E. K. Hunt - Ο Μαρξ ως κοινωνικός οικονομολόγος: Η εργασιακή θεωρία της αξίας
-----------------------------------------------------------------------------
Source: /Review of Social Economy/, December, 1979, Vol. 37, No. 3, KARL
MARX, SOCIAL ECONOMIST (December, 1979), pp. 275-294
Published by: Taylor & Francis, Ltd.
Stable URL: (https://www.jstor.org/stable/29768980)
Στο δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος Δεκεμβρίου 1978 του περιοδικού *Review of Social Economy* [Hunt, 1978, σσ. 285-309], υποστήριξα ότι τα κριτήρια για τον ορισμό της κοινωνικής οικονομικής επιστήμης θα πρέπει να επικεντρώνονται στο κατά πόσον ο οικονομολόγος θεωρητικός αποδίδει σημασία στο γεγονός ότι, σε οποιαδήποτε πραγματική, συγκεκριμένη, εμπειρική κατάσταση, η οικονομική συμπεριφορά αποτελεί τομή ανάμεσα στα εγγενή χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης — τις καθολικές ανθρώπινες ανάγκες, τις δυνατότητες ανάπτυξης και τον βαθμό πλαστικότητας — και στους ιδιαίτερους ή ειδικούς κοινωνικούς θεσμούς, κοινωνικές σχέσεις και κοινωνικές διαδικασίες που χαρακτηρίζουν το υπό εξέταση κοινωνικοοικονομικό σύστημα.
Στο ίδιο δοκίμιο υποστήριξα ότι ο Veblen και ο Marx αποτελούν δύο από τα σαφέστερα παραδείγματα κοινωνικών οικονομολόγων. Στο παρόν δοκίμιο θα αναπτύξω περαιτέρω αυτή την άποψη για τον Marx. Για λόγους που έχω συζητήσει εκτενώς αλλού, θεωρώ ότι μια θεωρία της αξίας αποτελεί την ίδια την καρδιά μιας γενικής οικονομικής θεωρίας [Hunt, 1977, σσ. 11-26· και Hunt, 1979, κεφ. 3-12]. Συνεπώς, θα εξετάσω την εργασιακή θεωρία της αξίας του Marx, με την πεποίθηση ότι αποτελεί τον πιο ουσιώδη πυρήνα της κοινωνικής οικονομικής του.
### Η ΓΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ RICARDO ΚΑΙ ΤΟΝ MARX
Ίσως το καλύτερο σημείο εκκίνησης είναι μια σύντομη περίληψη της εργασιακής θεωρίας της αξίας του Ricardo. Ο Marx παρουσιάζεται γενικά ως μαθητής του Ricardo. Στην πραγματικότητα, ο Paul A. Samuelson έχει αναφερθεί στον Marx ως «έναν δευτερεύοντα μετα-ρικαρδιανό» και έχει υποστηρίξει ότι «είναι κρίμα που ο Marx δεν μπόρεσε να κάνει συστηματικές μεταπτυχιακές σπουδές ... υπό τον John Stuart Mill» [Samuelson, σ. 616].
Μια σύγκριση των θεωριών της αξίας του Ricardo και του Marx μπορεί να αποτελέσει μια πολύτιμη προσέγγιση για την κατανόηση του γιατί ο Marx ήταν κοινωνικός οικονομολόγος ενώ ο Ricardo δεν ήταν.
Ο Ricardo άρχισε τις *Αρχές* του (*Principles*) δηλώνοντας ότι «τα εμπορεύματα αντλούν την ανταλλακτική τους αξία από δύο πηγές: από τη σπανιότητά τους και από την ποσότητα εργασίας που απαιτείται για την απόκτησή τους» [Ricardo, σ. 5].
Περαιτέρω υποστήριξε ότι η σπανιότητα είχε σημασία μόνο στην περίπτωση εμπορευμάτων που δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν ελεύθερα. Αυτά τα εμπορεύματα είχαν αμελητέα οικονομική σημασία. Για τα υπόλοιπα, «η [276] ποσότητα εργασίας που ενσωματώνεται στα εμπορεύματα ρυθμίζει την ανταλλακτική τους αξία...». Επιπλέον, «το ότι αυτό αποτελεί πράγματι το θεμέλιο της ανταλλακτικής αξίας όλων των πραγμάτων, εξαιρουμένων εκείνων που δεν μπορούν να αυξηθούν μέσω της ανθρώπινης βιομηχανίας, είναι ένα δόγμα ύψιστης σημασίας στην πολιτική οικονομία» [Ricardo, σ. 7].
Για τον Ricardo η εργασιακή θεωρία της αξίας ήταν σημαντική επειδή του επέτρεπε να κατανοήσει την πηγή και το μέγεθος των κερδών που αποκομίζουν οι καπιταλιστές. Η συσσώρευση κεφαλαίου, η οποία χρηματοδοτούνταν από τα κέρδη, αποτελούσε τον σημαντικότερο προσδιοριστικό παράγοντα της κοινωνικής ευημερίας [Ricardo, σ. 85]. Η κατανόηση, επομένως, της φύσης και των αιτίων της διανομής «του προϊόντος της γης ανάμεσα στις τρεις τάξεις της κοινωνίας» αποτελούσε το κλειδί για την κατανόηση της κοινωνικής ευημερίας [Ricardo, σ. 1].
Ωστόσο, για τον Ricardo, οι κοινωνικοί θεσμοί του καπιταλισμού θεωρούνταν απλώς καθολικές εκδηλώσεις της καθολικής ανθρώπινης φύσης. Αυτή η ανιστορική οπτική φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με πολλά συμπεράσματα της εργασιακής του θεωρίας. Η προοπτική που ενυπάρχει στην εργασιακή θεωρία αναπόφευκτα επικεντρώνεται ή αναδεικνύει την κοινωνική σύγκρουση.
Μεταξύ των πολλών συμπερασμάτων που συνήγαγε ο Ricardo από την εργασιακή του θεωρία και τα οποία την καταδεικνύουν, βρίσκονται η αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου («Μπορεί να υπάρχει κάποιο σημείο που να έχει αποδειχθεί πιο ξεκάθαρα από το ότι τα κέρδη πρέπει να μειώνονται με την αύξηση των μισθών;») [Ricardo, σ. 68] και η αντίθεση ανάμεσα στα συμφέροντα των γαιοκτημόνων και εκείνα των άλλων τάξεων της κοινωνίας («Το συμφέρον του γαιοκτήμονα βρίσκεται πάντοτε σε αντίθεση με εκείνο του καταναλωτή και του βιομηχάνου») [Ricardo, σ. 225].
Το μεγαλύτερο μέρος των *Αρχών* του είναι αφιερωμένο στην ανάλυση των παραγόντων που βρίσκονται πίσω από αυτές τις συγκρούσεις.
Όμως οι κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες αποτελούν τα συμπερασματικά πορίσματα της εργασιακής θεωρίας, υποδηλώνουν αλλαγή. Οι συγκρούσεις πρέπει είτε να επιλυθούν είτε η κοινωνική αλλαγή είναι αναπόφευκτη. Και η κοινωνική αλλαγή συνεπάγεται ότι τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα, όπως η φεουδαρχία ή ο καπιταλισμός, διαθέτουν μια δική τους διαδικασία ζωής. Γεννιούνται, φτάνουν στην ωριμότητα, και στη συνέχεια παρακμάζουν και πεθαίνουν.
Ακριβώς αυτή την πλευρά της οπτικής της εργασιακής θεωρίας αρνήθηκε ο Ricardo. Σε ένα από τα πιο διαφωτιστικά αποσπάσματά του έγραψε:
> «Πρέπει να θυμόμαστε ... ότι η κατάσταση οπισθοδρόμησης αποτελεί πάντοτε μια αφύσικη κατάσταση της κοινωνίας. Ο άνθρωπος από την παιδική ηλικία αναπτύσσεται προς την ενηλικίωση, κατόπιν παρακμάζει και πεθαίνει· όμως αυτή δεν είναι η πορεία των εθνών. Όταν φτάσουν σε μια κατάσταση μέγιστης ακμής, τότε η περαιτέρω πρόοδος μπορεί πράγματι να ανακοπεί, αλλά η φυσική τους τάση είναι να συνεχίσουν για αιώνες να διατηρούν αμείωτο τον πλούτο και τον πληθυσμό τους» [Ricardo, σ. 177].
[277] Μέσα σε αυτό το ανιστορικό πλαίσιο ο Ricardo έβλεπε μόνο δύο καταστάσεις της κοινωνίας: την φτωχή και απολίτιστη κατάσταση και την πλούσια και πολιτισμένη κατάσταση. Και στις δύο καταστάσεις ακριβώς οι ίδιες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις (που αντανακλούν την ανθρώπινη φύση) υφίσταντο.
Στην πλούσια και πολιτισμένη κοινωνία οι οικονομικές σχέσεις ήταν απλώς περισσότερο ορατές απ’ ό,τι στην λιγότερο ανεπτυγμένη κοινωνία. <nb/>Έτσι, το κεφάλαιο δεν θεωρούνταν ως έκφραση ή ενσωμάτωση μιας κοινωνικής σχέσης ιδιάζουσας στον καπιταλισμό, αλλά ως καθολική όψη κάθε παραγωγής. Και τα εμπορεύματα, οι τιμές και οι αγορές θεωρούνταν επίσης καθολικές όψεις της ανθρώπινης κοινωνίας.
Κατά τη συζήτηση του περίφημου παραδείγματος του Adam Smith με τους κυνηγούς ελαφιών και καστόρων στην «πρώιμη και πρωτόγονη κατάσταση της κοινωνίας», ο Ricardo έγραψε:
> Ακόμη και σε εκείνη την πρώιμη κατάσταση στην οποία αναφέρεται ο Adam Smith, κάποιο κεφάλαιο, παρόλο που πιθανώς είχε κατασκευαστεί και συσσωρευτεί από τον ίδιο τον κυνηγό, θα ήταν αναγκαίο για να του επιτρέψει να σκοτώσει τα θηράματά του. Χωρίς κάποιο όπλο, ούτε ο κάστορας ούτε το ελάφι θα μπορούσαν να θανατωθούν, και επομένως η αξία αυτών των ζώων δεν θα καθοριζόταν αποκλειστικά από τον χρόνο και την εργασία που απαιτούνταν για τη θανάτωσή τους, αλλά επίσης από τον χρόνο και την εργασία που απαιτούνταν για την παροχή του κεφαλαίου του κυνηγού, δηλαδή του όπλου, με τη βοήθεια του οποίου πραγματοποιούνταν η θανάτωσή τους....
> Όλα τα εργαλεία που ήταν αναγκαία για τη θανάτωση του κάστορα και του ελαφιού θα μπορούσαν να ανήκουν σε μια τάξη ανθρώπων, ενώ η εργασία που απαιτούνταν για τη θανάτωσή τους θα μπορούσε να παρέχεται από μια άλλη τάξη· παρ’ όλα αυτά, οι συγκριτικές τους τιμές θα βρίσκονταν σε αναλογία προς την πραγματική εργασία που είχε δαπανηθεί τόσο για τη δημιουργία του κεφαλαίου όσο και για τη θανάτωση των ζώων [Ricardo, σσ. 13-14].
Ο Ricardo όρισε το κεφάλαιο ως «εκείνο το μέρος του πλούτου μιας χώρας το οποίο χρησιμοποιείται στην παραγωγή» [Ricardo, σ. 53]. Είναι σαφές ότι, με αυτόν τον ορισμό, το κεφάλαιο υπάρχει σε κάθε κοινωνία. Επιπλέον, είναι σαφές από το παραπάνω απόσπασμα ότι ο Ricardo πίστευε πως η παραγωγή σε όλες τις κοινωνίες είχε ανταλλακτική αξία που καθοριζόταν από την εργασία, ακόμη και αν η κοινωνία ήταν τόσο καθυστερημένη ώστε δεν είχε αναπτυχθεί μια τάξη μισθωτών εργατών και μια τάξη καπιταλιστών.
Σε αυτή την καθυστερημένη κοινωνία, η απόδοση στον παραγωγό θα περιλάμβανε τόσο έναν μισθό για την προσπάθειά του όσο και ένα κέρδος από το κεφάλαιό του. Έτσι, για τον Ricardo, οι κατηγορίες **εμπόρευμα**, **τιμές**, **μισθωτή εργασία**, **μισθοί**, **κεφάλαιο** και **κέρδη** ήταν καθολικές, αιώνιες κατηγορίες που περιέγραφαν ολόκληρη την κοινωνική ζωή.
Ο Ricardo όχι μόνο θεωρούσε όλες αυτές τις οικονομικές κατηγορίες ως αντανακλάσεις καθολικών γνωρισμάτων όλων των κοινωνιών, αλλά πίστευε επίσης ότι σε όλες τις κοινωνίες οι τιμές, σε κατάσταση ισορροπίας, ήταν περίπου ανάλογες προς τις ποσότητες εργασίας που ενσωματώνονταν στα εμπορεύματα. Αυτό, κατά τη γνώμη του, ήταν ένα σαφώς παρατηρήσιμο [278] γεγονός.
Παραδεχόταν βέβαια ότι, καθώς η κοινωνία προχωρούσε και το κεφάλαιο γινόταν πιο σύνθετο και παρουσίαζε διαφορετικούς βαθμούς ανθεκτικότητας, οι τιμές θα αποκλίναν από την αυστηρή αναλογικότητα. Συνήγαγε αρχές μέσω των οποίων μπορούσε κανείς να προσδιορίσει τόσο την κατεύθυνση όσο και τα σχετικά μεγέθη αυτών των αποκλίσεων [Ricardo, σσ. 18-27].
Όμως επανειλημμένα επέμενε ότι «θα ήταν ... εσφαλμένο να αποδίδεται μεγάλη σημασία σε αυτές» τις αποκλίσεις [Ricardo, σ. 23]. Με άλλα λόγια, έβλεπε την εργασιακή θεωρία της αξίας (δηλαδή την αναλογία μεταξύ ποσοτήτων εργασίας και τιμών) περίπου όπως θα βλέπαμε τον νόμο της βαρύτητας. Όπως θα θεωρούσαμε τον νόμο της βαρύτητας έναν καθολικό νόμο που χρειάζεται να τροποποιηθεί μόνο ελαφρά από κάποια αρχή η οποία λαμβάνει υπόψη την αντίσταση του αέρα, έτσι και ο Ricardo θεωρούσε τον νόμο της αξίας ως έναν καθολικό κοινωνικό νόμο, ο οποίος χρειαζόταν μόνο μικρές τροποποιήσεις για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές στις αναλογίες κεφαλαίου προς εργασία στις διάφορες παραγωγικές διαδικασίες.
Σε αντίθεση με τον Ricardo, ο Marx τόνισε τη σημασία του να διαχωρίζονται νοητικά εκείνα τα χαρακτηριστικά της οικονομικής ζωής που είναι κοινά σε όλες τις κοινωνίες και εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι ιδιόμορφα στον καπιταλισμό. Ήταν η τάση των κλασικών οικονομολόγων να συγχέουν αυτές τις διαφορές που προκάλεσε την εντονότερη κριτική του Marx, ιδιαίτερα όταν (όπως στην περίπτωση του Ricardo) θεωρούσαν το κεφάλαιο ως ένα καθολικό χαρακτηριστικό όλων των κοινωνιών:
> Όποτε μιλάμε για παραγωγή, αυτό που εννοούμε πάντοτε είναι παραγωγή σε ένα ορισμένο στάδιο κοινωνικής ανάπτυξης — παραγωγή από κοινωνικά άτομα. Θα μπορούσε επομένως να φαίνεται ότι, για να μιλήσουμε γενικά για παραγωγή, πρέπει είτε να ακολουθήσουμε τη διαδικασία της ιστορικής ανάπτυξης μέσα από τις διαφορετικές φάσεις της, είτε να δηλώσουμε εκ των προτέρων ότι ασχολούμαστε με μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή, όπως, για παράδειγμα, τη σύγχρονη αστική παραγωγή, η οποία αποτελεί πράγματι το ιδιαίτερο θέμα μας.
> Ωστόσο, όλες οι εποχές παραγωγής έχουν ορισμένα κοινά γνωρίσματα, κοινά χαρακτηριστικά. *Η παραγωγή γενικά* είναι μια αφαίρεση, αλλά μια ορθολογική αφαίρεση, στον βαθμό που πράγματι αναδεικνύει και σταθεροποιεί το κοινό στοιχείο και έτσι μας απαλλάσσει από την επανάληψη....
> [Ορισμένα χαρακτηριστικά] θα είναι κοινά στη σύγχρονη εποχή και στην αρχαιότερη. Καμία παραγωγή δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς αυτά· ... παρ’ όλα αυτά, ακριβώς εκείνα τα στοιχεία που καθορίζουν την ανάπτυξή τους, δηλαδή τα στοιχεία που δεν είναι γενικά και κοινά, πρέπει να διαχωριστούν από τους προσδιορισμούς που ισχύουν για την παραγωγή ως τέτοια, ώστε μέσα στην ενότητά τους — η οποία προκύπτει ... από την ταυτότητα του υποκειμένου, της ανθρωπότητας, και του αντικειμένου, της φύσης — να μην ξεχνιέται η ουσιώδης διαφορά τους.
> Όλο το βάθος εκείνων των σύγχρονων οικονομολόγων που αποδεικνύουν την αιωνιότητα και την αρμονικότητα [279] των υπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων βρίσκεται σε αυτή τη λήθη. Για παράδειγμα, καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς ένα μέσο παραγωγής.... Καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς αποθηκευμένη, παρελθούσα εργασία.... <nb/>Το κεφάλαιο είναι, μεταξύ άλλων, επίσης ένα μέσο παραγωγής, επίσης αντικειμενοποιημένη, παρελθούσα εργασία. Επομένως, το κεφάλαιο είναι μια γενική, αιώνια σχέση της φύσης· δηλαδή, εφόσον παραλείψω ακριβώς εκείνη την ειδική ιδιότητα που μόνη της μετατρέπει το «μέσο παραγωγής» και την «αποθηκευμένη εργασία» σε κεφάλαιο.
> [Marx, 1973, σσ. 85-86]
Η κριτική του Marx προς τον Ricardo και γενικότερα προς την κλασική πολιτική οικονομία επικεντρωνόταν στον ισχυρισμό του ότι οι οικονομικοί θεσμοί που είναι ιδιάζοντες στον καπιταλισμό αποτελούν, ταυτόχρονα, μόνο μία από τις πολλές διαφορετικές ιστορικές μορφές που μπορούν να λάβουν τα καθολικά, κοινά στοιχεία κάθε ανθρώπινης κοινωνικής παραγωγής.
Οι κλασικοί οικονομολόγοι, αποτυγχάνοντας να κάνουν αυτή τη διάκριση, έβλεπαν τόσο τα ιστορικά ειδικά γνωρίσματα όσο και τα καθολικά γνωρίσματα μέσα στους καπιταλιστικούς θεσμούς και είχαν την τάση να συγχωνεύουν εννοιολογικά τα δύο, έτσι ώστε οι καπιταλιστικοί θεσμοί να εμφανίζονται ως καθολικοί.
Το πιο κραυγαλέο σφάλμα αυτού του τύπου ήταν η ταύτιση των ήδη παραχθέντων μέσων παραγωγής με το κεφάλαιο.
Ο Marx αντιλήφθηκε ότι τα εργαλεία και τα άλλα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής αποτελούσαν καθολικά γνωρίσματα της παραγωγής σε όλες τις κοινωνίες. Όμως το κεφάλαιο δεν ήταν κάτι τέτοιο. Το σημείο του Marx είναι τόσο θεμελιώδες για ολόκληρη τη θεωρία του και τόσο συχνά παραποιείται ή παρερμηνεύεται, ώστε θα παραθέσω εκτενώς αρκετά αποσπάσματα:
> Η χρησιμοποίηση των προϊόντων της προηγούμενης εργασίας ... ως υλικών, εργαλείων, μέσων διαβίωσης, είναι αναγκαία εάν ο εργάτης θέλει να χρησιμοποιήσει τα προϊόντα του για νέα παραγωγή .... Αλλά τι σχέση έχει, άραγε, αυτού του είδους η χρησιμοποίηση ... με την κυριαρχία του προϊόντος του πάνω σε αυτόν, με την ύπαρξή του ως κεφάλαιο;
> [Marx, 1971, σ. 274]
> Σαν να μην ήταν εξίσου δυνατός ο καταμερισμός της εργασίας εάν οι όροι του ανήκαν στους συνεταιρισμένους εργάτες ... και θεωρούνταν από αυτούς ως δικά τους προϊόντα και ως τα υλικά στοιχεία της δικής τους δραστηριότητας, πράγμα που είναι από την ίδια τους τη φύση.
> [Marx, 1971, σ. 273]
> Ένα πράγμα ... είναι σαφές — η Φύση δεν παράγει από τη μία πλευρά ιδιοκτήτες χρήματος ή εμπορευμάτων [μέσων παραγωγής] και από την άλλη ανθρώπους που δεν κατέχουν τίποτε άλλο παρά μόνο την εργατική τους δύναμη. Αυτή η σχέση δεν έχει καμία φυσική βάση, ούτε η κοινωνική της βάση είναι κάτι που είναι κοινό σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Είναι σαφώς το αποτέλεσμα μιας παρελθούσας ιστορικής ανάπτυξης, το προϊόν πολλών οικονομικών επαναστάσεων, της εξαφάνισης μιας ολόκληρης σειράς παλαιότερων μορφών κοινωνικής παραγωγής.
> [Marx, 1961, σ. 169]
> Το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα, αλλά μάλλον μια καθορισμένη κοινωνική παραγωγική σχέση, η οποία ανήκει σε έναν καθορισμένο ιστορικό κοινωνικό σχηματισμό, και η οποία εκδηλώνεται μέσα σε ένα πράγμα και προσδίδει σε αυτό το πράγμα έναν συγκεκριμένο κοινωνικό χαρακτήρα .... Είναι τα μέσα παραγωγής που μονοπωλούνται από ένα ορισμένο τμήμα της κοινωνίας, τα οποία αντιπαρατίθενται προς τη ζωντανή εργατική δύναμη ως προϊόντα και συνθήκες εργασίας που έχουν καταστεί ανεξάρτητα από την ίδια αυτή εργατική δύναμη.
> [Marx, 1962, σσ. 794-795]
> Το κεφάλαιο εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως μια κοινωνική δύναμη, της οποίας φορέας είναι ο καπιταλιστής. Αυτή η κοινωνική δύναμη δεν βρίσκεται πλέον σε καμία δυνατή σχέση με εκείνο που μπορεί να δημιουργήσει η εργασία ενός μεμονωμένου ατόμου. Γίνεται μια αλλοτριωμένη, ανεξάρτητη, κοινωνική δύναμη, η οποία αντιτίθεται στην κοινωνία ως αντικείμενο, και ως αντικείμενο που αποτελεί την πηγή δύναμης του καπιταλιστή.
> [Marx, 1962, σ. 259]
Όπως συμβαίνει με το κεφάλαιο και το κέρδος, έτσι και οι οικονομικές κατηγορίες των εμπορευμάτων, της μισθωτής εργασίας, των μισθών και των τιμών δεν είχαν για τον Marx καθολική εφαρμογή. Όλες αυτές ήταν ιδιάζουσες σε ορισμένους συγκεκριμένους ιστορικούς κοινωνικούς σχηματισμούς.
Ακόμη και ο πλούτος είχε διαφορετικές σημασίες σε διαφορετικές κοινωνίες. Υπήρχε, ωστόσο, ένα κοινό, καθολικό γνώρισμα του πραγματικού πλούτου, όπως αυτός εμφανιζόταν σε οποιαδήποτε κοινωνία:
> Όταν αφαιρεθεί η περιορισμένη αστική μορφή, τι είναι ο πλούτος πέρα από την καθολικότητα των ατομικών αναγκών, ικανοτήτων, απολαύσεων, παραγωγικών δυνάμεων κ.λπ....; Η πλήρης ανάπτυξη της ανθρώπινης κυριαρχίας πάνω στις δυνάμεις της φύσης, τόσο εκείνες της λεγόμενης εξωτερικής φύσης όσο και εκείνες της ίδιας της ανθρώπινης φύσης; Η απόλυτη ανάπτυξη των δημιουργικών δυνατοτήτων του ανθρώπου ... η οποία καθιστά αυτή την ολότητα της ανάπτυξης, δηλαδή την ανάπτυξη όλων των ανθρώπινων δυνάμεων καθαυτών, αυτοσκοπό, και όχι κάτι που μετριέται με ένα προκαθορισμένο μέτρο; Όπου ο άνθρωπος δεν αναπαράγει τον εαυτό του σε μία μόνο ειδικότητα, αλλά παράγει την ολότητά του;
> [Marx, 1973, σ. 488]
Στον καπιταλισμό, όμως, ο πλούτος εμφανιζόταν ως «μια τεράστια συσσώρευση εμπορευμάτων, με μονάδα της ένα μόνο εμπόρευμα» [Marx, 1961, σ. 35].
Επιπλέον, τα εμπορεύματα δεν ήταν κοινά σε όλους τους τρόπους παραγωγής:
> Ο τρόπος παραγωγής στον οποίο το προϊόν [της εργασίας] παίρνει τη μορφή εμπορεύματος, ή παράγεται άμεσα για ανταλλαγή, είναι η πιο γενική και η πιο εμβρυακή μορφή της αστικής παραγωγής.
> [Marx, 1961, σ. 82]
Το προϊόν της ανθρώπινης εργασίας γινόταν [281] εμπόρευμα μόνο κάτω από εκείνες τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες η παραγωγή προοριζόταν για πώληση στην αγορά και όχι για τη χρήση του ίδιου του παραγωγού ή οποιουδήποτε προσώπου συνδεόταν άμεσα ή στενά μαζί του.
Όταν μια κοινωνία κυριαρχούνταν «σε όλο το μήκος και το πλάτος της» από την εμπορευματική παραγωγή, ο Marx ονόμαζε μια τέτοια κοινωνία κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής (η οποία αποτελούσε την εμβρυακή μορφή του καπιταλισμού):
> Απαιτούνται ορισμένες συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες ώστε ένα προϊόν να γίνει εμπόρευμα. Δεν πρέπει να παράγεται ως το άμεσο μέσο διαβίωσης του ίδιου του παραγωγού .... Η παραγωγή και η κυκλοφορία εμπορευμάτων μπορούν να λάβουν χώρα, παρόλο που η μεγάλη μάζα των παραγόμενων αντικειμένων προορίζεται για τις άμεσες ανάγκες των παραγωγών, δεν μετατρέπεται σε εμπορεύματα, και επομένως η κοινωνική παραγωγή δεν κυριαρχείται ακόμη, σε όλο το μήκος και το πλάτος της, από την ανταλλακτική αξία.
