλλαγής να αποκτούν έναν τέτοιο ποσοτικό προσδιορισμό. Ωστόσο, μέσα σε οποιοδήποτε *σύστημα* ανταλλαγής,

> το ιδιωτικό συμφέρον είναι ήδη ένα κοινωνικά προσδιορισμένο συμφέρον, το οποίο μπορεί να πραγματωθεί μόνο μέσα στους όρους που θέτει η κοινωνία και με τα μέσα που αυτή παρέχει· συνεπώς, είναι δεσμευμένο με την αναπαραγωγή αυτών των όρων και αυτών των μέσων. Είναι το συμφέρον ιδιωτών· αλλά το *περιεχόμενό* του, καθώς και η *μορφή* και τα μέσα της πραγματοποίησής του, δίνονται από κοινωνικές συνθήκες ανεξάρτητες από όλους. (*Grundrisse*, σ. 156, έμφαση SC)

Σε κάθε ανεπτυγμένο σύστημα ανταλλαγής, η σχέση ανταλλαγής δεν συνίσταται σε δύο χωριστές ανταλλαγές —αξιών χρήσης από τη μία πλευρά και χρόνων εργασίας (αξιών) από την άλλη. Αντίθετα, πρόκειται για μία ενιαία {105} αλλά ασύμμετρη ανταλλαγή. Αν φέρω ένα εμπόρευμα στην αγορά, δεν με ενδιαφέρει η αξία χρήσης του, αλλά μόνο η αξία του· για μένα, το εμπόρευμα αποτελεί μέσο για την απόκτηση άλλων εμπορευμάτων. Από την άλλη πλευρά, πραγματοποιώντας την ανταλλαγή, επιδιώκω να ανταλλάξω το εμπόρευμά μου, το οποίο δεν μου είναι χρήσιμο, με ένα άλλο εμπόρευμα που μπορώ να χρησιμοποιήσω. Το άλλο εμπόρευμα υπάρχει, επομένως, για μένα ως δυνητική αξία χρήσης. Έτσι, στη διαδικασία της ανταλλαγής επιδιώκω να πραγματοποιήσω το εμπόρευμά μου ως αξία, ώστε να αποκτήσω ένα άλλο εμπόρευμα που μπορεί να χρησιμεύσει ως αξία χρήσης για μένα.

Όλη η ουσία του συστήματος ανταλλαγής είναι ότι δεν συντονίζει, όπως στην κλασική παραβολή, τις ανάγκες μεταξύ τους μέσω της άμεσης ανταλλαγής αξιών χρήσης. Οι ανάγκες σχετίζονται μεταξύ τους με έναν αλλοτριωμένο τρόπο, μόνο μέσω της διαμεσολάβησης της αξίας. Έτσι, ακόμη και μέσα στην άμεση ανταλλαγή εμπορευμάτων υπάρχει μια θεμελιώδης ασυμμετρία, η οποία ήδη εμπεριέχει τη δυνατότητα η ανταλλαγή να μην αποδειχθεί τόσο αρμονική όσο θα μας έκανε να πιστεύουμε η κλασική παραβολή.

Μόλις απομακρυνθούμε από την κλασική παραβολή και εξετάσουμε την ανταλλαγή ως κοινωνική διαδικασία, γίνεται φανερό ότι η διαδικασία της ανταλλαγής, ακόμη και στην απλούστερη μορφή της, δεν μπορεί να αναχθεί στη μεμονωμένη ανταλλαγή ενός εμπορεύματος με ένα άλλο. Όταν φέρνω ένα εμπόρευμα στην αγορά, φέρνω το προϊόν μιας ορισμένης ποσότητας συγκεκριμένης εργασίας, την οποία επιδιώκω να ανταλλάξω. Ελπίζω ότι, ανταλλάσσοντας το εμπόρευμά μου, θα αποζημιωθώ για την ποσότητα εργασίας που πραγματικά δαπάνησα. Με άλλα λόγια, επιδιώκω να παρουσιάσω το εμπόρευμά μου ως ενσάρκωση της αφηρημένης, κοινωνικά αναγκαίας εργασιακής δαπάνης και όχι απλώς ως προϊόν της δικής μου ιδιαίτερης συγκεκριμένης εργασίας. Αυτό είναι το κλειδί για την κατανόηση του χρήματος.

