Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Ο Χούσερλ τείνει να εγκαταλείψει την ονομασία «αποβλεπτικότητα» για τη συγκρότηση του εσωτερικού χρόνου

Συνομιλία με τον Χούσερλ και τον Φινκ, 15/7/32

Ο Χούσερλ τείνει να εγκαταλείψει την ονομασία «αποβλεπτικότητα» για τη συγκρότηση του εσωτερικού χρόνου. Η αποβλεπτικότητα είναι δραστηριότητα του εγώ, είτε πρωτογενής είτε τροποποιημένη. Οι κιναισθητικές διεργασίες είναι δραστηριότητες του εγώ, και κάθε υπερβατική αντικειμενικότητα, ξεκινώντας από τέτοιου είδους πράγματα όπως κηλίδες συγκροτημένες οφθαλμοκινητικά, είναι επιτεύγματα της ενέργειας του εγώ. Γενετικά, αυτές οι μη πλέον συλλαμβανόμενες αντικειμενικότητες έχουν αναπτυχθεί από ένα στάδιο στην ανάπτυξη της συνείδησης κατά το οποίο συλλαμβάνονταν πράγματι. Αυτό που ο Χούσερλ αποκαλεί δευτερογενή παθητικότητα είναι πράγματι μια τροποποίηση της ενεργού αποβλεπτικότητας. Η κιναισθητική διαδικασία είναι δραστηριότητα του εγώ ακόμη και όταν δεν είναι άμεση βούληση αλλά συνήθεια.

Η δραστηριότητα του εγώ παράγει κάθε αντικειμενοποίηση. Στη δραστηριότητα του αναστοχασμού, η εμμενής σφαίρα και οι προ-κοσμικές αντικειμενικότητες αντικειμενοποιούνται, και τους αποδίδονται ταυτότητα και είναι. Στη δραστηριότητα της υπερβατολογικής αναστοχαστικότητας, στο εμμενές αποδίδεται υπερβατολογικό είναι· το ήδη αντικειμενοποιημένο κοσμικό και προ-κοσμικό λαμβάνει μια τροποποίηση του είναι του, ως φαινομενικό. Αλλά ο ίδιος ο αναστοχασμός λαμβάνει είναι μόνο όταν γίνεται αντικείμενο ενός άλλου αναστοχασμού.

Η ροή του εμμενούς χρόνου — το πρωταρχικό «τώρα» και το συγκρατημένο {93} παρελθόν — είναι η μορφή κάθε δραστηριότητας του εγώ και αντικειμενοποιείται όταν οι ίδιες οι δραστηριότητες του εγώ νοηματοδοτούνται σε ανώτερα αναστοχαστικά ενεργήματα. Αλλά ως μορφή δεν είναι δραστηριότητα, και αν εννοούμε με τον όρο αποβλεπτικότητα την δραστηριότητα, τότε δεν είναι αποβλεπτικότητα.

Και ο Φινκ και εγώ αντιταχθήκαμε σε αυτόν τον περιορισμό της σημασίας της αποβλεπτικότητας.

[Conversations with Husserl and Fink: 92-3]

Το έσχατο πρόβλημα της φαινομενολογίας είναι η αποσαφήνιση της δομής του ζώντος παρόντος.

LXIII

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 29/6/32

Είπα στον Χούσερλ ότι εργαζόμουν πάνω στα χωρία του χειρογράφου των Logische Studien όπου πραγματεύεται η ενότητα της Anschauung <εποπτείας>. Εξέφρασε έκπληξη που το θέμα πραγματεύεται εκεί καθόλου και είπε ότι η επεξεργασία του εκεί πρέπει να είναι πολύ πρωτόγονη.

Το έσχατο πρόβλημα της φαινομενολογίας είναι η αποσαφήνιση της δομής του ζώντος παρόντος. Εδώ βρίσκουμε μια παθητικά συγκροτημένη δομή, υλητική από τη μια πλευρά και εγωλογική ‒ αλλά παθητική ‒ από την άλλη, η οποία προηγείται κάθε δραστηριότητας του εγώ. Μέσα σε αυτή βρίσκουμε τη συγκρότηση της ενότητας, αλλά όχι της ταυτότητας. Η τελευταία απαιτεί ενεργή επανενθύμηση. Η παθητική συγκεκριμένη ροή του ζώντος παρόντος περιλαμβάνει όχι μόνο ένα ρέον εντυπωσιακό τώρα, με τις {92} συνεπαγόμενες συγκρατήσεις και προκρατήσεις άλλων περιεχομένων-τώρα ‒ που σχηματίζουν τη βάση για τη συγκρότηση του εμμενούς χρόνου ‒ αλλά επίσης και μια ταυτόχρονη ροή Vergegenwärtigungen <αναπαρουσιάσεων> παρελθοντικών περιεχομένων, «μνημών» παθητικά συγκροτημένων χωριστά από την ενεργό προσοχή του εγώ, ακριβώς όπως και οι εντυπώσεις και οι συγκρατήσεις. Δυνάμει της συνάφειάς τους, μέσα στον έναν χρόνο του ζώντος παρόντος, με πρωτογενή εντυπωσιακά περιεχόμενα, αυτές οι αναπαρουσιάσεις (εξίσου υλητικές αλλά μη πρωτογενείς) έχουν μια Deckungsrelation <σχέση επικάλυψης> με αυτά και ‒ παθητικά ‒ συγκροτούν μια αντιπαλότητα η οποία, εντελώς ανεξάρτητα από κάθε προσοχή του εγώ, απωθεί είτε το ένα είτε το άλλο για κάποιο χρονικό διάστημα. Συγκρούονται πράγματι μέσα στα αισθητηριακά πεδία, δυνάμει της ταυτόσημης θέσης τους μέσα σε εκείνο το δισδιάστατο πολλαπλό.

Αυτή η εξαιρετική περιγραφή προκάλεσε ζωηρές αντιρρήσεις τόσο από τον Φινκ όσο και από εμένα.

[Conversations with Husserl and Fink: 89-90]

Ο Χούσερλ μίλησε για την αναγωγή της υπερβατολογικής συνείδησης στο ζων παρόν, τη «stehender Strömung» <στάσιμη, ή ακίνητη ροή> του Τώρα.

LXI

Συνομιλία με τον Χούσερλ και τον Φινκ, 23/6/32

Ο Χούσερλ μίλησε για την αναγωγή της υπερβατολογικής συνείδησης στο ζων παρόν, τη «stehender Strömung» <στάσιμη, ή ακίνητη ροή> του Τώρα. Πρόκειται για ένα είδος δεύτερης αναγωγής, μετά τη φαινομενολογική αναγωγή στην υπερβατολογική συνείδηση, και κινητοποιείται από τη διορατικότητα ότι η υπερβατολογική συνείδηση, στην πλήρη της έκταση πέρα από το παρόν, είναι ένα Geltungsphänomen <φαινόμενο ισχύος, εγκυρότητας> για το παρόν. Το παρόν, από την άλλη πλευρά, δεν είναι αναγώγιμο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως φαινόμενο. Είναι το «das Urtümliche» <το πρωταρχικό>. Ο Φινκ επέστησε την προσοχή στη διαφορετική σημασία με την οποία ο Χάιντεγκερ χρησιμοποιεί τη λέξη «φαινόμενο»: εκείνο που δείχνει τον εαυτό του. Η φαινομενολογία είναι ο λόγος του dem Sich-zeigenden <αυτού-που-δείχνεται>, για τον Χάιντεγκερ. (Ο Φινκ έχει αποδώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη χουσερλιανή σημασία του φαινομένου (και συσχετικά, της φαινομενολογίας) στο Entwurf <σχέδιο> του για τη νέα πρώτη μελέτη.) Παρ’ όλα αυτά, ο Χούσερλ φαινόταν διατεθειμένος να αποκαλέσει το υπερβατολογικό παρόν «Urphänomen» <πρωταρχικό φαινόμενο>, προφανώς οδηγούμενος από το γεγονός ότι αυτό είναι κατά κάποια έννοια ένα Geltungsphänomen για το αναστοχαζόμενο υπερβατολογικό εγώ. Το αναστοχαστικό ενέργημα μέσα στο οποίο δίδεται το υπερβατολογικό παρόν είναι το ίδιο «ανώνυμο» και πρέπει πρώτα να αντικειμενοποιηθεί μέσα σε έναν νέο υπερβατολογικό αναστοχασμό. Προχωρώντας έτσι, δημιουργούμε τη δυνατότητα ενόρασης μέσα στην πιθανή ατέρμονη επανάληψη τέτοιων υψηλότερων επιπέδων αναστοχασμού. Αλλά εδώ ο Χούσερλ έβλεπε μια δυσκολία.

Μια άλλη δυσκολία σχετικά με την παρούσα υπερβατολογική συνείδηση είναι ότι, μόλις επιχειρούμε να τη συλλάβουμε εννοιολογικά, την υπερβαίνουμε.

{90} Μπορεί να προσδιοριστεί μόνο στη σχέση της προς τις ίδιες τις αποβλεπτικές της τροποποιήσεις, ένα συνεχώς τροποποιούμενο συγκρατησιακό παρελθόν [continuously modalized retentional past]. Τώρα, δηλαδή σε σχέση προς αυτό που παράγει, ένα νέο σταθερό σημείο στον υπερβατολογικό χρόνο ‒ ή σε σχέση προς τα άλλα παρελθοντικά και μελλοντικά τώρα, τα οποία είναι επίσης αποβλεπτικά οιονεί-αντικείμενα του παρόντος τώρα. Και πάλι, το Τώρα είναι πάντοτε παρόν, αλλά πάντοτε διαφοροποιεί τον εαυτό του μέσω της τροποποίησης του περιεχομένου του, έτσι ώστε αποκτούμε παρελθοντικά και μελλοντικά περιεχόμενα-τώρα, μέσα στη χρονική δομή του εμμενούς χρόνου. Ακριβώς όπως η υπερβατολογική συνείδηση, στην εμμενή χρονική της έκταση, είναι η πηγή της Zeitigung <χρονικοποίησης> των υπερβατικών αντικειμένων, έτσι και η stehend fliessende Gegenwart <σταθερή ρέουσα παρουσία> είναι η πηγή της Zeitigung των εμμενών αντικειμένων.

Για να φτάσει στη λύση αυτών των προβλημάτων, ο Χούσερλ είπε ότι πρέπει να μελετήσει τα δικά του παλαιά χειρόγραφα. Δεν τα θυμάται πρόχειρα. Είναι υπερβολικά δύσκολα.

[...] [Conversations with Husserl and Fink: 89-90]

φαινομενολογία της παθητικής συγκρότησης

LIX

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 13/6/32

Το θέμα βρισκόταν στο πεδίο της φαινομενολογίας της παθητικής συγκρότησης (συνειρμός, Schmelzung <σύντηξη, συγχώνευση>, Abhebung <εξέχον χαρακτήρας, ανάδυση>, Weckung <αφύπνιση>, επηρεαστικότητα [affectivity] και ενδιαφέρον). Εισήχθη μια νέα έννοια, εκείνη της επηρεαστικής «δύναμης» του παθητικά συγκροτημένου. Η φαινομενολογία του (χωρίς όνειρα) ύπνου και της αφύπνισης εξετάστηκε μέσα σε αυτό το γενικό θέμα.