> [Marx, 1961, σσ. 169-170]
Για να έχει μια κοινωνία «κυριαρχηθεί σε όλο το μήκος και το πλάτος της από την ανταλλακτική αξία», δηλαδή για να αποτελεί πρωτίστως μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, ήταν αναγκαίες τρεις ιστορικές προϋποθέσεις:
Πρώτον, έπρεπε να έχει αναπτυχθεί ένας τέτοιος βαθμός παραγωγικής εξειδίκευσης ώστε κάθε μεμονωμένος παραγωγός να παράγει συνεχώς το ίδιο προϊόν (ή ένα μέρος ενός προϊόντος).
Δεύτερον, αυτή η εξειδίκευση απαιτούσε αναγκαστικά τον πλήρη «διαχωρισμό της αξίας χρήσης από την ανταλλακτική αξία» [Marx, 1961, σ. 170]. Εφόσον η ζωή ήταν αδύνατη χωρίς την κατανάλωση αναρίθμητων αξιών χρήσης, ο παραγωγός μπορούσε να σχετίζεται με το δικό του προϊόν μόνο ως ανταλλακτική αξία και μπορούσε να αποκτήσει τις αναγκαίες αξίες χρήσης του μόνο από τα προϊόντα άλλων παραγωγών.
Τρίτον, μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής απαιτούσε μια εκτεταμένη και ανεπτυγμένη αγορά, η οποία με τη σειρά της απαιτούσε τη γενικευμένη χρήση του χρήματος ως καθολικού ισοδύναμου της αξίας, το οποίο μεσολαβούσε σε κάθε ανταλλαγή.
Σε μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, κάθε δεδομένος παραγωγός εργαζόταν απομονωμένος από όλους τους άλλους παραγωγούς. Φυσικά, ήταν κοινωνικά και οικονομικά συνδεδεμένος ή σχετιζόταν με άλλους παραγωγούς· πολλοί από αυτούς δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν τα συνηθισμένα καθημερινά πρότυπα κατανάλωσής τους χωρίς ο συγκεκριμένος παραγωγός να δημιουργεί το εμπόρευμά του, το οποίο κατανάλωναν οι άλλοι παραγωγοί· και ο ίδιος ο παραγωγός δεν θα μπορούσε να συνεχίσει το δικό του πρότυπο κατανάλωσης, εκτός εάν οι αμέτρητοι άλλοι παραγωγοί δημιουργούσαν συνεχώς τα εμπορεύματα που χρειαζόταν. Επομένως, υπήρχε μια καθορισμένη, απαραίτητη κοινωνική σχέση μεταξύ των παραγωγών.
Κάθε παραγωγός, ωστόσο, παρήγαγε αποκλειστικά για πώληση στην αγορά. Με τα έσοδα από την πώλησή του αγόραζε τα εμπορεύματα που χρειαζόταν. Η ευημερία του φαινόταν να εξαρτάται αποκλειστικά από τις ποσότητες άλλων εμπορευμάτων για τις οποίες μπορούσε να ανταλλάξει το δικό του εμπόρευμα.
«Αυτές οι ποσότητες μεταβάλλονται συνεχώς», έγραψε ο Marx, «ανεξάρτητα από τη βούληση, την πρόβλεψη και τη δράση των παραγωγών. Για αυτούς η ίδια τους η κοινωνική δράση παίρνει τη μορφή δράσης αντικειμένων, τα οποία κυριαρχούν πάνω στους παραγωγούς, αντί να κυριαρχούνται από αυτούς» [Marx, 1961, σ. 75].
Έτσι, εκείνο που αποτελούσε κοινωνικές σχέσεις μεταξύ παραγωγών εμφανιζόταν στον κάθε παραγωγό απλώς ως μια σχέση ανάμεσα στον ίδιο και έναν απρόσωπο, αμετάβλητο κοινωνικό θεσμό — την αγορά. Η αγορά φαινόταν να περιλαμβάνει απλώς ένα σύνολο σχέσεων μεταξύ υλικών πραγμάτων — εμπορευμάτων.
«Επομένως, οι σχέσεις που συνδέουν την εργασία του ενός ατόμου με εκείνη όλων των άλλων», κατέληξε ο Marx, «δεν εμφανίζονται ως άμεσες κοινωνικές σχέσεις μεταξύ εργαζόμενων ατόμων, αλλά ως ... σχέσεις μεταξύ πραγμάτων» [Marx, 1961, σ. 73].
Μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, όμως, δεν ήταν αναγκαστικά καπιταλιστική κοινωνία· οι «ιστορικές συνθήκες της [ύπαρξης του καπιταλισμού] δεν δίνονται σε καμία περίπτωση απλώς με την κυκλοφορία χρήματος και εμπορευμάτων» [Marx, 1961, σ. 170].
Για να υπάρξει ο καπιταλισμός ήταν αναγκαίες δύο ακόμη προϋποθέσεις. Πρώτον, τα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής, τα οποία υπήρχαν ως εμπορεύματα, έπρεπε να μονοπωληθούν από την καπιταλιστική τάξη. Δεύτερον, η ικανότητα προς εργασία, ή εργατική δύναμη, έπρεπε να γίνει εμπόρευμα, του οποίου η ανταλλακτική αξία ήταν το ύψος του μισθού.
Η ύπαρξη της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος εξαρτιόταν από δύο ουσιώδεις όρους.
> Πρώτον, η εργατική δύναμη μπορεί να εμφανιστεί στην αγορά ως εμπόρευμα μόνο εάν, και στον βαθμό που, ο κάτοχός της, το άτομο του οποίου είναι η εργατική δύναμη, την προσφέρει προς πώληση ή την πουλά ως εμπόρευμα. Για να μπορέσει να το κάνει αυτό, πρέπει ... να είναι ο ελεύθερος ιδιοκτήτης της ικανότητάς του για εργασία, δηλαδή του ίδιου του προσώπου του.... Ο ιδιοκτήτης της εργατικής δύναμης ... πρέπει να την πουλά μόνο για μια ορισμένη χρονική περίοδο, διότι αν την πουλούσε ολοκληρωτικά, μια για πάντα, θα πουλούσε τον ίδιο του τον εαυτό, μετατρέποντας τον εαυτό του από ελεύθερο άνθρωπο σε δούλο, από ιδιοκτήτη εμπορεύματος σε εμπόρευμα....
> Ο δεύτερος ουσιώδης όρος ... είναι ... ότι ο εργάτης, αντί να βρίσκεται στη θέση να πουλά εμπορεύματα στα οποία έχει ενσωματωθεί η εργασία του, πρέπει να είναι υποχρεωμένος να προσφέρει προς πώληση ως εμπόρευμα αυτήν ακριβώς την εργατική δύναμη, η οποία υπάρχει μόνο μέσα στον ζωντανό εαυτό του.
> Για να μπορεί ένας άνθρωπος να πουλά εμπορεύματα άλλα από την εργατική δύναμη, πρέπει φυσικά να διαθέτει τα μέσα παραγωγής, όπως πρώτες ύλες, εργαλεία κ.λπ. Κανένα ζευγάρι μπότες [283] δεν μπορεί να κατασκευαστεί χωρίς δέρμα. Χρειάζεται επίσης τα μέσα συντήρησης.
> ...
> Για τη μετατροπή, επομένως, του χρήματός του σε κεφάλαιο, ο κάτοχος χρήματος πρέπει να συναντήσει στην αγορά τον ελεύθερο εργάτη, ελεύθερο με τη διπλή έννοια: ότι, από τη μια πλευρά, ως ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να διαθέτει την εργατική του δύναμη ως δικό του εμπόρευμα, και ότι, από την άλλη πλευρά, δεν έχει κανένα άλλο εμπόρευμα προς πώληση, στερείται όλων των αναγκαίων πραγμάτων για την πραγματοποίηση της εργατικής του δύναμης.
> [Marx, 1961, σσ. 168-169]
Αυτό, λοιπόν, ήταν το καθοριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού, το οποίο τον διαφοροποιούσε από μια απλή κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής. Ο καπιταλισμός υπήρχε όταν, μέσα σε μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, μια μικρή τάξη ανθρώπων — οι καπιταλιστές — είχε μονοπωλήσει τα μέσα παραγωγής, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των άμεσων παραγωγών — οι εργάτες — δεν μπορούσε να παράγει ανεξάρτητα επειδή δεν διέθετε μέσα παραγωγής.
Οι εργάτες ήταν «ελεύθεροι» να κάνουν μία από δύο επιλογές: να πεθάνουν από την πείνα ή να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ως εμπόρευμα [Marx, 1961, σ. 170].
Έτσι, ο καπιταλισμός δεν ήταν ούτε αναπόφευκτος ούτε φυσικός και αιώνιος. Ήταν ένας συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής, ο οποίος αναπτύχθηκε κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και ο οποίος είχε μια άρχουσα τάξη που κυβερνούσε χάρη στον έλεγχό της πάνω στις υλικές προϋποθέσεις της παραγωγής.
Σε αντίθεση με εκείνη του Ricardo, η εργασιακή θεωρία της αξίας του Marx αφορούσε αποκλειστικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η θεμελιώδης σημασία αυτής της διάκρισης μεταξύ των δύο θεωριών σχεδόν πάντοτε παραβλέπεται.
Στην επόμενη ενότητα θα δείξω τη σημασία αυτής της γενικά αγνοημένης διάκρισης.
### Η ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΟΥ MARX
Στη θεωρία της αξίας του Marx, ο διαχωρισμός εκείνων των πλευρών της οικονομικής ζωής που υπάρχουν καθολικά σε κάθε οικονομική ζωή από εκείνες τις μορφές με τις οποίες αυτές εκδηλώνονται στον καπιταλισμό έχει κεντρική σημασία.
Σε κάθε κοινωνία η εργασία κατανεμόταν κοινωνικά έτσι ώστε το φυσικό περιβάλλον να μετασχηματίζεται σε προϊόντα εργασίας τα οποία διέθεταν τα φυσικά χαρακτηριστικά που ήταν απαραίτητα για την ικανοποίηση ατομικών και κοινωνικών αναγκών και επιθυμιών (ο Marx ονόμαζε αυτή τη διαδικασία παραγωγή αξιών χρήσης).
Στον καπιταλισμό, ωστόσο, αυτή η κοινωνική κατανομή δεν πραγματοποιούνταν συνειδητά ή εκούσια από κάποιο άτομο ή ομάδα ατόμων. Η εργασία εμφανιζόταν ως μια καθαρά ατομική υπόθεση και η κοινωνική διασύνδεση των εργαζομένων εμφανιζόταν απλώς ως η πράξη ανταλλαγής εμπορευμάτων.
Ο κύριος σκοπός της εργασιακής θεωρίας της αξίας του Marx ήταν να δείξει ότι οι τιμές, οι οποίες [284] στον καπιταλισμό εμφανίζονταν ως σχέσεις μεταξύ εμπορευμάτων, αντανακλούσαν την πραγματική κοινωνική φύση των αλληλεξαρτώμενων εργαζομένων, των οποίων η κοινωνική κατανομή της εργασίας πραγματοποιούνταν μέσω της αγοράς και των οποίων η αλληλεξάρτηση διαμεσολαβούνταν πάντοτε από την αγορά.
Μόνο αποδεικνύοντας ότι οι τιμές αποτελούσαν την καπιταλιστική μορφή της καθολικής κοινωνικής αναγκαιότητας του συντονισμού της κοινωνικής εργασίας μπορούσε ο Marx να αποδείξει ότι η κοινωνικά ειδική φύση του κεφαλαίου δεν ήταν η καθολική αναγκαιότητα χρησιμοποίησης ήδη παραχθέντων μέσων παραγωγής, αλλά μάλλον μια ιδιαίτερη, εξαναγκαστική κοινωνική σχέση μοναδική στον καπιταλισμό.
Τα ακόλουθα αποσπάσματα συνοψίζουν ορισμένες από τις σημαντικότερες καθολικές πλευρές της ανθρώπινης παραγωγικής δραστηριότητας:
> Η αξία χρήσης, ως πλευρά του εμπορεύματος, συμπίπτει με την υλική, απτή ύπαρξη του εμπορεύματος.... Όποια και αν είναι η κοινωνική μορφή της, ο πλούτος *πάντοτε* αποτελείται από αξίες χρήσης, οι οποίες αρχικά δεν επηρεάζονται από αυτή τη μορφή.... [Στον καπιταλισμό] η αξία χρήσης είναι η άμεση υλική οντότητα μέσα στην οποία εκφράζεται μια καθορισμένη οικονομική σχέση — η *ανταλλακτική αξία*.
> [Marx, 1970, σσ. 27-28]
> Θα ήταν εσφαλμένο να πούμε ότι η εργασία που παράγει αξίες χρήσης είναι η *μόνη* πηγή του πλούτου που παράγεται από αυτήν, δηλαδή του υλικού πλούτου. Δεδομένου ότι η εργασία είναι μια δραστηριότητα η οποία προσαρμόζει την ύλη για κάποιον σκοπό, χρειάζεται την ύλη ως προϋπόθεση. Οι διαφορετικές αξίες χρήσης περιέχουν πολύ διαφορετικές αναλογίες εργασίας και φυσικών προϊόντων, αλλά η αξία χρήσης πάντοτε περιλαμβάνει ένα φυσικό στοιχείο. Ως χρήσιμη δραστηριότητα που κατευθύνεται προς την οικειοποίηση φυσικών παραγόντων με τη μία ή την άλλη μορφή, η εργασία αποτελεί έναν φυσικό μεταβολισμό ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, ανεξάρτητα από τη μορφή της κοινωνίας.
> [Marx, 1970, σ. 36]
> Η παραγωγή της ζωής ... [πάντοτε] εμφανίζεται ως μια διττή σχέση: από τη μία πλευρά ως φυσική [δηλαδή ως σχέση με τη φύση], και από την άλλη ως κοινωνική σχέση — κοινωνική με την έννοια ότι δηλώνει τη συνεργασία πολλών ατόμων, ανεξάρτητα από τις συνθήκες, τον τρόπο και τον σκοπό υπό τον οποίο αυτή πραγματοποιείται.
> [Marx, 1976, σ. 42]
Η ανθρώπινη παραγωγή ήταν πάντοτε κοινωνική. Πάντοτε περιλάμβανε κάποιου είδους καταμερισμό της εργασίας και κάποιον κοινωνικό μηχανισμό για τον συντονισμό της κοινωνικής εργασίας.
Η κοινωνική παραγωγική εργασία πάντοτε μετασχημάτιζε το φυσικό υλικό περιβάλλον σε προϊόντα τα οποία ήταν κοινωνικά ή ατομικά χρήσιμα. Η κοινωνική οργάνωση της παραγωγής πάντοτε περιλάμβανε έναν μηχανισμό κατανομής, έτσι ώστε ορισμένα προϊόντα να καταναλώνονται κοινωνικά, ενώ άλλα να καταναλώνονται από συγκεκριμένα άτομα.
Όλα αυτά τα οικονομικά στοιχεία ήταν κοινά σε κάθε τρόπο παραγωγής. Επιπλέον, όπως [285] είδαμε στην προηγούμενη ενότητα, σε όλες τις κοινωνίες ορισμένα από τα μέσα παραγωγής που ήταν απαραίτητα για την τρέχουσα εργασία έπρεπε να έχουν παραχθεί από προηγούμενη εργασία, και ορισμένα από τα προϊόντα της τρέχουσας εργασίας έπρεπε να δημιουργούνται και να κατανέμονται ως μέσα παραγωγής για τη μελλοντική εργασία.
Το πιο συνεπές σφάλμα των πολιτικών οικονομολόγων, κατά τη γνώμη του Marx, ήταν η σύγχυση του περιεχομένου αυτών των καθολικά αναγκαίων δραστηριοτήτων με την ιδιαίτερη, ειδική μορφή που αυτές λάμβαναν στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η αποτυχία τους να κατανοήσουν τις ειδικές κοινωνικές βάσεις οι οποίες μετασχημάτιζαν:
1. ένα φυσικό προϊόν που διέθετε αξία χρήσης σε ένα εμπόρευμα που διέθετε τόσο αξία χρήσης όσο και ανταλλακτική αξία, και
2. τα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής σε κεφάλαιο.
Στις περισσότερες προκαπιταλιστικές κοινωνίες, η κοινωνική φύση της εργασίας ήταν άμεσα εμφανής στην ίδια τη φύση των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής:
> Υπό το αγροτικό πατριαρχικό σύστημα παραγωγής, όταν η υφάντρια και ο υφαντής ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη — η γυναίκα της οικογένειας έκλωθε και οι άνδρες ύφαιναν, ας πούμε για τις ανάγκες της οικογένειας — το νήμα και το λινό ήταν *κοινωνικά* προϊόντα, και η κλώση και η ύφανση ήταν *κοινωνική* εργασία μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας.
> Όμως ο κοινωνικός τους χαρακτήρας δεν εμφανιζόταν με τη μορφή του νήματος που γινόταν καθολικό ισοδύναμο ανταλλασσόμενο με το λινό ως καθολικό ισοδύναμο, δηλαδή με τη μορφή των δύο προϊόντων που *αντάλλασσαν* το ένα το άλλο ως ίσες και εξίσου έγκυρες εκφράσεις του ίδιου καθολικού χρόνου εργασίας [όπως θα συνέβαινε στον καπιταλισμό].
> Αντίθετα, το προϊόν της εργασίας έφερε το συγκεκριμένο κοινωνικό αποτύπωμα της οικογενειακής σχέσης με τον φυσικά διαμορφωμένο καταμερισμό εργασίας της.
> Ή ας πάρουμε τις υπηρεσίες και τις παροχές σε είδος του Μεσαίωνα. Εκεί ήταν η ξεχωριστή εργασία του ατόμου στην αρχική της μορφή, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εργασίας του και όχι η καθολική της πλευρά, που αποτελούσαν τους κοινωνικούς δεσμούς εκείνης της εποχής.
> Ή, τέλος, ας πάρουμε την κοινοτική εργασία στη φυσικά εξελιγμένη μορφή της, όπως τη βρίσκουμε σε όλα τα πολιτισμένα έθνη κατά την αυγή της ιστορίας τους. Στην περίπτωση αυτή ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας προφανώς δεν δημιουργείται επειδή η εργασία του ατόμου προσλαμβάνει την αφηρημένη μορφή της καθολικής εργασίας....
> Το κοινοτικό σύστημα πάνω στο οποίο βασίζεται αυτός ο τρόπος παραγωγής εμποδίζει την εργασία ενός ατόμου να γίνει ιδιωτική εργασία και το προϊόν του ιδιωτικό προϊόν ενός ξεχωριστού ατόμου· αντίθετα, προκαλεί την εμφάνιση της ατομικής εργασίας ως άμεσης λειτουργίας ενός μέλους της κοινωνικής οργάνωσης.
> [Marx, 1970, σσ. 33-34]
Υπό ένα σύστημα εμπορευματικής παραγωγής όλα αυτά άλλαξαν. Παρόλο [286] που ο πιο εκτεταμένος καταμερισμός της εργασίας, ο οποίος εμφανίστηκε με την εμπορευματική παραγωγή, αύξησε τον βαθμό κοινωνικής αλληλεξάρτησης και κατέστησε τον κοινωνικό συντονισμό της κοινωνικής εργασίας πιο κρίσιμο από ποτέ, η αυξημένη πολυπλοκότητα κατέστησε αυτές τις κοινωνικές αλληλεξαρτήσεις λιγότερο άμεσες και λιγότερο εύκολα βιώσιμες ως τέτοιες.
Με την εμπορευματική παραγωγή να αποτελεί ιδιωτική παραγωγή για πώληση στην αγορά, κάθε παραγωγός βίωνε αυτή την κοινωνική αλληλεξάρτηση απλώς ως τη δική του εξάρτηση από την αγορά. Παρήγαγε το δικό του εμπόρευμα μόνο για να αποκτήσει ανταλλακτική αξία, δηλαδή για να το πουλήσει στην αγορά.
Επομένως, αντιλαμβανόταν το δικό του εμπόρευμα ως ανταλλακτική αξία. Τα εμπορεύματα που χρειαζόταν για τη δική του συντήρηση και ευημερία έπρεπε να αγοραστούν στην αγορά. Αυτά τα εμπορεύματα έπρεπε αρχικά να εμφανιστούν ως ανταλλακτικές αξίες στην αγορά και μόνο μετά την απόκτησή τους από τον καταναλωτή μπορούσαν να θεωρηθούν ως αξίες χρήσης.
Έτσι, η κοινωνική σχέση αμοιβαίας οικονομικής αλληλεξάρτησης μεταξύ ιδιωτών παραγωγών εμφανιζόταν ως σχέσεις αγοράς, δηλαδή ως σχέσεις ανταλλακτικής αξίας μεταξύ εμπορευμάτων. Επομένως:
> «οι σχέσεις που συνδέουν την εργασία του ενός ατόμου με εκείνη όλων των άλλων εμφανίζονται όχι ως άμεσες κοινωνικές σχέσεις μεταξύ εργαζόμενων ατόμων, αλλά ως ... σχέσεις μεταξύ πραγμάτων».
> [Marx, 1961, σ. 73]
Σε μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, οι συγκεκριμένοι παραγωγοί δεν καθοδηγούνταν πλέον από το έθιμο, την κοινωνική παράδοση ή τη γενική κοινωνική τους θέση στη ζωή, ώστε να παράγουν συγκεκριμένα προϊόντα. Ήταν ελεύθεροι να παράγουν και να πωλούν οποιοδήποτε εμπόρευμα.
Με την ελεύθερη είσοδο σχεδόν σε όλα τα επαγγέλματα και τον ελεύθερο ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών, οι διαφορετικές συγκεκριμένες μορφές εργασίας, π.χ. η ξυλουργική ή η υφαντουργία κ.λπ., αντιμετωπίζονταν με κοινωνική αδιαφορία. Οι διαφορετικές μορφές εργασίας προσλάμβαναν μια αφηρημένη ισότητα βασισμένη σε αυτή την αδιαφορία.
Οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ αυτών των επαγγελμάτων αφηρημένης ισότητας (δηλαδή κοινωνικής αδιαφορίας) εκφράζονταν ως οι λόγοι ανταλλακτικών αξιών μεταξύ των προϊόντων που παρήγαγαν.
<nb/>Η ανταλλακτική αξία ή η τιμή ενός εμπορεύματος αντιπροσώπευε την αφηρημένη ποσότητα εργασίας που χρησιμοποιούσε η κοινωνία για την παραγωγή αυτού του εμπορεύματος. Ήταν αφηρημένη, επειδή αντιπροσώπευε έναν κοινωνικό μέσο όρο και δεν επηρεαζόταν από τις ιδιαιτερότητες του ατόμου, οι οποίες θα μπορούσαν να το καθιστούν κάπως περισσότερο ή λιγότερο παραγωγικό από τον κοινωνικό μέσο όρο.
Δημιουργώντας ένα εμπόρευμα με ανταλλακτική αξία, ο παραγωγός δημιουργούσε το εμπόρευμα ως ένα *αφηρημένο καθολικό ισοδύναμο αξίας*, μέσω του οποίου, με την ανταλλαγή, η εργασία του μπορούσε να εισέλθει σε μια κοινωνική σχέση με την εργασία των άλλων.
> [287] Μόνο ως τέτοιο *καθολικό* μέγεθος αντιπροσωπεύει ένα κοινωνικό μέγεθος. Η εργασία ενός ατόμου μπορεί να παράγει ανταλλακτική αξία μόνο εάν παράγει καθολικά ισοδύναμα....
> Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο σαν τα διαφορετικά άτομα να είχαν συνενώσει τον χρόνο εργασίας τους και να είχαν κατανείμει διαφορετικά τμήματα του χρόνου εργασίας που είχαν από κοινού στη διάθεσή τους στις διάφορες αξίες χρήσης.
> Ο χρόνος εργασίας του ατόμου είναι, επομένως, στην πραγματικότητα ο χρόνος εργασίας που απαιτείται από την κοινωνία για την παραγωγή μιας συγκεκριμένης αξίας χρήσης, δηλαδή για την ικανοποίηση μιας συγκεκριμένης ανάγκης.
[Marx, 1970, σ. 32]
Η εργασία «η οποία εκδηλώνεται στην ανταλλακτική αξία εμφανίζεται ως εργασία ενός απομονωμένου ατόμου. Γίνεται κοινωνική εργασία λαμβάνοντας τη μορφή του άμεσου αντίθετού της, της αφηρημένης καθολικής εργασίας».
[Marx, 1970, σ. 34]
Μπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι πολλές από τις αντιρρήσεις που έχουν διατυπωθεί εναντίον της εργασιακής θεωρίας της αξίας του Marx βασίζονται σε παρανοήσεις. Ο Marx *δεν* υποστήριξε ότι μόνο η εργασία δημιουργεί χρήσιμα προϊόντα, όπως είδαμε στο εκτενές απόσπασμα στην αρχή αυτής της ενότητας.
Όμως η ανταλλακτική αξία δεν ήταν μια υλική ιδιότητα ενός προϊόντος. Ένα προϊόν γινόταν εμπόρευμα όταν, μέσα σε ένα ιδιαίτερο είδος κοινωνικού πλαισίου, άρχιζε να συμβολίζει αφηρημένα τη σχέση του παραγωγού του με τους άλλους παραγωγούς.
Η ανταλλακτική αξία ήταν μια νοητική αφαίρεση που συμβολιζόταν από ένα υλικό προϊόν. Ως τέτοια, η αφαίρεση αυτή αντανακλούσε τόσο τις κοινωνικές σχέσεις όσο και ήταν αναγκαία για τον κοινωνικό συντονισμό της εργασίας μέσα σε αυτές τις κοινωνικές σχέσεις.
Η εργασία δεν ήταν η αιτία της ανταλλακτικής αξίας με την έννοια της φυσικής ή υλικής αιτιότητας, επειδή η ανταλλακτική αξία ήταν μια νοητική κατασκευή (κεντρικής σημασίας σε μια οικονομία της αγοράς) και όχι μια φυσική οντότητα.
Ως νοητική αφαίρεση συμβόλιζε την κοινωνική φύση της εργασίας σε μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής.