Επιδιώκοντας να πραγματοποιήσω μια ανταλλαγή, στην οποία ένα άλλο εμπόρευμα θα λειτουργήσει ως ισοδύναμο του δικού μου, δεν θα λάβω υπόψη την ποσότητα της συγκεκριμένης εργασίας που πράγματι ενσωματώνεται σε εκείνο το εμπόρευμα. Θα το θεωρήσω ως ενσάρκωση αφηρημένης εργασίας, ως ενσάρκωση κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας. Δεν θα επηρεαστώ από το γεγονός ότι ο παραγωγός του άλλου εμπορεύματος χρειάστηκε στην πραγματικότητα πολύ περισσότερο χρόνο από τον κοινωνικά αναγκαίο, διότι, από τη στιγμή που το εμπόρευμα εισέρχεται στην αγορά, το ισοδύναμο αποσπάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες της παραγωγής του.

Η εξέταση της ανταλλαγής ως κοινωνικής σχέσης καθιστά σαφές ότι το εμπόρευμα που λειτουργεί ως ισοδύναμο του δικού μου δεν εμφανίζεται στη σχέση ανταλλαγής ως ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα, αλλά εκπροσωπεί τον κοινωνικό κόσμο των εμπορευμάτων μέσα στον οποίο το δικό μου εμπόρευμα {106} πρέπει να διαδραματίσει τον ρόλο του. Έτσι, το ισοδύναμο εμπόρευμα εμφανίζεται στη σχέση ανταλλαγής ως ενσάρκωση της αφηρημένης εργασίας, ως τμήμα της εργασίας της κοινωνίας στο σύνολό της, και το δικό μου εμπόρευμα επιδιώκει να εκφράσει την αξία του στη φυσική μορφή του ισοδυνάμου.

Μόνο μέσα στη σχέση ανταλλαγής, όπου το άλλο εμπόρευμα λειτουργεί ως ισοδύναμο, αποκτά αυτό την εν λόγω κοινωνική δύναμη. Έξω από αυτή τη σχέση και τον ρόλο του ως ισοδυνάμου, δεν είναι παρά ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα. Το συμπέρασμα της ανάλυσης του Μαρξ για τη μορφή του ισοδυνάμου είναι ότι οποιοδήποτε εμπόρευμα μπορεί να λειτουργήσει ως ισοδύναμο και ότι το χρήμα είναι πράγματι απλώς ένα εμπόρευμα όπως κάθε άλλο. Ωστόσο, οι ιδιότητες που αποδίδονται στο χρήμα ως γενικό ισοδύναμο, ως ενσάρκωση της ανθρώπινης εργασίας στην αφηρημένη της μορφή, δεν είναι εγγενείς στο χρήμα ως ιδιαίτερο εμπόρευμα. Είναι ιδιότητες που απορρέουν από τον κοινωνικό του ρόλο ως ισοδυνάμου, δηλαδή από τις ιδιότητες της ίδιας της μορφής του ισοδυνάμου.

Αν εξετάσουμε το χρήμα απομονωμένο από τη μορφή της ανταλλαγής, καταλήγουμε στα σφάλματα των πολιτικών οικονομολόγων. Οι μερκαντιλιστές πίστευαν ότι ο χρυσός ενσωμάτωνε την αξία καθαυτήν. Για αυτούς, επομένως, η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος καθοριζόταν αποκλειστικά στην αγορά από τη σχέση που διαμορφωνόταν μεταξύ του συγκεκριμένου εμπορεύματος και του χρήματος ως της ουσίας της αξίας· η αξία ενός εμπορεύματος ήταν το χρηματικό ποσό με το οποίο μπορούσε να ανταλλαγεί. Η κλασική πολιτική οικονομία χλεύασε αυτή τη νομισματική δεισιδαιμονία, επισήμανε ότι ο χρυσός είναι ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα και υποστήριξε ότι η ανταλλακτική αξία δεν είναι παρά η αναλογία μεταξύ των αξιών δύο ιδιαίτερων εμπορευμάτων, από τα οποία το ένα, για λόγους ευκολίας, τυχαίνει να είναι ο χρυσός. Για τον μονεταρισμό και τον μερκαντιλισμό, η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος ήταν η τυχαία σχέση που διαμορφωνόταν στην αγορά. Για την κλασική σχολή, αντίθετα, η αξία ήταν ενυπάρχουσα στο εμπόρευμα, ενώ η αγορά αποτελούσε απλώς το πεδίο μέσα στο οποίο η αξία εκδηλωνόταν.