Μελετούμε την αισθητηριακή αντίληψη. Όταν το πράττουμε αυτό, η Rückfrage <αναδρομική ερώτηση, αναγωγική διερώτηση> από το αφηρημένο, παθητικά συγκροτημένο φυσικό αντικείμενο μάς οδηγεί στο να θεματοποιήσουμε το εμμενές υλητικό ρεύμα, μέσω του οποίου το εγώ αντιλαμβάνεται το προαναφερθέν αντικείμενο. Βρίσκουμε τότε, μέσα στο υλητικό ρεύμα, διεργασίες οι οποίες αποτελούν τις βάσεις για την Abhebung των φυσικών αντικειμένων, για τις αντιληπτές αλληλοσυσχετίσεις τους κτλ. Αυτά τα υλητικά φαινόμενα και άλλα μπορούν να περιγραφούν όπως είναι καθ’ εαυτά, χωριστά από την abschattender <σκιαγραφική> λειτουργία της ύλης. Αυτές οι διεργασίες είναι φαινόμενα παθητικής συγκρότησης, και έχουμε το περαιτέρω πρόβλημα της σχέσης τους προς το εγώ, της επηρεαστικής τους δύναμης επάνω του και των απορρεόντων φαινομένων ενδιαφέροντος.

Ως βασικό τρόπο του ρεύματος της ύλης, και του ταυτόχρονου περιεχομένου του, βρίσκουμε τον τρόπο «πλήρης ομοιογένεια». Το αισθητηριακό πεδίο εμφανίζει παντού ένα υλητικό «χρώμα», αμετάβλητο στον «χώρο» και στον «χρόνο». Ωστόσο, μόνο μέσω της αντίθεσής του προς {85} ένα ετερογενές πεδίο το πεδίο αυτό χαρακτηρίζεται από εμάς ως ομοιογενές.

Η πρώτη τροπικοποίηση αυτού του βασικού τρόπου είναι μια βαθμιαία, συνεχής μεταβολή, από σημείο σε σημείο μέσα στο ταυτόχρονο πεδίο, π.χ. ένα βαθμιαίο «ρόδισμα» από το κέντρο προς την περιφέρεια, από το λευκό σε ένα έντονο κόκκινο. Μια τέτοια βαθμιαία μεταβολή είναι η «προέλευση» της έννοιας της ομοιότητας. Η μεταβολή μπορεί να είναι απολύτως βαθμιαία, αλλά παρ’ όλα αυτά (σε σύγκριση με άλλες διεργασίες;) περισσότερο ή λιγότερο γρήγορη. Ο ρυθμός της μπορεί να αποτυπωθεί ως εξής:

π.χ. «ροδότητα»

|          ⸝
|       ⸝
|   ⸝
|⸝________

χρόνος ή «χώρος»

ή έτσι:

|      /
|    /
|  /
|/________

ή ακόμη μπορούμε να έχουμε ένα μέγιστο :

|          ⸝⸜
|       ⸝      ⸜
|   ⸝             ⸜
|⸝___________⸜

{86} ή περισσότερα μέγιστα :

|          ⸝⸜                   ⸝⸜                 ⸝⸜
|       ⸝      ⸜             ⸝      ⸜           ⸝      ⸜
|   ⸝             ⸜       ⸝            ⸜     ⸝            ⸜
|⸝___________⸜⸝__________⸜⸝__________⸜

Στην τελευταία περίπτωση, τα μέγιστα, οι «κορυφές», έρχονται σε Abhebung <ανάδυση, εξέχοντα χαρακτήρα> (ακόμη παθητικά), και κάθε κορυφή ως abgehoben <εξέχουσα, αναδυμένη> συμπαρασύρει τις πλευρές της σε Abhebung. Έχουμε ένα πρώτο στάδιο εξατομίκευσης. (Όχι πλήρη εξατομίκευση, αφού δεν έχουμε ακόμη ταυτοποίηση.)

Σε όλες τις περιπτώσεις που περιγράφηκαν, ο συνειρμός είναι παρών ως Verschmelzung <σύντηξη, συγχώνευση> μέσα στην «ενότητα» ενός ομοιογενούς ρεύματος. Στην τελευταία περίπτωση έχουμε όχι μόνο Verschmelzung αλλά και Weckung <αφύπνιση> — ακόμη παθητική. Κάθε κορυφή «αφυπνίζει» την άλλη και «ζευγοποιείται» με τις άλλες.

Μια άλλη δυνατή περίπτωση είναι εκείνη της αιφνίδιας μεταβολής :

|        ____        ____
|        |      |       |      |
| ____|      |____|      |___
|____________________

Και εδώ επίσης έχουμε μια Abgehobenheit <εξέχουσα ιδιότητα, αναδυμένη αντίθεση>.

Τώρα, κάθε Abgehobenheit ως τέτοια ασκεί μια επηρεαστική δύναμη πάνω στο εγώ, στην εγρήγορση. Επιβάλλει ενδιαφέρον. Και κάθε Abgehobenheit που είναι συζευγμένη με αυτήν (όλες οι άλλες κορυφές) αποκτά επίσης μια επηρεαστική δύναμη. Μόλις αποκτήσει αυτό το ενδιαφέρον, λαμβάνει έτσι μια προσθήκη δύναμης. Στον χωρίς όνειρα ύπνο πρέπει να ειπωθεί ότι η παθητική συγκρότηση των Abgehobenheiten συνεχίζεται, αλλά η επηρεαστική δύναμη του Abgehoben <εκείνου που έχει καταστεί εξέχον ή αναδυμένο> μειώνεται ή μηδενίζεται, έτσι ώστε μόνο μια {87} ξαφνική μεγάλη μεταβολή, ένας πόνος ή ένας απροσδόκητος θόρυβος (ή σιωπή) να έχει επηρεαστική δύναμη. Όταν το εγώ αφυπνίζεται, αφυπνίζεται πρώτα προς την κορυφή, η οποία κατόπιν παρασύρει μαζί της τις πλευρές της και το υπόβαθρό της. Το εγώ αφυπνίζεται από ένα δεδομένο «σημείο» του παθητικά συγκροτημένου, προς άλλα.

Μέχρι τώρα έχουμε αφήσει εκτός εξέτασης την «ιζηματοποίηση» των παρελθουσών εντυπώσεων, τα φαινόμενα της υλητικής συγκράτησης. Και εδώ επίσης λαμβάνει χώρα μια Weckung <αφύπνιση> από την παρούσα Abgehobenheit <εξέχουσα αντίθεση, αναδυμένος χαρακτήρας> προς την ιζηματοποιημένη παρελθούσα Abgehobenheit. Έτσι οι ιζηματοποιημένες παρελθούσες Abgehobenheiten αποκτούν μια επηρεαστική δύναμη, γίνονται αντικείμενα ενδιαφέροντος. Αρχικά εμφανίζονται στη συνείδηση (με τη στενή έννοια της εγωτικής συνείδησης) ως Leerbewusstheiten <κενές συνειδητότητες>. Δυνάμει της προσθήκης επηρεαστικής δύναμης που τότε λαμβάνουν, οι ιζηματοποιημένες «λεπτομέρειες» έρχονται κατόπιν στη συνείδηση, έως ότου a limine καταστούν εποπτικές, «παρουσιαστικές» μνήμες. Ενώ η διεργασία της ιζηματοποίησης, της συγκράτησης, προχωρεί συνεχώς, έτσι ώστε, τρόπον τινά, κανένα παρελθόν Erlebnis <βίωμα ή συμβάν συνείδησης> να μη χάνεται ποτέ από τη συνείδηση (με την ευρύτερη έννοια), εντούτοις υπάρχει μια παθητική «φτωχοποίηση» του συγκρατημένου (μια μείωση της Abgehobenheit?), και συνεπώς μια μείωση της εγγενούς δυνητικής του δύναμης, έτσι ώστε ακόμη και όταν αφυπνιστεί (όπως πάντοτε πρέπει να αφυπνίζεται από μια νέα παρόμοια εντύπωση) να μη διαθέτει επαρκή δύναμη ώστε να επηρεάσει το εγώ, να προσελκύσει το ενδιαφέρον του — ή, αν το πράττει αυτό, η δύναμή του να παραμένει ακόμη ανεπαρκής για να το εξαγάγει από την κατάσταση του "leer bewusst" <του κενού συνειδητού>.

Τα όνειρα παρουσιάζουν ένα πρόβλημα ανώτερου επιπέδου, το οποίο ο Χούσερλ δεν εξέτασε αυτή τη φορά.

Εισάγοντας την έννοια της επηρεαστικής δύναμης, ο Χούσερλ είπε ότι βρίσκουμε μεταξύ των Abgehobenheiten της παθητικής συγκρότησης έναν αγώνα για ύπαρξη, ή μάλλον για το ενδιαφέρον του εγώ. Αλλά ένας αγώνας σημαίνει δύναμη· κτλ.


LX

Συνομιλία με τον Χούσερλ και τον Φινκ, 15/6/32

Ενώ ο Χούσερλ απουσίαζε, μίλησα με τον Φινκ για τις Logische Studien, το χειρόγραφο των οποίων, όπως επεξεργάστηκε από τον Landgrebe, διαβάζω τώρα. Ο Φινκ είπε ότι ο Landgrebe είχε την τάση να βλέπει την παθητική συγκρότηση ως απολύτως παθητική, ενώ η πρωταρχική συγκρότηση του χρόνου πρέπει να θεωρείται ως δραστηριότητα του εγώ — με μια ευρεία έννοια της δραστηριότητας. Το ανέφερε αυτό και ως άποψη του Καντ. Τα πρόσφατα χειρόγραφα του Χούσερλ για την lebendiger Gegenwart <ζώσα παροντικότητα>, είπε, δικαιολογούν αυτή τη στάση.

Ωστόσο, όταν ο Χούσερλ ενώθηκε μαζί μας, δεν υπήρχε τίποτε σε όσα είπε που να ενισχύει την άποψη του Φινκ· μάλλον το αντίθετο.

Συνέχισε με το θέμα των δύο προηγούμενων ημερών. Το παθητικά συγκροτημένο «αντικείμενο» ασκεί έναν "Reiz" <«ερεθισμό»> πάνω στο εγώ, δυνάμει της Abgehobenheit <ανάδυσης, εξέχουσας αντίθεσης> του αντικειμένου κτλ. Το εγώ τότε, στην κατάσταση εγρήγορσης, επηρεάζεται και απαντά με ένα ενδιαφέρον για το αντικείμενο. Όπως πριν από δύο ημέρες μίλησε για τη δύναμη του ερεθίσματος, έτσι σήμερα μίλησε για την ενέργεια του ενδιαφέροντος. Αυτή η ενέργεια μπορεί να ποικίλλει ως προς την ποσότητά της σε διάφορες cogitationes. Μπορεί, μέσα σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα ενός δεδομένου cogito, να αυξάνεται· σε ένα άλλο να μειώνεται. Το ενδιαφέρον μπορεί να τροπικοποιηθεί ως μια «πτώση» του αντικειμένου έξω από την προσοχή, η οποία είναι ένας τρόπος τού να συνεχίζει κανείς ακόμη να του προσέχει.