Ο Marx κατέληγε με πλήρη συνέπεια ότι η τιμή, ως νοητική οντότητα, «υπάρχει αρχικά μόνο στο κεφάλι, ως έννοια, αφού εκφράζει μια σχέση· όπως, γενικά, οι σχέσεις μπορούν να θεωρηθούν ότι υπάρχουν μόνο όταν *νοούνται*, σε διάκριση από τα υποκείμενα τα οποία βρίσκονται μεταξύ τους σε αυτές τις σχέσεις».
[Marx, 1978, σ. 143]
Επομένως:
> «εφόσον η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων δεν είναι πράγματι τίποτε άλλο παρά μια αμοιβαία σχέση ανάμεσα σε διάφορα είδη εργασίας ατόμων που θεωρούνται ως ίση και καθολική εργασία, δηλαδή τίποτε άλλο παρά η υλική έκφραση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής μορφής εργασίας, αποτελεί ταυτολογία να λέμε ότι η εργασία είναι η *μόνη* πηγή της ανταλλακτικής αξίας και, κατά συνέπεια, του πλούτου στον βαθμό που αυτός αποτελείται από ανταλλακτική αξία».
> [Marx, 1970, σ. 35]
[288] Η εργασιακή θεωρία της αξίας του Marx ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη του Ricardo.
Ο τελευταίος πίστευε ότι η αιτιακή σύνδεση ανάμεσα στην εργασία που ενσωματώνεται στα εμπορεύματα και στις τιμές τους ήταν μια άμεση, εύκολα ορατή, εμπειρική σχέση. Οι τροποποιητικές επιδράσεις των διαφορών στις αναλογίες κεφαλαίου προς εργασία θεωρούνταν από αυτόν δευτερεύουσες.
Η πρόταση ότι οι τιμές θα ήταν ανάλογες προς τις ποσότητες εργασίας που ενσωματώνονται στα εμπορεύματα θεωρούνταν ότι προσέγγιζε μια εμπειρική αλήθεια.
Μεγάλο μέρος της κριτικής εναντίον του Marx θα είχε αποφευχθεί, εάν οι επικριτές του είχαν κατανοήσει τη θεμελιώδη διαφορά του από τον Ricardo πάνω σε αυτό το σημείο.
Κατά την άποψη του Marx, οι τιμές δεν αντανακλούσαν άμεσα ή εμπειρικά την πραγματική κοινωνική τους προέλευση και φύση. Αντίθετα, οι τιμές απέκρυπταν, συσκότιζαν και έτειναν να μυστικοποιούν την υποκείμενη κοινωνική τους βάση. Το σημείο αυτό είναι τόσο κεντρικό για την κατανόηση του Marx και τόσο συχνά παρερμηνεύεται, ώστε θα παραθέσω εκτενώς την απάντησή του σε έναν επικριτή, ο οποίος υποστήριζε ότι ο Marx δεν είχε αποδείξει καμία άμεση, παρατηρήσιμη σύνδεση μεταξύ αξιών και τιμών:
> Όλη αυτή η φλυαρία σχετικά με την αναγκαιότητα απόδειξης της έννοιας της αξίας προέρχεται από πλήρη άγνοια τόσο του αντικειμένου που εξετάζεται όσο και της επιστημονικής μεθόδου. Κάθε παιδί γνωρίζει ότι ένα έθνος που θα σταματούσε να εργάζεται, όχι για έναν χρόνο, αλλά έστω και για λίγες εβδομάδες, θα αφανιζόταν. Κάθε παιδί γνωρίζει επίσης ότι οι μάζες προϊόντων που αντιστοιχούν στις διαφορετικές ανάγκες απαιτούν διαφορετικές και ποσοτικά καθορισμένες μάζες της συνολικής κοινωνικής εργασίας. Το ότι αυτή η *αναγκαιότητα της κατανομής* της κοινωνικής εργασίας σε καθορισμένες αναλογίες δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταργηθεί από μια *ιδιαίτερη μορφή* κοινωνικής παραγωγής, αλλά μπορεί μόνο να αλλάξει ο *τρόπος* της *εμφάνισής* της, είναι αυτονόητο. Κανένας φυσικός νόμος δεν μπορεί να καταργηθεί. Αυτό που μπορεί να αλλάξει κάτω από διαφορετικές ιστορικές συνθήκες είναι μόνο η *μορφή* με την οποία αυτοί οι νόμοι επιβάλλονται. Και η μορφή *με την οποία* αυτή η αναλογική κατανομή της εργασίας επιβάλλεται σε μια κοινωνία όπου η διασύνδεση της κοινωνικής εργασίας εκδηλώνεται μέσω της *ιδιωτικής ανταλλαγής* των ατομικών προϊόντων της εργασίας είναι ακριβώς η *ανταλλακτική αξία* αυτών των προϊόντων.
> Η επιστήμη συνίσταται ακριβώς στο να δείχνει *πώς* επιβάλλεται ο νόμος της αξίας.... Ο χυδαίος οικονομολόγος δεν έχει την παραμικρή ιδέα ότι οι πραγματικές καθημερινές σχέσεις ανταλλαγής *δεν μπορούν να ταυτίζονται άμεσα* με τα μεγέθη της αξίας. Η ουσία της αστικής κοινωνίας συνίσταται ακριβώς στο ότι εκ των προτέρων (*a priori*) δεν υπάρχει συνειδητή κοινωνική ρύθμιση της παραγωγής. Το ορθολογικό και φυσικά αναγκαίο επιβάλλεται μόνο ως ένας μέσος όρος που δρα τυφλά. Και τότε ο χυδαίος οικονομολόγος νομίζει ότι έκανε μια μεγάλη ανακάλυψη όταν, απέναντι στην αποκάλυψη της εσωτερικής διασύνδεσης, ισχυρίζεται με υπερηφάνεια ότι στην εμφάνιση [289] τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά. Στην πραγματικότητα, καυχάται ότι προσκολλάται στην εμφάνιση και τη θεωρεί ως την έσχατη πραγματικότητα. Γιατί, λοιπόν, να υπάρχει καθόλου επιστήμη;
> [Marx and Engels, χ.χ., σσ. 251-252]
Η επιφανειακή μορφή εμφάνισης της ανταλλακτικής αξίας ήταν η τιμή. Όμως η κρυμμένη βάση των ανταλλακτικών αξιών ήταν οι αξίες, δηλαδή οι ποσότητες εργασίας που ήταν ενσωματωμένες στα εμπορεύματα (για τον Marx, στην ανάλυση του καπιταλισμού, οι όροι «αξία» και «ενσωματωμένη εργασία» ήταν ισοδύναμοι).
Οι τιμές απέκρυπταν και συσκότιζαν τη σύνδεσή τους με τις αξίες, και αυτό για δύο λόγους.
Πρώτον, όπως ήδη συζητήσαμε, **στον καπιταλισμό οι ανθρώπινες παραγωγικές σχέσεις εμφανίζονται (ως τιμές) ως σχέσεις μεταξύ άψυχων πραγμάτων**:
> «Έτσι, οι συμμετέχοντες στην καπιταλιστική παραγωγή ζουν μέσα σε έναν μαγεμένο κόσμο και οι ίδιες οι σχέσεις τους εμφανίζονται σε αυτούς ως ιδιότητες των πραγμάτων, ως ιδιότητες των υλικών στοιχείων της παραγωγής.»
> [Marx, 1971, σ. 514]
Δεύτερον, η ουσία του κεφαλαίου γενικά ήταν πολύ διαφορετική από την εμφάνιση των πραγματικών, πολυάριθμων κεφαλαίων που ανταγωνίζονται μεταξύ τους.
Αυτό το δεύτερο σημείο έχει αποφασιστική σημασία για την εργασιακή θεωρία της αξίας του Marx και γι’ αυτό θα το εξετάσουμε κάπως εκτενέστερα.
Ο Marx διέκρινε ανάμεσα στο «κεφάλαιο εν γένει» (*capital in general*) και στα «πολλά κεφάλαια σε ανταγωνισμό» (*many capitals in competition*).
Για τον Marx, ο ελεύθερος ανταγωνισμός ήταν η δύναμη μέσω της οποίας οι τρόποι λειτουργίας του καπιταλισμού εμφανίζονταν στους καπιταλιστές ως αιώνιοι, εξαναγκαστικοί νόμοι της φύσης.
Ο ελεύθερος ανταγωνισμός ήταν «η σχέση του κεφαλαίου με τον εαυτό του ως άλλο κεφάλαιο, δηλαδή η πραγματική συμπεριφορά του κεφαλαίου» και, μέσω του ανταγωνισμού, «εκείνο που αντιστοιχεί στην έννοια του κεφαλαίου τίθεται ως εξωτερική αναγκαιότητα για το ατομικό κεφάλαιο» [Marx, 1973, σσ. 650-651].
Ο ελεύθερος ανταγωνισμός ήταν η κοινωνική δύναμη μέσω της οποίας οι νόμοι του κεφαλαίου εν γένει γίνονταν ορατοί στους επιμέρους καπιταλιστές. Ήταν όμως απλώς μια *εκδήλωση* αυτών των νόμων και, ως τέτοια, συσκότιζε την πραγματική εσωτερική φύση του «κεφαλαίου εν γένει»:
> Οι γενικές και αναγκαίες τάσεις του κεφαλαίου πρέπει να διακρίνονται από τις μορφές εμφάνισής τους..., δηλαδή από τον τρόπο με τον οποίο οι νόμοι, που είναι εγγενείς στην καπιταλιστική παραγωγή, εκδηλώνονται στις κινήσεις των επιμέρους μαζών κεφαλαίου, όπου επιβάλλονται ως εξαναγκαστικοί νόμοι του ανταγωνισμού και γίνονται αντιληπτοί από τον ατομικό καπιταλιστή ως τα κατευθυντήρια κίνητρα των ενεργειών του. Είναι όμως σαφές ότι μια επιστημονική ανάλυση του ανταγωνισμού δεν είναι δυνατή πριν αποκτήσουμε μια αντίληψη της εσωτερικής φύσης του κεφαλαίου, όπως ακριβώς οι φαινομενικές κινήσεις των ουράνιων σωμάτων δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές παρά μόνο από εκείνον που γνωρίζει τις πραγματικές τους κινήσεις, κινήσεις που δεν είναι άμεσα αντιληπτές από τις αισθήσεις.
> [Marx, 1961, σ. 316]
[290] Έτσι, η μελέτη του κεφαλαίου εν γένει αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κατανόηση των πολλών κεφαλαίων σε ανταγωνισμό.
Ο πρώτος τόμος του *Κεφαλαίου* ήταν αφιερωμένος στη μελέτη του κεφαλαίου εν γένει. Σε όλη τη διάρκεια αυτού του τόμου υποτίθεται ότι οι τιμές είναι ανάλογες προς τις αξίες (δηλαδή προς τις ποσότητες ενσωματωμένης εργασίας), προκειμένου να αναδειχθεί η γενική φύση του κεφαλαίου.
Ο Marx κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ως προς τη γενική του φύση, το κεφάλαιο είναι μια κοινωνική σχέση ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους μισθωτούς εργάτες, η οποία εκδηλώνεται μέσα σε υλικά πράγματα (τα μέσα παραγωγής) και παρέχει στον καπιταλιστή τη δύναμη να ιδιοποιείται, με τις μορφές του κέρδους, του τόκου και της γαιοπροσόδου, την υπεραξία που δημιουργείται από την υπερεργασία των εργατών.
[Marx, 1961, σ. 169· Marx, 1962, σσ. 794-795· Marx, 1971, σσ. 273-274. Βλ. επίσης Hunt, 1979, σσ. 180-211.]
Μόνο όταν κατανοούσε κανείς ότι οι ανταλλακτικές αξίες ή οι τιμές ήταν μετασχηματισμένες αξίες (ποσότητες ενσωματωμένης εργασίας), μπορούσε να αναγνωρίσει την πραγματική φύση του κεφαλαίου γενικά. Όμως ήταν ακριβώς ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολλών κεφαλαίων που μετασχημάτιζε τις αξίες σε τιμές και, συνεπώς, καθιστούσε την πραγματική φύση των τιμών μη παρατηρήσιμη μέσα στη φαινομενολογική τους εμφάνιση, ενώ καθιστούσε επίσης την υπεραξία μη άμεσα αναγνωρίσιμη στις εκδηλωμένες μορφές της ως κέρδος, τόκος και πρόσοδος.
Μπορούμε να δούμε από την ανάλυση του Μαρξ για τον μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές παραγωγής στον Τόμο ΙΙΙ του *Κεφαλαίου* ότι, εάν η μοναδική θεωρητική του μέριμνα ήταν να εξηγήσει το μέγεθος των τιμών, δεν θα χρειαζόταν καν ένα σημαντικό μέρος της εργασιακής θεωρίας της αξίας του. [Marx, 1962, σσ. 152–169] Είναι σαφές ότι η άμεση αιτία για την οποία οποιαδήποτε ιδιαίτερη τιμή έχει οποιοδήποτε ιδιαίτερο μέγεθος (σε αντίθεση με την κοινωνική βάση των τιμών ή τις τιμές ως νοητικά σύμβολα για τον κοινωνικό συντονισμό της κοινωνικής εργασίας) ήταν το κόστος παραγωγής συν το κοινωνικά μέσο ποσοστό κέρδους:
> Στον ανταγωνισμό των επιμέρους καπιταλιστών μεταξύ τους [...] είναι τα δεδομένα και προϋποτεθειμένα μεγέθη των μισθών, του τόκου και της προσόδου που εισέρχονται στον υπολογισμό ως σταθερά και ρυθμιστικά μεγέθη· σταθερά όχι με την έννοια ότι αποτελούν αμετάβλητα μεγέθη, αλλά με την έννοια ότι είναι δεδομένα σε κάθε επιμέρους περίπτωση και συνιστούν το σταθερό όριο για τις διαρκώς κυμαινόμενες τιμές της αγοράς. [...] Αυτοί οι παράγοντες εισέρχονται στον υπολογισμό ως προσδιοριστικά στοιχεία στον βαθμό που είναι δυνατός ο ανταγωνισμός μεταξύ των καπιταλιστών. Εδώ, λοιπόν, η εμπειρία δείχνει θεωρητικά, και ο ιδιοτελής υπολογισμός του καπιταλιστή δείχνει πρακτικά, ότι οι τιμές των εμπορευμάτων καθορίζονται από τους μισθούς, τον τόκο και την πρόσοδο, από [291] την τιμή της εργασίας, του κεφαλαίου και της γης, και ότι αυτά τα στοιχεία της τιμής αποτελούν πράγματι τον ρυθμιστικό συντελεστή της τιμής. [Marx, 1962, σσ. 852–853]
Μπορούμε τώρα να ολοκληρώσουμε τον προηγούμενο ισχυρισμό μας ότι η θεωρία του Μαρξ για την αξία και την τιμή ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη του Ricardo. Ο τελευταίος υποστήριζε ότι οι αποκλίσεις των τιμών από την αναλογία τους προς τις ποσότητες της ενσωματωμένης εργασίας (τις αξίες του Μαρξ), οι οποίες οφείλονταν στις διαφορετικές αναλογίες κεφαλαίου προς εργασία (ο Μαρξ χρησιμοποιούσε τον όρο «οργανική σύνθεση του κεφαλαίου» για αυτές τις αναλογίες), θα ήταν μικρές και ασήμαντες και ότι εμπειρικά οι τιμές θα αντανακλούσαν σχεδόν πλήρως αυτές τις ποσότητες. Ο Μαρξ, αντίθετα, υποστήριζε ότι οι διαφορές μεταξύ των λόγων των τιμών και των λόγων των αξιών θα ήταν πολύ σημαντικές. Η σημασία τους έγκειται ακριβώς στο ότι συγκαλύπτουν τη σχέση μεταξύ τιμών και αξιών και μυστικοποιούν την κοινωνική φύση των εμπορευμάτων και των τιμών τους. <nb/>Τέτοιες αποκλίσεις των τιμών ήταν αναγκαίες προκειμένου να αναδιανεμηθεί η υπεραξία που δημιουργείται στη διαδικασία της παραγωγής, έτσι ώστε όλοι οι καπιταλιστές να λαμβάνουν το ίδιο ποσοστό κέρδους επί του κεφαλαίου τους:
> Λόγω των διαφορετικών οργανικών συνθέσεων του κεφαλαίου που επενδύεται στους διάφορους κλάδους παραγωγής και, συνεπώς, λόγω του γεγονότος ότι —ανάλογα με το διαφορετικό ποσοστό που αποτελεί το μεταβλητό μέρος ενός συνολικού κεφαλαίου δεδομένου μεγέθους— κεφάλαια ίσου μεγέθους θέτουν σε κίνηση πολύ διαφορετικές ποσότητες εργασίας, ιδιοποιούνται επίσης πολύ διαφορετικές ποσότητες υπεραξίας ή παράγουν πολύ διαφορετικές ποσότητες υπεραξίας. Κατά συνέπεια, τα ποσοστά κέρδους που επικρατούν στους διάφορους κλάδους παραγωγής είναι αρχικά πολύ διαφορετικά. Αυτά τα διαφορετικά ποσοστά κέρδους εξισώνονται μέσω του ανταγωνισμού σε ένα ενιαίο γενικό ποσοστό κέρδους, το οποίο αποτελεί τον μέσο όρο όλων αυτών των διαφορετικών ποσοστών κέρδους. Το κέρδος που αντιστοιχεί, σύμφωνα με αυτό το γενικό ποσοστό κέρδους, σε οποιοδήποτε κεφάλαιο δεδομένου μεγέθους, ανεξάρτητα από την οργανική του σύνθεση, ονομάζεται μέσο κέρδος. Η τιμή ενός εμπορεύματος, η οποία ισούται με το κόστος παραγωγής του συν το μερίδιο του ετήσιου μέσου κέρδους επί του συνολικού κεφαλαίου που επενδύθηκε στην παραγωγή του και του αναλογεί σύμφωνα με τις συνθήκες του κύκλου εργασιών, ονομάζεται τιμή παραγωγής. [Marx, 1962, σσ. 155–156]
Αυτή η διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών κατέστρεφε κάθε άμεση ομοιότητα μεταξύ αξιών και τιμών. Επιπλέον, επειδή οι πρόσοδοι και τα κέρδη ήταν ανάλογα προς τις αξίες της γης και του κεφαλαίου, δημιουργούσε την εντύπωση ότι αυτά αποτελούν συστατικά στοιχεία της αξίας που δημιουργούνται από τη γη και το κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα, η αξία δημιουργούνταν εξ ολοκλήρου από την εργασία, τόσο την αμειβόμενη όσο και την απλήρωτη. Η απλήρωτη, [292] υπερεργασία δημιουργούσε την υπεραξία, η οποία στη συνέχεια διαιρούνταν σε τόκο, πρόσοδο και κέρδος. «Όμως όλη η υπόθεση μυστικοποιείται, επειδή αυτά τα διαφορετικά μέρη της υπεραξίας αποκτούν μια ανεξάρτητη μορφή, επειδή περιέρχονται σε διαφορετικά πρόσωπα και επειδή οι τίτλοι που τα θεμελιώνουν βασίζονται σε διαφορετικά στοιχεία.» [Marx, 1971, σ. 511]
Με άλλα λόγια, η δυσκολία να διακρίνει κανείς τη σύνδεση μεταξύ τιμών και εργασίας πηγάζει από το γεγονός ότι, στον καπιταλισμό, τα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής εμφανίζονται ως εμπορεύματα που ανήκουν σε μη εργαζόμενους, ενώ η εργατική δύναμη αποτελεί πλέον εμπόρευμα, η πώληση του οποίου αντιπροσωπεύει τη μοναδική πηγή εισοδήματος του εργάτη. Οι κάτοχοι του κεφαλαίου ιδιοποιούνται τα προϊόντα της εργασίας ανάλογα με την αξία του κεφαλαίου τους. Αυτό προκαλεί την απόκλιση των τιμών από τις αξίες και δημιουργεί την εντύπωση ότι οι τιμές καθορίζονται από το κεφάλαιο. Έτσι, η κοινωνική σχέση κεφαλαίου–εργασίας συγκαλύπτει τη σύνδεση μεταξύ αξιών και τιμών, ενώ η συστηματική απόκλιση των τιμών από τις αξίες συγκαλύπτει την πραγματική κοινωνική φύση του κεφαλαίου.
Όταν οι οικονομολόγοι εξέταζαν μόνο τις τιμές, κατέληγε ο Μαρξ, οι δημιουργίες της ανθρώπινης εργασίας εμφανίζονταν ως δημιουργίες του κεφαλαίου, αντί να γίνεται αντιληπτό ότι το ίδιο το κεφάλαιο δεν είναι παρά ένα ακόμη δημιούργημα της κοινωνικής εργασίας. Έτσι, εκείνο που είχε δημιουργηθεί από την εργασία όχι μόνο κυριαρχούσε ολοκληρωτικά πάνω στην εργασία, αλλά έκανε κάθε δημιουργικό επίτευγμα της εργασίας να εμφανίζεται ως δικό του (του κεφαλαίου) επίτευγμα:
> Έτσι, η παραγωγική δύναμη της κοινωνικής εργασίας και οι ιδιαίτερες μορφές της εμφανίζονται τώρα ως παραγωγικές δυνάμεις και μορφές του κεφαλαίου [...] οι οποίες, έχοντας προσλάβει αυτή την ανεξάρτητη μορφή, προσωποποιούνται από τον καπιταλιστή απέναντι στη ζωντανή εργασία. Εδώ συναντούμε και πάλι αυτή την αντιστροφή της σχέσης, την οποία έχουμε ήδη [...] ονομάσει φετιχισμό. [Marx, 1963, σ. 389]
Έτσι, η εργασιακή θεωρία της αξίας του Μαρξ διέφερε σημαντικά από εκείνη του Ricardo. Για τον Μαρξ, η θεωρία του Ricardo, και γενικότερα η ορθόδοξη οικονομική θεωρία, αποτελούσε εκδήλωση του φετιχισμού του εμπορεύματος (ο οποίος, με τη σειρά του, ήταν αποτέλεσμα της αλλοτρίωσης στην καπιταλιστική κοινωνία· πρόκειται όμως για ζήτημα υπερβολικά σύνθετο ώστε να εξεταστεί στο παρόν άρθρο). Κατά τον Μαρξ, ο φετιχισμός προέκυπτε από την αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στις καθολικές οικονομικές δραστηριότητες που είναι κοινές σε κάθε κοινωνία και στις ιδιαίτερες μορφές που προσλαμβάνουν αυτές οι δραστηριότητες στον καπιταλισμό. «Ο φετιχισμός που χαρακτηρίζει την αστική Πολιτική Οικονομία», έγραφε ο Μαρξ, «μεταμορφώνει τον κοινωνικό, οικονομικό χαρακτήρα που αποτυπώνεται στα πράγματα κατά τη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής σε φυσικό χαρακτήρα, που πηγάζει από την υλική φύση των ίδιων των πραγμάτων.» [Marx, 1957, σ. 225]
### Συμπέρασμα
[293] Στη θεωρία του Μαρξ, η διάκριση ανάμεσα στα καθολικά γνωρίσματα που είναι κοινά σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες και στα γνωρίσματα που είναι ιδιόμορφα του καπιταλισμού έχει κεντρική σημασία. Μέσω της εργασιακής θεωρίας της αξίας, κατόρθωσε να δείξει ότι οι μορφές ιδιοκτησίας που είναι χαρακτηριστικές του καπιταλισμού, σε συνδυασμό με την ανταγωνιστική διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών, δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι η άψυχη φύση ή τα προϊόντα της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι εξίσου υπεύθυνα (μαζί με την ανθρώπινη εργασία) για τη δημιουργία της αξίας των εμπορευμάτων. Μπόρεσε να το επιτύχει αυτό μόνο επειδή θεμελίωνε σταθερά την ανάλυσή του στο γεγονός ότι, σε όλες τις κοινωνίες, σε όλους τους χρόνους και σε όλους τους τόπους, μόνο η ανθρώπινη κοινωνική εργασία μετασχηματίζει το προϋπάρχον φυσικό περιβάλλον με τη βοήθεια ήδη παραχθέντων μέσων παραγωγής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, άσκησε κριτική στην α-ιστορική προσέγγιση του Ricardo, διότι, εάν τα μέσα παραγωγής είναι κεφάλαιο εξαιτίας της ίδιας της φυσικής τους υπόστασης, τότε όλες οι κοινωνίες, σε όλους τους τόπους και σε όλες τις εποχές, θα έπρεπε να ονομάζονται καπιταλιστικές, και η έννοια του καπιταλισμού ως ιδιαίτερου κοινωνικού συστήματος θα καθίστατο άνευ νοήματος, ενώ η οικονομική θεωρία θα μετατρεπόταν σε μια απολύτως γενική θεωρία, μέσα στην οποία οι ειδικά καπιταλιστικοί θεσμοί δεν θα είχαν καμία θεωρητική σημασία. Παρότι υπάρχουν πράγματι οικονομολόγοι που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, ο Μαρξ ήταν πάνω απ' όλα κοινωνικός οικονομολόγος, που ενδιαφερόταν για τα ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού.
Έτσι, **αντιλαμβανόταν την ουσία του κεφαλαίου γενικά ως μια καταναγκαστική κοινωνική σχέση, ιδιόμορφη του καπιταλισμού**. Η εργασιακή θεωρία της αξίας τού επέτρεψε να δείξει **πώς η γενικευμένη αδυναμία να γίνονται αντιληπτές οι τιμές ως σύμβολα της κοινωνικής κατανομής της εργασίας συστηματικά συσκότιζε τη γενική φύση του κεφαλαίου και οδηγούσε στον φετιχισμό του εμπορεύματος, δηλαδή στην αντίληψη των κοινωνικών σχέσεων ως σχέσεων μεταξύ εμπορευμάτων**. Επιπλέον, στη θεωρία του, η εσφαλμένη αντίληψη για το κεφάλαιο και ο φετιχισμός του εμπορεύματος επιδείνωναν, με τη σειρά τους, τη συσκότιση της σύνδεσης μεταξύ των τιμών και της κοινωνικής κατανομής της εργασίας. Αυτός ο φετιχισμός και αυτή η συσκότιση ήταν αποτέλεσμα της ανθρώπινης αλλοτρίωσης στον καπιταλισμό και, ταυτόχρονα, συνέβαλλαν σημαντικά στη διαιώνιση αυτής της αλλοτρίωσης.
### Βιβλιογραφικές αναφορές
Hunt, E. K. "Rationalism and Empiricism in Economic Theories of Value,"
/The Social Science Journal, /Vol. 14, No. 3, October, 1977.