Ο Μαρξ επέμενε ότι καμία από αυτές τις αντιλήψεις για την ανταλλαγή, και συνεπώς για το χρήμα, δεν ήταν επαρκής. Η κλασική πολιτική οικονομία είχε δίκιο όταν επισήμαινε ότι το χρηματικό εμπόρευμα είναι ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα. Όμως οι μονεταριστές είχαν δίκιο όταν παρατηρούσαν ότι, μέσα στην ανταλλαγή, το χρήμα δεν εμφανίζεται ως ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα, αλλά ως το καθολικό ισοδύναμο, ως η ενσάρκωση της αξίας. Αυτό το παράδοξο επιλύεται όταν αντιληφθούμε ότι το χρήμα αποκτά τις δυνάμεις του όχι χάρη στις δικές του ιδιότητες, αλλά εξαιτίας του κοινωνικού του ρόλου μέσα στο σύστημα της ανταλλαγής. Μόνο με τη λειτουργία του ως γενικού ισοδυνάμου αποκτά το χρήμα τη δύναμή του ως ενσάρκωση της αξίας. Η δύναμη αυτή μπορεί, επομένως, να είναι μόνο κοινωνική δύναμη· η σχέση του εμπορεύματος προς το χρήμα μπορεί να {107} εκφράζει μόνο μια κοινωνική σχέση, και η ανάπτυξη του χρήματος είναι αποτέλεσμα της ανάπτυξης των κοινωνικών σχέσεων της εμπορευματικής παραγωγής.

Η κοινωνική σχέση που εκφράζεται στη μορφή του χρήματος είναι η σχέση ανάμεσα στην εργασία του ατόμου και στην εργασία της κοινωνίας. Υποβάλλοντας το εμπόρευμα στη δοκιμασία της αγοράς, η ιδιωτική εργασία υποβάλλεται στη δοκιμασία της κοινωνικής της χρησιμότητας και της κοινωνικής της αναγκαιότητας και επιδιώκει να αναγνωριστεί ως αφηρημένη, κοινωνική εργασία. Μέσα σε αυτή τη σχέση δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η ατομική εργασία θα επικυρωθεί με αυτόν τον τρόπο· συνεπώς, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ούτε ότι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας θα αντιστοιχεί στον χρόνο που πράγματι δαπανήθηκε ούτε ότι η εργασία θα αποδειχθεί κοινωνικά χρήσιμη ανταποκρινόμενη στην κοινωνική ανάγκη, όπως αυτή εκφράζεται στην αγορά. Μόνο μέσω της συστηματικής απόκλισης των τιμών από τις αξίες και των αξιών από τους χρόνους εργασίας που ενσωματώνονται στα επιμέρους εμπορεύματα επιτυγχάνεται η κοινωνική ρύθμιση της παραγωγής σε μια κοινωνία παραγωγής εμπορευμάτων. Η απόκλιση μεταξύ τιμής και αξίας, την οποία η κλασική πολιτική οικονομία αντιμετώπιζε ως τυχαία και ασήμαντη, αποτελεί επομένως αναγκαίο χαρακτηριστικό του αλλοτριωμένου χαρακτήρα της εμπορευματικής παραγωγής.

Οι τυπικές αφαιρέσεις της πολιτικής οικονομίας, που την οδηγούν να αντιμετωπίζει το χρήμα απλώς ως τεχνικό μέσο, αποκρύπτουν το αντιφατικό θεμέλιο μιας κοινωνίας παραγωγής εμπορευμάτων, το οποίο αποτελεί την πηγή των κρίσεων που διακόπτουν την καπιταλιστική ανάπτυξη. Για την πολιτική οικονομία, η οποία εξετάζει την παραγωγή αφαιρώντας την από την κοινωνική της μορφή, τα μόνα εμπόδια στην απεριόριστη επέκταση της παραγωγής είναι τα φυσικά εμπόδια, και ειδικότερα το όριο που θέτει η μαλθουσιανή σχέση ανάμεσα στη φυσική αύξηση του πληθυσμού και στη γονιμότητα του εδάφους. Αντίθετα, η ανταλλαγή, η οποία ανάγεται σε μια καθαρά τυπική συναλλαγή, θεωρείται εντελώς απροβλημάτιστη. Η κλασική πολιτική οικονομία μπορούσε έτσι μόνο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι περιοδικές κρίσεις είναι τυχαία και παράλογα φαινόμενα, εκφράσεις της ανθρώπινης ατέλειας, αντί να αναγνωρίσει ότι αποτελούν εκδήλωση της κανονικής λειτουργίας μιας αλλοτριωμένης και παράλογης μορφής κοινωνικής παραγωγής.