Στον ύπνο τα παθητικά συγκροτημένα «αντικείμενα» εξακολουθούν να ασκούν τα ερεθίσματά τους, αλλά το εγώ δεν επηρεάζεται και δεν έχει ενδιαφέρον.

Όταν κάποιος προσπαθεί να αποκοιμηθεί, εγκαταλείπει το θεματικό του ενδιαφέρον, μειώνει όσο το δυνατόν περισσότερο την ενέργεια του ενδιαφέροντος. (Το θεματικό ενδιαφέρον λειτουργεί ως αρχή επιλογής ανάμεσα στις παθητικά συνδεδεμένες Abgehobenheiten που ερεθίζουν το εγώ, καλούν την προσοχή του, όταν το εγώ έχει ήδη προσέξει μία από αυτές. Το εγώ δεν «επιτελεί συνειρμό ελεύθερα», αλλά ακολουθεί μια γραμμή καθορισμένη από το κυρίαρχο ενδιαφέρον του, προσέχοντας μόνο εκείνους τους συνειρμούς που σχετίζονται με αυτό. Αυτή είναι μια περαιτέρω αρχή — πέρα από τον παθητικό συνειρμό — της επίδρασης [affection].)

Αλλά το να αφήνει κανείς τον «νου» του να περιπλανιέται, όσο γίνεται χωρίς θέμα, (και να αποκλείει οπτικές, απτικές, ακουστικές Abgehobenheiten ξαπλώνοντας ακίνητος σε έναν ήσυχο τόπο με κλειστά μάτια) δεν αρκεί για να αποκοιμηθεί. Τι περισσότερο χρειάζεται;

Ακόμη δυσκολότερο είναι το πρόβλημα της αφύπνισης. Πώς, όταν το ενδιαφέρον έχει βυθιστεί στο μηδέν και το εγώ δεν επηρεάζεται πλέον, αφυπνίζεται ποτέ ξανά; (Ο Χούσερλ υποθέτει, ίσως άκριτα, ότι υπάρχει ένας απόλυτος ύπνος.)

Ένας τουλάχιστον παράγοντας της κατάστασης έχει παραμείνει ανεξέταστος: τα ένστικτα του εγώ, τα οποία ενδεχομένως αναδύονται αυθόρμητα μέσα στο εγώ (και, {89} τρόπον τινά, το στέλνουν να αναζητήσει αντικείμενα). Η πείνα, ο Χούσερλ τείνει να πιστεύει, δεν είναι απλώς ένα abgehobene <(καμωμένο) εξέχον, αναδυμένο> υλητικό (παθητικό) σύμπλεγμα το οποίο, κανονικά, επανέρχεται περιοδικά και ερεθίζει το εγώ. Είναι ίσως ένα περιοδικό αυθόρμητο ενδιαφέρον για ένα ορισμένο είδος πράγματος (ίσως «γνωστό» λίγο ή πολύ πριν από την εμπειρία) το οποίο αναζητεί ένα αντικείμενο και μέσα σε αυτό το εγώ μπορεί να αφυπνιστεί. — Η πείνα μπορεί να με αφυπνίσει. Αλλά αυτό είναι αβέβαιο και, ακόμη κι αν είναι αληθές, είναι πιθανώς ανεπαρκές για το πρόβλημα της αφύπνισης και του αποκοιμήματος.

[Conversations with Husserl and Fink: 84-9] 

The Hunt (Niyaz)

The Hunt



Original lyrics Persian

بیا بریم دشت
کدوم دشت
همون دشتی که خرگوش نام داره
آی بله
بچه صیاد به پایش تاب داره
آی بله
بچه صیدم را مزن
خرگوش دشتم را مزن
خواب خرگوش به خواب یار می‌مانه، بله
خواب خرگوش به خواب یار می‌ماند بله
 
بیا بریم کوه
کدوم کوه
همون کوهی که آهو نام داره
آی بله
بچه صیاد به پایش تاب داره
آی بله
بچه صیدم را مگیر
خرگوش دشتم را مگیر
آهوی کوهم را مگیر
خال آهو به خال یار می‌مانه، بله
خال آهو به خال یار می‌مانه بله
 
بیا بریم باغ
کدوم باغ
همون باغی که قمری تاب داره
آی بله
بچه صیاد به پایش تاب داره
آی بله
بچه صیدم را مزن
خرگوش دشتم را مزن
آهوی کوهم را مزن
قمری باغم را مزن
چرخ قمری به چرخ یار می‌مانه، بله
چرخ قمری به چرخ یار می‌مانه، بله
 
بیا بریم چاه
کدوم چاه
همون چاهی که کفتر نام داره
آی بله
بچه صیاد به پایش تاب داره
آی بله
بچه صیدم را مزن
خرگوش دشتم را مزن
آهوی کوهم را مزن
قمری باغم را مزن
کفتر چاهم را مزن
طوق کفتر به طاق یار می‌مانه، بله
طوق کفتر به طاق یار می‌مانه، بله
 
بیا بریم کوه
کدوم کوه
همون کوهی که عقاب تاب داره
آی بله
بچه صیاد به پایش تاب داره
آی بله
بچه صیدم را مزن
خرگوش دشتم را مزن
آهوی کوهم را مزن
قمری باغم را مزن
کفتر چاهم را مزن
چنگ عقاب به چنگ یار می‌مانه، بله
چنگ عقاب به چنگ یار می‌ماند، بله
 

Translation English

The Hunt

Let's go to the field.
Which field?
The same that has rabbits, oh yes.
And my dog has a rope on its foot, oh yes.
Don't kill my dog nor my rabbits,
For the dream of the rabbit reminds me of the dream of my lover, oh yes.
 
Let's go to the mountain.
Which mountain?
The same that has deer, oh yes.
And my dog has a rope on its foot, oh yes.
Don't kill my dog nor my rabbit, nor my deer
For the grace of the deer reminds me of the grace of my lover, oh yes.
 
Let's go to the garden.
Which garden?
The same that has pheasants, oh yes.
And my dog has a rope on its foot, oh yes.
Don't kill my dog nor my rabbit, nor my deer, nor my pheasants
For the amble of the pheasant reminds me of the amble of my lover, oh yes.
 
Let's go to the well.
Which well?
The same that has pigeons, oh yes.
And my dog has a rope on its foot, oh yes.
Don't kill my dog, nor my rabbit, nor my deer, nor my pheasants, nor my pigeons
For the flight of the pigeon reminds me of the flight of my lover, oh yes.
 
Let's go to the mountains.
Which mountains?
The same that has eagles, oh yes.
And my dog has a rope on its foot, oh yes.
Don't kill my dog, nor my rabbit, nor my deer, nor my pheasants, nor my pigeons, nor my eagles
For the clutch of the eagle reminds me of the clutch of my lover, oh yes.

© 2008-2026 LyricsTranslate.com

Κλινική (κλιναλική) διακύμανση (Clinal Variation) [Fiveable Content Team]

## Κλινική (κλιναλική) διακύμανση

[Clinal Variation Definition for Biological Anthropology |...](https://fiveable.me/biological-anthropology/key-terms/clinal-variation)

Γράφτηκε από την Fiveable Content Team • Τελευταία ενημέρωση Αύγουστος 2025

[οδηγοί μελέτης για τη Βιολογική Ανθρωπολογία](https://fiveable.me/biological-anthropology)

[Biological Anthropology Key Terms, Definitions & Vocabulary | Fiveable](https://fiveable.me/biological-anthropology/key-terms)

---

### Ορισμός

Η κλινική διακύμανση (clinal variation) αναφέρεται στη σταδιακή μεταβολή ενός συγκεκριμένου γνωρίσματος (trait) ή χαρακτηριστικού (characteristic) κατά μήκος μιας γεωγραφικής κλίσης (gradient), αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο οι πληθυσμοί διαφέρουν με λεπτό και βαθμιαίο τρόπο ως προς τα γνωρίσματά τους, **αντί να υφίστανται ως διακριτές κατηγορίες**.

Η έννοια αυτή είναι κρίσιμη για την κατανόηση της ανθρώπινης βιολογικής ποικιλότητας, καθώς τονίζει ότι οι γενετικές και φαινοτυπικές παραλλαγές επηρεάζονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες, οδηγώντας σε ένα φάσμα γνωρισμάτων μέσα στους ανθρώπινους πληθυσμούς αντί για άκαμπτες φυλετικές ταξινομήσεις.

Η κλινική διακύμανση είναι επίσης σημαντική στην ανθρωπολογική έρευνα, καθώς υποστηρίζει την άποψη ότι η ανθρώπινη ποικιλότητα είναι συνεχής και διαμορφώνεται από προσαρμοστικές αποκρίσεις σε μεταβαλλόμενες οικολογικές συνθήκες.

### 5 βασικά σημεία που πρέπει να γνωρίζεις για το επόμενο τεστ


1. Η κλινική διακύμανση δείχνει ότι ανθρώπινα γνωρίσματα, όπως το χρώμα του δέρματος, το ύψος και η ευαισθησία σε ασθένειες, μπορούν να μεταβάλλονται σταδιακά μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών, ανάλογα με τη γεωγραφική θέση και περιβαλλοντικούς παράγοντες.
2. Η έννοια αυτή αντιτίθεται στην ιδέα των σταθερών φυλετικών κατηγοριών, δείχνοντας ότι η ανθρώπινη ποικιλότητα είναι καλύτερα κατανοητή ως ένα συνεχές (continuum) παρά ως διακριτές ομάδες.
3. Τα κλινικά πρότυπα μπορούν να προκύψουν μέσω φυσικής επιλογής, γονιδιακής ροής και περιβαλλοντικής προσαρμογής, δείχνοντας πώς οι πληθυσμοί εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου ως απάντηση σε τοπικές συνθήκες.
4. Παραδείγματα κλινικής διακύμανσης περιλαμβάνουν μεταβολές στα επίπεδα μελανίνης στο δέρμα σε σχέση με την έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία, καθώς κανείς κινείται από τον ισημερινό προς τους πόλους.
5. Ανθρωπολογικές μελέτες χρησιμοποιούν συχνά την κλινική διακύμανση για να αναλύσουν στρατηγικές προσαρμογής του ανθρώπου και τις επιπτώσεις της μετανάστευσης στη γενετική ποικιλότητα.

### Ερωτήσεις ανασκόπησης

* **Πώς η κλινική διακύμανση αμφισβητεί τις παραδοσιακές έννοιες της φυλής στην κατανόηση της ανθρώπινης βιολογικής ποικιλότητας;**

Η κλινική διακύμανση αμφισβητεί τις παραδοσιακές έννοιες της φυλής δείχνοντας ότι τα ανθρώπινα βιολογικά γνωρίσματα υπάρχουν σε ένα φάσμα και όχι σε διακριτές κατηγορίες. Αυτό σημαίνει ότι αντί να εντάσσονται σε άκαμπτες φυλετικές ταξινομήσεις, οι πληθυσμοί παρουσιάζουν βαθμιαίες διαφορές που επηρεάζονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Εστιάζοντας σε αυτές τις συνεχείς μεταβολές, οι ερευνητές μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ποικιλότητας και **να αναγνωρίσουν ότι η φυλή είναι περισσότερο κοινωνική κατασκευή παρά βιολογική πραγματικότητα**.