------—. "The Normative Foundations of Social Theory: An Essay on the Criteria
Defining Social Economics," /Review of Social Economy, /Vol. XXXVI, No. 3,
December, 1978.
---------. /History of Economic Thought, /Belmont, California, 1979.
Marx, Karl. /Capital, /Volumes 1, 2, and 3, Moscow, 1961, 1957 and 1962.
---------. /A Contribution to the Critique of Political Economy, /New
York, 1970.
---------. /The German Ideology, /in Karl Marx and Frederick Engels,
/Collected/
/Works, /Vol. 5, New York, 1976.
---------. /Grundrisse, /New York, 1973.
---------. /Theories of Social Value, /Parts 1 and 3, Moscow, 1963 and 1971.
Marx, Karl and Frederick Engels. /Selected Correspondence, /Moscow, n.d.
Ricardo, David. /The Principles of Political Economy and Taxation,
/London, 1962. Samuelson, Paul. "Marxian Economics as Economics,"
/American Economic Review,/
Vol. 57, May, 1967.
rotenotes
♥∞♪☮☯☭Ⓐ☆ 🏴☠️🇵🇸🏴🏳️🌈🏳️⚧️❤️☀️💚🌿😍💚😍🍃
Κυριακή 26 Ιουλίου 2026
E. K. Hunt - Ο Μαρξ ως κοινωνικός οικονομολόγος: Η εργασιακή θεωρία της αξίας
Η ύπαρξη της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος εξαρτιόταν από δύο ουσιώδεις όρους
Η ύπαρξη της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος εξαρτιόταν από δύο ουσιώδεις όρους.
> Πρώτον, η εργατική δύναμη μπορεί να εμφανιστεί στην αγορά ως εμπόρευμα μόνο εάν, και στον βαθμό που, ο κάτοχός της, το άτομο του οποίου είναι η εργατική δύναμη, την προσφέρει προς πώληση ή την πουλά ως εμπόρευμα. Για να μπορέσει να το κάνει αυτό, πρέπει ... να είναι ο ελεύθερος ιδιοκτήτης της ικανότητάς του για εργασία, δηλαδή του ίδιου του προσώπου του.... Ο ιδιοκτήτης της εργατικής δύναμης ... πρέπει να την πουλά μόνο για μια ορισμένη χρονική περίοδο, διότι αν την πουλούσε ολοκληρωτικά, μια για πάντα, θα πουλούσε τον ίδιο του τον εαυτό, μετατρέποντας τον εαυτό του από ελεύθερο άνθρωπο σε δούλο, από ιδιοκτήτη εμπορεύματος σε εμπόρευμα....
> Ο δεύτερος ουσιώδης όρος ... είναι ... ότι ο εργάτης, αντί να βρίσκεται στη θέση να πουλά εμπορεύματα στα οποία έχει ενσωματωθεί η εργασία του, πρέπει να είναι υποχρεωμένος να προσφέρει προς πώληση ως εμπόρευμα αυτήν ακριβώς την εργατική δύναμη, η οποία υπάρχει μόνο μέσα στον ζωντανό εαυτό του.
> Για να μπορεί ένας άνθρωπος να πουλά εμπορεύματα άλλα από την εργατική δύναμη, πρέπει φυσικά να διαθέτει τα μέσα παραγωγής, όπως πρώτες ύλες, εργαλεία κ.λπ. Κανένα ζευγάρι μπότες [283] δεν μπορεί να κατασκευαστεί χωρίς δέρμα. Χρειάζεται επίσης τα μέσα συντήρησης.
> ...
> Για τη μετατροπή, επομένως, του χρήματός του σε κεφάλαιο, ο κάτοχος χρήματος πρέπει να συναντήσει στην αγορά τον ελεύθερο εργάτη, ελεύθερο με τη διπλή έννοια: ότι, από τη μια πλευρά, ως ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να διαθέτει την εργατική του δύναμη ως δικό του εμπόρευμα, και ότι, από την άλλη πλευρά, δεν έχει κανένα άλλο εμπόρευμα προς πώληση, στερείται όλων των αναγκαίων πραγμάτων για την πραγματοποίηση της εργατικής του δύναμης.
> [Marx, 1961, σσ. 168-169]
[E. K. Hunt - Ο Μαρξ ως κοινωνικός οικονομολόγος: Η εργασιακή θεωρία της αξίας]
Το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα, αλλά μάλλον μια καθορισμένη κοινωνική παραγωγική σχέση
Ο Marx αντιλήφθηκε ότι τα εργαλεία και τα άλλα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής αποτελούσαν καθολικά χαρακτηριστικά της παραγωγής σε όλες τις κοινωνίες. Όμως το κεφάλαιο δεν ήταν κάτι τέτοιο. Το σημείο του Marx είναι τόσο θεμελιώδες για ολόκληρη τη θεωρία του και τόσο συχνά παραποιείται ή παρερμηνεύεται, ώστε θα παραθέσω εκτενώς αρκετά αποσπάσματα:
> Η χρησιμοποίηση των προϊόντων της προηγούμενης εργασίας ... ως υλικών, εργαλείων, μέσων διαβίωσης, είναι αναγκαία εάν ο εργάτης θέλει να χρησιμοποιήσει τα προϊόντα του για νέα παραγωγή .... Αλλά τι σχέση έχει, άραγε, αυτού του είδους η χρησιμοποίηση ... με την κυριαρχία του προϊόντος του πάνω σε αυτόν, με την ύπαρξή του ως κεφάλαιο;
> [Marx, 1971, σ. 274]
> Σαν να μην ήταν εξίσου δυνατός ο καταμερισμός της εργασίας εάν οι όροι του ανήκαν στους συνεταιρισμένους εργάτες ... και θεωρούνταν από αυτούς ως δικά τους προϊόντα και ως τα υλικά στοιχεία της δικής τους δραστηριότητας, πράγμα που είναι από την ίδια τους τη φύση.
> [Marx, 1971, σ. 273]
> Ένα πράγμα ... είναι σαφές — η Φύση δεν παράγει από τη μία πλευρά ιδιοκτήτες χρήματος ή εμπορευμάτων [μέσων παραγωγής] και από την άλλη ανθρώπους που δεν κατέχουν τίποτε άλλο παρά μόνο την εργατική τους δύναμη. Αυτή η σχέση δεν έχει καμία φυσική βάση, ούτε η κοινωνική της βάση είναι κάτι που είναι κοινό σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Είναι σαφώς το αποτέλεσμα μιας παρελθούσας ιστορικής ανάπτυξης, το προϊόν πολλών οικονομικών επαναστάσεων, της εξαφάνισης μιας ολόκληρης σειράς παλαιότερων μορφών κοινωνικής παραγωγής.
> [Marx, 1961, σ. 169]
> Το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα, αλλά μάλλον μια καθορισμένη κοινωνική παραγωγική σχέση, η οποία ανήκει σε έναν καθορισμένο ιστορικό κοινωνικό σχηματισμό, και η οποία εκδηλώνεται μέσα σε ένα πράγμα και προσδίδει σε αυτό το πράγμα έναν συγκεκριμένο κοινωνικό χαρακτήρα .... Είναι τα μέσα παραγωγής που μονοπωλούνται από ένα ορισμένο τμήμα της κοινωνίας, τα οποία αντιπαρατίθενται προς τη ζωντανή εργατική δύναμη ως προϊόντα και συνθήκες εργασίας που έχουν καταστεί ανεξάρτητα από την ίδια αυτή εργατική δύναμη.
> [Marx, 1962, σσ. 794-795]
> Το κεφάλαιο εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως μια κοινωνική δύναμη, της οποίας φορέας είναι ο καπιταλιστής. Αυτή η κοινωνική δύναμη δεν βρίσκεται πλέον σε καμία δυνατή σχέση με εκείνο που μπορεί να δημιουργήσει η εργασία ενός μεμονωμένου ατόμου. Γίνεται μια αλλοτριωμένη, ανεξάρτητη, κοινωνική δύναμη, η οποία αντιτίθεται στην κοινωνία ως αντικείμενο, και ως αντικείμενο που αποτελεί την πηγή δύναμης του καπιταλιστή.
> [Marx, 1962, σ. 259]
[E. K. Hunt - Ο Μαρξ ως κοινωνικός οικονομολόγος: Η εργασιακή θεωρία της αξίας, σ. 279]
Η εργασία εκεί όπου είναι κοινοτική, οι σχέσεις των ανθρώπων μέσα στην κοινωνική τους παραγωγή δεν εμφανίζονται ως «αξίες» των «πραγμάτων». Η ανταλλαγή των προϊόντων ως εμπορευμάτων είναι ένας τρόπος ανταλλαγής της εργασίας· (αποδεικνύει) την εξάρτηση της εργασίας του καθενός από την εργασία των άλλων και (αντιστοιχεί σε) έναν ορισμένο τρόπο κοινωνικής εργασίας ή κοινωνικής παραγωγής
> Η εργασία εκεί όπου είναι κοινοτική, οι σχέσεις των ανθρώπων μέσα στην κοινωνική τους παραγωγή δεν εμφανίζονται ως «αξίες» των «πραγμάτων». Η ανταλλαγή των προϊόντων ως εμπορευμάτων είναι ένας τρόπος ανταλλαγής της εργασίας· (αποδεικνύει) την εξάρτηση της εργασίας του καθενός από την εργασία των άλλων και (αντιστοιχεί σε) έναν ορισμένο τρόπο κοινωνικής εργασίας ή κοινωνικής παραγωγής (/Theories of Surplus Value (Capital, /vol. IV). Parts I—III. Moscow: Progress, 1963, 1968, 1971. Selections, ed. E. Burns, London: Lawrence & Wishart, 1951. Extracts, MSW., οι παρεμβολές προέρχονται από τη συντακτική αποκατάσταση του χειρογράφου από τους επιμελητές).
> Where labour is communal, the relations of men in their social
production do not manifest themselves as 'values' of 'things'. Exchange
of products as commodities is a method of exchanging labour, (it
demonstrates) the dependence of the labour of each upon the labour of
the others (and corresponds to) a certain mode of social labour or
social production (ibid, interpellations from editorial collation of MS).
στην ιδιωτική παραγωγή ο ειδικός κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας κάθε παραγωγού δεν εκδηλώνεται παρά μόνο στην πράξη της ανταλλαγής
> Ως γενικός κανόνας, τα αντικείμενα χρησιμότητας γίνονται εμπορεύματα μόνο επειδή είναι προϊόντα της εργασίας **ιδιωτών ατόμων** ή ομάδων ατόμων που διεξάγουν την εργασία τους **ανεξάρτητα** το ένα από το άλλο. Το συνολικό άθροισμα της εργασίας όλων αυτών των ιδιωτών ατόμων αποτελεί τη **συνολική εργασία της κοινωνίας**. Εφόσον οι παραγωγοί δεν έρχονται σε κοινωνική επαφή μεταξύ τους παρά μόνο όταν ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους, ο ειδικός κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας κάθε παραγωγού **δεν εκδηλώνεται παρά μόνο στην πράξη της ανταλλαγής**. Με άλλα λόγια, η εργασία του ατόμου επιβεβαιώνεται ως μέρος της εργασίας της κοινωνίας μόνο μέσω των σχέσεων που η πράξη της ανταλλαγής εγκαθιδρύει **άμεσα μεταξύ των προϊόντων** και **έμμεσα, μέσω αυτών, μεταξύ των παραγωγών** (1867: 72–73).
> As a general rule, articles of utility become commodities, only because
they are products of the labour of **private individuals** or groups of
individuals who carry on their work **independently** of each other. The sum
total of the labour of all these private individuals forms the **aggregate**
**labour of society**. Since the producers do not come into social contact
with each other until they exchange their products, the specific social
character of each producer's labour **does not show itself except in the**
**act of exchange**. In other words, the labour of the individual asserts
itself as part of the labour of society, only by means of the relations
which the act of exchange establishes **directly between the products**, and
**indirectly, through them, between the producers** (1867: 72-3).
1867 /Capital, /vol. I. Ed. F. Engels, tr. S. Moore/E. Aveling from
third German edn, incorporating changes by Engels in fourth German edn,
London: Lawrence & Wishart, 1967.
Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (Το Εμπόρευμα) | social and political theory — https://volontegenerale.wordpress.com/2026/07/11/%cf%83%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%bf%ce%bb%ce%ae-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-%ce%bf%ce%b9/
Η έννοια της ωφέλιμης εργασίας αποτελεί μια διαχρονική (υπεριστορική) κατηγορία
Η έννοια της ωφέλιμης εργασίας αποτελεί μια διαχρονική (υπεριστορική) κατηγορία:
«Στον βαθμό, λοιπόν, που η εργασία είναι δημιουργός αξίας χρήσης, δηλαδή ωφέλιμη εργασία, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, ανεξάρτητα από κάθε μορφή κοινωνίας, για την ύπαρξη του ανθρώπινου γένους· είναι μια αιώνια αναγκαιότητα που επιβάλλεται από τη φύση, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει υλικός μεταβολισμός ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, και επομένως ούτε η ίδια η ζωή.» (1867a, σσ. 42–43)
[...]
«Κάθε παιδί γνωρίζει ότι ένα έθνος που θα σταματούσε να εργάζεται, όχι για έναν χρόνο, αλλά έστω και για λίγες εβδομάδες, θα αφανιζόταν. Κάθε παιδί γνωρίζει επίσης ότι ο όγκος των προϊόντων που αντιστοιχεί στις διαφορετικές ανάγκες απαιτεί διαφορετικές και ποσοτικά καθορισμένες ποσότητες της συνολικής εργασίας της κοινωνίας. Το ότι αυτή η *αναγκαιότητα* της *κατανομής* της κοινωνικής εργασίας σε καθορισμένες αναλογίες δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταργηθεί από μια *ιδιαίτερη μορφή* κοινωνικής παραγωγής, αλλά μπορεί μόνο να αλλάξει ο *τρόπος* με τον οποίο *εμφανίζεται*, είναι αυτονόητο. Οι φυσικοί νόμοι δεν μπορούν να καταργηθούν καθόλου. Εκείνο που μπορεί να μεταβληθεί υπό διαφορετικές ιστορικές συνθήκες είναι μόνο η *μορφή* με την οποία οι νόμοι αυτοί επιβάλλονται.» (1868 Letter to Kugelmann, 11 July. SC, all edns. Extract, MSW.)
[Derek Sayer, Marx's method, 1979]
Σάββατο 25 Ιουλίου 2026
Με μια λέξη, μας κατηγορείτε ότι σκοπεύουμε να καταργήσουμε τη δική σας ιδιοκτησία. Ακριβώς έτσι: αυτό ακριβώς σκοπεύουμε να κάνουμε.
«Τρομάζετε από την πρόθεσή μας να καταργήσουμε την ιδιωτική ιδιοκτησία. Όμως, στη σημερινή σας κοινωνία, η ιδιωτική ιδιοκτησία έχει ήδη καταργηθεί για τα εννέα δέκατα του πληθυσμού· η ύπαρξή της για τους λίγους οφείλεται αποκλειστικά στη μη ύπαρξή της στα χέρια αυτών των εννέα δεκάτων. Μας κατηγορείτε, λοιπόν, ότι επιδιώκουμε να καταργήσουμε μια μορφή ιδιοκτησίας, της οποίας η αναγκαία προϋπόθεση ύπαρξης είναι η ανυπαρξία κάθε ιδιοκτησίας για τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας.
Με μια λέξη, μας κατηγορείτε ότι σκοπεύουμε να καταργήσουμε τη δική σας ιδιοκτησία. Ακριβώς έτσι: αυτό ακριβώς σκοπεύουμε να κάνουμε.»
— Karl Marx, MECW 6, σ. 500
“You are horrified at our intending to do away with private property. But in your existing society private property is already done away with for nine-tenths of the population; its existence for the few is solely due to its non-existence in the hands of those nine-tenths. You reproach us, therefore, with intending to do away with a form of property, the necessary condition for whose existence is the non-existence of any property for the immense majority of society.
In one word, you reproach us with intending to do away with your property. Precisely so: that is just what we intend.” —Karl Marx, MECW 6, p. 500
Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026
Έτσι, όταν μιλάμε για παραγωγή, έχουμε πάντοτε κατά νου την παραγωγή σε ένα ορισμένο στάδιο της κοινωνικής ανάπτυξης, την παραγωγή από κοινωνικά άτομα.
«Έτσι, όταν μιλάμε για παραγωγή, έχουμε πάντοτε κατά νου την παραγωγή σε ένα ορισμένο στάδιο της κοινωνικής ανάπτυξης, την παραγωγή από κοινωνικά άτομα.»
Thus when we speak of production, we always have in mind production at a
definite stage of social development, production by social individuals.
[MECW 28, p. 18]
Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026
Καρλ Μαρξ και Μαρξισμός
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΌΣ
-----------------------
* Μετάφραση του: https://www.unm.edu/~soc101/quotemarx.htm
* Archived 20250105: https://web.archive.org/web/20250105122446/https://www.unm.edu/~soc101/quotemarx.htm
### McLellan, D. (1995) *The Thought of Karl Marx*, Λονδίνο: Papermac.
#### Η αλληλογραφία του 1843
> Ο άνθρωπος πρέπει να αναγνωρίσει τις δικές του δυνάμεις ως κοινωνικές δυνάμεις, να τις οργανώσει
και έτσι να μην διαχωρίζει πλέον τις κοινωνικές δυνάμεις από τον εαυτό του στη μορφή
των πολιτικών δυνάμεων. Μόνο όταν αυτό έχει επιτευχθεί, μπορεί να ολοκληρωθεί
η ανθρώπινη χειραφέτηση. 19
#### Χειρόγραφα του Παρισιού
> Ότι το αναγκαίο αποτέλεσμα του ανταγωνισμού είναι η συσσώρευση του
κεφαλαίου σε λίγα χέρια, και έτσι μια πιο τρομερή αποκατάσταση του
μονοπωλίου· και ότι τελικά η διάκριση μεταξύ καπιταλιστή και
ιδιοκτήτη γης, και αυτή μεταξύ αγρότη και βιομηχανικού εργάτη εξαφανίζεται
και ολόκληρη η κοινωνία πρέπει να χωριστεί στις δύο τάξεις
των κατόχων ιδιοκτησίας και των εργατών χωρίς ιδιοκτησία. 23
> Ας υποθέσουμε ότι έχουμε παράξει με έναν ανθρώπινο τρόπο· ο καθένας μας θα είχε,
στην παραγωγή του, επιβεβαιώσει διπλά τον εαυτό του και τους συνανθρώπους του.
Θα είχα: (1) αντικειμενοποιήσει, στην παραγωγή μου, την ατομικότητά μου και
την ιδιαιτερότητά της, και έτσι τόσο η δραστηριότητά μου θα απολάμβανε μια ατομική
έκφραση της ζωής μου όσο επίσης, κοιτάζοντας το αντικείμενο, θα είχα
την ατομική ευχαρίστηση της συνειδητοποίησης ότι η προσωπικότητά μου ήταν αντικειμενική,
ορατή στις αισθήσεις και έτσι μια δύναμη που υψώνεται πέρα από κάθε αμφιβολία. (2)
Στην απόλαυση ή τη χρήση του προϊόντος μου θα είχα την άμεση
απόλαυση της συνειδητοποίησης ότι είχα τόσο ικανοποιήσει μια ανθρώπινη ανάγκη με
την εργασία μου όσο επίσης αντικειμενοποιήσει την ανθρώπινη ουσία και επομένως διαμορφώσει
για άλλον άνθρωπο το αντικείμενο που καλύπτει την ανάγκη του. (3) Θα ήμουν
για εσάς ο μεσολαβητής ανάμεσα σε εσάς και το είδος και έτσι
θα αναγνωριζόμουν και θα γινόμουν αισθητός από εσάς ως μια ολοκλήρωση της δικής σας ουσίας
και ένα αναγκαίο μέρος του εαυτού σας και έτσι θα συνειδητοποιούσα ότι είμαι
επιβεβαιωμένος τόσο στη σκέψη σας όσο και στην αγάπη σας. (4) Στην
έκφραση της ζωής μου θα είχα διαμορφώσει την έκφραση της
ζωής σας, και έτσι στη δική μου δραστηριότητα θα είχα συνειδητοποιήσει τη δική μου ουσία, την
ανθρώπινη, την κοινοτική μου ουσία. (23)
> [Ο κομμουνισμός] είναι η γνήσια λύση του ανταγωνισμού μεταξύ ανθρώπου
και φύσης και μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου. (24)
#### Για το Εβραϊκό Ζήτημα, 1843-4
> Η επανάσταση γενικά – η ανατροπή της υπάρχουσας εξουσίας και η
διάλυση των προηγούμενων σχέσεων – είναι μια πολιτική πράξη.
Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς μία επανάσταση. Όταν όμως
αρχίσει η οργανωτική δραστηριότητά του, όταν οι ιδιόρρυθμοι στόχοι του, η ψυχή του
παρουσιαστεί, τότε ο σοσιαλισμός παραμερίζει τον πολιτικό του μανδύα. 25
> Ο άνθρωπος πρέπει να αναγνωρίσει τις δυνάμεις του ως κοινωνικές δυνάμεις, να τις οργανώσει και
έτσι να μην διαχωρίζει πλέον τις κοινωνικές δυνάμεις από τον εαυτό του με τη μορφή
πολιτικών δυνάμεων. Μόνο όταν αυτό έχει επιτευχθεί, θα ολοκληρωθεί η ανθρώπινη χειραφέτηση. (215)
> Από πολιτική άποψη το κράτος και κάθε οργάνωση της
κοινωνίας δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Το κράτος είναι ο οργανισμός
της κοινωνίας. Στο βαθμό που το κράτος παραδέχεται την ύπαρξη κοινωνικών
καταχρήσεων, αναζητά την προέλευσή τους είτε σε φυσικούς νόμους που καμιά ανθρώπινη
εξουσία δεν μπορεί να ελέγξει ή στον ιδιωτικό τομέα που είναι ανεξάρτητος από
αυτό ή στην ανεπάρκεια της διοίκησης που εξαρτάται από το
κράτος...
> Το κράτος δεν μπορεί να καταργήσει την αντίφαση που υπάρχει μεταξύ του
ρόλου και των καλών προθέσεων της διοίκησης αφενός και
των μέσων που έχει στη διάθεσή του αφετέρου, χωρίς να αυτοκαταργείται,
καθώς στηρίζεται σε αυτή την αντίφαση. Βασίζεται στην αντίθεση μεταξύ
δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, στην αντίθεση μεταξύ γενικού και
ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Επομένως, η διοίκηση πρέπει να περιοριστεί
σε μια τυπική και αρνητική δραστηριότητα, γιατί η εξουσία της σταματά εκεί ακριβώς που
αρχίζει η πολιτική ζωή και η εργασία.
#### Κριτικές σημειώσεις στο «Ο Βασιλιάς της Πρωσίας και η Κοινωνική Μεταρρύθμιση», 1844
> Αν το νεότερο κράτος ήθελε να εξαλείψει την ανικανότητά της
διοίκησής του, θα έπρεπε να καταργήσει τη σύγχρονη
ιδιωτική σφαίρα γιατί υπάρχει μόνο σε αντίθεση με την ιδιωτική
σφαίρα. (215)
#### 1844 Χειρόγραφα
> Ο κομμουνισμός ως ολοκληρωμένος νατουραλισμός είναι ανθρωπισμός και ως ολοκληρωμένος
ανθρωπισμός είναι νατουραλισμός. Είναι η γνήσια λύση του ανταγωνισμού
μεταξύ ανθρώπου και φύσης και μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου. Είναι η αληθινή
λύση της πάλης μεταξύ μιας ουσίας, μεταξύ της αντικειμενοποίησης
και αυτοεπιβεβαίωσης, μεταξύ ελευθερίας και αναγκαιότητας, μεταξύ
ατόμου και είδους. Είναι η λύση στο αίνιγμα της ιστορίας
και γνωρίζει ότι είναι αυτή η λύση. (242)
#### Η Αγία Οικογένεια, 1844-5
> Η ιστορία...δεν χρησιμοποιεί τον άνθρωπο για να πραγματώσει τους δικούς της σκοπούς, ως εάν να
ήταν ένα καθέκαστο πρόσωπο: είναι απλώς η δραστηριότητα των ανθρώπων που επιδιώκουν
τους δικούς τους στόχους. (31)
> Οι ιδέες δεν οδηγούν ποτέ πέρα από την καθιερωμένη κατάσταση, οδηγούν μόνο
πέρα από τις ιδέες της καθιερωμένης κατάστασης. Οι ιδέες δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν
απολύτως τίποτα. Για να γίνουν πραγματικές, οι ιδέες απαιτούν ανθρώπους που εφαρμόζουν μια
πρακτική δύναμη. (")
> Αν ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικός, τότε αναπτύσσει την αληθινή του φύση μόνο μέσα
στην κοινωνία και η δύναμη της φύσης του πρέπει να μετρηθεί όχι από τη δύναμη του μεμονωμένου
ατόμου αλλά από τη δύναμη της κοινωνίας. (", 32)
> Εάν κατανοηθεί σωστά το συμφέρον είναι η αρχή όλων των ηθών,
το ιδιωτικό συμφέρον του ανθρώπου πρέπει να συμπέσει με το συμφέρον της
ανθρωπότητας. (", 126)
> η εργατική τάξη θα δημιουργούσε «μια ένωση που αποκλείει την ταξική
διαίρεση και η οποία δεν θα έχει πολιτική εξουσία ορθώς μιλώντας».
(240)
#### Η Γερμανική Ιδεολογία, 1946
> Αυτός [ο άνθρωπος] αρχίζει να ξεχωρίζει από το ζώο τη στιγμή που
αρχίζει να παράγει τα μέσα επιβίωσής του, ένα βήμα που απαιτεί η
φυσική οργάνωσή του. Με την παραγωγή τροφής, ο άνθρωπος παράγει έμμεσα
την ίδια την υλική ζωή του. (33)
> Το τι είναι [τα άτομα], επομένως, συμπίπτει με αυτό που
παράγουν και το πώς παράγουν. Η φύση των ατόμων έτσι
εξαρτάται από τις υλικές συνθήκες που καθορίζουν την παραγωγή τους.
("34).
> ότι όχι η κριτική αλλά η επανάσταση είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας.
(", 128)
> Η παραγωγή ιδεών, συλλήψεων, συνείδησης, είναι
πρώτα άμεσα συνυφασμένη με την υλική δραστηριότητα και την
υλική συναναστροφή των ανθρώπων, τη γλώσσα της πραγματικής ζωής.