Μόνο όταν η ανταλλαγή θεωρηθεί ως ιδιαίτερη στιγμή των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής καθίσταται προβληματική η ανταλλαγή του εμπορεύματος με χρήμα. Σε μια υποθετική κοινωνία μικρών εμπορευματοπαραγωγών, όπου η ανταλλαγή εμπορευμάτων είναι ανταλλαγή πραγμάτων μεταξύ ατόμων που επιδιώκουν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους, οι τιμές μπορούν να αυξάνονται και να μειώνονται ως αποτέλεσμα τυχαίων διαταραχών στη σχέση προσφοράς και ζήτησης. Ωστόσο, σε μια καπιταλιστική κοινωνία, η οποία είναι ο μοναδικός τύπος κοινωνίας όπου η εμπορευματική παραγωγή {108} υπάρχει στην ανεπτυγμένη της μορφή, η ανταλλαγή δεν συντονίζει πλέον την κοινωνική παραγωγή με τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά περιλαμβάνει, αφενός, καπιταλιστές που επιδιώκουν να παράγουν και να αναπαράγουν κεφάλαιο και υπεραξία και, αφετέρου, εργάτες που επιδιώκουν να αναπαραγάγουν την ύπαρξή τους πουλώντας την εργατική τους δύναμη ως εμπόρευμα, ώστε να μπορούν να αγοράζουν από τους καπιταλιστές τα μέσα συντήρησής τους.

Η κατάρρευση της ανταλλαγής δεν αποτελεί απλώς μια επιφανειακή διαταραχή στις σχέσεις μεταξύ των παραγωγών και των καταναλωτών πραγμάτων, αλλά μια εγγενή όψη της ρύθμισης της κοινωνικής παραγωγής. Ανακύπτει εξαιτίας του αντιφατικού θεμελίου πάνω στο οποίο οικοδομείται αυτή η κοινωνία: τα πράγματα παράγονται και ανταλλάσσονται μόνο στον βαθμό που μπορούν να διαδραματίσουν τον ρόλο τους στην παραγωγή υπεραξίας και στην αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Μια κρίση, επομένως, δεν είναι απλώς ένα οικονομικό φαινόμενο· είναι μια διακοπή στην αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας. Τελικά, είναι ακριβώς η παραμέληση της μορφής του εμπορεύματος που εμποδίζει την κλασική πολιτική οικονομία να αποκαλύψει τις αντιφάσεις που ενυπάρχουν στη μορφή της αξίας και οι οποίες κορυφώνονται στις κρίσεις:

> Αν ο Ρικάρντο θεωρεί ότι η μορφή του *εμπορεύματος* δεν κάνει καμία διαφορά στο προϊόν και, επιπλέον, ότι η κυκλοφορία των εμπορευμάτων διαφέρει από τον αντιπραγματισμό μόνο τυπικά, ότι, σε αυτό το πλαίσιο, η ανταλλακτική αξία είναι απλώς μια παροδική μορφή της ανταλλαγής πραγμάτων και ότι, επομένως, το χρήμα δεν είναι παρά ένα τυπικό μέσο κυκλοφορίας — τότε αυτό βρίσκεται πράγματι σε πλήρη συμφωνία με τη βασική του παραδοχή ότι ο αστικός τρόπος παραγωγής είναι ο απόλυτος τρόπος παραγωγής, δηλαδή ένας τρόπος παραγωγής χωρίς κανένα καθορισμένο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, του οποίου τα διακριτικά γνωρίσματα είναι καθαρά τυπικά. Δεν μπορεί, συνεπώς, να παραδεχθεί ότι ο αστικός τρόπος παραγωγής εμπεριέχει μέσα του έναν φραγμό στην ελεύθερη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, έναν φραγμό που αναδύεται στην επιφάνεια κατά τις κρίσεις. (*Θεωρίες για την Υπεραξία*, τόμ. II, σσ. 527–528· πρβλ. τόμ. III, σσ. 54–55.)
----
### Money as a social relation

{104} Classical political economy failed to penetrate the fetishism of
commodities and so it was unable to identify the specific character of
exchange as a form of the social relation of commodity production. This
underlies the failure of classical political economy to understand money
as a form of social relation.

For classical political economy the exchange relation was essentially
symmetrical. The two parties to an exchange each had commodities that
were wanted by the other. Each could therefore satisfy his or her needs
by exchanging commodities, and the rate at which they exchanged was
determined by the amount of labour-time each had spent on acquiring the
given commodities. Here a double exchange took place: on the one hand,
one kind of use-value was exchanged for another, and this was the /
form /of exchange; on the other hand, one private labour was exchanged
for another, and this was the quantitative determination, the /
content, /of exchange. Classical political economy was based on this
picture of exchange as an essentially /private /relation of barter
between /individuals. /The developed system of exchange found in a
capitalist society is simply a generalisation of this elementary private
barter, into which money has been introduced as a technical instrument
to facilitate the coordination of needs.

For Marx this model of exchange was nonsense. Where isolated individuals
made occasional exchanges, as in the parable of classical political
economy, there was no reason why exchange ratios should correspond to
the quantity of labour embodied in the particular commodities, for it
was only within a competitive system of exchange that there was a
tendency for exchange ratios to achieve such a quantitative determinacy.
But within any /system /of exchange the

> private interest is itself already a socially determined interest, which
can be achieved only within the conditions laid down by society and with
the means provided by society; hence it is bound to the reproduction of
these conditions and means. It is the interest of private persons; but
its /content /as well as the /form /and means of its realisation, is
given by social conditions independently of all. /(Grundrisse, /p. 156,
my emphasis)

In any developed system of exchange the exchange relation does not
comprise two separate exchanges, of use-values, on the one hand, and of
labour-time (values), on the other. Rather there is a single
{105} but asymmetrical exchange. If I bring a commodity to market I am not
concerned with the use-value of the commodity, but only with its value:
for me the commodity is a means of acquiring other commodities. On the
other hand, in making an exchange I seek to trade my commodity, which
has no use for me, for another commodity which I can use. The other
commodity therefore exists for me as a potential use-value. Thus in the
process of exchange I seek to realise my commodity as a value in order
to acquire another commodity which can serve as a use-value for me. The
whole point of the system of exchange is that it does not, as in the
classical parable, co-ordinate needs with one another through the direct
exchange of use-values. Needs are related in an alienated form, only
through the mediation of value. Thus, even within the direct exchange of
commodities there is a fundamental asymmetry that already contains the
possibility that exchange will not prove as harmonious as the classical
parable would lead us to believe.

As soon as we move away from the classical parable and consider exchange
as a social process it becomes clear that the process of exchange, even
in its simplest form, cannot be reduced to the isolated exchange of one
commodity for another. When I take a commodity to market I take the
product of a certain quantity of concrete labour which I want to
exchange. I hope that in exchanging my commodity I will be compensated
for the amount of labour that I have actually expended. In other words I
seek to represent my commodity as the embodiment of abstract, socially
necessary labour-time and not simply as the product of my particular
concrete labour. This is the key to the understanding of money.

In seeking to make an exchange in which another commodity will serve as
equivalent for my commodity, I will not consider the amount of concrete
labour actually embodied in that commodity, I will consider that
commodity as an embodiment of abstract labour, of socially necessary
labour-time. I will not be swayed by the observation that the producer
of the other commodity has in fact taken much longer than the time
socially necessary, for on entering the market the equivalent is
detached from its concrete conditions of production.

Examination of exchange as a social relation makes it clear that the
commodity which acts as the equivalent for my commodity does not appear
as a particular commodity in the exchange relation, but represents the
social world of commodities in which my commodity
{106} has to play its part. Thus the equivalent commodity appears in the
exchange relation as the embodiment of abstract labour, a portion of the
labour of society as a whole, and my commodity seeks to represent its
value in the bodily form of the equivalent. It is only within the
exchange relation, within which the other commodity acts as equivalent,
that the latter has this social power. Outside that relation, and its
role of equivalent, it is simply a particular commodity like any other.
The conclusion of Marx's analysis of the equivalent form is that any
commodity can act as equivalent, and that money is indeed simply a
commodity like any other. However the properties that are attributed to
money as the universal equivalent, the embodiment of human labour in the
abstract, are not inherent in money as a particular commodity. They are
properties that derive from money's social role as equivalent, as
properties of the equivalent form.