* **Συζητήστε τον ρόλο των περιβαλλοντικών παραγόντων στη διαμόρφωση της κλινικής διακύμανσης στους ανθρώπινους πληθυσμούς.**

Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της κλινικής διακύμανσης, επηρεάζοντας τη φυσική επιλογή και την προσαρμογή. Για παράδειγμα, διαφορές στο κλίμα, στο υψόμετρο και στη διαθεσιμότητα τροφής μπορούν να οδηγήσουν σε συγκεκριμένες προσαρμογές σε γνωρίσματα όπως το χρώμα του δέρματος ή το μέγεθος του σώματος. Καθώς οι πληθυσμοί μετακινούνται ή εγκαθίστανται σε νέα περιβάλλοντα, αυτά τα γνωρίσματα μπορεί να συνεχίζουν να μεταβάλλονται σταδιακά, αναδεικνύοντας τη σημασία του οικολογικού πλαισίου.

* **Αξιολογήστε πώς η κατανόηση της κλινικής διακύμανσης ενισχύει τις ανθρωπολογικές μεθοδολογίες και τις ερμηνείες της ανθρώπινης ποικιλότητας.**

Η κατανόηση της κλινικής διακύμανσης ενισχύει σημαντικά τις ανθρωπολογικές μεθοδολογίες, προωθώντας μια πιο λεπτομερή προσέγγιση στη μελέτη της ανθρώπινης ποικιλότητας. Αναγνωρίζοντας ότι τα γνωρίσματα μεταβάλλονται συνεχώς μεταξύ πληθυσμών λόγω περιβαλλοντικών επιδράσεων, οι ερευνητές μπορούν να σχεδιάζουν μελέτες που εστιάζουν σε κλίσεις (gradients) αντί για σταθερές κατηγορίες. Αυτή η μετατόπιση επιτρέπει καλύτερη ερμηνεία των αλληλεπιδράσεων μεταξύ γενετικής, πολιτισμού και περιβάλλοντος.

### Σχετικοί όροι

**Φαινότυπος:** Τα παρατηρήσιμα φυσικά και φυσιολογικά γνωρίσματα ενός οργανισμού, τα οποία προκύπτουν από την αλληλεπίδραση του γονότυπου με το περιβάλλον.

**[Γενετική παρέκκλιση (Genetic Drift)](https://fiveable.me/biological-anthropology/key-terms/genetic-drift):**
Ένας μηχανισμός εξέλιξης που αναφέρεται σε τυχαίες μεταβολές στη συχνότητα των αλληλομόρφων μέσα σε έναν πληθυσμό, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε διαφοροποιήσεις γνωρισμάτων με την πάροδο του χρόνου.

**[Κανόνας του Bergmann (Bergmann’s Rule)](https://fiveable.me/biological-anthropology/key-terms/bergmanns-rule):**
Οικολογική αρχή σύμφωνα με την οποία μεγαλύτερα σωματικά μεγέθη εμφανίζονται σε ψυχρότερα κλίματα, ενώ μικρότερα μεγέθη σε θερμότερες περιοχές, δείχνοντας πώς οι περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν τα φυσικά γνωρίσματα.


Το παρελθόν είναι μια αποβλεπτική τροποποίηση ενός παρόντος· το μέλλον είναι μια αποβλεπτική τροποποίηση ενός παρελθόντος, δηλαδή μια τροποποίηση δευτέρου βαθμού ενός παρόντος.

LVIII

Συνομιλία με τον Χούσερλ, πρωί, 8/6/32

Η φυσική στάση είναι μια στάση του υπερβατολογικού εγώ, ακριβώς όπως είναι και η υπερβατολογική στάση. (Στη φυσική στάση το υπερβατολογικό εγώ, όταν αναστοχάζεται, βλέπει τον εαυτό του όχι ως υπερβατολογικό εγώ αλλά ως φυσικό εγώ.)

{84} Απόγευμα.

Το προδιαγραφόμενο μέλλον [protended future] δίδεται με έναν τρόπο που δεν είναι «συμμετρικός» προς τον τρόπο με τον οποίο δίδεται το συγκρατημένο και ανακληθέν παρελθόν [retained and recollected past]. Ενώ το παρελθόν δίδεται άμεσα, το μέλλον δίδεται σε μια αναπαράσταση. Το παρελθόν είναι μια αποβλεπτική τροποποίηση ενός παρόντος· το μέλλον είναι μια αποβλεπτική τροποποίηση ενός παρελθόντος, δηλαδή μια τροποποίηση δευτέρου βαθμού ενός παρόντος. (Αυτό που θα είναι παρελθόν παρόν;)

Ο Χούσερλ είπε ότι είχε την τάση να αναθεωρήσει εκ νέου τη θέση του σχετικά με την κιναισθησία.

[Conversations with Husserl and Fink: 83-4]  

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Το λογικό πεδίο αναδύεται λοιπόν αρχικά σε μια «κριτική στροφή», η οποία προκαλείται από μια μέριμνα για την αλήθεια ή το ψεύδος των κρίσεων.

Το λογικό πεδίο αναδύεται λοιπόν αρχικά σε μια «κριτική στροφή», η οποία προκαλείται από μια μέριμνα για την αλήθεια ή το ψεύδος των κρίσεων. 

The logical domain first emerges, then, in a “critical turn” occasioned by a concern with the truth or falsity of judgments.

[John J. Drummond, Historical Dictionary of Husserl's Philosophy, p. 16]

Η τελευταία ψευδαίσθηση του καπιταλιστικού συστήματος, ότι το κεφάλαιο είναι ο καρπός της ίδιας της εργασίας του και των αποταμιεύσεων του, καταστρέφεται.

Από τη μια πλευρά, το κεφάλαιο του βιομηχανικού καπιταλιστή δεν «αποταμιεύεται» από αυτόν, αλλά αυτός έχει την εξουσία των αποταμιεύσεων των άλλων ανάλογα με το μέγεθος του κεφαλαίου του. Από την άλλη πλευρά, ο καπιταλιστής κερδίζει από τις αποταμιεύσεις των άλλων το δικό του κεφάλαιο, και από την πίστωση που δίνουν οι αναπαραγωγικοί καπιταλιστές ο ένας στον άλλο και που το κοινό τους δίνει, μια ιδιωτική πηγή για να πλουτίσει τον εαυτό του. Η τελευταία ψευδαίσθηση του καπιταλιστικού συστήματος, ότι το κεφάλαιο είναι ο καρπός της ίδιας της εργασίας του και των αποταμιεύσεων του, καταστρέφεται. Όχι μόνο το κέρδος συνίσταται στην ιδιοποίηση της εργασίας των άλλων, αλλά το κεφάλαιο, με το οποίο αυτή η εργασία των άλλων τίθεται σε κίνηση και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, αποτελείται από περιουσία άλλων ανθρώπων, την οποία ο χρηματικός καπιταλιστής θέτει στη διάθεση του βιομήχανου καπιταλιστή, και για την οποία με τη σειρά του εκμεταλλεύεται τον τελευταίο.

On the one hand, the capital of the industrial capitalist is not "saved" by himself, but he has command of the savings of others in proportion to the magnitude of his capital; on the other hand, the money capitalist makes of the savings of others his own capital, and of the credit, which the reproductive capitalists give to one another and which the public gives to them, a private source for enriching himself. The last illusion of the capitalist system, that capital is the fruit of one's own labour and savings, is thereby destroyed. Not only does profit consist in the appropriation of other people's labour, but the capital, with which this labour of others is set in motion and exploited, consists of other people's property, which the money capitalist places at the disposal of the industrial capitalist, and for which he in turn exploits the latter.

[Karl Marx, Capital III, MECW 37, pp. 505-506]

 

Η συντόμευση της εργάσιμης ημέρας είναι η βασική του προϋπόθεση.

Επομένως, ο πραγματικός πλούτος της κοινωνίας και η δυνατότητα διαρκούς επέκτασης της διαδικασίας αναπαραγωγής της δεν εξαρτώνται από τη διάρκεια της υπερεργασίας, αλλά από την παραγωγικότητά της και τις λίγο πολύ άφθονες συνθήκες παραγωγής υπό τις οποίες εκτελείται. Στην πραγματικότητα, το βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει στην πραγματικότητα μόνο εκεί που παύει η εργασία που καθορίζεται από την ανάγκη και τις εγκόσμιες σκέψεις· έτσι στην ίδια τη φύση των πραγμάτων βρίσκεται πέρα από τη σφαίρα της πραγματικής υλικής παραγωγής. Όπως ο άγριος πρέπει να παλέψει με τη Φύση για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του, για να διατηρήσει και να αναπαράγει τη ζωή, έτσι πρέπει και ο πολιτισμένος άνθρωπος, και πρέπει να το κάνει σε όλους τους κοινωνικούς σχηματισμούς και κάτω από όλους τους δυνατούς τρόπους παραγωγής. Με την ανάπτυξή του αυτό το βασίλειο της φυσικής αναγκαιότητας διευρύνεται ως αποτέλεσμα των επιθυμιών του· αλλά, ταυτόχρονα, αυξάνονται και οι δυνάμεις παραγωγής που ικανοποιούν αυτές τις επιθυμίες. Η ελευθερία σε αυτό το πεδίο μπορεί να συνίσταται μόνο στο ότι ο κοινωνικοποιημένος άνθρωπος, οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί, ρυθμίζουν ορθολογικά την ανταλλαγή τους με τη Φύση, τη θέτουν υπό τον κοινό τους έλεγχο, αντί να κυβερνώνται από αυτήν όπως οι τυφλές δυνάμεις της Φύσης· και να το επιτύχουν αυτό με την ελάχιστη δαπάνη ενέργειας και υπό συνθήκες πιο ευνοϊκές και αντάξιες για την ανθρώπινη φύση τους. Ωστόσο, εξακολουθεί να παραμένει μια σφαίρα αναγκαιότητας. Πέρα από αυτή ξεκινά εκείνη η ανάπτυξη της ανθρώπινης ενέργειας που είναι αυτοσκοπός, το αληθινό βασίλειο της ελευθερίας, το οποίο, ωστόσο, μπορεί να ανθίσει μόνο με βάση αυτό το βασίλειο της ανάγκης. Η συντόμευση της εργάσιμης ημέρας είναι η βασική του προϋπόθεση. 

The actual wealth of society, and the possibility of constantly expanding its reproduction process, therefore, do not depend upon the duration of surplus labour, but upon its productivity and the more or less copious conditions of production under which it is performed. In fact, the realm of freedom actually begins only where labour which is determined by necessity and mundane considerations ceases; thus in the very nature of things it lies beyond the sphere of actual material production. Just as the savage must wrestle with Nature to satisfy his wants, to maintain and reproduce life, so must civilised man, and he must do so in all social formations and under all possible modes of production. With his development this realm of physical necessity expands as a result of his wants; but, at the same time, the forces of production which satisfy these wants also increase. Freedom in this field can only consist in socialised man, the associated producers, rationally regulating their interchange with Nature, bringing it under their common control, instead of being ruled by it as by the blind forces of Nature; and achieving this with the least expenditure of energy and under conditions most favourable to, and worthy of, their human nature. But it nonetheless still remains a realm of necessity. Beyond it begins that development of human energy which is an end in itself, the true realm of freedom, which, however, can blossom forth only with this realm of necessity as its basis. The shortening of the working day is its basic prerequisite. [Karl Marx, Capital III, MECW 37, p. 807]

Ο Χούσερλ αναθεώρησε τη θέση του σχετικά με την κιναισθησία. Τώρα θα διέκρινε μεταξύ της διαδικασίας της βούλησης και της κιναισθητικής διαδικασίας.