> Οι άνθρωποι, αναπτύσσοντας την υλική παραγωγή τους και την υλική
επικοινωνία τους, αλλάζουν, μαζί με τον ενεργεία κόσμο τους, επίσης
την σκέψη τους και τα προϊόντα της σκέψης τους. (", 152)
> ...καθορισμένα άτομα που δραστηριοποιούνται παραγωγικά με ένα ορισμένο
τρόπο εισέρχονται σε αυτές τις καθορισμένες κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις.
Η εμπειρική παρατήρηση πρέπει σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση να αναδείξει
εμπειρικά, και χωρίς κανένα μυστικισμό και εικασία, τη
σύνδεση της κοινωνικής και πολιτικής δομής με την παραγωγή.
Η κοινωνική δομή και το κράτος εξελίσσονται συνεχώς έξω από τη
βιωματική διαδικασία καθορισμένων ατόμων, ατόμων...που καθώς εργάζονται,
παράγουν υλικά και πράττουν υπό ορισμένους υλικούς περιορισμούς,
προϋποθέσεις και συνθήκες ανεξάρτητες από το έργο τους. (209)
> Η υλική ζωή των ατόμων, η οποία σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται απλώς
από τη «βούλησή» τους, ο τρόπος παραγωγής και η μορφή συναναστροφής,
που καθορίζουν αμοιβαία ο ένας την άλλη – αυτή είναι η πραγματική βάση του
Κράτους και παραμένει έτσι σε όλα τα στάδια στα οποία ο καταμερισμός της εργασίας
και η ιδιωτική ιδιοκτησία εξακολουθούν να είναι αναγκαία, εντελώς ανεξάρτητα από την
βούληση των ατόμων. (160)
> Κάθε νέα τάξη που βάζει τον εαυτό της στη θέση αυτής που κυβερνούσε πριν απ΄αυτήν
αναγκάζεται, απλώς και μόνο για να επιτύχει τους στόχους της, να
αναπαραστήσει το συμφέρον της ως το κοινό συμφέρον όλων των μελών της
κοινωνίας...Η τάξη που κάνει επανάσταση φαίνεται από την αρχή
...όχι ως τάξη αλλά ως εκπρόσωπος όλης της κοινωνίας.
(182)
> Η επέκταση του εμπορίου, η εδραίωση των επικοινωνιών, οδήγησε τις
χωριστές πόλεις να γνωρίσουν άλλες πόλεις, που είχαν υποστηρίξει
τα ίδια συμφέροντα στον αγώνα με τον ίδιο ανταγωνιστή. (189)
> Σε όλες τις μέχρι τώρα επαναστάσεις ο τρόπος δραστηριότητας παρέμενε πάντα
αλώβητος και επρόκειτο για μια διαφορετική διανομή αυτής
της δραστηριότητας, μια νέα κατανομή της εργασίας σε άλλα πρόσωπα, ενώ
η κομμουνιστική επανάσταση στρέφεται ενάντια στον προηγούμενο *τρόπο*
δραστηριότητας, καταργεί την *εργασία*, και καταργεί την κυριαρχία όλων
των τάξεων με τις ίδιες τις τάξεις, γιατί πραγματοποιείται
από την τάξη που δεν μετράει πλέον ως τάξη στην κοινωνία, δεν
αναγνωρίζεται ως τάξη, καθώς είναι από μόνη της η έκφραση της
διάλυσης όλων των τάξεων, εθνικοτήτων κ.λπ., εντός της παρούσας
κοινωνίας· και τόσο για την παραγωγή σε μαζική κλίμακα αυτής
της κομμουνιστικής συνείδησης, όσο και για την επιτυχία του ίδιου του σκοπού,
είναι αναγκαία η μεταβολή των ανθρώπων σε μαζική κλίμακα, μια μεταβολή η οποία
μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε ένα πρακτικό κίνημα, σε μια επανάσταση· αυτή
η επανάσταση είναι αναγκαία, επομένως, όχι μόνο επειδή η κυρίαρχη
τάξη δεν μπορεί να ανατραπεί με άλλο τρόπο, αλλά και επειδή
την ανατροπή της τάξης μπορεί να πετύχει μόνο μια επανάσταση που
αφήνει πίσω της όλα τα βάρη των αιώνων και γίνεται κατάλληλη να ιδρύσει την κοινωνία
εκ νέου. (229)
> Στην επαναστατική δραστηριότητα, η αλλαγή του εαυτού συμπίπτει με
την αλλαγή των συνθηκών. (225)
> Η σύμπτωση της αλλαγής των συνθηκών και της ανθρώπινης
δραστηριότητας ή αυτο-αλλαγής μπορεί να συλληφθεί και να κατανοηθεί ορθολογικά
μόνο ως *επαναστατική πρακτική*. (230)
#### Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, 1847
> Είναι οι άνθρωποι ελεύθεροι να επιλέξουν αυτή ή εκείνη τη μορφή κοινωνίας για τον εαυτό τους;
Σε καμία περίπτωση. 35
> Οι κοινωνικές σχέσεις είναι στενά συνδεδεμένες με τις παραγωγικές δυνάμεις.
Αποκτώντας νέες παραγωγικές δυνάμεις οι άνθρωποι αλλάζουν τον τρόπο παραγωγής τους,
και με την αλλαγή του τρόπου παραγωγής τους, του τρόπου διαβίωσής τους,
αλλάζουν όλες τις κοινωνικές σχέσεις τους. (", 36)
> Λόγω του απλού γεγονότος ότι κάθε επόμενη γενιά βρίσκει
στην κατοχή της τις παραγωγικές δυνάμεις που απέκτησε η
προηγούμενη γενιά, που της χρησιμεύουν ως πρώτη ύλη για νέα
παραγωγή, προκύπτει μια συνοχή στην ανθρώπινη ιστορία, μια ιστορία της
ανθρωπότητας που παίρνει μορφή είναι ακόμη περισσότερο μια ιστορία της ανθρωπότητας καθώς
οι παραγωγικές δυνάμεις του ανθρώπου και συνεπώς οι κοινωνικές του σχέσεις
έχουν αναπτυχθεί περισσότερο. (", 129)
#### Κομμουνιστικό Μανιφέστο, 1848
> Στη θέση της παλιάς αστικής κοινωνίας, με τις τάξεις και τους ταξικούς
ανταγωνισμούς της, θα έχουμε μια ένωση, στην οποία η ελεύθερη
ανάπτυξη του καθενός θα είναι προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη
όλων. 45
> Η ιστορία όλων των μέχρι τώρα υπαρχουσών κοινωνιών είναι η ιστορία των
ταξικών αγώνων.
> Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, άρχοντας και δουλοπάροικος, συντεχνιακός
κύριος και τεχνίτης, με μια λέξη, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, στάθηκαν
σε συνεχή αντίθεση μεταξύ τους, συνέχισαν αδιάκοπα, έναν τώρα
κρυφό, τώρα ανοιχτό αγώνα, έναν αγώνα που κάθε φορά τελείωνε, είτε με μια
επαναστατική ανασύσταση της κοινωνίας γενικά ή με την κοινή
καταστροφή των ανταγωνιστικών τάξεων. (εναρκτήριες λέξεις).
> Απαιτείται βαθιά διαίσθηση για να κατανοήσουμε ότι οι ιδέες, οι απόψεις και συλλήψεις
του ανθρώπου, με μια λέξη, η συνείδηση του ανθρώπου, αλλάζει με
κάθε αλλαγή στις συνθήκες της υλικής του ύπαρξης, στις
κοινωνικές σχέσεις του και την κοινωνική του ζωή;
> Τι άλλο αποδεικνύει η ιστορία των ιδεών, παρά το ότι η διανοητική
παραγωγή αλλάζει τον χαρακτήρα της αναλογικά με το πως αλλάζει η υλική
παραγωγή; Οι κυρίαρχες ιδέες κάθε εποχής ήταν πάντα
οι ιδέες της άρχουσας τάξης της. (123)
> Οι κομμουνιστές περιφρονούν να αποκρύπτουν τις απόψεις και τους στόχους τους. Δηλώνουν ανοιχτά
ότι οι στόχοι τους μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τη βίαιη
ανατροπή όλων των υπαρχουσών κοινωνικών συνθηκών. (", 46)
> Το εκτελεστικό του σύγχρονου Κράτους δεν είναι παρά μια επιτροπή διαχείρισης
των κοινών υποθέσεων όλης της αστικής τάξης. (218)
> Το προλεταριάτο, το κατώτερο στρώμα της σημερινής μας κοινωνίας, δεν μπορεί
να εξεγερθεί (stir), δεν μπορεί να ανυψωθεί, χωρίς να τιναχθούν στον αέρα
όλα τα υπερκείμενα στρώματα της επίσημης κοινωνίας. (231)
> Όταν στην πορεία της ανάπτυξης, οι ταξικές διακρίσεις έχουν
εξαφανιστεί και όλη η παραγωγή έχει συγκεντρωθεί στα χέρια
μιας τεράστιας ένωσης ολόκληρου του έθνους, η δημόσια εξουσία θα
χάσει τον πολιτικό της χαρακτήρα. Η πολιτική εξουσία, ορθώς λεγόμενη,
είναι απλώς η οργανωμένη δύναμη μιας τάξης για την καταπίεση μιας άλλης. (239)
#### Ομιλία στον Κομμουνιστικό Σύνδεσμο, 1850
> Αλλά οι ίδιοι (οι προλετάριοι) πρέπει να κάνουν ό,τι καλύτερο για την
τελική τους νίκη, ξεκαθαρίζοντας στο νου τους ποια είναι τα
ταξικά τους συμφέροντα... 47
#### Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, 1852
> Στο βαθμό που εκατομμύρια οικογένειες ζουν υπό οικονομικές συνθήκες
ύπαρξης που διαχωρίζουν τον τρόπο ζωής τους, τα συμφέροντά τους και
την κουλτούρα τους από αυτές των άλλων τάξεων, και τις θέτουν σε
εχθρική αντίθεση με τις τελευταίες, σχηματίζουν μια τάξη. 192
> Οι άνθρωποι φτιάχνουν τη δική τους ιστορία, αλλά δεν την φτιάχνουν όπως ακριβώς
επιθυμούν· δεν την φτιάχνουν υπό συνθήκες που επιλέγουν
οι ίδιοι, αλλά υπό συνθήκες που αντιμετωπίζονται άμεσα, δίνονται και
μεταδίδονται από το παρελθόν. (232)
#### Ο Marx στον Weydemeyer, 1852
> Αυτό που έκανα που ήταν καινούργιο ήταν να αποδείξω: (1) ότι η *ύπαρξη των*
*τάξεων* συνδέεται μόνο με *καθέκαστες ιστορικές φάσεις στην*
*ανάπτυξη της παραγωγής*, (2) ότι η ταξική πάλη αναγκαστικά
οδηγεί στη *δικτατορία του προλεταριάτου*, (3) ότι αυτή
η ίδια η δικτατορία συνιστά μόνο τη μετάβαση από την *κατάργηση*
*όλων των τάξεων* σε μια *αταξική κοινωνία*. 193
#### Σχεδιάγραμμα μιας Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, 1857
> ...δεν ισχύει ότι η παραγωγή, η διανομή, η ανταλλαγή και η κατανάλωση
είναι όλες ταυτόσημες, αλλά ότι είναι όλες μέλη μιας οντότητας,
διαφορετικές πτυχές μιας ενότητας. 65
#### Grundrisse, 1857
> Ο ισχυρισμός ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός είναι η τελική μορφή της
ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, και συνεπώς της ανθρώπινης ελευθερίας, σημαίνει
μόνο ότι η κυριαρχία της μεσαίας τάξης είναι το τέλος της
ιστορία του κόσμου... 68
> Το κεφάλαιο ξεπέρασε τα εθνικά σύνορα και τις προκαταλήψεις,
τη θεοποίηση της φύσης και την κληρονομημένη αυτάρκη ικανοποίηση
των υφιστάμενων αναγκών που περιορίζονται σε καλά καθορισμένα όρια, και την
αναπαραγωγή του παραδοσιακού τρόπου ζωής. Είναι καταστροφικό
όλων αυτών, και μόνιμα επαναστατικό, γκρεμίζοντας όλα
τα εμπόδια που εμποδίζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, τη
διεύρυνση των αναγκών, την ποικιλομορφία της παραγωγής και την εκμετάλλευση
και ανταλλαγή των φυσικών και πνευματικών δυνάμεων. ("69)
> ...ένα τροποποιημένο μέσο διανομής θα προέλθει από μια τροποποιημένη νέα
βάση της παραγωγής που προκύπτει από την ιστορική διαδικασία. ("72)
#### Πρόλογος στο Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, 1859
> Σε γενικές γραμμές ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο νεότερος αστικός
τρόπος παραγωγής, μπορούν να χαρακτηριστούν ως προοδευτικές εποχές στην
οικονομική διαμόρφωση της κοινωνίας. Οι αστικές σχέσεις παραγωγής
είναι η τελευταία ανταγωνιστική μορφή της κοινωνικής διαδικασίας παραγωγής --
ανταγωνιστική όχι με την έννοια του ατομικού ανταγωνισμού, αλλά ενός
που προκύπτει από τις κοινωνικές συνθήκες ζωής των ατόμων·
την ίδια στιγμή οι παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται στη μήτρα της
αστικής κοινωνίας δημιουργούν τις υλικές προϋποθέσεις για τη λύση
αυτού του ανταγωνισμού. Αυτός ο κοινωνικός σχηματισμός φέρνει, επομένως,
την προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας στο τέλος της. 164
> Στην κοινωνική παραγωγή τους οι άνθρωποι, εισέρχονται
σε καθορισμένες σχέσεις που είναι απαραίτητες και ανεξάρτητες από τις
θελήσεις τους· αυτές οι σχέσεις παραγωγής αντιστοιχούν σε ένα καθορισμένο στάδιο
της ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων τους. Το συνολικό άθροισμα
αυτών των παραγωγικών σχέσεων αποτελεί την οικονομική δομή της
κοινωνίας -- το πραγματικό θεμέλιο πάνω στο οποίο υψώνονται νομικές και πολιτικές
υπερδομές, και στις οποίες αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές κοινωνικής
συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής στην υλική ζωή καθορίζει
τον γενικό χαρακτήρα των κοινωνικών, πολιτικών και πνευματικών
διαδικασιών της ζωής. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων
που καθορίζει την ύπαρξή τους, αλλά αντίθετα η κοινωνική τους
ύπαρξη που καθορίζει τη συνείδησή τους. Σε ένα ορισμένο στάδιο
της ανάπτυξή τους, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε
σύγκρουση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής, ή -- αυτό που δεν είναι παρά
μια άλλη νομική έκφραση για το ίδιο πράγμα -- με τις σχέσεις ιδιοκτησίας
εντός των οποίων εργάζονται μέχρι τώρα. Από μορφές
ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων αυτές οι σχέσεις μετατρέπονται σε
δεσμά τους. Τότε αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή
του οικονομικού θεμελίου ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα μετασχηματίζεται
περισσότερο ή λιγότερο γρήγορα.
> Καμία κοινωνική τάξη δεν εξαφανίζεται ποτέ, πριν να αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές
δυνάμεις, για τις οποίες υπάρχει χώρος σε αυτές, και οι νέες υψηλότερες
σχέσεις παραγωγής δεν εμφανίζονται ποτέ πριν από τις συνθήκες της
ύπαρξής τους να έχουν ωριμάσει στη μήτρα της παλιάς κοινωνίας...το πρόβλημα
το ίδιο προκύπτει μόνο όταν οι αναγκαίες υλικές συνθήκες για τη
λύση του υπάρχουν ήδη ή είναι τουλάχιστον στη διαδικασία σχηματισμού τους. (233)
#### Θεωρίες της Υπεραξίας, 1862
> από τη συγκεκριμένη μορφή υλικής παραγωγής προκύπτει αφενός
μια συγκεκριμένη δομή της κοινωνίας, αφετέρου μια
συγκεκριμένη σχέση των ανθρώπων με τη φύση. Το Κράτος τους και η πνευματική τους
νοοτροπία καθορίζεται και από τα δύο. Επομένως και το είδος
πνευματικής παραγωγής τους. 165
#### Εναρκτήρια Ομιλία, 1864
> Όπως η εργασία των δούλων, όπως η εργασία των δουλοπάροικων, η μισθωτή εργασία δεν είναι παρά μια παροδική
και κατώτερη μορφή, που προορίζεται να εξαφανιστεί από την συνεταιριστική εργασία
που κοπιάζει με πρόθυμο χέρι, έτοιμο νου και χαρούμενη
καρδιά. 178
> ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την
ίδια την εργατική τάξη...ότι η οικονομική υποταγή του ανθρώπου
της εργασίας στον μονοπωλητή των μέσων εργασίας... βρίσκεται στη
βάση της υποτέλειας σε όλες τις μορφές της κοινωνικής δυστυχίας, ψυχικής
υποβάθμισης και πολιτικής εξάρτησης. Ότι η οικονομική χειραφέτηση
της εργατικής τάξης είναι λοιπόν το μεγάλο τέλος στο οποίο κάθε
πολιτικό κίνημα πρέπει να είναι υποδεέστερο ως μέσο. Ότι όλες αυτές
οι προσπάθειες που στοχεύουν σε αυτό το σπουδαίο τέλος έχουν αποτύχει μέχρι στιγμής λόγω έλλειψης
αλληλεγγύης μεταξύ των πολλαπλών διαιρέσεων της εργασίας σε κάθε χώρα,
και λόγω απουσίας ενός αδελφικού δεσμού ένωσης μεταξύ των
εργατικών τάξεων των διάφορων χωρών....για αυτά τα μέσα οι
υπογράφοντες... έχουν λάβει τα αναγκαία βήματα για την ίδρυση της
Διεθνούς Ένωσης των Εργατών. (Ι. Βερολίνο, 185)
#### Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής, 1865
> Έτσι συντελείται μια ολοκληρωτική οικονομική επανάσταση. Από τη μια πλευρά,
αυτή η διαδικασία δημιουργεί πρώτα απ' όλα τις πραγματικές συνθήκες
κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία, τις τελειοποιεί και τους δίνει μια
επαρκή μορφή· από την άλλη φέρνει στη γέννηση, μέσα
στις παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας και τις συνθήκες παραγωγής και
κυκλοφορίας που αναπτύχθηκαν σε βάρος των εργατών, τις πραγματικές
συνθήκες ενός νέου τρόπου παραγωγής, καταργώντας την ανταγωνιστική
μορφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και δημιουργώντας έτσι την
υλική βάση μιας νέας κοινωνικής ζωής, ενός νέου τύπου κοινωνίας. 234
#### Κεφάλαιο Ι, 1867
> Η εργασία είναι, καταρχήν, μια διαδικασία στην οποία τόσο ο άνθρωπος όσο και η Φύση
συμμετέχουν, και στην οποία ο άνθρωπος ξεκινά εκουσίως, ρυθμίζει
και ελέγχει τις υλικές αντιδράσεις μεταξύ του εαυτού του και της Φύσης...
ενεργώντας έτσι στον εξωτερικό κόσμο και αλλάζοντας τον, αλλάζει
ταυτόχρονα τη φύση του. Αναπτύσσει τις λανθάνουσες δυνάμεις του και
τις αναγκάζει να δρουν υπό την εξουσία του. 170
> Ο τρόπος αυτής της διανομής θα ποικίλλει ανάλογα με την παραγωγική
οργάνωση της κοινότητας, και τον βαθμό της ιστορικής
ανάπτυξης που επιτεύχθηκε από τους παραγωγούς. (178)
> Δεν είναι τα προϊόντα που φτιάχνονται, αλλά το πώς φτιάχνονται και με τι
εργαλεία, που μας επιτρέπει να διακρίνουμε διαφορετικές οικονομικές
εποχές. 180
> Όπου ένα μέρος της κοινωνίας κατέχει το μονοπώλιο των μέσων
παραγωγής, ο εργάτης, ελεύθερος ή μη, πρέπει να προσθέσει στην αναγκαία
για τη δική του συντήρηση εργασία μια επιπλέον ποσότητα εργασίας προκειμένου
να παράγει τα μέσα διαβίωσης για τον ιδιοκτήτη των μέσων
παραγωγής. (1976:344 Penguin)
#### Κεφάλαιο II, 1869
> Η τελευταία αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και η
περιορισμένη κατανάλωση των μαζών σε σύγκριση με την τάση της
καπιταλιστικής παραγωγής να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις με τέτοιο τρόπο
που μόνο η απόλυτη δύναμη κατανάλωσης ολόκληρης της κοινωνίας
θα ήταν το όριο τους. 88
> Το εμπόριο έχει πάντα, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μια διαλυτική επίδραση
στις προϋπάρχουσες οργανώσεις παραγωγής, οι οποίες σε όλες τους
τις διάφορες μορφές προσανατολίζονται κυρίως στην αξία χρήσης. Αλλά πόσο μακριά
οδηγεί τη διάλυση του παλιού τρόπου παραγωγής εξαρτάται πρώτα
και κύρια από τη στερεότητα και την εσωτερική άρθρωση αυτού του ίδιου
του τρόπου παραγωγής. Και αυτό που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία
διάλυσης, δηλαδή ποιος νέος τρόπος παραγωγής προκύπτει στη θέση του
παλιού, δεν εξαρτάται από το εμπόριο, αλλά μάλλον από τον χαρακτήρα του
ίδιου του παλιού τρόπου παραγωγής. (1981:449 Penguin)
#### Σχέδια για το *Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία*, 1871
> Η Κομμούνα δεν καταργεί τους ταξικούς αγώνες, μέσω των οποίων
οι εργατικές τάξεις αγωνίζονται για την κατάργηση όλων των τάξεων και
επομένως, όλης της ταξικής κυριαρχίας (επειδή δεν αντιπροσωπεύει ένα
ιδιαίτερο συμφέρον. Αντιπροσωπεύει την απελευθέρωση της «εργασίας», δηλαδή
της θεμελιώδους και φυσικής συνθήκης της ατομικής και κοινωνικής ζωής
που μόνο με σφετερισμό, απάτη και τεχνητές επινοήσεις μπορεί να
μετατοπιστεί από τους πολλούς στους λίγους), αλλά παρέχει το ορθολογικό
μέσο που αυτή η ταξική πάλη μπορεί να διατρέξει τις διαφορετικές της
φάσεις με τον πιο ορθολογικό και ανθρώπινο τρόπο. Θα μπορούσε να ξεκινήσει βίαιες
αντιδράσεις και βίαιες επαναστάσεις. Αρχίζει την *απελευθέρωση της*
*εργασίας* -- το μεγάλο της έργο των κρατικών παρασίτων, κόβοντας τις
πηγές που θυσιάζουν ένα τεράστιο μέρος της εθνικής παραγωγής
στην τροφοδοσία του κρατικού τέρατος από τη μία πλευρά, εκτελώντας, από την
άλλη, το πραγματικό έργο της διοίκησης, τοπικής και εθνικής, για
εργατικούς μισθούς. Ξεκινά επομένως με μια τεράστια εξοικονόμηση, με
οικονομική μεταρρύθμιση καθώς και πολιτικό μετασχηματισμό. 194
> μεγάλα βήματα μπορούν να γίνουν αμέσως μέσω της κοινής μορφής της
πολιτικής οργάνωσης και ότι ήρθε η ώρα να αρχίσουν αυτό
το κίνημα για τον εαυτό τους και την ανθρωπότητα. 235
#### Οι Υποτιθέμενες Διαιρέσεις στη Διεθνή, 1872
> Με αναρχία όλοι οι σοσιαλιστές κατανοούν αυτό: μόλις ο στόχος του
προλεταριακού κινήματος, η κατάργηση των τάξεων, επιτευχθεί...
η κρατική εξουσία εξαφανίζεται και οι κυβερνητικές λειτουργίες μεταμορφώνονται
σε απλές διοικητικές λειτουργίες. 220
#### Ομιλία στο Άμστερνταμ, 1872
> Στις περισσότερες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, είναι η δύναμη που πρέπει να είναι
ο μοχλός των επαναστάσεων μας· είναι τη δύναμη που είναι
αναγκαίο να επικαλεστούμε για ένα χρονικό διάστημα προκειμένου να καθιερωθεί η ηγεμονία της
εργασίας. 234
#### Ο Μαρξ για τον Μπακούνιν, 1875
> Όπου η μάζα των αγροτών είναι ακόμα ιδιοκτήτες ιδιωτικής περιουσίας,
όπου μάλιστα αποτελούν μια περισσότερο ή λιγότερο σημαντική πλειοψηφία του
πληθυσμού, όπως κάνουν στα κράτη της Δυτικής Ευρωπαϊκής
ηπείρου, δεν έχουν ακόμη εξαφανιστεί και αντικατασταθεί από
μισθωτούς αγροτικούς εργάτες, όπως στην Αγγλία· σε αυτές τις περιπτώσεις
προκύπτει η εξής κατάσταση: είτε η αγροτιά εμποδίζει κάθε
εργατική επανάσταση και προκαλεί την αποτυχία της, όπως έκανε στη Γαλλία
μέχρι τώρα· είτε το προλεταριάτο (γιατί ο γαιοκτήμονας αγρότης
δεν ανήκει στο προλεταριάτο και ακόμα και όταν η δική του θέση τον προκαλεί
να ανήκει σε αυτό, δεν *νομίζει* ότι ανήκει σε αυτό) πρέπει ως μια
κυβέρνηση να εγκαινιάσει μέτρα που βελτιώνουν άμεσα την κατάσταση
του χωρικού και που τον κερδίζουν έτσι για την επανάσταση· μέτρα
που στην ουσία διευκολύνουν τη μετάβαση από την ιδιωτική στη
συλλογική ιδιοκτησία στη γη έτσι ώστε να μετατραπεί ο ίδιος ο αγρότης
για οικονομικούς λόγους· το προλεταριάτο όμως δεν πρέπει να μπει σε
ανοιχτή σύγκρουση με την αγροτιά διακηρύσσοντας, για παράδειγμα, την
κατάργηση της κληρονομιάς ή την κατάργηση της ιδιοκτησίας· αυτό το τελευταίο
είναι δυνατό μόνο όταν ο καπιταλιστής ιδιοκτήτης έχει απαλλοτριώσει τον
αγρότη και ο πραγματικός εργάτης της γης είναι εξίσου ένας
προλετάριος μισθωτός εργάτης όπως ο εργάτης της πόλης, και έτσι έχει άμεσα
τα ίδια συμφέροντα. 235
#### Κριτική του προγράμματος της Γκότα, 1875
> Αυτό που πρέπει να αντιμετωπίσουμε εδώ είναι μια κομμουνιστική κοινωνία, όχι όπως έχει
αναπτυχθεί στα δικά της θεμέλια, αλλά, αντίθετα, ακριβώς όπως αυτή
αναδύεται από την καπιταλιστική κοινωνία· που εξακολουθεί λοιπόν να σφραγίζεται από κάθε άποψη,
οικονομικά, ηθικά και πνευματικά, με τα
σημάδια γέννησης της παλιάς κοινωνίας από την κοιλιά της οποίας αναδύεται. 249
#### Εγκύκλιος, 1879
> Για σχεδόν σαράντα χρόνια τονίζουμε την ταξική πάλη ως την
άμεση κινητήρια δύναμη της ιστορίας, και ειδικότερα την
ταξική πάλη μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου ως του μεγάλου
μοχλού της σύγχρονης κοινωνικής επανάστασης· είναι επομένως αδύνατο
να συνεργαστούμε με ανθρώπους που επιθυμούν να εξαφανίσουν αυτή την ταξική
πάλη από το κίνημα. 205
### Από McLellan (1995)
> Έτσι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι παρήγαγαν τα μέσα επιβίωσής τους καθόριζε
ολόκληρη την κοινωνική, πολιτική και πνευματική τους ζωή. Σε ένα ορισμένο
στάδιο στην εξέλιξή τους οι δυνάμεις παραγωγής θα αναπτύσσονταν
πέρα από τις σχέσεις παραγωγής και αυτές θα λειτουργούσαν ως δεσμά.