If we consider money in isolation from the form of exchange we fall into
the errors of the political economists. The mercantilists thought that
gold embodied value in itself. For them, therefore, the exchange-value
of a commodity was determined solely in the market by the relation
established between the particular commodity and money as the substance
of value: the value of a commodity was the amount of money for which it
could be exchanged. Classical political economy ridiculed the monetarist
superstition, noted that gold was a commodity like any other, and so
argued that exchange-value is simply the ratio of the values of two
particular commodities, one of which happens, for convenience, to be
gold. For monetarism and mercantilism the exchange-value of a commodity
was the accidental relationship established in the market. For the
classical school value was immanent in the commodity, and the market was
simply the arena in which value expressed itself.

Marx insisted that neither of these conceptions of exchange, and so of
money, was adequate. Classical political economy was right to note that
the money commodity was a particular commodity like any other. But the
monetarists were right to note that money appeared in exchange not as a
particular commodity, but as a universal, as the embodiment of value.
The paradox is resolved when it is realised that money acquires its
powers not through its own properties, but because of its social role in
the system of exchange. It is only in its function as universal
equivalent that money comes to acquire its power as embodiment of value.
This power can consequently only be a social power, the relationship of
the commodity to money can only
{107} express a social relation, and the development of money is the result of
the development of the social relations of commodity production.

The social relation that is expressed in the form of money is the
relation between the labour of the individual and the labour of society.
It is by submitting the commodity to the test of the market that private
labour is submitted to the test of its social usefulness and of its
social necessity and that it seeks validation as abstract, social
labour. In this relationship there is no guarantee that the individual
labour will be validated in this way, so there is no guarantee either
that the labour-time socially necessary will correspond to that actually
expended or that the labour will prove socially useful in responding to
social need as expressed in the market. It is only through the regular
divergence of prices from values and of values from the labour-times
embodied in particular commodities that the social regulation of
production in a commodity-producing society is achieved. The divergence
between price and value, which classical political economy treated as
accidental and insignificant, is therefore a necessary characteristic of
the alienated character of commodity production.

The formal abstractions of political economy, that lead it to treat
money simply as a technical instrument, eliminate from view the
contradictory foundation of a commodity-producing society that is the
source of the crises that punctuate capitalist development. For
political economy, which treats production in abstraction from its
social form, the only barriers to the indefinite expansion of production
are natural barriers, specifically the barrier established by the
Malthusian relationship between the natural growth of population and the
fertility of the soil. On the other hand, exchange, which is reduced to
a purely formal transaction, is considered to be wholly unproblematic.
Classical political economy could only conclude that periodic crises are
accidental and irrational phenomena, expressing human imperfection,
rather than expressing the normal operation of an alienated and
irrational form of social production.

It is only when exchange is considered as a particular moment of the
social relations of production that the exchange of the commodity for
money becomes problematic. In a hypothetical society of petty commodity
producers, in which the exchange of commodities is the exchange of
things between individuals seeking to satisfy their needs, prices may
rise and fall in response to accidental disruptions in the relation
between demand and supply. However in a capitalist society, which is the
only type of society in which commodity production
{108} exists in its developed form, exchange no longer co-ordinates social
production with social need, but involves, on the one hand, capitalists
who are seeking to produce and reproduce capital and surplus-value, and,
on the other, workers who are seeking to reproduce themselves by selling
their labour-power as a commodity in order to be able to purchase the
means of subsistence from capitalists.

The breakdown of exchange is not simply a superficial disturbance in the
relations between the producers and the consumers of things, but an
inherent aspect of the regulation of social production. It arises
because of the contradictory foundation on which that society is built —
that things will only be produced and exchanged to the extent that they
can play their part in the production of surplus-value and the
reproduction of capitalist social relations. A crisis is not, therefore,
simply an economic phenomenon: it is an interruption in the reproduction
of the social relations of capitalist society. It is ultimately the
neglect of the commodity-form that prevents classical political economy
from uncovering the contradictions inherent in the value-form that come
to a head in crises:

> If Ricardo thinks that the /commodity /form makes no difference to the
product, and furthermore, that commodity circulation differs only
formally from barter, that in this context exchange value is only a
fleeting form of the exchange of things, and that money is therefore
merely a formal means of circulation — then this in fact is in line with
his presupposition that the bourgeois mode of production is the absolute
mode of production, hence it is a mode of production without any
definite specific characteristics, its distinctive traits are purely
formal. He cannot therefore admit that the bourgeois mode of production
contains within itself a barrier to the free development of the
productive forces, a barrier which comes to the surface in crises. /
(TSV, /II, pp. 527-8; cf. Ill, pp. 54-5.)