LVII

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 4/6/32

[...]

Ο Χούσερλ αναθεώρησε τη θέση του σχετικά με την κιναισθησία. Τώρα θα διέκρινε μεταξύ της διαδικασίας της βούλησης και της κιναισθητικής διαδικασίας. Μια εκούσια επανενθύμηση [voluntary recollection] είναι μια διαδικασία βούλησης, αλλά δεν έχει κανένα ειδικό κιναισθητικό συνοδό. Από την άλλη πλευρά, μια εκούσια κίνηση είναι μια διαδικασία βούλησης, η οποία έχει ένα ειδικό κιναισθητικό συνοδό, και ένα ειδικό υλητικό (αισθητηριακό) συνοδό. Η εκούσια επανενθύμηση και η εκούσια κίνηση είναι όμοιες στο ότι καθεμία έχει ως συστατικό μια βουλητική διαδικασία. Αλλά δεν υπάρχει κιναισθησία στην επανενθύμηση. ([Μήπως] ελέγχω τη φαντασματική τροποποίηση της αισθητηριακής ύλης [sensation-hyle] άμεσα, όπως ελέγχω άμεσα την κιναισθησία του σώματος; Ή υπάρχει μια φαντασματική τροποποίηση της κιναισθησίας, και είναι αυτή που ελέγχω άμεσα; Τι συμβαίνει με τη βούληση να στρέψω την προσοχή στη μνήμη; Με το να «μεταβώ» από την προσοχή στο αντιληπτό στην προσοχή στο αναμνησμένο;) Ο χαρακτήρας της κιναισθησίας είναι ότι πρόκειται για μια άμεσα ελεγχόμενη ή μάλλον ελέγξιμη διαδικασία και ότι έχει μια αμετάβλητη σύνδεση με υλητικές διαδικασίες, έτσι ώστε να αποκτούμε έναν ορισμένο έμμεσο έλεγχο πάνω τους, ή πάνω στον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλονται.

Ο Χούσερλ αναγνώρισε ρητά ότι αυτό ήταν διαφορετικό από ό,τι είχε πει προηγουμένως σχετικά με την ύλη, την κιναισθησία και τη βούληση.

[Conversations with Husserl and Fink: 83] 

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

σχετικά με τη συγκρότηση των φυσικών αντικειμένων στην αντίληψη

LII

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 6/5/32

Ο Χούσερλ μου διάβασε από ένα στενογραφικό χειρόγραφο σχετικά με τη συγκρότηση των φυσικών αντικειμένων στην αντίληψη, πρωτίστως σχετικά με τη συγκρότησή τους στην οπτική αντίληψη. Το πρώτο μέρος εξέταζε τη σειρά των εμφανίσεων ενός αντικειμένου, ως εγγύτερου ή απομακρυσμένου. Κάθε εμφάνιση του αντικειμένου ως περισσότερο απομακρυσμένου δεν είναι μόνο μια εμφάνιση του αντικειμένου αλλά επίσης μια εμφάνιση της εμφάνισης του αντικειμένου ως εγγύτερου. Έτσι υπάρχει, στη σχετική σειρά, μια αναλογία με τη σειρά των χρονικών στιγμών στον εσωτερικό {72} χρόνο, καθεμιά από τις οποίες δεν είναι μόνο η ίδια αλλά και μια συγκράτηση (retention) καθεμιάς από τις προγενέστερές της. Η σειρά των εμφανίσεων του αντικειμένου έχει (1) ένα απομακρυσμένο όριο, πέρα από το οποίο το αντικείμενο δεν εμφανίζεται πλέον καθόλου, δηλαδή πέρα από το οποίο δεν υπάρχουν πλέον εμφανίσεις, και (2) ένα εγγύς όριο, το όριο της βέλτιστης σαφήνειας και διακριτότητας. Το τελευταίο είναι πρωτίστως ένα πραγματικό όριο και όχι ένα ιδεατό. Είναι νοητό το αντικείμενο να εμφανίζεται ως ακόμη «εγγύτερο», δηλαδή σαφέστερο, απ’ ό,τι εμφανίζεται στο σημείο όπου είναι πραγματικά μεγιστοποιημένα σαφές. Τα μικροσκόπια είναι όργανα για να φέρνουν το αντικείμενο ακόμη «εγγύτερα». Τώρα, όλες οι εμφανίσεις σε μια τέτοια σειρά είναι εμφανίσεις του αντικειμένου, και το ίδιο το αντικείμενο είναι το ιδεώδες προς το οποίο αυτές προσεγγίζουν — ή μήπως θα έπρεπε να πούμε ότι δεν υπάρχει αντικείμενο, κανένα ιδεατό όριο; Ο Χούσερλ απορρίπτει το τελευταίο, πιθανώς επειδή, εφόσον κάθε εμφάνιση δίδεται ως εμφάνιση κάποιου, υπάρχει ένα αντικείμενο, μη δυνάμενο να δοθεί το ίδιο με τον ίδιο τρόπο, αλλά μάλλον ακριβώς ως ένα καντιανό ιδεώδες.

Το δεύτερο μέρος επιχειρούσε να διακρίνει μεταξύ αντικειμένων τα οποία συγκροτούνται στο άμεσο περιβάλλον μας μέσω σειρών εμφανίσεων ως μακρινών και εγγύς, και «αντικειμένων» τα οποία συγκροτούνται χωρίς τέτοια ποικιλία στις εμφανίσεις τους, π.χ. τα ουράνια σώματα. Αφομοιώνουμε τα τελευταία στον τύπο που συγκροτείται στο άμεσο περιβάλλον μας και σκεπτόμαστε μια πραγματικά αδύνατη αλλά νοητή προσέγγιση (του σώματος προς εμάς ή δική μας προς το σώμα), η οποία θα έδιδε το σώμα σαφέστερα και διακριτότερα — θα το έδιδε ως εγγύτερο.^* Στην περίπτωση του ήλιου, της σελήνης και των πλανητών, αυτή η προσέγγιση επιτυγχάνεται πράγματι με τηλεσκόπια.

^* Ενώ, αν δεν είχαμε πρώτα συγκροτήσει εγγύς αντικείμενα, δεν θα μπορούσαμε να συγκροτήσουμε καθόλου αντικείμενα.

Ένα μακρινό βουνό συγκροτείται για εμάς ουσιωδώς με τον ίδιο τρόπο· εκτός αν διανύσουμε μεγάλες αποστάσεις, δεν υπάρχει μεταβολή στην εμφάνιση, ή μάλλον δεν υπάρχει μεταβολή του είδους εκείνου που επιφέρει η προσέγγιση στις εμφανίσεις των εγγύς αντικειμένων. Ωστόσο, μεγάλες αποστάσεις που διανύονται επιφέρουν πράγματι τέτοιες μεταβολές, και έτσι εδώ το σημαντικό στοιχείο είναι ο ρυθμός (tempo) της μεταβολής. Είπα ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για το πόση κιναισθησία πρέπει να διανυθεί ώστε να προκύψει ένα ορισμένο κβάντο μεταβολής στην εμφάνιση, πράγμα με το οποίο ο Χούσερλ συμφώνησε, αλλά πρόσθεσε ότι η έννοια του ρυθμού δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Στον εμμενή χρόνο μία περίπτωση ενός δεδομένου τύπου κιναισθητικής διεργασίας μπορεί να διανυθεί ταχύτερα από μια άλλη περίπτωση, η οποία είναι, εκτός από τον ρυθμό της, ταυτόσημη.

{73} Τότε ρώτησα αν η διάκριση νόησης ‒ ύλης (hyle) ήταν μια πραγματική διχοτομία των εμμενών συστατικών των Erlebnisse <νοητικών βιωμάτων ή συμβάντων>, ή αν ίσως η κιναισθησία σχημάτιζε μια τρίτη τάξη. Απάντησε, πρώτα απ’ όλα, ότι παρόλο που είχε προσπαθήσει να διακρίνει απότομα την κιναισθησία από την ύλη, εντούτοις υπάρχουν σε ορισμένες περιπτώσεις υλητικά συνοδά τα οποία συνοδεύουν κατ’ ανάγκην την κιναισθησία. Είπα, ας τα αφήσουμε αυτά εκτός λογαριασμού. Είπε τότε ότι το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι πως η κιναισθησία είναι η πρωταρχική μορφή του «εγώ πράττω».

Συνέχισε με το χειρόγραφο, και έπειτα παρεξέκλινε σε μια έκθεση για τον σχηματισμό ταυτόσημων κηλίδων στο υλητικό πεδίο. Αυτό προϋποθέτει τη σύνθεση του πεδίου στη βάση της Paarung <σύζευξης>, και την Abhebung <ανάδυση, προβολή/εξέχουσα διαφοροποίηση> της κηλίδας στη βάση μιας δευτερογενούς ποικιλότητας: δευτερογενούς υπό την έννοια ότι προϋποθέτει την προκαταρκτική συγκρότηση ενός πεδίου στη βάση της ομοιότητας. Σε κάθε πεδίο συγκροτείται, μαζί με τα δεδομένα του, η χρονική μορφή κάθε δεδομένου, και έτσι η χρονική μορφή εκείνου του πεδίου. Θεωρεί ως ιδιαίτερο πρόβλημα το πώς πρόκειται να εγκαθιδρυθεί η ταυτοχρονία μεταξύ δεδομένων σε χωριστά πεδία. Υπάρχει πλήρης ετερογένεια όσον αφορά το περιεχόμενο. Η οπτική και η απτική ύλη σχηματίζουν τα χωριστά τους πεδία, τα οποία δεν είναι μέρη κάποιας ανώτερης υλητικής ενότητας, κάποιου πεδίου που να περιλαμβάνει και τα δύο αυτά πεδία. Αλλά οι χρονικές μορφές, ταυτόσημες και στα δύο πεδία, σχηματίζουν μια βάση για Paarung, και, επειδή δεν υπάρχει βασική ομοιότητα μεταξύ οπτικού και απτικού, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ασυνέπεια (όπως μεταξύ κόκκινου και μπλε, ή μεταξύ τραχέος και λείου)· συνεπώς μπορούν να συγχωνευθούν σε ένα αντικείμενο. (Μπορεί να είναι κόκκινο και λείο στο ίδιο σημείο, αλλά όχι κόκκινο και μπλε.)

[Conversations with Husserl and Fink: 71-3]

 

Έτσι ανασυγκροτούμε μια περίοδο στη ζωή του ατόμου κατά την οποία δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει θεσμίζοντα (stiftende) ενεργήματα, αλλά όπου υπήρχε αφενός ένα αντικειμενικό αυτοσυγκροτούμενο υλαισθητικό ρεύμα και αφετέρου μια υποκειμενική «κιναισθητική» ορμή, η οποία ήταν ενστικτώδης, χωρίς συνείδηση σκοπού.