Ένα τέτοιο στάδιο εγκαινίαζε μια περίοδο κοινωνικής επανάστασης. Αυτές
οι παραγωγικές δυνάμεις έπρεπε να αναπτυχθούν στο μέγιστο δυνατό βαθμό
κάτω από τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής πριν η παλιά κοινωνική
τάξη χανόταν. (74)
> τη φύση των οικονομικών κρίσεων... [ο Μαρξ] την εντόπισε στη βασική
αντίφαση μεταξύ της αναγκαιότητας μιας καπιταλιστικής οικονομίας να
επεκτείνει την παραγωγή της χωρίς να λαμβάνει υπόψη το επίπεδο της
κατανάλωσης που μόνο αυτό θα μπορούσε να την κάνει εφικτή.
> Σε όλα τα πεδία η κοινή ιδέα ήταν ότι ο άνθρωπος είχε στερηθεί από κάποιον
ή εγκαταλείψει κάτι που ήταν ουσιώδες για τη φύση του -- κυρίως να
ελέγχει τις δικές του δραστηριότητες, να είναι ο εμπνευστής της ιστορικής
διαδικασίας. Στις διάφορες μορφές αλλοτρίωσης (alienation) κάποια άλλη οντότητα
αποκτούσε αυτό που αρμόζει στον άνθρωπο. Σελ.108
> Είναι η φύση του ανθρώπου, σύμφωνα με τον Μαρξ στα Χειρόγραφα του Παρισιού,
να αναπτύσσει συνεχώς, σε συνεργασία με άλλους ανθρώπους, τον εαυτό του
και τον κόσμο γύρω του. 110
> η εκμετάλλευση και η ανισότητα που ήταν εγγενείς στις σχέσεις
παραγωγής συγκαλύφθηκαν από την εμφάνιση της ελεύθερης ανταλλαγής
στη σφαίρα της κυκλοφορίας, η συγκέντρωση στην οποία προκάλεσε την
τυπικά καπιταλιστική ιδεολογία της ελευθερίας, της ισότητας και ούτω καθεξής. (155)
> Ο Μαρξ πίστευε ότι οι επαναστάσεις είχαν συμβεί όταν μια τάξη
ήταν σε θέση να ταυτίσει τα συμφέροντά της με αυτά της κοινωνίας στο σύνολό της.
(182)
> Η τάξη, όπως και το κράτος ή η αλλοτρίωση, ήταν ένα παροδικό φαινόμενο
που εκδηλώνεται στο μέγιστο βαθμό του στην καπιταλιστική κοινωνία. (182)
> η ανάπτυξη της καπιταλιστικής κοινωνίας απλοποιούσε ραγδαία την
κατάσταση παράγοντας δύο και μόνο δύο τάξεις: την αστική τάξη και
το προλεταριάτο. (183)
> Άρα το κριτήριο για να ανήκει κάποιος σε μια τάξη είναι η θέση του στον
κυρίαρχο τρόπο παραγωγής. (183)
> Αυτό που ισχυρίστηκε [ο Μαρξ] ήταν ότι το χάσμα στους πόρους μεταξύ αυτών
που κατείχαν τα μέσα παραγωγής και όσων δεν τα κατείχαν θα διευρύνονταν.
(183)
> Αυτές οι ομάδες [οι μικροαστοί και οι αγρότες] φαίνεται να καθιστούν
την τακτοποιημένη διαίρεση του κομμουνιστικού μανιφέστου ανεφάρμοστη, γιατί αυτές οι
δύο ομάδες προφανώς συγχωνεύονται στην αστική τάξη και το προλεταριάτο
ανάλογα με το πόσους εργάτες απασχολούν ή πόση γη κατέχουν.
(184)
> Ο Μαρξ πίστευε ότι πολιτικά οι αγρότες ήταν μια αντιδραστική ομάδα
και ήταν απρόθυμος να τους ομαδοποιήσει με το αστικό προλεταριάτο:
τα πιο πρόσφατα αγροτικά κινήματα στη Δυτική Ευρώπη είχαν φεουδαρχικές ή
μοναρχικές κλίσεις. (184)
> Έτσι ο ορισμός της τάξης του Μαρξ φαίνεται να ποικίλλει πολύ, όχι μόνο με
την ανάπτυξη της σκέψης του αλλά ακόμα και μέσα στην ίδια περίοδο. Ο Μαρξ
συχνά χρησιμοποιεί τον όρο, από κοινού με τη χρήση της εποχής του, ως ένα
συνώνυμο της φατρίας ή της ομάδας. (185)
> Μια τάξη πάντα έβλεπε τα δικά της συμφέροντα σε αντίθεση με αυτά των άλλων
ομάδων και έπρεπε να οργανωθεί πολιτικά για να πολεμήσει γι' αυτά. (185)
> Έτσι ο Μαρξ έχει πολλά κριτήρια για την εφαρμογή του όρου «τάξη»
και δεν ισχύουν όλα συνεχώς. Τα δύο κύρια κριτήρια είναι
η σχέση με τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής και η συνείδηση μιας ομάδας
του εαυτού του ως τάξη με την συνοδό της πολιτική οργάνωση. (186)
> Ο Μαρξ ξεκίνησε να δείξει ότι ήταν ψευδαίσθηση να υποθέσουμε ότι το
κράτος είχε έναν οικουμενικό χαρακτήρα ικανό να εναρμονίσει το
ασύμβατα στοιχεία της κοινωνίας των πολιτών και να τα ενώσει σε ένα υψηλότερο
επίπεδο. (207)
> Η μορφή διακυβέρνησης που συνιστούσε ο Μαρξ, σε αντίθεση με τον Χέγκελ,
ήταν μία όπου δεν υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και του
κράτους και που αντιστοιχούσε άμεσα στην «ουσία του κοινωνικοποιημένου
ανθρώπου.» (207)
> Έτσι ο Μαρξ έβλεπε το κράτος, όπως και τη θρησκεία, ως μια δήλωση των ιδεατών στόχων
του ανθρώπου, και επίσης ως μια αντιστάθμιση για την έλλειψη πραγματοποίησής τους. (208)
> Στην πορεία της ιστορίας κάθε μέθοδος παραγωγής προκάλεσε μια
τυπική πολιτική οργάνωση που προάγει τα συμφέροντα της
κυρίαρχης τάξης. (209)
> Αυτή η ουσία είναι η κοινοτική δημιουργικότητα, το γεγονός ότι ο άνθρωπος ελέγχει τη
διαδικασία της δημιουργίας του εαυτού του και τη σχέση του με τη φύση, όλα τα οποία
αποτελούν μέρος της έννοιας του Μαρξ για την εργασία. Στη μελλοντική κομμουνιστική
κοινωνία όλοι θα είναι εργάτες: «με την εργασία χειραφετημένη κάθε άνθρωπος
γίνεται εργάτης και η παραγωγική εργασία παύει να είναι ταξικό
γνώρισμα.» 242
> Γιατί σύμφωνα με τον Μαρξ, ο κομμουνισμός κάθισε στους ώμους του καπιταλισμού
και δεν μπορείς να φτάσεις στον κομμουνισμό αν δεν έχεις περάσει αυτό
το καθέκαστο καθαρτήριο. (253)
> Η κατάρρευση του κομμουνισμού συμπαρέσυρε μαζί της τρία σημαντικά
δόγματα. Το πρώτο είναι αυτό του διαλεκτικού υλισμού που
προσέφερε μια συνολική ερμηνεία του κόσμου με μια μεταφυσική,
φιλοσοφική έννοια: νόμοι διέπουν τα πάντα από την αλλαγή της
ποσότητας στην ποιότητα στην ύλη μέχρι την ημερομηνία της επόμενης
επανάστασης. Η συνολική μεταφυσική που βασίζεται σε μια πρόχειρη
υλιστική ερμηνεία του κόσμου δεν πάρθηκε ποτέ τρομερά
σοβαρά από τους περισσότερους σκεπτόμενους ανθρώπους. Αλλά παρόλα αυτά ήταν κάτι
που --όπως ήταν μάλλον οι πιο απλοϊκές εκδοχές της θρησκείας--
διαδόθηκε ευρέως και πιθανώς έγινε αποδεκτό από εκατομμύρια ανθρώπους. 253
> κάθε μεταρρύθμιση που βασίζεται είτε στην ηθική ρητορική είτε απλά στο
νόμο, ή μόνο στη διεύρυνση των πολιτικών δικαιωμάτων, είναι απίθανο να πάει
στη βάση του προβλήματος: την έλλειψη οικονομικής ισχύος
ενός μεγάλου ποσοστού ατόμων στην κοινωνία και την εξατομίκευση και
ανομία που παράγει και αναπαράγει ο καπιταλισμός. 254
> Οι άνθρωποι φτιάχνουν τη δική τους ιστορία, αλλά δεν την φτιάχνουν όπως ακριβώς
επιθυμούν, δεν την φτιάχνουν υπό συνθήκες που επιλέγουν
οι ίδιοι, αλλά υπό συνθήκες που αντιμετωπίζονται άμεσα, δίνονται και
μεταδίδονται από το παρελθόν. (Μαρξ, 139)
> η διαλεκτική «περιλαμβάνει στην κατανόησή της και στην καταφατική
αναγνώριση τής υπάρχουσας κατάστασης των πραγμάτων ταυτόχρονα επίσης
την αναγνώριση της άρνησης αυτής της κατάστασης, της αναπόφευκτης
διάλυσής της· θεωρεί κάθε ιστορικά αναπτυγμένη κοινωνική μορφή ως
σε ρευστή κίνηση, και επομένως λαμβάνει υπόψη την παροδική της
φύση όχι λιγότερο από ό,τι τη στιγμιαία ύπαρξή της· γιατί δεν αφήνει τίποτα να
της επιβάλλεται και είναι στην ουσία της κριτική και επαναστατική.
(Έγραψε το 1872, 140)
> Η εξαφάνιση του κράτους αυτού καθαυτού επιφυλάσσεται για τη στιγμή που
«όλες οι πηγές του συνεταιριστικού πλούτου ρεύσουν πιο άφθονα», και
η άσκηση της «πολιτικής» εξουσίας δεν εξαναγκάζεται πλέον από
οικονομική πίεση. 240
### Engels, F. (1877) *Anti-Duhring: Selected Works*
> Όταν όμως βλέπουμε ότι οι τρεις τάξεις της σύγχρονης κοινωνίας, η φεουδαρχική
αριστοκρατία, η αστική τάξη και το προλεταριάτο, η καθεμία έχει τη δική της
ιδιαίτερη ηθική, μπορούμε να βγάλουμε μόνο ένα συμπέρασμα, ότι οι άνθρωποι,
συνειδητά ή ασυνείδητα, αντλούν τις ηθικές τους ιδέες σε τελευταία
ανάλυση από τις πρακτικές σχέσεις στις οποίες βασίζεται η ταξική θέση τους--
από τις οικονομικές σχέσεις στις οποίες επιτελούν
την παραγωγή και την ανταλλαγή. 248
> Υποστηρίζουμε αντίθετα ότι όλες οι προηγούμενες ηθικές θεωρίες είναι το
προϊόν, σε τελευταία ανάλυση, του οικονομικού σταδίου που η κοινωνία
έχει φτάσει σε αυτή την καθέκαστη εποχή. 249
> Μια πραγματικά ανθρώπινη ηθική που υπερβαίνει τον ταξικό ανταγωνισμό και την
κληρονομιά του στη σκέψη γίνεται δυνατή μόνο σε ένα στάδιο της κοινωνίας
που όχι μόνο έχει ξεπεράσει τις ταξικές αντιφάσεις αλλά ακόμη τις
έχει ξεχάσει στην πρακτική ζωή. 249
> Πριν η αρχική σύλληψη της σχετικής ισότητας μπορούσε να οδηγήσει
στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα στο κράτος και στην
κοινωνία, πριν αυτό το συμπέρασμα μπορούσε να φανεί ακόμα και
ως κάτι φυσικό και αυτονόητο έπρεπε όμως να περάσουν χιλιάδες χρόνια
και όντως πέρασαν. 250
> Η ιδέα της ισότητας, λοιπόν, τόσο στην αστική όσο και στην
προλεταριακή μορφή της, είναι η ίδια ένα ιστορικό προϊόν, η δημιουργία του
οποίου απαιτούσε καθορισμένες ιστορικές συνθήκες οι οποίες με τη σειρά τους
προϋποθέτουν οι ίδιες μια μακρά προηγούμενη ιστορική εξέλιξη. 254
> Όσο περισσότερο τα προϊόντα της κοινότητας έπαιρναν την εμπορευματική μορφή,
δηλαδή, όσο λιγότερο παράγονταν για τη χρήση των παραγωγών τους,
και όσο περισσότερο με σκοπό την ανταλλαγή, τόσο ο πιο πρωτόγονος
φυσικός καταμερισμός της εργασίας αντικαταστάθηκε από την ανταλλαγή επίσης εντός της
κοινότητας, τόσο περισσότερο αναπτυσσόταν η ανισότητα στην ιδιοκτησία των
μεμονωμένων μελών της κοινότητας, τόσο πιο βαθιά υπονομευόταν η αρχαία
κοινή ιδιοκτησία της γης , και τόσο πιο γρήγορα η
κοινότητα προχώρησε προς τη διάλυσή της και τη μετατροπή της σε ένα
χωριό μικρών αγροτών. 267
> όλη η πολιτική εξουσία βασίζεται αρχικά σε μια οικονομική, κοινωνική
λειτουργία, και αυξάνεται αναλογικά με το πόσο τα μέλη της κοινωνίας,
μέσω της διάλυσης της πρωτόγονης κοινότητας,
μετατρέπονται σε ιδιώτες παραγωγούς, και έτσι διαχωρίζονται όλο και περισσότερο
από τους διαχειριστές των γενικών λειτουργιών της
κοινωνίας. 277
> Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας ξεκινά από την αρχή ότι
η παραγωγή, και με την παραγωγή η ανταλλαγή των προϊόντων της, είναι η
βάση κάθε κοινωνικής τάξης (social order). 279
> Η συσσώρευση πλούτου σε έναν πόλο είναι, επομένως, ταυτόχρονα
συσσώρευση δυστυχίας, αγωνίας μόχθου (agony of toil), σκλαβιάς, άγνοιας,
βαρβαρότητας, ψυχικής υποβάθμισης, στον αντίθετο πόλο, δηλ. στην
πλευρά της τάξης που *παράγει το δικό της προϊόν με τη μορφή*
*κεφαλαίου.* 289
> Η επέκταση της αγοράς δεν μπορεί να συμβαδίσει με την επέκταση της
παραγωγής. Η σύγκρουση γίνεται αναπόφευκτη και, καθώς δεν μπορεί να προσφέρει
καμία λύση εφόσον δεν διαρρήξει τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο
παραγωγής, γίνεται περιοδική. 289
> ο τρόπος παραγωγής επαναστατεί ενάντια στον τρόπο ανταλλαγής·
οι παραγωγικές δυνάμεις επαναστατούν ενάντια στον τρόπο παραγωγής, τον οποίο
έχουν ξεπεράσει. 290
### Lenin, V. *Imperialism: The Highest Stage of Capitalsim*
> Εάν ήταν αναγκαίο να δοθεί ο συντομότερος δυνατός ορισμός του
ιμπεριαλισμού, θα έπρεπε να πούμε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το
μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού. 689
> Ο ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός στο στάδιο ανάπτυξης στο οποίο
έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου· στο
οποίο η εξαγωγή κεφαλαίου έχει αποκτήσει έντονη σημασία· στο
οποίο έχει αρχίσει η διαίρεση του κόσμου από τα διεθνή τραστ,
και στο οποίο ο διαμερισμός όλης της επικράτειας της γης
από τις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες έχει ολοκληρωθεί. 690
> [Κάουτσκι] «Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα προϊόν του υψηλά ανεπτυγμένου βιομηχανικού
καπιταλισμού. Συνίσταται στην προσπάθεια κάθε βιομηχανικού
καπιταλιστικού έθνους να θέσει υπό τον έλεγχό του και να προσαρτήσει όλο και μεγαλύτερες
*αγροτικές* περιοχές, ανεξάρτητα από τα έθνη που κατοικούν
σε αυτές.» 691
> Το πιο βαθύ οικονομικό θεμέλιο του ιμπεριαλισμού είναι το μονοπώλιο. 700
> [Sartorius von Waltershausen] Ο πιστωτής είναι πιο γερά
δεμένος με τον οφειλέτη από όσο ο πωλητής είναι με τον αγοραστή. 702
### Berlin, I. (1963) *Karl Marx: His Life and Environment*, Νέα Υόρκη: Time.
> [Ο Μαρξ] συμπέρανε ότι η ιστορία της κοινωνίας είναι η ιστορία του
ανθρώπου που επιδιώκει να επιτύχει την κυριαρχία του εαυτού του και του εξωτερικού
κόσμου μέσω της δημιουργικής του εργασίας. 6
> η πρόοδος συγκροτείται από τη διαδοχή νικών μιας τάξης
έναντι μιας άλλης, και ο άνθρωπος είναι ορθολογικός όταν ταυτίζει τον
εαυτό του με την προοδευτική τάξη στην κοινωνία του, είτε, αν χρειαστεί,
εγκαταλείποντας σκόπιμα το παρελθόν του και συμμαχώντας με αυτή,
είτε, αν η ιστορία τον έχει ήδη τοποθετήσει εκεί, αναγνωρίζοντας
συνειδητά την κατάστασή του και ενεργώντας υπό το πρίσμα αυτής. 6-7
> Ηθικές, πολιτικές, οικονομικές, συλλήψεις και ιδανικά αλλάζουν με τις
κοινωνικές συνθήκες από τις οποίες πηγάζουν: το να θεωρούμε οποιανδήποτε από αυτές
ως καθολικές και αμετάβλητες ισοδυναμεί με το να πιστεύουμε ότι η τάξη
στην οποία ανήκουν, στην προκειμένη περίπτωση η αστική τάξη -- είναι αιώνια. 8
> Εάν ο ταξικός πόλεμος είναι πραγματικός, αυτά τα συμφέροντα είναι εντελώς ασύμβατα. 8
> Τα μανιφέστα, οι ομολογίες πίστης και τα προγράμματα δράσης
στα οποία προσάρτησε το όνομά του, δεν περιέχουν σχεδόν καμία αναφορά
στην ηθική πρόοδο, την αιώνια δικαιοσύνη, την ισότητα του ανθρώπου, τα δικαιώματα των
ατόμων ή των εθνών, την ελευθερία της συνείδησης, τον αγώνα για
πολιτισμό, και άλλες τέτοιες φράσεις που ήταν το εμπόρευμα
(και είχαν κάποτε ενσαρκώσει γνήσια ιδανικά) των δημοκρατικών κινημάτων
της εποχής του· τα έβλεπε σαν τόσο άχρηστη αερολογία,
που υποδηλώνει σύγχυση σκέψης και αναποτελεσματικότητα στη δράση. 8-9
> Το να καταγγείλουμε την ίδια τη διαδικασία – τις οδυνηρές συγκρούσεις μέσω και
με τις οποίες η ανθρωπότητα αγωνίζεται να επιτύχει την πλήρη πραγματοποίησή των
δυνάμεων της – ήταν για τον Μαρξ ένα είδος παιδικού υποκειμενισμού, λόγω μιας
νοσηρής ή ρηχής άποψης της ζωής, κάποιας παράλογης προκατάληψης
υπέρ αυτής ή εκείνης της αρετής ή θεσμού· αποκάλυπτε προσκόλληση
στον παλιό κόσμο και ήταν σύμπτωμα ατελούς χειραφέτησης από
τις αξίες του. 10
> Γιατί ενώ ο ρεαλισμός του, ο εμπειρισμός του, οι επιθέσεις του στις αφηρημένες
αρχές, το αίτημά του ότι κάθε λύση πρέπει να δοκιμάζεται από την
εφαρμοσιμότητά της, και την ανάδυσή της από την πραγματική κατάσταση, η
περιφρόνησή του για συμβιβασμό ή σταδιακότητα (gradualism) ως τρόπους διαφυγής από την
αναγκαιότητα δραστικής πράξης, η πεποίθησή του ότι οι μάζες είναι
απείρως ευκολόπιστες και πρέπει πάση θυσία να διασωθούν, αν χρειαστεί
με τη βία, από τους παλιανθρώπους και τους ανόητους που τους επιβάλλονται, τον κάνουν
τον πρόδρομο της αυστηρότερης γενιάς των πρακτικών επαναστατών
του επόμενου αιώνα: η άκαμπτη πίστη του στην αναγκαιότητα μιας ολοκληρωμένης
ρήξης με το παρελθόν, στην ανάγκη για ένα εντελώς νέο κοινωνικό σύστημα ως το
μόνο ικανό να σώσει το άτομο, το οποίο, αν αφεθεί στον εαυτό του,
θα χάσει το δρόμο του και θα αφανιστεί, τον τοποθετεί ανάμεσα στους μεγάλους
αυταρχικούς ιδρυτές νέων θρησκειών, αδίστακτους ανατροπείς και
καινοτόμους που ερμηνεύουν τον κόσμο με όρους μιας ενικής, σαφούς,
με πάθος υποστηριζόμενης αρχής, καταγγέλλοντας και καταστρέφοντας όλα όσα
συγκρούονται με αυτή. 16
> Το πνευματικό του σύστημα ήταν κλειστό, ό,τι εισερχόταν
προσαρμοζόταν για να συμμορφωθεί με ένα προκαθορισμένο πρότυπο, αλλά
βασιζόταν στην παρατήρηση και την εμπειρία. 17
> έκανε περισσότερα από κάθε άλλον άνθρωπο για να επισπεύσει τη διαδικασία, επιδιώκοντας να
συντομεύσει την τελική αγωνία που προηγείται του τέλους. 18
> Ο λόγος είναι πάντα σωστός. Σε κάθε ερώτηση υπάρχει μόνο μία αληθινή
απάντηση που με αρκετή επιμέλεια μπορεί να ανακαλυφθεί αλάνθαστα,
και αυτό ισχύει όχι λιγότερο για ζητήματα ηθικής ή πολιτικής,
προσωπικής και κοινωνικής ζωής, όσο για προβλήματα φυσικής και
μαθηματικών. Μόλις βρεθεί, η εφαρμογή μιας λύσης είναι στην πράξη
θέμα απλής τεχνικής ικανότητας· αλλά οι παραδοσιακοί εχθροί της
προόδου πρέπει πρώτα να απομακρυνθούν, και οι άνθρωποι να διδαχθούν τη σημασία της
πράξης σε όλα τα ερωτήματα με τη συμβουλή ανιδιοτελών επιστημονικών
ειδικών, των οποίων η γνώση βασίζεται στη λογική και την εμπειρία. Μόλις
αυτό έχει επιτευχθεί, η διαδρομή είναι ξεκάθαρη για τη χιλιετία. 32-3
> Ο άνθρωπος είναι αντικείμενο στη φύση, και η ανθρώπινη ψυχή, όπως και η υλική
υπόσταση, δεν επηρεάζεται από καμία υπερφυσική επιρροή και δεν θέτει
απόκρυφες ιδιότητες· ολόκληρη η συμπεριφορά της μπορεί να υπολογιστεί επαρκώς
μέσω συνήθων επαληθεύσιμων φυσικών υποθέσεων. 33
> στη συνηθισμένη διαμάχη μεταξύ δύο αντιπάλων, όταν, στη σύγκρουση
ανάμεσα σε δύο επιμέρους ψεύδη, η νέα αλήθεια ανακαλύπτεται η ίδια μόνο
σχετική, δέχεται επίθεση η ίδια από μια αντίθετη αλήθεια, η καταστροφή της
καθεμίας από την άλλη οδηγεί για άλλη μια φορά σε ένα νέο επίπεδο στο οποίο
τα ανταγωνιστικά στοιχεία μεταμορφώνονται σε ένα νέο οργανικό σύνολο -- μια
διαδικασία που συνεχίζεται χωρίς τέλος. Ονόμασε αυτή τη διαδικασία
διαλεκτική. 46
> Η μεταρρύθμιση πρέπει να πηγάζει από ιστορικά προετοιμασμένο έδαφος· αλλιώς είναι
καταδικασμένη σε αποτυχία, καταδικασμένη εκ των προτέρων από τις δυνάμεις της ιστορίας
που κινούνται σύμφωνα με τη δική τους λογική στον δικό τους χρόνο και
με τον δικό τους ρυθμό. 47
> Ενώ ο ανταγωνισμός ζωντανεύει τις χειρότερες και πιο βάναυσες ποιότητες
των ανθρώπων, η συνεργασία, εκτός από την προώθηση της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας, τους ηθικοποιεί
και τους εκπολιτίζει αποκαλύπτοντας το αληθινό τέλος της κοινοτικής ζωής. 95
> Η μόνη δυνατή περιοχή στην οποία μπορούμε να αναζητήσουμε τις αρχές της
ιστορικής κίνησης πρέπει να είναι μία που είναι ανοιχτή στον επιστημονικό, δηλαδή
εμπειρικό, έλεγχο. 104
> Το στάτους ενός ατόμου καθορίζεται από τον ρόλο που παίζει
στη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής και αυτός με τη σειρά του εξαρτάται
άμεσα από τον χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων και τον βαθμό
ανάπτυξής τους σε κάθε δεδομένο στάδιο. 105
> Η εργασία μεταμορφώνει τον κόσμο του ανθρώπου, αλλά και τον ίδιο, στην πορεία της
δραστηριότητάς της. 106
> Έχουν δημιουργηθεί τεράστιοι θεσμοί, κοινωνικοί, πολιτικοί, πολιτιστικοί για
να διατηρήσουν τα υπάρχοντά τους στα χέρια των σημερινών ιδιοκτητών τους,
όχι πράγματι από εσκεμμένη πολιτική, αλλά από μία που προκύπτει ασυνείδητα από
τη γενική στάση ζωής εκείνων που κυβερνούν μια δεδομένη κοινωνία. 109
> Η αλλοτρίωση συμβαίνει όταν τα αποτελέσματα των πράξεων των ανθρώπων έρχονται σε αντίθεση με τους δικούς τους
πραγματικούς σκοπούς, όταν οι επίσημες αξίες τους ή οι ρόλοι που παίζουν,
παραποιούν τα πραγματικά τους κίνητρα, τις ανάγκες και τους στόχους τους. Αυτή είναι η
περίπτωση, για παράδειγμα, όταν κάτι το οποίο οι άνθρωποι έχουν κάνει για να ανταποκριθούν
στις ανθρώπινες ανάγκες -- ας πούμε, ένα σύστημα νόμων ή οι κανόνες μιας μουσικής
σύνθεσης -- αποκτά μια ανεξάρτητη υπόσταση από μόνο του, και φαίνεται
στους ανθρώπους, όχι ως κάτι που δημιουργήθηκε από αυτούς για να ικανοποιήσει μια κοινή κοινωνική
ανάγκη (που μπορεί να έχει εξαφανιστεί εδώ και πολύ καιρό), αλλά ως ένας αντικειμενικός νόμος
ή θεσμός, που διαθέτει αιώνια, απρόσωπη εξουσία από μόνος του,
όπως οι αναλλοίωτοι νόμοι της Φύσης όπως συλλήφθηκαν από
τους επιστήμονες και τους συνηθισμένους ανθρώπους, όπως ο Θεός για έναν πιστό. 114
> Το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής που κατέχει μια καθέκαστη ομάδα
ανθρώπων, της δίνει τη δυνατότητα να επιβάλλει τη θέλησή της στους άλλους και να τους αναγκάσει
να επιτελούν καθήκοντα ξένα προς τις ανάγκες τους. Έτσι η ενότητα της κοινωνίας
καταστρέφεται και οι ζωές και των δύο τάξεων παραμορφώνονται. 115
> Ο πιο καταπιεστικός από όλους, στη δαιμονολογία του Μαρξ, είναι η αστική
οικονομική επιστήμη, η οποία αναπαριστά την κίνηση των εμπορευμάτων ή του
χρήματος – πράγματι τη διαδικασία παραγωγής, κατανάλωσης και
διανομής – ως μια απρόσωπη διαδικασία, παρόμοια με αυτές της φύσης,
ένα αναλλοίωτο πρότυπο αντικειμενικών δυνάμεων ενώπιον των οποίων οι άνθρωποι μπορούν μόνο
να υποκλιθούν, και που θα ήταν τρελό να αντισταθούν. 116
> Η αλλοτρίωση – η υποκατάσταση φανταστικών σχέσεων μεταξύ, ή η
λατρεία, άψυχων αντικειμένων ή ιδεών για τις πραγματικές σχέσεις μεταξύ,
ή σε αναφορά με, προσώπων – θα τελειώσει μόνο όταν η τελική
τάξη – το προλεταριάτο – νικήσει την αστική τάξη. 117
> Όλη η απογοήτευση, για τον Μαρξ, είναι προϊόν αλλοτρίωσης – των
εμποδίων και των στρεβλώσεων που δημιουργούνται από τον αναπόφευκτο πόλεμο των
τάξεων, και αποκλείουν αυτό ή εκείνο το σώμα ανθρώπων από την αρμονική
συνεργασία μεταξύ τους για την οποία ποθεί η φύση τους. 118
> Οι «Αληθινοί Σοσιαλιστές» [Grün και Hess] αντιτάχθηκαν στο δόγμα της
αναγκαιότητας ενός ανοιχτού ταξικού πολέμου με το σκεπτικό ότι τύφλωνε τους
εργάτες για εκείνα τα δικαιώματα και τα ιδανικά για χάρη των οποίων
πολεμούσαν. Μόνο αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους ως ίσους από την αρχή, αντιμετωπίζοντας
τους ως ανθρώπινα όντα, δηλαδή με την παραίτηση από τη δύναμη, και
κάνοντας έκκληση στο αίσθημα της ανθρώπινης αλληλεγγύης, της ίσης δικαιοσύνης και των
γενναιόδωρων αισθημάτων της ανθρωπότητας, θα μπορούσε μια διαρκής αρμονία των συμφερόντων
να αποκτηθεί. 120
> Για τον Μαρξ αυτή ήταν η πιο παλιά, η πιο οικεία, η πιο ξεπερασμένη από όλες τις
ορθολογιστικές πλάνες. Την είχε συναντήσει στη χειρότερη μορφή της στην πεποίθηση
του ίδιου του πατέρα του και των συγχρόνων του ότι στο τέλος ο λόγος και
η ηθική καλοσύνη ήταν βέβαιο ότι θα θριάμβευαν, μια θεωρία που απαξιώθηκε εντελώς
από τα συμβάντα κατά τη διάρκεια των σκοτεινών μεθεόρτιων της Γαλλικής
Επανάστασης. 121
> Όποιες κι αν ήταν οι απόψεις του, οι πράξεις ενός ανθρώπου καθοδηγούνταν αναπόφευκτα από τα δικά του
πραγματικά συμφέροντα, από τις απαιτήσεις της υλικής του κατάστασης· 122
> Αλλά αυτοί οι άλλοι, που διακηρύσσουν την αλληλεγγύη τους με τους εργάτες,
και υποθέτουν ότι υπάρχουν πάντα καθολικά συμφέροντα της ανθρωπότητας
ως τέτοιας, κοινά για όλους τους ανθρώπους – ότι οι άνθρωποι έχουν συμφέροντα ανεξάρτητα από,
ή υπερβαίνοντα, την ταξική τους ένταξη – διαδίδουν το λάθος και το σκοτάδι
στο ίδιο το προλεταριακό στρατόπεδο, και έτσι το αποδυναμώνουν για την επερχόμενη
πάλη. 123
> Η αληθινή ελευθερία είναι ανέφικτη έως ότου η κοινωνία γίνει ορθολογική,
δηλαδή έχει ξεπεράσει τις αντιφάσεις που γεννούν ψευδαισθήσεις και
διαστρεβλώνουν την κατανόηση τόσο των κυρίων όσο και των δούλων. 129
> Η επιστημονική μελέτη των ιστορικά εξελισσόμενων οικονομικών σχέσεων,
και της επίδρασής τους σε άλλες πτυχές της ζωής των κοινοτήτων
και των ατόμων, ξεκίνησε με την εφαρμογή των μαρξιστικών κανόνων της
ερμηνείας. 130
> η εγελιανή θέση, σύμφωνα με την οποία το κράτος, ακόμα και στη δική του
παρούσα κατάσταση, αποτελεί την πιο προοδευτική και δυναμική
λειτουργία μιας συλλογής ανθρώπινων όντων που συγκεντρώθηκαν για να ακολουθήσουν μια κοινή
ζωή. 172
> Ο Μαρξ, όπως φάνηκε από την ομιλία του στην Κεντρική Κομμουνιστική
Επιτροπή το 1850, θεώρησε ότι είχε κάνει σοβαρό σφάλμα
υποθέτοντας ότι ήταν δυνατή μια συμμαχία με τη ριζοσπαστική αστική τάξη
και μάλιστα αναγκαία πριν την τελική νίκη του προλεταριάτου. 174.
> Οι άνθρωποι, απελευθερωμένοι επιτέλους από την τυραννία τόσο της φύσης όσο και των
δικών τους κακοπροσαρμοσμένων και κακοελεγχόμενων και άρα καταπιεστικών
θεσμών, θα αρχίσουν να αναπτύσσουν τις ικανότητές τους
στο έπακρο. 203
### Ollman, B. (1976) *Alienation: Marx's Conception of Man in Capitalist Society*, 2nd edn, Cambridge: Cambridge University Press.
> Η θεωρία της αλλοτρίωσης είναι το διανοητικό κατασκεύασμα στο οποίο ο Μαρξ
εμφανίζει την καταστροφική επίδραση της καπιταλιστικής παραγωγής των ανθρώπινων
όντων, στις σωματικές και νοητικές τους καταστάσεις και στις κοινωνικές τους
διαδικασίες στις οποίες αποτελούν μέρος. 131
> ως μια μεγάλη περίληψη, ως η σύλληψη του Μαρξ για τον άνθρωπο στην καπιταλιστική
κοινωνία, η θεωρία της αλλοτρίωσης μπορεί να εκτεθεί μόνο μετά από την λήψη υπόψη
των συστατικών της στοιχείων. 131
> Για τον Μαρξ, η μη αλλοτρίωση είναι η ζωή που κάνει ο άνθρωπος στον κομμουνισμό. 132
> Ο Μαρξ αναφέρεται στην αλλοτρίωση ως «ένα λάθος, ένα ελάττωμα, που δεν θα έπρεπε
να υπάρχει» (1844 Χειρόγραφα, 170).
> όλες οι τάξεις θεωρούνται αλλοτριωμένες κατά τον τρόπο και τον βαθμό
που τα μέλη τους υπολείπονται του κομμουνιστικού ιδεώδους. 132
> Ο αλλοτριωμένος άνθρωπος... έχει περιοριστεί στην επιτέλεση αδιαφοροποίητης εργασίας
σε ανθρωπίνως δυσδιάκριτα αντικείμενα μεταξύ ανθρώπων που στερούνται της
ανθρώπινης ποικιλίας και συμπόνιας τους. ... Λίγα απομένουν
από τις σχέσεις του με τη δραστηριότητά του, το προϊόν και τους συνεργάτες του που μας επιτρέπουν
να συλλάβουμε τις ιδιόμορφες ποιότητες του είδους του. 134
> Ο Μαρξ παρουσιάζει την αλλοτρίωση ως συμμετοχή σε τέσσερις ευρείες σχέσεις που
είναι έτσι κατανεμημένες ώστε να καλύπτουν ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτές
είναι οι σχέσεις του ανθρώπου με την παραγωγική του δραστηριότητα, το προϊόν του, άλλους
ανθρώπους και το είδος του. 136
> Τι συνιστά, λοιπόν, την αλλοτρίωση της εργασίας; Ο Μαρξ προσφέρει την
ακόλουθη απάντηση. «Πρώτον, το γεγονός ότι η εργασία είναι εξωτερική προς τον
εργάτη, δηλ. δεν ανήκει στην ουσιαστική του υπόσταση· ότι στην
εργασία του, επομένως, δεν βεβαιώνει τον εαυτό του αλλά αρνείται τον εαυτό του,
δεν αισθάνεται ικανοποιημένος αλλά δυστυχισμένος, δεν αναπτύσσει ελεύθερα τη σωματική του
και νοητική ενέργεια, αλλά ταπεινώνει το σώμα του και καταστρέφει το νου του.» 136
(73-74).
> [Παραπάνω] ο Μαρξ περιγράφει μια κατάσταση όπου οι σχέσεις μεταξύ
της δραστηριότητας και των δυνάμεων του ανθρώπου υπάρχουν σε πολύ χαμηλό επίπεδο επιτευγμάτων. 137
> [Στην] κομμουνιστική κοινωνία... οι παραγωγικές δραστηριότητες του ανθρώπου εμπλέκουν όλες τις δυνάμεις του
και δημιουργεί ολοένα διευρυνόμενες ευκαιρίες για την
εκπλήρωσή τους. Με αυτόν τον τρόπο, η εργασία στον κομμουνισμό είναι μια βεβαίωση της
ανθρώπινης φύσης, ενώ η καπιταλιστική εργασία είναι η άρνησή της... 138
> οι σχέσεις της ανθρώπινης καπιταλιστικής παραγωγικής δραστηριότητας με το ίδιο το ανθρώπινο
είδος, το σώμα και το νου του, τα υποκειμενικά του συναισθήματα
όταν εργάζεται, τη θέλησή του να ασχοληθεί με την εργασία, με τον καπιταλιστή,
επίσης και με τις δικές του ανθρώπινες και ζωικές λειτουργίες και με αυτό που η παραγωγική
δραστηριότητα θα είναι η, στον κομμουνισμό, ίση αλλοτριωμένη εργασία. 140
> ο άνθρωπος αλλοτριώνεται από το προϊόν του επειδή η δραστηριότητα η οποία
το παρήγαγε αλλοτριώνεται. 141
> «το προϊόν δεν είναι παρά η σύνοψη της δραστηριότητας, της παραγωγής... Στην
αποξένωση (estrangement) του αντικειμένου της εργασίας συνοψίζεται απλώς η
η αποξένωση, η αλλοτρίωση, της ίδιας της δραστηριότητας της εργασίας. (73) 141.
> «Ο εργάτης έβαλε τη ζωή του στο αντικείμενο» (84) 141
> μέσω της αλλοτριωμένης εργασίας ο άνθρωπος όχι μόνο δημιουργεί τη σχέση του με
το αντικείμενο και την πράξη παραγωγής ως δυνάμεις που είναι ξένες και
εχθρικές μαζί του· γεννά επίσης τη σχέση στην οποία οι άλλοι
άνθρωποι στέκονται στην παραγωγή και στο προϊόν του, και τη σχέση
στην οποία στέκεται με αυτούς τους άλλους ανθρώπους. Όπως ακριβώς γεννά το δικό του
προϊόν ως μια απώλεια, ως ένα προϊόν που δεν του ανήκει· έτσι γεννά
την κυριαρχία αυτού που δεν παράγει πάνω στην παραγωγή και
πάνω στο προϊόν. Όπως ακριβώς αποξενώνεται από τη δική του
δραστηριότητα, έτσι εκχωρεί στον ξένο δραστηριότητα που δεν είναι δική του
... σε έναν άνθρωπο ξένο στην εργασία και που στέκεται έξω από αυτήν... στον καπιταλιστή,
ή όπως επιλέγει κανείς να αποκαλέσει τον κύριο της εργασίας» (79-80) 148
> τραβώντας σε αντίθετες κατευθύνσεις, υπό την προσταγή ανταγωνιστικών
συμφερόντων, οι σχέσεις τους είναι αναγκαστικά ανταγωνιστικές. 149
> Είδος... είναι η κατηγορία του δυνατού που δηλώνει τις καθέκαστες
εκείνες δυνατότητες που ξεχωρίζουν τον άνθρωπο από τα άλλα ζωντανά πλάσματα. 150
> ο κομμουνιστής άνθρωπος και το είδος του ανθρώπου είναι ταυτόσημα. 150
> «Απομακρύνοντας από τον άνθρωπο το αντικείμενο της παραγωγής του... η αποξενωμένη
εργασία αφαιρεί από αυτόν τη ζωή του είδους, την πραγματική ειδητική του αντικειμενικότητα,
και μετατρέπει το πλεονέκτημά του έναντι των ζώων στο μειονέκτημα ότι
το ανόργανο σώμα του, η φύση, αφαιρείται από αυτόν» (76) 150
> Για τον Μαρξ «η παραγωγική ζωή είναι η ζωή του είδους» (75).
Αυτή η δραστηριότητα είναι το κύριο μέσο μέσω του οποίου το άτομο
εκφράζει και αναπτύσσει τις δυνάμεις του. 151
[Από τα *Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844* , στο Fromm and Erich (επιμ.) (1963), *Marx's Conception of Man*, NY.]
### Huaco, G. (1999) *Marx and Sociobiology*, Lanham, MD: University Press of America.
> Οι φιλοσοφικές προτάσεις, όπως οι μεταφυσικοί, οντολογικοί ή
επιστημολογικοί ισχυρισμοί, είναι εγγενώς μη επαληθεύσιμες από οποιαδήποτε εμπειρική
απόδειξη. 1
> Ο Μαρξ περιγράφει την καπιταλιστική αγορά ως «μια φυσικά εξελιγμένη
ολότητα που κατακερματίζεται σε έναν κύκλο ιδιαιτεροτήτων.» (1857-61, CW
29: 468)
> Η διυποκειμενικότητα είναι ένα χαρακτηριστικό των πρωταρχικών ομαδικών δραστηριοτήτων,
και είναι άσκοπο να θρηνούμε το γεγονός ότι μια κοινωνία δεν μπορεί να είναι μια
κοινότητα. 3
> «Το ερώτημα αν η αντικειμενική αλήθεια μπορεί να αποδοθεί στην ανθρώπινη
σκέψη δεν είναι ένα ερώτημα θεωρίας αλλά είναι ένα *πρακτικό* ερώτημα.
Ο άνθρωπος πρέπει να αποδείξει την αλήθεια της σκέψης του στην πράξη.» (1845-47, CW
5:3) 4
> μια από τις σημασίες της λέξης «υλισμός» στον Μαρξ, είναι να μας
υπενθυμίζει ότι οι θεωρίες μπορούν να επαληθευτούν (ή να διαψευσθούν) μόνο από
εμπειρικά γεγονότα. 4
> η ιστορία επιτρέπει βραχυπρόθεσμους συσχετισμούς αλλά όχι επιστημονικούς
νόμους που θα ισχύουν πάντα. 8
> «Η κοινωνία δεν αποτελείται από άτομα, αλλά εκφράζει το άθροισμα των
σχέσεων και των συνθηκών στις οποίες βρίσκονται αυτά τα άτομα
το ένα με το άλλο.» (1857-61, CW, 28: 195) 9
> Οι αλλαγές στην κοινωνία προκαλούν αλλαγές στην κουλτούρα και οι αλλαγές στην
κουλτούρα προκαλούν αλλαγές στην κοινωνία. 9
> «όλη η επιστήμη θα ήταν περιττή αν η εξωτερική εμφάνιση και
η ουσία των πραγμάτων συνέπιπτε.» (Μαρξ, 1894, Κεφάλαιο III: 797)
> Οι «Πραγματικές Επιστήμες» επιδιώκουν να αποκαλύψουν την ουσία που κρύβεται πίσω από τις
κοινές εμφανίσεις, και που ως επί το πλείστον έρχεται σε αντίφαση με τη μορφή των
κοινών εμφανίσεων (όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της κίνησης
του ήλιου γύρω από τη γη).» (1861, CW 34:86) 10
> «ο μοναδικός δεσμός που κρατά» τους ανθρώπους «μαζί είναι η φυσική αναγκαιότητα, η ανάγκη
και τα ιδιωτικά συμφέροντα, η διατήρηση της ιδιοκτησίας τους και οι
εγωιστικοί εαυτοί τους.» (1843, CW 3:164) 14
> «Μόνο όταν ο πραγματικός, ατομικός άνθρωπος επαναπορροφήσει εκ νέου μέσα του τον
αφηρημένο πολίτη, και ως ένα ατομικό ανθρώπινο ον έχει γίνει ένα
*είδος-ον* στην καθημερινότητά του, στην ιδιαίτερη εργασία του, και στην
ιδιαίτερη κατάστασή του, μόνο τότε θα έχει ολοκληρωθεί η ανθρώπινη χειραφέτηση.»
(1843-44, CW 3:168) 15
> Είναι σαφές ότι ο Μαρξ θα ήθελε να μετατρέψει τις κοινωνίες ξανά σε
κοινότητες, αν αυτό ήταν κατά κάποιο τρόπο δυνατό. 15
> Ο Μαρξ υποστηρίζει ότι η «ανθρώπινη φύση» (ή «η ουσιώδης φύση του κάθε
ατόμου») είναι η ένταξη σε αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί «η *αληθινή κοινότητα*»
ή «η *ανθρώπινη κοινότητα*». Ωστόσο, στον κόσμο του αστικού
βιομηχανικού καπιταλισμού, μια «*εμπορική κοινωνία*» που κυβερνάται από την «*ανταλλαγή*
*και το εμπόριο*», οι άνθρωποι ζουν σε διευθετήσεις που είναι αντίθετες με την
αληθινή κοινότητα. 15
> «Το να πούμε λοιπόν ότι ο άνθρωπος είναι αποξενωμένος από τον εαυτό του είναι το ίδιο
πράγμα με το να πούμε ότι η κοινωνία αυτού του αποξενωμένου ανθρώπου είναι μια
καρικατούρα της πραγματικής του κοινότητας, της αληθινής ειδητικής ζωής του, ότι
η δραστηριότητα του εμφανίζεται λοιπόν ως μαρτύριο, το δικό του δημιούργημα ως
μια ξένη δύναμη, ο πλούτος του ως φτώχεια, ο ουσιαστικός δεσμός
του με τους άλλους ανθρώπους ως μη ουσιαστικός δεσμός και χωρισμός από τους δικούς του
συνανθρώπους, από την άλλη πλευρά, ως ο αληθινός τρόπος της
ύπαρξης του.» (1843, CW 3:217) 15
> η βαρετή εργασία, η κοινωνική απομόνωση και η φτώχεια νοούνται ως
συνέπειες της απώλειας της κοινότητας. 16
> Δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η σύλληψη του Μαρξ για μια πραγματική
κοινότητα. Είναι μία στην οποία «ο παραγωγός» έχει «άμεση απόλαυση»
του προϊόντος του και το χρησιμοποιεί για να ικανοποιήσει «προσωπικές ανάγκες». Επί πλέον,
η εργασία «είναι για αυτόν η απόλαυση της προσωπικότητάς του και η
πραγματοποίηση των φυσικών ικανοτήτων και των πνευματικών στόχων του.» (1843, CW,
3:220). 16
> Σε μια πραγματική κοινότητα, «η άμεση, φυσική και αναγκαία σχέση
προσώπου προς πρόσωπο είναι η //σχέση άνδρα γυναίκας/.» «Αυτή είναι η
«σχέση φυσικού είδους». (1843, CW 3:295). Ως εκ τούτου, μια πραγματική
κοινότητα είναι μια ζεστή πρωταρχική ομάδα σημαντικών άλλων. 16
> Σε τι είδους κοινωνικό κόσμο θα ήταν όλοι οι άνθρωποι
χαρούμενοι στην εργασία τους και θα τη χρησιμοποιούσαν για να αναπτύξουν τη «φυσική και
νοητική ενέργειά τους»; Σε τι είδους κοινωνική διάταξη η εργασία θα
ικανοποιούσε τις εγγενείς ανθρώπινες ανάγκες των εργατών και θα ήταν κάτι άλλο
από ένα μέσο για να κερδίζεις τα προς το ζην; Αυτά είναι τα γνωρίσματα της
χαμένης ιδανικής κοινότητας του Μαρξ. 18
> Ο Μαρξ λέει ότι «η αποξενωμένη εργασία μετατρέπει...το είδος-είναι του ανθρώπου σε ένα
είναι ξένο προς αυτόν, σε ένα μέσο για την ατομική του
ύπαρξη.» (1843, CW, 3:277).
> εφόσον η κοινότητα (ή το είδος-είναι) είναι το «*ουσιαστικό είναι*» (1843,
CW 3:276) ή ο πυρήνας της ανθρώπινης φύσης, προκύπτει ότι ο άνθρωπος που ζει μέσα
στην κοινωνία αλλοτριώνεται από τον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης του. 19
> Αυτό που είναι ιδιαίτερο για τα *Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844*
του Μαρξ, είναι ότι στο έργο αυτό, τα δύο μεγάλα θέματα της απώλειας της
κοινότητας και της οικονομικής εκμετάλλευσης συναντώνται για πρώτη φορά. 19
> Πίσω από όλη αυτή την [επιθυμία για κοινότητα] βρίσκεται μια πιθανή πηγή
στην ενόραση του Φρόιντ για μια καθολική ανθρώπινη επιθυμία να επιστρέψουμε στη μήτρα. 20
> οι οικογένειες μοιράζονται μια κοινή γονιδιακή δεξαμενή. Η φροντίζουσα και γενναιόδωρη συμπεριφορά
σε μια πραγματική κοινότητα είναι πιθανώς μια ασυνείδητη υπεράσπιση μιας κοινής
γονιδιακής δεξαμενής. 21
> Ενώ οι Γάλλοι συγκεντροποιήθηκαν και, ως εκ τούτου, συντόμευσαν τη βασιλεία
της τρομοκρατίας, οι Ισπανοί, πιστοί στις παραδόσεις τους, αποκεντρώθηκαν
και, κατά συνέπεια, κωλυσιέργησαν. Συμμορφούμενο με την ισπανική
παράδοση, το επαναστατικό κόμμα δεν ήταν πιθανό να αποδειχθεί
νικητής ανατρέποντας τον θρόνο (Marx and Engels, 1854-55, CW
13:659) 147
> Η τεχνολογία περιγράφεται από τον Μαρξ ως «μηχανές, ατμομηχανές, σιδηρόδρομοι,
ηλεκτρικοί τηλέγραφοι--η αντικειμενοποιημένη δύναμη της γνώσης.» CW 29:92 25
> «Η επιστήμη, που αναγκάζει τα άψυχα μέλη της μηχανής,
μέσω του σχεδιασμού τους, να λειτουργήσουν σκόπιμα ως ένα αυτόματο,
δεν υπάρχει στη συνείδηση του εργάτη, αλλά ενεργεί πάνω του μέσω
της μηχανής ως μια ξένη δύναμη, ως δύναμη της ίδιας της μηχανής.»
(M&E, 1857-61, CW 29:83) 25
> Από το 1850, ο Μαρξ δεν εννοούσε την κατάργηση· το μόνο που εννοούσε ήταν μείωση
της κρατικής εξουσίας. 28
> η κυβέρνηση είναι το «κοινωνικό όργανο για τη διατήρηση της κοινωνικής
τάξης.» (M&E 1874-83, CW 24:82 28
> Γιατί ο Μαρξ θέλει να απαλλαγεί από αυτό που αποκαλεί το «κράτος παράσιτο»;
Επειδή είχε γίνει «ανεξάρτητο από την κοινωνία». Ο Μαρξ θέλει να αντικαταστήσει
αυτό το κράτος παράσιτο με μια αποκεντρωμένη και εξιδανικευμένη εκδοχή της
αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην περιγραφή του και
τον έπαινό του της Παρισινής Κομμούνας το 1871. 30
> Πρώτον, το 1871, ο Μαρξ πίστευε ακόμα σε μια εξισωτική οικονομική
τάξη. Δεύτερον, ο Μαρξ πίστευε στην *αντιπροσωπευτική* δημοκρατία. Δεν θα έκανε
καμία χρήση των εκδοχών της συμμετοχικής δημοκρατίας ή της άμεσης
δημοκρατίας την οποία είχαν υποστηρίξει αναρχικοί στοχαστές. 31
> Το επίπεδο ανάπτυξης των δυνάμεων εξηγεί αιτιακά το
χαρακτήρα των σχέσεων ιδιοκτησίας. 33
> Η δουλοκτησία στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποθάρρυνε επινοήσεις εξοικονόμησης εργασίας,
και έτσι εμπόδισε την ανάπτυξη της τεχνολογίας. 35
> «η χαρακτηριστική 'φιγούρα' μιας κρίσης σε ένα τρόπο παραγωγής δεν είναι
κάποια στην οποία ορμάνε θριαμβευτικά ρωμαλέες (οικονομικές) παραγωγικές δυνάμεις
μέσα από ανάδρομες (κοινωνικές) σχέσεις παραγωγής,
και εγκαθιδρύουν αμέσως μια υψηλότερη παραγωγικότητα και κοινωνία πάνω στα
ερείπιά τους. Αντίθετα, οι παραγωγικές δυνάμεις τείνουν συνήθως σε
στασιμότητα και υποχωρούν μέσα στις υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις· αυτές
τότε οι ίδιες πρέπει πρώτα να αλλάξουν ριζικά και να αναδιαταχθούν πριν να
μπορέσουν να δημιουργηθούν νέες παραγωγικές δυνάμεις. (Perry Anderson, 1974:204) 37
> «Εφόσον μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο *νομαδικός τρόπος ζωής*, είναι η πρώτη μορφή
της ύπαρξης· ότι η φυλή δεν εγκαθίσταται σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία αλλά
ότι βόσκει ό,τι βρίσκει εκεί και προχωρά -- οι άνθρωποι δεν
εγκαθίστανται εκ φύσεως (εκτός αν ίσως σε μια τόσο εξαιρετικά γόνιμη
περιοχή που εγκαθίστανται σε ένα δέντρο όπως οι πίθηκοι· αλλιώς
περιφέρονται σαν άγρια ζώα).» (M, 1857-61, CW 28:400) 42
> Οι ανθρωπολόγοι μας λένε ότι οι κυνηγοί και οι συλλέκτες εργάζονταν
κατά μέσο όρο τρεις ώρες την ημέρα και είχαν μια διατροφή πλούσια σε πρωτεΐνες,
φρούτα, και λαχανικά. 42
> Εάν ολόκληρη η εργάσιμη ημέρα (διαθέσιμος χρόνος εργασίας) ενός ανθρώπου (οποιουδήποτε
ανθρώπου) αρκούσε μόνο για να ταΐσει τον εαυτό του (και στην καλύτερη περίπτωση την *οικογένειά* του
επίσης), τότε *δεν θα υπήρχε υπερεργασία, υπεραξία*,
και *υπερπροϊόν*. (1861-63, M, CW, 33:369) 43
> Γιατί η κοινωνία των νομάδων κυνηγών-τροφοσυλλεκτών τελείωσε και γιατί άλλαξε
σε παραδοσιακή ταξική κοινωνία; Ο Μαρξ επισημαίνει δύο παράγοντες: 1) «την
αύξηση του πληθυσμού» και 2) «τον αντίκτυπο του πολέμου και των κατακτήσεων.» (Μ,
1857-61, CW, 28:410) 43
> «Ένας κατακτητής λαός μοιράζει τη γη στους κατακτητές και με
αυτό τον τρόπο επιβάλλει έναν ορισμένο τρόπο διανομής και μια μορφής
γαιοκτησίας, καθορίζοντας έτσι την παραγωγή. Ή μετατρέπει τους κατακτημένους
σε σκλάβους, καθιστώντας έτσι την εργασία των σκλάβων σε βάση της παραγωγής.» (Μ,
1857-61, CW, 28:33). 44
> Η καπιταλιστική βιομηχανική ταξική κοινωνία ανεβάζει το βιοτικό επίπεδο
για τις περισσότερες τάξεις και ομάδες και διπλασιάζει τη μέση διάρκεια ζωής (από
35 ετών έως 70 και πλέον). Οι παραγωγοί δεν είναι ούτε χωρικοί αγρότες, ούτε
δουλοπάροικοι, ούτε σκλάβοι, αλλά σε μεγάλο βαθμό αστικοί «τυπικά ελεύθεροι» εργάτες που κατέχουν
τη φυσική και νοητική εργατική δύναμή τους (M, 1861-64, CW, 34:95, 100,
118). 47
> Ο βιομηχανικός καπιταλισμός δημιουργεί την πρώτη κοινωνία που γίνεται
εχθρός της φύσης. «Για πρώτη φορά η φύση γίνεται αντικείμενο
των ανθρώπων, τίποτα περισσότερο από ένα αντικείμενο χρησιμότητας. Παύει να
αναγνωρίζεται ως δύναμη καθεαυτή» (Μ, 1857-51, 28:337)· και «Η
άποψη της φύσης που επιτυγχάνεται υπό την κυριαρχία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και
του χρήματος είναι μια πραγματική περιφρόνηση και πρακτική υποτίμηση
της φύσης.» (M&E, 1843-44, 3:172) 48
> Στις 8 Σεπτεμβρίου 1872, ο Μαρξ έδωσε μια ομιλία στο Άμστερνταμ στην οποία
είπε ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία η αλλαγή προς το σοσιαλισμό
θα είναι ειρηνική και όχι με βίαιη επανάσταση (M&E, 1871-1874,
23:255). 49
> Αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι η τελική άποψη του Μαρξ ήταν ότι ο βιομηχανικός
καπιταλισμός, που είναι επίσης αντιπροσωπευτική δημοκρατία, θα αλλάξει με
ειρηνικά μέσα. Στην εποχή του, ο καπιταλιστικός βιομηχανισμός και
η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ήταν παρόντα μόνο στη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σήμερα υπάρχουν σε ολόκληρο τον αστικό-βιομηχανικό
κόσμο. Έτσι, εάν η βίαιη επανάσταση δεν είναι στην ιστορική ατζέντα για
τον αστικό-βιομηχανικό τομέα του πλανήτη, τι επιφυλάσσει το μέλλον;
Η απάντηση είναι αυτοματοποίηση. 49
> «Στην Αγγλία, οι απεργίες έχουν γίνει τακτικά αφορμή για την εφεύρεση και
εφαρμογή νέων μηχανών. Οι μηχανές ήταν, μπορεί να ειπωθεί, το
όπλο που χρησιμοποιούσαν οι καπιταλιστές για να καταπνίξουν την εξέγερση της
εξειδικευμένης εργασίας. Η *αυτόματη κλωστική μηχανή*, η μεγαλύτερη εφεύρεση της
σύγχρονης βιομηχανίας, έθεσε εκτός δράσης τους κλώστες που ήταν σε εξέγερση.
Αν οι ενώσεις και οι απεργίες δεν είχαν άλλο αποτέλεσμα από το να κάνουν
τις προσπάθειες της μηχανικής ιδιοφυΐας να αντιδράσουν εναντίον τους,
θα εξακολουθούσαν να ασκούν τεράστια επιρροή στην ανάπτυξη της
βιομηχανίας.» (M&E, 1845-1848, 6:207) 49-50
> «Μια ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης που θα μείωνε τον απόλυτο αριθμό
των εργατών, δηλ. που στην πραγματικότητα θα επέτρεπε σε ολόκληρο το έθνος να εκτελεί
τη συνολική παραγωγή του σε μικρότερο χρονικό διάστημα, θα επέφερε
επανάσταση, γιατί θα αποχρηματοποιούσε την πλειοψηφία του
πληθυσμού.» (Μ, 1861-63, 33: 142) 50
> Η επιβίωση της καπιταλιστικής βιομηχανικής κοινωνίας εξαρτάται από την αποτελεσματική
καταναλωτική ζήτηση *εντός* του βιομηχανικού κόσμου. 51
> «μια αρχή μπορεί να φαίνεται 'λογική' από την πλευρά του οικονομολόγου και των
τάξεων των οποίων είναι το θεωρητικό φερέφωνο, και μπορεί,
ωστόσο, όχι μόνο να αποδεικνύεται αντίθετη με όλους τους νόμους της ανθρώπινης
συνείδησης, αλλά σαν ένας καρκίνος, να τρώει τα ίδια τα ζωτικά στοιχεία
ολόκληρης της γενιάς.» (M&E, 1858-60, 16:191) 51
> «Σήμερα όπως πάντα, οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο ομάδες: σκλάβους και ελεύθερους ανθρώπους.
Όποιος δεν έχει τα δύο τρίτα της ημέρας του για τον εαυτό του, είναι σκλάβος,
ό,τι κι αν είναι: πολιτικός, επιχειρηματίας, αξιωματούχος ή
λόγιος.» (Nietzsche, 1984, [1878]: 171, παρ. 283) 52
> Βασικά, ο Μαρξ ήθελε δημόσια ή «κοινή ιδιοκτησία των μέσων
παραγωγής» (M&E, 1874-83, 24:85) και ήθελε μια σχεδιασμένη οικονομία
ή μια «κοινωνία οργανωμένη ως μια συνειδητή και σχεδιασμένη
ένωση» (Marx, 1962, [1895] Capital III: 645). 56
> Δυστυχώς η εξιδανικευμένη αρχική ανθρώπινη κοινότητα έχει προ
πολλού χαθεί και δεν πρόκειται να επιστρέψει ποτέ. 56
> «Η ανάπτυξη του πολιτισμού και της βιομηχανίας γενικότερα έχει ανέκαθεν
εκδηλωθεί μέσω μιας τόσο έντονης καταστροφής των δασών, ώστε
οτιδήποτε γίνεται από αυτήν, αντιστρόφως, για τη διατήρηση και
την αποκατάστασή τους, φαίνεται απειροελάχιστο.» (M, [1893] 1961, Capital II: 244) 59
> «Ακόμα και μια ολόκληρη κοινωνία, ένα έθνος, ή ακόμα και όλες οι ταυτόχρονα υπάρχουσες
κοινωνίες μαζί, δεν είναι οι ιδιοκτήτες του πλανήτη. Είναι
μόνο οι κάτοχοί του, οι επικαρπωτές του, και αυτοί πρέπει να τον παραδώσουν
στις επόμενες γενιές σε μια βελτιωμένη κατάσταση. (Μ, 1962 [1895]
Capital III: 757) 59
> Οι βραχυπρόθεσμες πραγματικές απειλές του παγκόσμιου υπερπληθυσμού φαίνεται να είναι
(α) μια αύξηση του συνωστισμού/συμφόρησης (crowding), φτώχεια και μείωση της ποιότητας
της ζωής τόσο στις βιομηχανικές όσο και στις μη βιομηχανικές περιοχές· (β) την
εξολόθρευση των τροπικών δασών και της φυτικής ζωής· (γ) την
εξολόθρευση των μη ανθρώπινων ζώων. 60
> Αν όλοι οι άνθρωποι, παγκοσμίως, περιορίζονταν στο να έχουν το πολύ δύο
βιολογικά παιδιά ανά ζευγάρι, τότε ο παγκόσμιος πληθυσμός θα επέστρεφε
με τον καιρό σε ένα επίπεδο, όπου θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί έχοντας
επιτρέψει τις γεννήσεις να αντιστοιχούν στον αριθμό των θανάτων. Αυτό θα παρείχε ένα
περιθώριο για την επιβίωση άλλων μορφών ζωής. 61
> Τα άμεσα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αστικές-βιομηχανικές κοινωνίες είναι τέτοια
που απαιτούν ισχυρές και αποτελεσματικές κεντρικές κυβερνήσεις. Σε αυτό
πλαίσιο, η ελπίδα και η προσδοκία του Μαρξ ότι το πολιτικό κράτος και
η πολιτική κυριαρχία θα εξαφανιστεί κάποια στιγμή στο μέλλον, μπορεί να
φαίνεται να είναι κάτι περισσότερο από μια αναρχική ψευδαίσθηση. 61
> Ό,τι απομένει από τα τροπικά δάση μπορεί να σωθεί μόνο από κάποια μάλλον
ακραία και δραστικά μέτρα: οι χώρες των βιομηχανικών
κοινωνιών θα έπρεπε πιθανότατα να συμμετάσχουν σε μια συντονισμένη στρατιωτική
παρέμβαση για την τοποθέτηση ολόκληρων περιοχών του πλανήτη εκτός ορίων
περαιτέρω ανθρώπινης καταπάτησης. 62
> «Χωρίς τις μεγάλες εναλλακτικές φάσεις της νωθρότητας, της ευημερίας,
της υπερδιέγερσης, των κρίσεων και της αγωνίας, που η σύγχρονη βιομηχανία διασχίζει
σε περιοδικά επαναλαμβανόμενους κύκλους, με άνοδο και πτώση των μισθών
που προκύπτουν από αυτές, όπως με τον συνεχή πόλεμο μεταξύ κυρίων
και ανθρώπων, που αντιστοιχούν στενά με αυτές τις διακυμάνσεις στους μισθούς και
τα κέρδη, οι εργατικές τάξεις της Βρετανίας και όλης της Ευρώπης, θα ήταν
μια συντετριμμένη, μια αδύναμη νοητικά, μια φθαρμένη, χωρίς αντίσταση μάζα, της οποίας
η αυτοχειραφέτηση θα αποδεικνυόταν τόσο αδύνατη όσο αυτή των σκλάβων της
Αρχαίας Ελλάδας και Ρώμης. (Μ&Ε, 1853-4, 12:169) 67
> η μείωση του οικονομικού πλαισίου (π.χ. η μείωση του μεγέθους του
κατώτερης τάξης) θα μείωνε αυτό το συγκεκριμένο είδος εγκληματικής δραστηριότητας.
Συγκεκριμένα, ο Μαρξ απέρριψε τη ρομαντική αντίληψη του Μπακούνιν ότι
ο εγκληματίας είναι κάποιο είδος επαναστατικού ήρωα (M&E, 1871-4,
23:519-555) 68
> Αν η αιτία του ρατσισμού είναι η κατάκτηση και η αποικιοκρατία, τότε μπορεί
να αναιρεθεί μόνο με αποαποικιοποίηση ή οικονομική αποκατάσταση. Ωστόσο,
μακροπρόθεσμα, οι προοπτικές είναι λιγότερο αισιόδοξες. Με δεδομένη την αρπακτική
επιθετικότητα του ανθρώπινου είδους, την οποία ο Μαρξ αναγνώρισε (M, 1936
[1867] Κεφάλαιο Ι: 785), θα έχουμε πάντα πόλεμο. Αν έχουμε
πόλεμο, θα έχουμε κατάκτηση και αποικιοκρατία με μια μορφή ή
άλλη. Αν έχουμε κατάκτηση και αποικιοκρατία, τότε η επαναλαμβανόμενη
ιδεολογία του ρατσισμού είναι πιθανό να είναι μαζί μας για το προβλέψιμο
μέλλον. 69
> «Η γραφειοκρατία είναι ένας κύκλος από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει.
Η ιεραρχία της είναι μια *ιεραρχία γνώσης*. Η κορυφή εμπιστεύεται την
κατανόηση των λεπτομερειών στα κατώτερα επίπεδα, ενώ τα κατώτερα επίπεδα
πιστώνουν στην κορυφή την κατανόηση του στρατηγού, και έτσι είναι όλοι
αμοιβαία εξαπατημένοι.» (M&E, 1843-4, 3:46-47) 70
> η ιδεολογία είναι «διανοητική παραγωγή όπως εκφράζεται στη γλώσσα της
πολιτικής, των νόμων, της ηθικής, της θρησκείας, της μεταφυσικής κ.λπ. ενός λαού»
(M&E, 1845-7, 5:30, 36). 77
> Το γεγονός ότι ο Μαρξ ξεκινά την ανάλυσή του για την ιδεολογία με επίκεντρο
τον γραπτό και προφορικό λόγο, μας λέει ότι για αυτόν η ιδεολογία είναι ένα
διατομικό πολιτιστικό ομαδικό φαινόμενο. 77
> Η ιδεολογία είναι κάτι περισσότερο από μια πτυχή, γνώρισμα ή διάσταση του γραπτού
και προφορικού λόγου, η ιδεολογία είναι μια πτυχή του *πολιτιστικού λόγου*. 79
> Επειδή η επιστημονική γνώση είναι μία από τις τέσσερις δυνάμεις (στην κρυφή
δομή της κοινωνίας), έπεται ότι αποκλείεται από την ιδεολογία. Ωστόσο, αυτό ισχύει μόνο για την καθαρή επιστημονική γνώση που μπορεί να
εκφράζεται με μαθηματική σημειογραφία. Στο βαθμό που η επιστημονική
γνώση εκφράζεται στην προφορική ή γραπτή γλώσσα, γίνεται επίσης
μέρος του φαινομένου της ιδεολογίας. 78
> Ο Μαρξ λέει ότι ο Δαρβίνος οργάνωσε τα επιστημονικά του δεδομένα με τη
βοήθεια ενός οράματος της κοινωνίας, που προβάλλεται στη φύση. 78
> Ο ισομορφισμός μπορεί να οριστεί ως η ανάπτυξη ενός προτύπου της
φαινομενικής επιφάνειας της κοινωνίας, και η αναπαραγωγή ή η αντανάκλαση αυτού
του ίδιου μοτίβου σε κάποιο τομέα του πολιτισμού. 82
> για τον Μαρξ, η ιδεολογία είναι ένα γνώρισμα, πτυχή ή διάσταση της γραπτής ή
προφορικής γλώσσας. Περιλαμβάνει μη γλωσσικές μορφές όπως η ζωγραφική
ή η γλυπτική, αλλά αποκλείει την καθαρή επιστημονική γνώση. 83
> Είναι η παλιά ψευδαίσθηση ότι η αλλαγή των υπαρχουσών σχέσεων εξαρτάται μόνο
από την καλή θέληση των ανθρώπων και ότι οι υπάρχουσες σχέσεις είναι ιδέες.
Η μεταβολή της συνείδησης χωρισμένης από τις πραγματικές σχέσεις--μια
ενασχόληση που ακολουθείται από τους φιλοσόφους ως επάγγελμα, δηλ. ως
*επιχείρηση*--είναι η ίδια προϊόν υφιστάμενων σχέσεων και αδιαχώριστη
από αυτές. 85
> «Οι κοινωνικές αρχές του Χριστιανισμού κηρύττουν δειλία, αυτο-
περιφρόνηση, ταπείνωση, υποταγή και ταπεινότητα, εν ολίγοις, όλες
τις ποιότητες του όχλου (rabble).» (M&E, 1845-8, 6:231)
> Ο κόσμος της εξωτερικής πραγματικότητας παραμένει ανεξάρτητος, αδιάφορος και
πιο ισχυρός και πιο μακροχρόνιος από τα ανθρώπινα όντα. Ο Μαρξ θα
απέρριπτε τον υπερβολικό γλωσσικό ντετερμινισμό του Νίτσε. Η γλώσσα
δεν δημιουργεί όλη την πραγματικότητα. Η γλώσσα δεν δημιουργεί αλήθεια ή υποκείμενο
και αντικείμενο. 86
> Για τον Μαρξ, η εννοιολογική σκέψη είναι εσωτερικευμένη γλώσσα: «Οι ιδέες δεν
υπάρχουν χωριστά από τη γλώσσα» (M, 1857-61, 28:99). Ο Μαρξ έχει δίκιο, γιατί σκεφτόμαστε
όντως σε μια γλώσσα. Ωστόσο, ο περαιτέρω ισχυρισμός του ότι «η γλώσσα είναι
τόσο παλιά όσο η συνείδηση» (M&E, 1845-7, 5:43-44), είναι πολύ αμφίβολος. 87
> «Η ιδεολογία είναι μια διαδικασία που ολοκληρώνεται από τον λεγόμενο στοχαστή
συνειδητά, είναι αλήθεια, αλλά με μια ψευδή συνείδηση. Οι πραγματικές
κινητήριες δυνάμεις τον ωθούν να παραμείνει άγνωστος σε αυτόν, διαφορετικά
απλά δεν θα ήταν μια ιδεολογική διαδικασία.» (Feuer et. M&E, 1959:408)
> Εάν ο στοχαστής αποκτήσει συνείδηση αυτού που προηγουμένως ήταν ασύνειδο,
τότε η σκέψη του δεν είναι πια «μια ιδεολογική διαδικασία». 89
> Υπάρχουν δύο βασικά προβλήματα με τη χρήση του όρου ψευδής
συνείδηση ως ενός ορισμού της ιδεολογίας. Πρώτον, μετατοπίζει την
εστίαση της προσοχής από την τάξη ή την ομάδα στο άτομο.
Δεύτερον, μετατοπίζει την προσοχή από τον εξωτερικό, αντικειμενικό κόσμο,
κοινόχρηστο με άλλους, στον εσωτερικό, υποκειμενικό, ιδιωτικό,
ενδοσκοπικό τομέα του οποίου το περιεχόμενο δεν μπορεί να επιθεωρηθεί από άλλα.
Αυτό το δεύτερο πρόβλημα είναι μοιραίο. Αντιβαίνει στον ορισμό του Μαρξ της
ιδεολογίας ως κάτι στην κοινωνικά κοινοποιημένη γραπτή ή προφορική γλώσσα
(και μη λεκτικές μορφές πολιτισμικού λόγου), και επομένως ως
κάτι *εξωτερικό* που μπορεί να εξεταστεί από άλλα. 90
> Οι συντηρητικοί επικρίνουν το κοινωνικό παρόν και θα ήθελαν να
επιστρέψουν στο παρελθόν. Οι φιλελεύθεροι πιστεύουν ότι το κοινωνικό παρόν μπορεί να
διορθωθεί με μερικές μικρές αλλαγές. Οι αριστεροί ριζοσπάστες ασκούν κριτική
στο παρελθόν και στο παρόν και επικεντρώνονται στο μέλλον. 94
> οι άνθρωποι, αναπτύσσοντας την υλική τους παραγωγή και την υλική τους
συναναστροφή αλλάζουν, μαζί με τον πραγματικό κόσμο, επίσης τη σκέψη τους
και τα προϊόντα της σκέψης τους. Δεν είναι η συνείδηση που
καθορίζει τη ζωή, αλλά η ζωή που καθορίζει τη συνείδηση. (M&E,
1845-7, 5: 36-7). 97
> Εφόσον οι Τούρκοι είναι ένας ισλαμικός λαός, και η ειμαρμένη (predestination) προσδιορίζει
τον Καλβινιστικό Χριστιανισμό, ο Μαρξ λέει ότι ο πουριτανικός Προτεσταντικός
Χριστιανισμός ευνόησε τον καπιταλιστικό βιομηχανισμό, ενώ το Ισλάμ όχι. 106
> Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τη σχέση της ελληνικής τέχνης, και αυτής του
Σαίξπηρ, με το σήμερα. Γνωρίζουμε ότι η ελληνική μυθολογία είναι
όχι μόνο το οπλοστάσιο της ελληνικής τέχνης, αλλά και η βάση της (M&E, 1857-61,
28:47). 110
> Η αρχή μιας υψηλής κουλτούρας φαίνεται να αποτελείται κυρίως από
πιστούς, το τέλος του πολιτισμού φαίνεται να αποτελείται κυρίως από
άθεους. 111
> Ο πληθυσμός εγκαταλείπει την ύπαιθρο και συνωστίζεται σε γιγάντιες
κοσμοπόλεις όπου απαιτεί ψωμί και τσίρκα (ή πρόνοια και
διασκεδαστικά θεάματα). 117
> Ο Μαρξ ήθελε μια βιομηχανική κοινωνία χωρίς φτώχεια και χωρίς
οικονομική εκμετάλλευση. Πίστευε ότι η μεταφορά πλεονάσματος από
τους παραγωγούς στους ιδιοκτήτες θα μπορούσε να σταματήσει εάν η αγορά αντικατασταθεί από τον
οικονομικό σχεδιασμό και αν εξαλείφονταν οι καπιταλιστές με την αντικατάσταση
τους με κυβερνητική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Γνωρίζουμε
ότι αυτές οι προτάσεις είναι αποτυχίες γιατί παράγουν γραφειοκρατική
στασιμότητα στην οικονομία και δίνουν συντριπτική δύναμη στην κεντρική
κυβέρνηση. Παρόλα αυτά, η δυνατότητα δημιουργίας μας βιομηχανικής
κοινωνίας χωρίς φτώχεια και χωρίς οικονομική εκμετάλλευση παραμένει.
Θα μπορούσαμε να διατηρήσουμε μια αγορά και θα μπορούσαμε να διατηρήσουμε ανταγωνιστικούς επιχειρηματίες
αλλά να θέσουμε εκτός νόμου την περισσότερη οικονομική κληρονομιά. 122
> Σταματήστε και αντιστρέψτε την έκρηξη του ανθρώπινου πληθυσμού θέτοντας όρια
στην ανθρώπινη αναπαραγωγή. Θέστε όρια στην οικονομική κληρονομιά και περιορίστε
την στους άμεσους απογόνους. Χρησιμοποιήστε το μεγαλύτερο μέρος του ανακτημένου πλεονάσματος για την
εξάλειψη της φτώχειας. Αυτό το ονομάζω δημοκρατικό σοσιαλισμό. Κάποιος άλλος
μπορεί να το ονομάσει μεταρρυθμισμένο και εξανθρωπισμένο καπιταλισμό. Και οι δύο έχουν δίκιο. 122
> Ο Μαρξ είχε μια φιλοσοφία, αλλά δεν ήταν πρωτότυπη και ήταν σχετικά
ασήμαντη. Αυτό που είναι σημαντικό είναι η δόκιμη κοινωνική θεωρία του (δηλ.
το μοντέλο του για την κοινωνία και τον πολιτισμό και οι σχετικές υποθέσεις) και
αυτό είναι ένα έργο μιας ιδιοφυΐας που υψώνεται πάνω από τον ανταγωνισμό
τους τελευταίους δύο αιώνες. 123
### Barbalet, J. (1983) *Marx's Construction of Social Theory*, Λονδίνο: Routledge και Kegal Paul.
> η αποξένωση του ανθρώπου είναι συνέπεια της φύσης της κοινωνίας των πολιτών,
και η χειραφέτηση από την αλλοτρίωση απαιτεί τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό
της κοινωνίας των πολιτών, τον οποίο ο εκδημοκρατισμός της είναι ανίκανος
να επιτύχει. 129