XLIII

Συνομιλία με τον Husserl, 13/1/32

Το Sich auskennen <να γνωρίζει κανείς διεξοδικά κάτι, να είναι ειδήμων ή καλά εκπαιδευμένος σε κάτι>, όπως π.χ. στο παίξιμο του πιάνου, δεν είναι ζήτημα απλών νευρικών συνηθειών [nerve-habits], αλλά μάλλον ζήτημα ιζηματοποιημένων βουλητικών ενεργημάτων [precipitated voluntary acts], όλα ενωμένα σε μια σύνθετη δομή, στην οποία, ως σύνολο, αποδίδω τη συγκατάθεσή [fiat] μου όταν αρχίζω να παίζω. Δεν χρειάζεται να αποδώσω τη συγκατάθεσή μου άμεσα σε καθένα από τα υπαγόμενα ενεργήματα.

{65} Μέσω της μεθόδου της Abbau <αποδόμηση> οδηγούμαστε όχι μόνο στη διάκριση δομικών επιπέδων αλλά και στην «ανακατασκευή» μιας πραγματικής χρονικής διαδικασίας στην οποία τα κατώτερα επίπεδα προηγήθηκαν των ανώτερων. Έτσι ανασυγκροτούμε μια περίοδο στη ζωή του ατόμου κατά την οποία δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει θεσμίζοντα (stiftende) ενεργήματα, αλλά όπου υπήρχε αφενός ένα αντικειμενικό αυτοσυγκροτούμενο υλαισθητικό ρεύμα και αφετέρου μια υποκειμενική «κιναισθητική» ορμή, η οποία ήταν ενστικτώδης, χωρίς συνείδηση σκοπού. Υπήρχαν επίσης πρωτογενή στοιχεία αισθήματος, μη προσδεδεμένα σε αντικείμενα, αφού δεν υπήρχαν ακόμη αντικείμενα. Αυτή η ενορμητική δραστηριότητα [conative activity] κατευθύνεται προς το υλαισθητικό ρεύμα [hyletic flux] και προσδιορίζεται προς την ταυτοποίηση και τη διατήρηση του ευχάριστου. Όταν τυχαία εγκαθιδρύει έναν «επιτυχή» (προκαλούντα ευχαρίστηση, διατηρητικό, ενισχυτικό) τύπο διεργασιών (Verlaufstypus), τότε γίνεται σκοποθετημένη (zielbewusst) και γίνεται μια ορμή περισσότερο όμοια με εκείνη που γνωρίζουμε.

Η διάκριση ύλης και μορφής εμφανίζεται στον ήδη αυτοσυγκροτημένο άνθρωπο μέσα στον κόσμο τον οποίο έχει συγκροτήσει, ως η διάκριση μεταξύ φύσης και νου. Η φαινομενολογία, αποκαλύπτοντας το έργο του νου στη συγκρότηση της φύσης και του νου, μεταφέρει τη διάκριση πίσω στο πιο πρωτογενές επίπεδο που αναφέρθηκε παραπάνω, αλλά εκεί η διάκριση πρέπει να παραμείνει ως θεμελιώδης.

[Conversations with Husserl and Fink: 64-5] 

Παρότι αρχικά ανεξέλεγκτη, η κιναισθησία είναι ουσιωδώς ένα υποκειμενικό, βουλητικό ζήτημα

XLII

Συνομιλία με τον Husserl και τον Fink, 5/1/32

Μιλώντας πάνω στο γενικό θέμα του καθολικού βουλησιαρχισμού, το οποίο είχε ανοίξει στις 28/12/31, ο Husserl παρατήρησε ότι κάθε ενέργεια (Handeln), όπως τη συναντούμε, είναι ένα πράττειν που προϋποθέτει μια κατάσταση η οποία η ίδια προκύπτει από προηγούμενες ενέργειες, από προηγούμενα πράττειν. Αυτό φαίνεται να μας οδηγεί σε μια άπειρη παλινδρόμηση, αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί στην αναγκαία συγκρότηση καταστάσεων όπου υπάρχει μια δραστηριότητα, ένα πράττειν, το οποίο δεν προϋπέθετε προηγούμενα πράττειν. Τέτοιες καταστάσεις είναι εκείνες στις οποίες το εγώ, ας πούμε στην πρώιμη βρεφική ηλικία, έρχεται αντιμέτωπο με το αυτοσυγκροτούμενο υλαισθητικό ρεύμα (hyletic flux), αλλά δεν έχει ακόμη συγκροτήσει ενεργητικά αντικείμενα, δεν έχει ακόμη συγκροτήσει κανένα από τα αντικειμενικά στρώματα που προϋποτίθενται για τη συγκρότηση των αντικειμένων. Το παιδί έχει, απέναντι στο υλαισθητικό ρεύμα, ένα λίγο-πολύ οργανωμένο κιναισθητικό ρεύμα, το οποίο εμφανίζει συσχετίσεις με το κιναισθητικό* ρεύμα. Παρότι αρχικά ανεξέλεγκτη, η κιναισθησία είναι ουσιωδώς ένα υποκειμενικό, βουλητικό ζήτημα. Αυτό που εννοεί ο Husserl με τον όρο κιναισθησία δεν είναι οι σωματικές αισθήσεις που συνοδεύουν την κίνηση ή τη μυϊκή ένταση, ούτε οι εσωτερικές αισθήσεις, αλλά μάλλον κάτι βουλητικό ή οιονεί βουλητικό που απομένει όταν αφαιρέσει κανείς τέτοιες αισθήσεις. Αυτό δε μου ήταν σαφές προηγουμένως, όπως πιθανόν δείχνουν οι αναφορές μου από προηγούμενες συνομιλίες πάνω στο ζήτημα. Το βρέφος, όπως και ο ενήλικας, ωθείται στο να προκαλεί ενεργά εκείνες τις κιναισθητικές ακολουθίες οι οποίες φαίνεται να επιφέρουν τη διατήρηση ή την επανεμφάνιση κάποιου αξιολογημένου, κατ’ αρχάς κάποιου ευχάριστου. Όχι όμως ενός ευχάριστου «αντικειμένου» με την πλήρη έννοια — τέτοια αντικείμενα δεν έχουν ακόμη συγκροτηθεί — αλλά ενός ευχάριστου αισθήματος. Ολόκληρη η ψυχική ζωή καθορίζεται από μια τάση προς την πρόκληση ή τη συγκρότηση του διαρκούς, του ταυτόσημου με τον εαυτό του, του επαναλαμβανόμενου.

^* Πιθανότατα εννοούσα «υλαισθητικό» (hyletic).

[Conversations with Husserl and Fink: 63-4] 

Ο Reiner μίλησε για τους «διαφορετικούς κόσμους» των πρωτόγονων και των πολιτισμένων ανθρώπων

XLI

Συνομιλία με τον Χούσερλ και τον Reiner, 31/12/31

Ο Reiner μίλησε για τους «διαφορετικούς κόσμους» των πρωτόγονων και των πολιτισμένων ανθρώπων. Ο Χούσερλ είπε ότι, παρόλο που η φράση μπορεί να έχει ένα έγκυρο νόημα [good sense], είναι επικίνδυνη. Αυστηρά μιλώντας, είναι παράλογο να μιλά κανείς για δύο ή περισσότερους πραγματικούς κόσμους. Οι όροι δυνατότητας ακόμη και του φαινομενικού είναι άλλων νοών επαρκούν για να εγγυηθούν ότι όλοι οι νόες έχουν έναν ταυτόσημο κόσμο με μία ταυτόσημη μορφο-οντολογική δομή.

Ο Χούσερλ αντέτεινε ότι ο Heidegger δεν ανέφερε ούτε τον Avenarius ούτε τον Χούσερλ όταν μιλούσε για τη φυσική κοσμοεικόνα, αλλά την αντιμετώπιζε ως ζήτημα κοινής γνώσης και όχι ως κάτι που αναπτύχθηκε από αυτούς τους δύο φιλοσόφους. Ο Χούσερλ αναγνωρίζει το δικό του χρέος προς τον Avenarius.

Αφού φύγαμε από τον Χούσερλ, ο Reiner αντέτεινε ότι ο Χούσερλ είναι αδικαιολόγητα σκεπτικιστής σχετικά με την αποδοχή εκ μέρους του Reiner της υπερβατολογικής αναγωγής. Ο Reiner λέει ότι σε αυτό συντάσσεται με τον Χούσερλ μάλλον παρά με τον Heidegger, αλλά ότι κλίνει περισσότερο προς τη χαϊντεγκεριανή άποψη περί της φύσης του φυσικού κόσμου. (Vorhandenheit und Zuhandenheit <παρουσία-εκεί και προχειρότητα/διαθεσιμότητα-προς-χρήση>) Θεωρεί ότι ο Χούσερλ υπερτονίζει την επιδίωξη της Bewährung <επαλήθευσης, επιβεβαίωσης>.

[Conversations with Husserl and Fink: 63] 

καθολικός βουλησιαρχισμός (universal voluntarism)

XL

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 28/12/31

[Conversations with Husserl and Fink: 61-63]

Ο Χούσερλ είπε ότι εργαζόταν πάνω στην πραγμάτωση ενός καθολικού βουλησιαρχισμού [universal voluntarism]. Αντιτίθεται στο να θεωρούνται ταξινομήσεις ενεργημάτων όπως εκείνες του Brentano ως αληθείς θεμελιώδεις διακρίσεις. Κάθε ενέργημα, καθόσον εκτελείται από το εγώ, είναι μια απόφαση, μια Bejahung, <κατάφαση>, και επιπλέον υπάρχει μία βουλητική όψη στα φαινόμενα υποβάθρου του νου. Υπάρχει ένα είδος Hintergrundsentscheidung <απόφαση υποβάθρου>, η οποία δεν είναι πλήρης εγω-απόφαση.

Όπως και αλλού στη φαινομενολογία, έτσι και εδώ η μέθοδος είναι εκείνη της περιγραφής των πιο προφανών φαινομένων του είδους που μας ενδιαφέρει και της Rückfrage <αναδρομικής διερώτησης, ερώτησης προς τα πίσω> προς τη συγκρότησή τους. Παραμερίζοντας τη φαινομενολογική αναγωγή μπορεί κανείς να πει ότι ζούμε συνεχώς μέσα σε έναν ήδη συγκροτημένο κόσμο πραγματικότητας και ότι συνεχώς «αναμιγνυόμαστε» μέσα σε αυτόν τον κόσμο, μεταβάλλοντάς τον ως αποτέλεσμα εκούσιων αποφάσεων. Ο κόσμος, ή μάλλον κάποιο μέρος του, δίδεται ως πραγματικά έτσι-και-έτσι. Εμείς αποφασίζουμε να τον κάνουμε διαφορετικό. Όταν λαμβάνουμε μια τέτοια απόφαση, η επιθυμητή κατάσταση schwebt vor uns60 ως πρακτική δυνατότητα, την οποία μέσω ενός εκούσιου fiat αποφασίζουμε να πραγματώσουμε. Αυτή η συνείδηση μιας Zustand <κατάστασης> ως πρακτικής δυνατότητας πρέπει να διακριθεί από μια απλή {62} συνείδηση μιας δυνατότητας μέσα στη φαντασία. Τη λέξη «fiat» ο Χούσερλ, είπε, την οφείλει στον William James, ο οποίος είχε την ικανότητα να εντοπίζει σημαντικά φαινομενολογικά δεδομένα, αλλά δεν έκανε πολλά με την αποβλεπτικότητα και έτσι έχασε το ουσιώδες στοιχείο του νου.

60 «Βρίσκεται σε εκκρεμότητα, αιωρείται μπροστά μας.»

Τα πιο προφανή βουλητικά φαινόμενα είναι εκείνα των παρόντων αποφάσεων. Μια πρώτη διάκριση που μπορούμε να κάνουμε μεταξύ των παρόντων αποφάσεων είναι η διάκριση ανάμεσα σε εκείνες που εκτελούνται αμέσως, π.χ. μια απόφαση να καπνίσω ένα τσιγάρο, και σε εκείνες που εκτελούνται στο μέλλον, π.χ. μια απόφαση να συναντήσω έναν φίλο αύριο στον σταθμό στις πέντε η ώρα. Στη δεύτερη τάξη αποφάσεων, η ήδη ληφθείσα απόφαση παραμένει σε ισχύ κατά τη διάρκεια του μεσοδιαστήματος, ακόμη κι αν δεν υπάρχει ενεργή εκτέλεση της απόφασης κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος. Το μεσοδιάστημα είναι ουσιώδες μέρος της βουλητικής διαδικασίας.

Εγώ είχα παρερμηνεύσει το νόημα αυτής της διαίρεσης μεταξύ μεσολαβημένα και αμέσως εκτελούμενων αποφάσεων, και έτσι αντέτεινα ότι μια διαδικασία όπως η απόφαση να πάρω ένα τσιγάρο και κατόπιν το να το πάρω, δεν ήταν μια άμεση εκτέλεση μιας απόφασης, αφού προϋπέθετε την εκτέλεση κινήσεων του χεριού και των δακτύλων πριν από την πραγματική λήψη. Αυστηρά μιλώντας, οι μόνες άμεσες εκτελέσεις αποφάσεων ήταν οι κινήσεις των σωματικών μας οργάνων. Αλλά ακόμη κι αυτές δεν είναι, υποστήριξα, άμεσες με αυστηρή έννοια, αφού αποτελούν τα μεσολαβημένα αποτελέσματα του πιο αληθινά άμεσου ελέγχου μας πάνω στη σειρά με την οποία προχωρούν ορισμένες σειρές κιναισθήσεων. Η διάκριση του Χούσερλ ήταν ανάμεσα σε διαδικασίες που περιλαμβάνουν μια αμέσως εκκινούμενη δραστηριότητα προς την πραγματοποίηση μιας απόφασης και σε διαδικασίες όπου η πραγματωτική δραστηριότητα [realizing activity] προηγείται από ένα διάστημα στο οποίο δεν υπάρχει καμία δραστηριότητα προς την πραγματοποίηση εκείνης της συγκεκριμένης απόφασης.

Ο Χούσερλ απάντησε ότι, καθόσον ζούμε μέσα στη φυσική στάση, δεν έχουμε άμεση συνείδηση των ήδη beherrschte <κυριαρχημένων, ελεγχόμενων> κιναισθητικών πεδίων. Στις αποφάσεις μας δεν κατευθύνουμε την ενεργή συνειδητή βούλησή μας προς την πρόκληση ορισμένων ακολουθιών κιναισθήσεων, αλλά μάλλον προς τις μεταβολές στη φύση που επιθυμούμε να επιφέρουμε. Μόνο μέσω της Rückfrage <αναδρομικής διερώτησης, ερώτησης προς τα πίσω> φθάνουμε στις κιναισθήσεις.

Όταν κάποιος έχει εκτελέσει μια απόφαση, δεν υπάρχει περαιτέρω δραστηριότητα σε σχέση με εκείνη την απόφαση. Αυτό δε σημαίνει ότι το ενέργημα έπαψε πλέον να είναι ενέργημα βούλησης, αλλά μάλλον ότι έχει καταστεί ένα ιδιότυπα τροποποιημένο ενέργημα βούλησης, ένα ίζημα το οποίο {63} παραμένει ως διαρκής στάση και μπορεί να επανενεργοποιηθεί. Ως επανενεργοποιημένο μπορεί να ακυρωθεί από ένα νέο ενέργημα βούλησης, οπότε στο εξής διατηρείται ως ακυρωμένο. Εδώ ανήκουν τα φαινόμενα της μεταμέλειας.

Το κέρδος έτσι εμφανίζεται ως απλή ιδιοποίηση της υπερεργασίας των άλλων, που προκύπτει από τη μετατροπή των μέσων παραγωγής σε κεφάλαιο, δηλ, από την αποξένωσή τους έναντι του πραγματικού παραγωγού

Profit thus appears (no longer only
that portion of it, the interest, which derives its justification from
the profit of the borrower) as a mere appropriation of the #surplus
labour of others, arising from the conversion of means of production
into capital, i. e., from their #estrangement vis-à-vis the actual
producer, from their antithesis as another's property to every
individual actually at work in production, from manager down to the last
day labourer. 

Το κέρδος έτσι εμφανίζεται (όχι πλέον μόνο
εκείνο το τμήμα του, ο τόκος, ο οποίος αντλεί τη δικαίωσή του
από το κέρδος του δανειολήπτη) ως απλή ιδιοποίηση της
υπερεργασίας των άλλων, που προκύπτει από τη μετατροπή των μέσων παραγωγής
σε κεφάλαιο, δηλ, από την αποξένωσή τους έναντι του πραγματικού
παραγωγού, από την αντίθεσή τους ως αλλότρια ιδιοκτησία προς το κάθε
άτομο που εργάζεται στην παραγωγή, από τον διευθυντή μέχρι τον τελευταίο
μεροκαματιάρη.

[Karl Marx, Capital Vol. 3] 

Η ζωή είναι μια μεταμφίεση...

«Η ζωή είναι μια μεταμφίεση... Η απασχόληση σου συνίσταται στη διατήρηση της κρυψώνας σου... Στην πραγματικότητα δεν είσαι τίποτα· είσαι απλώς μια σχέση με τους άλλους, και αυτό που είσαι, είσαι λόγω αυτής της σχέσης... Όταν η γοητεία της ψευδαίσθησης σπάσει, όταν η ύπαρξη αρχίζει να κλονίζεται, τότε επίσης η απελπισία εκδηλώνεται ως το αίτιο. Η ίδια η απελπισία είναι μια αρνητικότητα, η έλλειψη συνείδησής της είναι μια νέα αρνητικότητα... Αυτή είναι η ασθένεια μέχρι θανάτου».
 
"Life is a masquerade... Your occupation consists in preserving your hiding place... In fact you are nothing; you are merely a relation to others, and what you are, you are by virtue of this relation... When the enchantment of illusion is broken, when existence begins to totter, then too does despair manifest itself as that which was at the bottom. Despair itself is a negativity, unconsciousness of it is a new negativity... This is the sickness unto death."
Cf. A Kierkegaard Anthology, edited by R. Bretall, Princeton Univ. Press, 1951, p. 99 (from Either-Or) and p. 346 (from The Sickness Unto Death).
 
[The Three Basic Facts of Existence: I. Impermanence (Anicca)](https://www.accesstoinsight.org/lib/authors/various/wheel186.html) 

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Η συζήτηση στράφηκε στη φύση του habitus και στη φύση μιας αρχικά ιδρυτικής πράξης.

Η συζήτηση στράφηκε στη φύση του habitus και στη φύση μιας αρχικά ιδρυτικής πράξης. Ο Husserl αναζήτησε ένα παράδειγμα. Αρχικά πήρε ως παράδειγμα ένα βουνό, αλλά το απέρριψε επειδή πρόκειται για ένα επιμέρους αντικείμενο και, επομένως, δεν αποτελούσε καλή περίπτωση για αυτό που ήθελε να δείξει. Αντί γι’ αυτό είπε: ας υποθέσουμε ότι βλέπω για πρώτη φορά ένα άλμπατρος και μαθαίνω για πρώτη φορά τη φύση του πτηνού ως άλμπατρος. Έκτοτε βλέπω άλμπατρος κάθε φορά που συναντώ τέτοια άτομα.»

The conversation turned to the nature of <i>habitus</i>, and to the nature of an originally establishing act. Husserl looked for an example. At first he took a mountain, but rejected it because it was a particular object, and hence not a good instance of what he wanted to show. Instead he said, suppose I see an albatross for the first time and learn the nature of the bird for the first time as albatross. Ever after I see albatrosses when I come upon such individuals.” 

[Conversations with Husserl and Fink: 16]   

Ο όρος Θεός χρησιμοποιείται περιστασιακά από τον Χούσερλ σε ιδιωτικές συνομιλίες για να δηλώσει την κοινότητα των υπερβατολογικών εγώ που «δημιουργεί» έναν κόσμο, αλλά αυτό αποτελεί για τον Χούσερλ μια «ιδιωτική γνώμη».

Ο όρος Θεός χρησιμοποιείται περιστασιακά από τον Χούσερλ σε ιδιωτικές συνομιλίες για να δηλώσει την κοινότητα των υπερβατολογικών εγώ που «δημιουργεί» έναν κόσμο, αλλά αυτό αποτελεί για τον Χούσερλ μια «ιδιωτική γνώμη».

The term God is used occasionally by Husserl in private conversation to mean the community of <i>transcendental egos</i> which “creates” a world, but this is for Husserl a “private opinion”. 

[Conversations with Husserl and Fink: 14]  

Η αντίληψη ενός δέντρου, παραδείγματος χάριν, «αναφέρεται πίσω» σε προηγούμενες αντιλήψεις δέντρων, στη συγκρότηση ενός habitus, το οποίο καθορίζει ότι βλέπει κανείς ορισμένα πράγματα ως δέντρα. Αυτό ισχύει για κάθε είδος αντικειμενοποίησης.

Η αντίληψη ενός δέντρου, παραδείγματος χάριν, «αναφέρεται πίσω» σε προηγούμενες αντιλήψεις δέντρων, στη συγκρότηση ενός habitus, το οποίο καθορίζει ότι βλέπει κανείς ορισμένα πράγματα ως δέντρα. Αυτό ισχύει για κάθε είδος αντικειμενοποίησης.

The perceiving of a tree, for example, “refers back” to previous perceptions of trees, to the establisment of a <i>habitus</i> which determines that one sees certain things as trees. This applies to every sort of objectivation.

[Conversations with Husserl and Fink: 13] 

Μόνον επειδή εγώ, ως σώμα, είμαι ένα πράγμα μέσα στον κόσμο, μπορώ να έχω έναν κόσμο.

Η αντίληψη ενός αντικειμένου εμπεριέχει την παρουσία ενός σώματος ως οργανισμού. Μόνον επειδή εγώ, ως σώμα, είμαι ένα πράγμα μέσα στον κόσμο, μπορώ να έχω έναν κόσμο.

The perception of an object involves the presence of a body as organism. Only because I am as body a thing in the world, may I have a world. 

[Conversations with Husserl and Fink: 6] 

καθαρή γραμματική (reine Grammatik)

Σήμερα επισκέφθηκα τον Χούσερλ για τελευταία φορά.

Η reine Grammatik <καθαρή γραμματική>, είπε, είναι μια επιστήμη πιο περιεκτική απ’ όσο θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από τις Λογικές Έρευνες. Κάθε γλώσσα πρέπει a priori να διαμορφώνει τη μορφή της πρότασης «Το Α είναι Β»· επιπλέον, πρέπει να εκθέτει τις πρότυπες μορφές: «Το Α είναι, ίσως, Β». Αυτή η έκθεση μπορεί να γίνεται μέσω του τόνου της φωνής, ακόμη κι αν δεν εκφράζεται ρητώς με ειδικές λέξεις. Η λέξη που εκφράζει την τροπικότητα μπορεί να εμφανίζεται μέσα σε ένα καταφατικό όλο. Το «Το Α είναι ίσως Β» μπορεί να καταφαίνεται. Έτσι, γενικά, η τροπικότητα μπορεί να καταστεί μέρος της ύλης.

Επιπλέον, κάθε γλώσσα πρέπει να εκθέτει τις διακρίσεις που απαντώνται στη φυσική Einstellung <στάση>, δηλαδή εκείνες του υποκειμένου και του αντικειμένου, του Ich und Umwelt <Εγώ και περιβάλλων κόσμος>, της ποιότητας, της σχέσης κτλ.

[I Συνομιλία με τον Χούσερλ, 16/7/26 στο Conversations with Husserl and Fink: 1]

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Όταν ο Χούσερλ μιλούσε για έναν ορίζοντα δυνατοτήτων σχετικά με το ενεργώς αντιληπτό αντικείμενο της αντίληψης, έβρισκε την ευκαιρία να επισημάνει ότι υπήρχαν και άλλα είδη οριζόντων

Όταν ο Χούσερλ μιλούσε για έναν ορίζοντα δυνατοτήτων σχετικά με το ενεργώς αντιληπτό αντικείμενο της αντίληψης, έβρισκε την ευκαιρία να επισημάνει ότι υπήρχαν και άλλα είδη οριζόντων. Ένα παράδειγμα ήταν ο ορίζοντας περαιτέρω προσδιορισμών, τους οποίους το αντικείμενο θα βιωνόταν ως έχον σε περίπτωση που γινόταν αντιληπτό από πιο κοντά ή από πιο μακριά. Ένας άλλος ορίζοντας είναι εκείνος των όψεων που θα παρουσίαζε, αν περιστρεφόταν ή αν εγώ κινούμουν γύρω από αυτό.

When Husserl was speaking of a horizon of possibilities about the actual object of perception he took occasion to point out that there were other sorts of horizons. One example was the horizon of further determinations that the object would be experienced as having in case it were to be seen from nearer or further away. Another horizon is that of aspects which it would present if it were turned around or if I went around it.

[Conversations with Husserl and Fink: 42]

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Τη γέννηση και τον θάνατο τα γνωρίζουμε μόνο στη βάση της διυποκειμενικότητας (Dorion Cairns)

Τη γέννηση και τον θάνατο τα γνωρίζουμε μόνο στη βάση της διυποκειμενικότητας. Ο θάνατος εμφανίζεται ως παύση μιας άλλης ζωής. Ως προς αυτό είναι ανάλογος με τον ύπνο. Όμως ο ύπνος εμφανίζεται και στην πρωτογενή σφαίρα επίσης ‒ ομοίως ως παύση, και η ανάλυσή του είναι πολύ δύσκολη.

[Conversations with Husserl and Fink: 19]

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

haecceity vs. quiddity

Ενώ η haecceity αναφέρεται στις όψεις ενός πράγματος που το καθιστούν ένα καθέκαστο/ιδιαίτερο πράγμα, η quiddity αναφέρεται στις καθολικές ιδιότητες ενός πράγματος, στην «τι-ότητα» του («whatness»), δηλαδή στις όψεις εκείνες που μπορεί να μοιράζεται με άλλα πράγματα και μέσω των οποίων μπορεί να αποτελεί μέρος ενός γένους πραγμάτων.

[https://en.wikipedia.org/wiki/Haecceity] 

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Οδόφραγμα κριτικής, ανέργων και φτωχών: Η πατρίδα μας

Η πατρίδα μας

Εμείς έχουμε πατρίδα.
Είναι τα οδοφράγματα σ' όλο τον κόσμο
Είναι οι απελευθερωμένοι τόποι ανάμεσα στα οδοφράγματα
Είναι τα  φλεγόμενα τοπία της απελευθερωμένης συνείδησης
Είναι οι φωτιές της καρδιάς που ξεδιπλώνονται στον άνεμο
Είναι ο άνεμος που μεταφέρει τα τραγούδια μας.
Αιώνες τώρα.
Τους απάτριδες να λυπάσαι
Κι αυτούς που η πατρίδα τους είναι συρματοπλέγματα.

Σ. Καστριώτης

https://odofragma-skas.blogspot.com/2011/10/blog-post.html 

Ο αντικειμενικός πλούτος μετατρέπεται σε κεφάλαιο αποκλειστικά και μόνο επειδή ο εργάτης πουλά την εργασιακή του ικανότητα για να ζήσει

Ο αντικειμενικός πλούτος μετατρέπεται σε #κεφάλαιο αποκλειστικά και μόνο επειδή ο εργάτης πουλά την #εργασιακή του #ικανότητα για να ζήσει. | Το #χρήμα δεν μπορεί να γίνει κεφάλαιο χωρίς να ανταλλαγεί με εργασιακή ικανότητα ως εμπόρευμα που πωλείται από τον ίδιο τον εργάτη. | Η #μισθωτή εργασία αποτελεί, επομένως, αναγκαία συνθήκη για τη διαμόρφωση του κεφαλαίου και παραμένει η διαρκώς αναγκαία προϋπόθεση της καπιταλιστικής παραγωγής. [#Marx, MECW 34]

Objective wealth is converted into #capital solely because the worker sells his #labour #capacity in order to live. | #Money cannot become capital without being exchanged for labour capacity as a commodity sold by the worker himself. | #Wage labour is therefore a necessary condition for the formation of capital, and it remains the constantly necessary presupposition for capitalist production. [#Marx, MECW 34]

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Και έτσι περιμένω...

«Ακόμη περισσότερο, στο κτιστό πράγμα (created thing) υπάρχει μια τελειότητα στο ότι αυτό υπάρχει· αφού η μεγαλύτερη από όλες τις ατέλειες είναι το να μην υπάρχει.» — Μπαρούχ Σπινόζα

«Συγκρινόμενο μαζί μου, ένα δένδρο είναι αθάνατο.» — Σίλβια Πλαθ

«Δεν είμαι παρά ακόμη μία σταγόνα μέσα στη μεγάλη θάλασσα της ύλης, καθορισμένη, με την ικανότητα να συνειδητοποιώ την ύπαρξή μου.» — Σίλβια Πλαθ

«…Τι είναι η ζωή μου και τι πρόκειται να την κάνω; Δεν ξέρω και φοβάμαι. Δεν θα μπορέσω ποτέ να διαβάσω όλα τα βιβλία που θέλω· δεν θα μπορέσω ποτέ να είμαι όλοι οι άνθρωποι που θέλω και να ζήσω όλες τις ζωές που θέλω. Δεν θα μπορέσω ποτέ να εκπαιδευτώ σε όλες τις δεξιότητες που θέλω. Και τι είναι αυτό που θέλω; Θέλω να ζήσω και να νιώσω όλες τις αποχρώσεις, τους τόνους και τις παραλλαγές της νοητικής και σωματικής εμπειρίας που είναι δυνατές στη ζωή μου. Και είμαι φρικτά περιορισμένη. Κι όμως δεν είμαι καθυστερημένη: κουτσή, τυφλή και ανόητη.» — Σίλβια Πλαθ

«Τόση δουλειά, διάβασμα, σκέψη, ζωή που πρέπει να γίνουν! Μια ζωή δεν είναι αρκετά μεγάλη.» — Σίλβια Πλαθ

«Αν δεν έχεις παρελθόν ή μέλλον, που άλλωστε είναι όλο από το οποίο αποτελείται το παρόν, τότε ίσως θα μπορούσες απλώς να ξεφορτωθείς το άδειο κέλυφος του παρόντος και να αυτοκτονήσεις. Αλλά η ψυχρή λογική μάζα του γκρίζου συσφέρεται μέσα στο κρανίο μου, που επαναλαμβάνει σαν παπαγάλος “σκέφτομαι, άρα υπάρχω”, ψιθυρίζει ότι υπάρχει πάντα η στροφή, η αναβάθμιση, η νέα οπτική. Και έτσι περιμένω.» — Σίλβια Πλαθ
----
“Even more, in the created thing, is a perfection that she exists; since the greatest of all imperfections is, not to exist.” —Baruch Spinoza

“Compared with me, a tree is immortal.” —Sylvia Plath

“I am but one more drop in the great sea of matter, defined, with the ability to realize my existence.” —Sylvia Plath

“…What is my life for and what am I going to do with it? I don't know and I’m afraid. I can never read all the books I want; I can never be all the people I want and live all the lives I want. I can never train myself in all the skills I want. And what do I want? I want to live and feel all the shades, tones, and variations of mental and physical experience possible in my life. And I am horribly limited. Yet I am not a cretin: lame, blind, and stupid.” —Sylvia Plath

“So much working, reading, thinking, living to do! A lifetime is not long enough.” —Sylvia Plath

“If you have no past or no future, which, after all, is all that the present is made of, why then you may as well dispose of the empty shell of present and commit suicide. But the cold reasoning mass of gray entrail in my cranium which parrots, ‘I think, therefore I am,’ whispers that there is always the turning, the upgrade, the new slant. And so I wait.” —Sylvia Plath

eventually (μετάφραση)

eventually

+------------------+---------------------------------------------+----------------------------------------------------------+
| **eventually**   | **Αγγλικό παράδειγμα**                      | **Μετάφραση στα ελληνικά του αγγλικού παραδείγματος**    |
+==================+=============================================+==========================================================+
| Στο τέλος        | "Eventually, the rain stopped."             | "Στο τέλος, η βροχή σταμάτησε."                          |
+------------------+---------------------------------------------+----------------------------------------------------------+
| Με τον καιρό     | "Eventually, she learned to trust him."     | "Με τον καιρό, έμαθε να τον εμπιστεύεται."               |
+------------------+---------------------------------------------+----------------------------------------------------------+
| Αργά ή γρήγορα   | "Eventually, everyone will know the truth." | "Αργά ή γρήγορα, όλοι θα μάθουν την αλήθεια."            |
+------------------+---------------------------------------------+----------------------------------------------------------+
| Σε κάποιο σημείο | "Eventually, we had to address the issue."  | "Σε κάποιο σημείο, έπρεπε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα." |
+------------------+---------------------------------------------+----------------------------------------------------------+


M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες