Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

αποβλεπτική (ή νοητική) ενύπαρξη του αντικειμένου

Κάθε νοητικό φαινόμενο χαρακτηρίζεται από αυτό που οι Σχολαστικοί του Μεσαίωνα ονόμαζαν την αποβλεπτική (ή νοητική) ενύπαρξη του αντικειμένου, και αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε, αν και όχι απολύτως χωρίς αμφισημία, αναφορά σε ένα περιεχόμενο, κατεύθυνση προς ένα αντικείμενο (το οποίο εδώ δεν πρέπει να νοηθεί ως πράγμα), ή εμμενή αντικειμενικότητα. Κάθε νοητικό φαινόμενο περιλαμβάνει κάτι ως αντικείμενο μέσα του, αν και δεν το πράττει με τον ίδιο τρόπο. Στην παράσταση, κάτι παρίσταται, στην κρίση κάτι καταφάσκεται ή αποφάσκεται, στην αγάπη αγαπιέται, στο μίσος μισείται, στην επιθυμία επιθυμείται και ούτω καθεξής.

Αυτή η αποβλεπτική ενύπαρξη είναι χαρακτηριστική αποκλειστικά των νοητικών φαινομένων. Κανένα φυσικό φαινόμενο δεν εμφανίζει κάτι ανάλογο. Μπορούμε, επομένως, να ορίσουμε τα νοητικά φαινόμενα λέγοντας ότι είναι εκείνα τα φαινόμενα τα οποία περιέχουν ένα αντικείμενο με τρόπο αποβλεπτικό μέσα τους.

[Every mental phenomenon is characterized by what the Scholastics of the Middle Ages called the intentional (or mental) inexistence of an object, and what we might call, though not wholly unambiguously, reference to a content, direction toward an object (which is not to be understood here as meaning a thing), or immanent objectivity. Every mental phenomenon includes something as object within itself, although they do not do so in the same way. In presentation, something is presented, in judgment something is affirmed or denied, in love loved, in hate hated, in desire desired and so on.

This intentional inexistence is characteristic exclusively of mental phenomena. No physical phenomenon exhibits anything like it. We can, therefore, define mental phenomena by saying that they are those phenomena which contain an object intentionally within themselves.

— Franz Brentano, Psychology From an Empirical Standpoint, 1995, pp. 88-89]

Αλλά από τη στιγμή που οι άνθρωποι ... κατέστησαν τη συντήρησή τους εξαρτημένη από τις ανταλλαγές που μπορούσαν να πραγματοποιήσουν, ή από το εμπόριο, αναγκάστηκαν να προσκολληθούν σε μια διαφορετική εκτίμηση, στην ανταλλακτική αξία, στην αξία που δεν προκύπτει από τη χρησιμότητα αλλά μάλλον από τη σχέση ανάμεσα στις ανάγκες ολόκληρης της κοινωνίας και στην ποσότητα εργασίας που ήταν επαρκής για την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης, ή επίσης στην ποσότητα εργασίας που θα μπορούσε να την ικανοποιήσει στο μέλλον.

«Αρχικά ο βιομήχανος παράγει για τους άλλους, όχι για τη δική του χρήση· τα αγαθά αυτά αρχίζουν να του είναι χρήσιμα μόνο από τη στιγμή που τα ανταλλάσσει. Έτσι καθιστούν αναγκαίο το εμπόριο και την τέχνη της ανταλλαγής. Αποτιμώνται πλέον μόνο βάσει της ανταλλάξιμης αξίας τους.» (σ. 161.) (Sismondi, *Études sur l’économie politique*, τ. II, Βρυξέλλες, 1837.)

Το εμπόριο έχει αφαιρέσει από τα πράγματα, από τα τμήματα του πλούτου, τον πρωταρχικό τους χαρακτήρα ως χρήσιμων πραγμάτων: *είναι η αντίθεση μεταξύ της αξίας χρήσης τους και της ανταλλάξιμης αξίας τους στην οποία το εμπόριο έχει αναγάγει όλα τα πράγματα*. (σ. 162.)

Στην αρχή, η χρησιμότητα είναι το αληθινό μέτρο των αξιών· ... το εμπόριο υπάρχει τότε, στην πατριαρχική κατάσταση της κοινωνίας· αλλά δεν έχει απορροφήσει πλήρως την κοινωνία· ασκείται μόνο πάνω στο πλεόνασμα της παραγωγής του καθενός και όχι πάνω σε εκείνο που συνιστά την ίδια του την ύπαρξη. (σ. 162, 163.)

Αντίθετα, ο χαρακτήρας της οικονομικής μας προόδου συνίσταται στο ότι το *εμπόριο* έχει αναλάβει το βάρος της *διανομής* του συνόλου του πλούτου που παράγεται ετησίως και, κατά συνέπεια, έχει καταργήσει απολύτως τον χαρακτήρα του ως αξίας χρήσης, αφήνοντας να παραμένει μόνο ο χαρακτήρας του ως ανταλλάξιμης αξίας. (σ. 163.)

Πριν από την εισαγωγή του εμπορίου ... η αύξηση της ποσότητας του προϊόντος αποτελούσε άμεση αύξηση του πλούτου. Λιγότερη σημασία είχε τότε η ποσότητα της εργασίας μέσω της οποίας αποκτιόταν αυτό το χρήσιμο πράγμα ... Και πράγματι, το ζητούμενο πράγμα δε χάνει τίποτε από τη χρησιμότητά του ακόμη και αν δεν απαιτούνταν καθόλου εργασία για την απόκτησή του· τα σιτηρά και το λινό δε θα ήταν λιγότερο αναγκαία για τους κατόχους τους ... ακόμη και αν τους έπεφταν από τον ουρανό. Αυτή είναι αναμφίβολα η αληθινή εκτίμηση του πλούτου, της απόλαυσης και της χρησιμότητας.

Αλλά από τη στιγμή που οι άνθρωποι ... κατέστησαν τη συντήρησή τους εξαρτημένη από τις ανταλλαγές που μπορούσαν να πραγματοποιήσουν, ή από το εμπόριο, αναγκάστηκαν να προσκολληθούν σε μια διαφορετική εκτίμηση, στην ανταλλακτική αξία, στην αξία που δεν προκύπτει από τη χρησιμότητα αλλά μάλλον από *τη σχέση ανάμεσα στις ανάγκες ολόκληρης της κοινωνίας και στην ποσότητα εργασίας που ήταν επαρκής για την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης*, ή επίσης στην ποσότητα εργασίας που θα μπορούσε να την ικανοποιήσει στο μέλλον. (σ. 266, ό.π.)

Στην εκτίμηση των αξιών, την οποία οι άνθρωποι επιχείρησαν να μετρήσουν με την εισαγωγή του χρήματος, η έννοια της χρησιμότητας παραμερίζεται πλήρως. Είναι η *εργασία*, η προσπάθεια που είναι αναγκαία για να αποκτήσει κανείς τα δύο πράγματα που ανταλλάσσονται μεταξύ τους, η οποία και μόνο λαμβάνεται υπόψη. (σ. 267.)

‘First the industrialist produces for others’ not for his own use; these goods begin to be of use to him only from the moment he exchanges them away. They thus make trade and the art of exchange necessary. They are only appraised by their exchangeable value.’ (p. 161.) (Sismondi, <em>Études sur l’économie politique</em>, Vol. II, Brussels, 1837.) Trade has robbed things, pieces of wealth, of their primitive character of usefulness: <em>it is the antithesis between their use value and their exchangeable value to which commerce has reduced all things</em>. (p. 162.) At the beginning, utility is the true measure of values; … trade exists then, in the patriarchal state of society; but it has not entirely absorbed the society; it is practised only upon the surplus of each one’s production, and not on what constitutes its existence. (p. 162, 163.) By contrast, the character of our economic progress is that <em>trade</em> has taken on the burden of the <em>distribution</em> of the totality of the annually produced wealth and it has consequently suppressed absolutely its character of use value, letting only that of exchangeable value remain. (163.)

Before the introduction of trade … the increase in the quantity of the product was a direct increase of wealth. Less significant at that time was the quantity of labour by means of which this useful thing was obtained … And really, the thing demanded loses none of its usefulness even if no labour at all were needed to obtain it; grain and linen would not be less necessary to their owners … even if they fell to them from heaven. This is without a doubt the true estimate of wealth, enjoyment, and usefulness. But from the moment when men … made their subsistence dependent on the exchanges they could make, or on commerce, they were forced to adhere to a <a id="p861"></a> different estimation, to exchange value, to value which results not from usefulness but rather from <em>the relation between the needs of the whole society and the quantity of labour which was sufficient to satisfy this need</em>, or as well the quantity of labour which might satisfy it in the future. (p. 266, loc. cit.) In the estimation of values, which people endeavoured to measure with the introduction of currency, the concept of usefulness is quite displaced. It is <em>labour</em>, the exertion necessary to procure oneself the two things exchanged for one another, which has alone been regarded. (p. 267.)

-- Karl Marx, Grundrisse

Το σημερινό όριο της παραγωγής δεν είναι η ποσότητα που μπορεί να παραχθεί, αλλά η ποσότητα που μπορεί να πωληθεί με κέρδος. (John Gray)

Το σημερινό όριο της παραγωγής δεν είναι η ποσότητα που μπορεί να παραχθεί, αλλά η ποσότητα που μπορεί να πωληθεί με κέρδος.

It is the quantity that can be sold at a profit, not the quantity that can be made, that is the present limit to production. (John Gray: The Social System. A Treatise on the Principle of Exchange, Edinburgh, 1831, 59.) (παρατίθεται στο Karl Marx, Grundrisse)

Το άτομο έρχεται στον κόσμο χωρίς να κατέχει ούτε κεφάλαιο ούτε γη. Η κοινωνική διανομή το κατατάσσει, ήδη από τη γέννησή του, στη μισθωτή εργασία. Όμως αυτή η ίδια η κατάσταση της κατανομής του σε μια τέτοια θέση αποτελεί συνέπεια της ύπαρξης του κεφαλαίου και της γαιοκτησίας ως ανεξάρτητων συντελεστών της παραγωγής.

Για το μεμονωμένο άτομο, βεβαίως, η διανομή εμφανίζεται ως ένας κοινωνικός νόμος που καθορίζει τη θέση του μέσα στο σύστημα παραγωγής εντός του οποίου παράγει, και ο οποίος, επομένως, προηγείται της παραγωγής. Το άτομο έρχεται στον κόσμο χωρίς να κατέχει ούτε κεφάλαιο ούτε γη. Η κοινωνική διανομή το κατατάσσει, ήδη από τη γέννησή του, στη μισθωτή εργασία. Όμως αυτή η ίδια η κατάσταση της κατανομής του σε μια τέτοια θέση αποτελεί συνέπεια της ύπαρξης του κεφαλαίου και της γαιοκτησίας ως ανεξάρτητων συντελεστών της παραγωγής.

To the single individual, of course, distribution appears as a social law which determines his position within the system of production within which he produces, and which therefore precedes production. The individual comes into the world possessing neither capital nor land. Social distribution assigns him at birth to wage labour. But this situation of being assigned is itself a consequence of the existence of capital and landed property as independent agents of production.

-- Karl Marx, Grundrisse

Καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς ένα μέσο παραγωγής, ακόμη κι αν αυτό το μέσο είναι απλώς το χέρι. Καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς συσσωρευμένη, παρελθούσα εργασία, ακόμη κι αν αυτή είναι μόνο η δεξιότητα που έχει συγκεντρωθεί και συμπυκνωθεί στο χέρι του αγρίου μέσω επανειλημμένης άσκησης.

Καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς ένα μέσο παραγωγής, ακόμη κι αν αυτό το μέσο είναι απλώς το χέρι. Καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς συσσωρευμένη, παρελθούσα εργασία, ακόμη κι αν αυτή είναι μόνο η δεξιότητα που έχει συγκεντρωθεί και συμπυκνωθεί στο χέρι του αγρίου μέσω επανειλημμένης άσκησης.

No production possible without an instrument of production, even if this instrument is only the hand. No production without stored-up, past labour, even if it is only the <a id="p86"></a>facility gathered together and concentrated in the hand of the savage by repeated practice.

-- Karl Marx, Grundrisse

Είναι λοιπόν εξίσου η τάση του κεφαλαίου να καθιστά την ανθρώπινη εργασία (σχετικά) περιττή, και να την κινεί χωρίς όριο.

Είναι νόμος του κεφαλαίου, όπως είδαμε, να παράγει υπερεργασία,
διαθέσιμο χρόνο. Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο θέτοντας σε κίνηση αναγκαία
εργασία
, δηλ. συνάπτοντας ανταλλαγή με τον εργάτη. Είναι, συνεπώς
η τάση του κεφαλαίου να παράγει όσο το δυνατόν περισσότερη εργασία, ακριβώς όπως
είναι η τάση του να μειώνει την αναγκαία εργασία στο ελάχιστο. Είναι
άρα επίσης η τάση του κεφαλαίου να διευρύνει τον εργατικό
πληθυσμό, καθώς και συνεχώς να κάνει μέρος αυτού του πληθυσμού
πλεονασματικό — που είναι άχρηστο, μέχρις ότου το κεφάλαιο μπορεί να το χρησιμοποιήσει.
(Εξ ου και η ορθότητα της θεωρίας του πλεονασματικού πληθυσμού και του πλεονάσματος
κεφαλαίου.)
Είναι λοιπόν εξίσου η τάση του κεφαλαίου να καθιστά την ανθρώπινη εργασία
(σχετικά) περιττή, και να την κινεί χωρίς όριο. Η αξία είναι μόνο
αντικειμενοποιημένη εργασία και η υπεραξία (αξιοποίηση του κεφαλαίου) είναι μόνο
η περίσσεια πέρα ​​και πάνω από εκείνο το μέρος της αντικειμενοποιημένης εργασίας που είναι
απαραίτητο για την αναπαραγωγή της εργατικής ικανότητας. Αλλά η εργασία ως τέτοια είναι
και παραμένει το προαπαιτούμενο, και η υπερεργασία υπάρχει μόνο σε σχέση
με την αναγκαία εργασία, επομένως μόνο στον βαθμό που η αναγκαία εργασία
υπάρχει. Το κεφάλαιο πρέπει επομένως να θετεί συνεχώς την αναγκαία εργασία
προκειμένου να θέτει την υπερεργασία· πρέπει να την αυξάνει (δηλ
ταυτόχρονες εργάσιμες ημέρες), προκειμένου να αυξάνει το πλεόνασμα· αλλά,
ομοίως, πρέπει να την υπερβαίνει ως αναγκαία εργασία για να τη θέτει
ως υπερεργασία.

It is the law of capital, as we have seen, to produce surplus labour,
disposable time. It can do this only by setting in motion /necessary
labour, /i.e. by entering into exchange with the worker. It is therefore
the tendency of capital to produce as much labour as possible, just as
it is its tendency to reduce necessary labour to a minimum. It is
therefore as much the tendency of capital to enlarge the working
population, as well as constantly to make a part of that population
surplus—that is useless, until such time as capital can utilise it.
(Hence the correctness of the theory of surplus population and surplus
capital.)
It is as much the tendency of capital to render human labour
(relatively) superfluous, as to drive it on without limit. Value is only
objectified labour, and surplus value (valorisation of capital) is only
the excess over and above that part of objectified labour which is
necessary for the reproduction of labour capacity. But labour as such is
and remains the prerequisite, and surplus labour exists only in relation
to necessary labour, therefore only in so far as necessary labour
exists. Capital must therefore constantly posit necessary labour in
order to posit surplus labour; it must increase it (i.e. the
/simultaneous /working days), in order to increase the surplus; but,
equally, it must transcend it as necessary labour in order to posit it
as surplus labour. [Karl Marx, MECW, vol. 28, p. 326]

('Ο πλούτος είναι διαθέσιμος χρόνος και τίποτα περισσότερο. Αν ολόκληρη η εργασία μιας
χώρας ήταν απλώς επαρκής για να αυξήσει την υποστήριξη του συνολικού
πληθυσμού, δε θα υπήρχε υπερεργασία, και κατά συνέπεια τίποτα
που μπορεί να επιτραπεί να συσσωρευτεί ως κεφάλαιο... Ένα έθνος είναι πραγματικά πλούσιο
εάν δεν υπάρχει καθόλου τόκος ή εάν η εργάσιμη ημέρα είναι 6 ώρες αντί
για δώδεκα... Ό,τι μπορεί να οφείλεται στον
καπιταλιστή, αυτός μπορεί να λάβει μόνο την υπερεργασία του εργάτη·
γιατί
ο εργάτης πρέπει να ζήσει».

/("Wealth is disposable time /and nothing more. If the whole labour of a
country were merely sufficient to raise the support of the whole
population, there would be no /surplus labour, /and consequently NOTHING
that CAN BE allowed to accumulate as capital... A nation is truly rich
if /no interest /exists or if the working day is 6 hours rather than
twelve... Whatever may be /due /to the
CAPITALIST, HE CAN ONLY RECEIVE THE /SURPLUS LABOUR /OF THE LABOURER;
FOR THE
labourer MUST live" /(The Source and Remedy of the National Difficulties
/[London, 1821, pp. 6, 4, 6 and 23]) (pp. 27, 28 ^121 )). [Karl Marx, MECW, vol. 28, p. 324]

δημοκρατία των συνεταιρισμένων παραγωγών και καταναλωτών

Ο θεμελιώδης σκοπός του σοσιαλισμού πρέπει, επομένως, να είναι η κατάργηση της εμπορευματικής μορφής της εργατικής δύναμης. Μόλις οι άμεσοι παραγωγοί αποκατασταθούν ως υποκείμενα —και όχι ως αντικείμενα— της παραγωγής, η αύξηση της παραγωγικής ισχύος θα μπορούσε να προσαρμόζεται στον αριθμό των εργαζομένων, αντί να ισχύει το αντίστροφο. Αυτή η αλλαγή θα καθιστούσε βεβαίως εφικτή την άνοδο του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και την κατάργηση της κακής κατανομής της εργατικής δύναμης που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Ωστόσο, όλες αυτές οι αλλαγές και αναπροσαρμογές πρέπει να θεωρηθούν ως επακόλουθο της κατάργησης της εμπορευματικής μορφής της εργατικής δύναμης, ως της τελικής και ανώτατης μορφής της αλλοτρίωσης των εκμεταλλευόμενων εργαζομένων στις ταξικές κοινωνίες. Ο σοσιαλισμός οφείλει να είναι «μια ένωση ελεύθερων ατόμων» (*Κεφάλαιο*, τόμ. Ι, σελ. 171), και όχι μια κοινωνία ελεγχόμενη και διοικούμενη από κρατικούς γραφειοκράτες.
[Makoto Itoh-2021-Value and Crisis]

Κατά τη γνώμη μου, το ίδιο το όραμα του Μαρξ για τη μετάβαση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία προϋποθέτει ορισμένες συνθήκες οι οποίες υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό απούσες από όλα τα «πειράματα σοσιαλιστικής οικοδόμησης» κατά τον τελευταίο αιώνα: ένα επαναστατικό εργατικό κίνημα, το οποίο να προωθεί το απελευθερωτικό του σχέδιο σε παγκόσμια κλίμακα· μια λειτουργούσα δημοκρατία των συνεταιρισμένων παραγωγών και καταναλωτών· ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο επίπεδο παραγωγικότητας· η ύπαρξη άφθονου «ελεύθερου χρόνου» που να επιτρέπει την πλήρη συμμετοχή των εργαζομένων σε πολιτικές, πολιτισμικές και κοινωνικές δραστηριότητες· και έναν καλά διαρθρωμένο σοσιαλιστικό διεθνή καταμερισμό της εργασίας.
[Murray Smith - 2019 - Invisible Leviathan / Marx's Law of Value in the Twilight of Capitalism: 16]

Και τέλος, την ίδια εντυπωσιακή διαφάνεια προσφέρει επίσης η «ένωση των ελεύθερων ατόμων» του μέλλοντος, «η οποία δαπανά τις πολλαπλές μορφές της εργατικής δύναμης σε πλήρη αυτοσυνείδηση ως ενιαία εργατική δύναμη»:

> «Το συνολικό προϊόν της ένωσης είναι *κοινωνικό* προϊόν. Ένα μέρος αυτού του προϊόντος χρησιμεύει ως νέα μέσα παραγωγής και παραμένει κοινωνικό. Ένα άλλο μέρος καταναλώνεται από τα μέλη της ένωσης ως μέσα συντήρησης. Αυτό το μέρος πρέπει, επομένως, να διανεμηθεί μεταξύ τους. Ο τρόπος αυτής της διανομής θα διαφέρει ανάλογα με το είδος της κοινωνικής οργάνωσης της παραγωγής και το αντίστοιχο επίπεδο κοινωνικής ανάπτυξης που έχουν επιτύχει οι παραγωγοί.»

Παρότι αυτό ενδέχεται να διαφέρει, η κοινωνική μορφή δεν παρουσιάζει τίποτε το μυστηριώδες:

> «Οι κοινωνικές σχέσεις των μεμονωμένων παραγωγών τόσο προς την εργασία τους όσο και προς τα προϊόντα της εργασίας τους είναι εδώ διαφανείς, τόσο στην απλότητα της παραγωγής όσο και στη διανομή τους.»^16
[Roman Rosdolsky - The Making of Marx's Capital, 558]


Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Οι κατηγορίες «προσδιορισμένος κόσμος» και «ενδεχομενικός κόσμος» δεν είναι οντολογικές αλλά επιστημολογικές· χαρακτηρίζουν «τον τρόπο με τον οποίο αυτό το είναι ή αυτό το γίγνεσθαι δίδεται ή μπορεί να δοθεί σε ένα χρονικά πεπερασμένο υποκείμενο».

Οι κατηγορίες «προσδιορισμένος κόσμος» και «ενδεχομενικός κόσμος» δεν είναι οντολογικές αλλά επιστημολογικές· χαρακτηρίζουν «τον τρόπο με τον οποίο αυτό το είναι ή αυτό το γίγνεσθαι δίδεται ή μπορεί να δοθεί σε ένα χρονικά πεπερασμένο υποκείμενο» (62). [Alexandre Kojève]

The categories “determined world” and “contingent
world” are not ontological but epistemological; they characterize “the
way in which this being or this becoming is or can be given to a subject
limited in time” (62). 

[Reality as Representation? Ernst Cassirer and Alexandre Kojève on Indeterminism – JHI Blog](https://www.jhiblog.org/2021/11/15/reality-as-representation-ernst-cassirer-and-alexandre-kojeve-on-indeterminism/) 

«αυτοδιαμορφωτικές πράξεις» (self-forming actions ή SFAs) — εκείνες οι στιγμές αμφιταλάντευσης κατά τις οποίες τα άτομα βιώνουν συγκρουόμενες βουλήσεις

Αυτό που καθιστά δυνατή την ύστατη ευθύνη για τη δημιουργία του εαυτού, στην αντίληψη του Robert Kane, είναι αυτό που ονομάζει «αυτοδιαμορφωτικές πράξεις» (*self-forming actions* ή SFAs) — εκείνες οι στιγμές αμφιταλάντευσης κατά τις οποίες τα άτομα βιώνουν συγκρουόμενες βουλήσεις. Οι SFAs είναι οι μη προκαθορισμένες, εκούσιες πράξεις ή αποχές από πράξη, οι οποίες ανακόπτουν την άπειρη αναγωγή σε προηγούμενες αιτίες (*regress-stopping*) μέσα στην ιστορία της ζωής των δρώντων υποκειμένων και οι οποίες απαιτούνται για την Ύστατη Ευθύνη (*Ultimate Responsibility*, UR).

Η UR δεν απαιτεί κάθε πράξη που επιτελούμε με τη δική μας ελεύθερη βούληση να είναι μη προκαθορισμένη και, συνεπώς, για κάθε πράξη ή επιλογή να μπορούσαμε να είχαμε πράξει διαφορετικά. Απαιτεί μόνο ορισμένες από τις επιλογές και τις πράξεις μας να είναι μη προκαθορισμένες (και άρα να μπορούσαμε να είχαμε πράξει διαφορετικά), δηλαδή τις SFAs.

Οι πράξεις αυτές διαμορφώνουν τον χαρακτήρα ή τη φύση μας· καθορίζουν τις μελλοντικές επιλογές μας, τους λόγους μας και τα κίνητρά μας κατά τη δράση. Εφόσον ένα πρόσωπο είχε την ευκαιρία να λάβει μια απόφαση που διαμορφώνει τον χαρακτήρα του (μια SFA), τότε είναι υπεύθυνο για τις πράξεις που απορρέουν από τον χαρακτήρα αυτόν.

What allows for ultimate responsibility of creation in Kane's picture
are what he refers to as "self-forming actions" or SFAs — those moments
of indecision during which people experience conflicting wills. These
SFAs are the undetermined, regress-stopping voluntary actions or
refrainings in the life histories of agents that are required for UR. UR
does not require that /every/ act done of our own free will be
undetermined and thus that, for every act or choice, we could have done
otherwise; it requires only that certain of our choices and actions be
undetermined (and thus that we could have done otherwise), namely SFAs.
These form our character or nature; they inform our future choices,
reasons and motivations in action. If a person has had the opportunity
to make a character-forming decision (SFA), he is responsible for the
actions that are a result of his character.

[Indeterminism - Wikipedia](https://en.wikipedia.org/wiki/Indeterminism)

Ο Πόπερ αντιπαρέθεσε τα «νέφη» (clouds), ως μεταφορά για τα απροσδιοριστικά συστήματα, στα «ρολόγια» (clocks), που συμβολίζουν τα αιτιοκρατικά συστήματα

Στο δοκίμιό του *Of Clouds and Clocks* («Περί Νεφών και Ρολογιών»), που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Karl Popper *Objective Knowledge*, ο Πόπερ αντιπαρέθεσε τα «νέφη» (*clouds*), ως μεταφορά για τα απροσδιοριστικά συστήματα, στα «ρολόγια» (*clocks*), που συμβολίζουν τα αιτιοκρατικά συστήματα. Τάχθηκε υπέρ της αναιτιοκρατίας, γράφοντας:

> Πιστεύω ότι ο Πιρς είχε δίκιο όταν υποστήριζε ότι όλα τα ρολόγια είναι, σε σημαντικό βαθμό, νέφη — ακόμη και τα πλέον ακριβή ρολόγια. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί την πιο σημαντική αντιστροφή της εσφαλμένης αιτιοκρατικής άποψης σύμφωνα με την οποία όλα τα νέφη είναι ρολόγια.

In his essay /Of Clouds and Clocks/, included in his book /Objective
Knowledge/, Popper <https://en.wikipedia.org/wiki/Karl_Popper>
contrasted "clouds", his metaphor for indeterministic systems, with
"clocks", meaning deterministic ones. He sided with indeterminism, writing

> I believe Peirce was right in holding that all clocks are clouds to
    some considerable degree — even the most precise of clocks. This, I
    think, is the most important inversion of the mistaken determinist
    view that all clouds are clocks^[19] <#cite_note-19>

^19  Popper, K: Of Clouds and Cuckoos, included in Objective Knowledge, revised, 1978, p215.

[Indeterminism - Wikipedia](https://en.wikipedia.org/wiki/Indeterminism)


Ο Κόμπτον υποδέχθηκε θετικά την άνοδο της αναιτιοκρατίας στην επιστήμη του 20ού αιώνα, γράφοντας

Ο Κόμπτον υποδέχθηκε θετικά την άνοδο της αναιτιοκρατίας στην επιστήμη του 20ού αιώνα, γράφοντας:

> Στη δική μου σκέψη σχετικά με αυτό το ζωτικής σημασίας ζήτημα βρίσκομαι σε μια πολύ πιο ικανοποιητική πνευματική κατάσταση απ’ ό,τι θα μπορούσα να είχα βρεθεί σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο της επιστήμης. Αν οι διατυπώσεις των νόμων της φυσικής θεωρούνταν απολύτως ορθές, θα έπρεπε να υποθέσει κανείς (όπως έκαναν οι περισσότεροι φιλόσοφοι) ότι το αίσθημα της ελευθερίας είναι απατηλό· ή, αν η [ελεύθερη] επιλογή θεωρούνταν αποτελεσματική, τότε οι νόμοι της φυσικής θα έπρεπε να θεωρηθούν αναξιόπιστοι. Το δίλημμα αυτό υπήρξε ένα δυσάρεστο και ανησυχητικό αδιέξοδο.

Compton welcomed the rise of indeterminism in 20th century science,
writing:

> In my own thinking on this vital subject I am in a much more
    satisfied state of mind than I could have been at any earlier stage
    of science. If the statements of the laws of physics were assumed
    correct, one would have had to suppose (as did most philosophers)
    that the feeling of freedom is illusory, or if [free] choice were
    considered effective, that the laws of physics ... [were]
    unreliable. The dilemma has been an uncomfortable one.^[17]
    <#cite_note-17>

^17 Commpton, A.H. The Human Meaning of Science p. ix

[Indeterminism - Wikipedia](https://en.wikipedia.org/wiki/Indeterminism)

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Όταν κάποια ασκεί ελευθερία, με την πράξη της επιλογής της προσθέτει η ίδια έναν παράγοντα που δεν παρέχεται από τις φυσικές συνθήκες και έτσι καθορίζει η ίδια τι θα συμβεί.

Απαντώντας στις επικρίσεις ότι οι ιδέες του καθιστούσαν την τύχη άμεση αιτία των πράξεών μας, ο Κόμπτον διευκρίνισε τη δι-σταδιακή φύση της θεωρίας του σε άρθρο του στο *Atlantic Monthly* το 1955. Πρώτα υπάρχει ένα φάσμα τυχαίων δυνατών συμβάντων και κατόπιν προστίθεται ένας καθοριστικός παράγοντας μέσω της πράξης της επιλογής.

> Ένα σύνολο γνωστών φυσικών συνθηκών δεν επαρκεί για να προσδιορίσει με ακρίβεια ποιο θα είναι ένα επερχόμενο συμβάν. Οι συνθήκες αυτές, στον βαθμό που μπορούν να γίνουν γνωστές, ορίζουν αντίθετα ένα εύρος δυνατών συμβάντων, μεταξύ των οποίων θα λάβει χώρα κάποιο συγκεκριμένο συμβάν. Όταν κάποια ασκεί ελευθερία, με την πράξη της επιλογής της προσθέτει η ίδια έναν παράγοντα που δεν παρέχεται από τις φυσικές συνθήκες και έτσι καθορίζει η ίδια τι θα συμβεί. Το ότι πράγματι το κάνει αυτό είναι γνωστό μόνο στο ίδιο το πρόσωπο. Από έξω μπορεί κανείς να διακρίνει στην πράξη του μόνο τη λειτουργία του φυσικού νόμου. Η εσωτερική γνώση ότι πράγματι κάνει αυτό που προτίθεται να κάνει είναι εκείνο που αποκαλύπτει στην ίδια τη δρώσα ότι είναι ελεύθερη.

Reacting to criticisms that his ideas made chance the direct cause of
our actions, Compton clarified the two-stage nature of his idea in an /
Atlantic Monthly/ article in 1955. First there is a range of random
possible events, then one adds a determining factor in the act of choice.

> A set of known physical conditions is not adequate to specify
    precisely what a forthcoming event will be. These conditions,
    insofar as they can be known, define instead a range of possible
    events from among which some particular event will occur. When one
    exercises freedom, by his act of choice he is himself adding a
    factor not supplied by the physical conditions and is thus himself
    determining what will occur. That he does so is known only to the
    person himself. From the outside one can see in his act only the
    working of physical law. It is the inner knowledge that he is in
    fact doing what he intends to do that tells the actor himself that
    he is free.^[16]

^16 "Science and Man’s Freedom", in The Cosmos of Arthur Holly Compton, 1967, Knopf, p. 115

[Indeterminism - Wikipedia](https://en.wikipedia.org/wiki/Indeterminism)


η κοινωνική σημασία της διάκρισης μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας προφανώς μεταβάλλεται ριζικά σε μια συνεργατική σοσιαλιστική κοινωνία σε σύγκριση με τις ταξικές κοινωνίες

17\. Στην *Κριτική του Προγράμματος της Γκότα*, ο Μαρξ επισημαίνει τα αναγκαία μέρη του κοινωνικού προϊόντος που πρέπει να παρακρατηθούν από την κοινωνία πριν προσδιοριστεί η διανομή των μέσων κατανάλωσης στα ατομικά της μέλη, ως εξής: «αντικατάσταση των καταναλωμένων μέσων παραγωγής», «πρόσθετο μέρος για την επέκταση της παραγωγής», «αποθεματικά ή ασφαλιστικά ταμεία για απρόοπτα, αναταράξεις λόγω φυσικών καταστροφών κ.λπ.», και επιπλέον τρία στοιχεία που πρέπει να αφαιρεθούν από τα μέσα κατανάλωσης: «γενικά έξοδα διοίκησης που δεν ανήκουν άμεσα στην παραγωγή» – τα οποία πρέπει να περιορίζονται και να μειώνονται σε μια νέα κοινωνία –, το μέρος «που προορίζεται για την κοινή ικανοποίηση αναγκών, όπως σχολεία, υγειονομικές υπηρεσίες κ.ά.» – που πρέπει να αυξάνεται αναλόγως με την ανάπτυξη της νέας κοινωνίας –, και «ταμεία για όσους είναι ανίκανοι προς εργασία κ.λπ.» (Κ. Μαρξ, *Κριτική του Προγράμματος της Γκότα*, 1875, Πεκίνο: Foreign Languages Press, 1976, σσ. 13–14). Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν όχι μόνο το αποτέλεσμα της υπερεργασίας, αλλά επίσης ενσωματωμένη παρελθούσα εργασία και ένα μέρος της αναγκαίας εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Αν και μπορούμε εύκολα να διακρίνουμε μεταξύ τους τα ταμεία ή κόστη που βασίζονται στην υπερεργασία των εργαζομένων – όπως εκείνα για την επέκταση της παραγωγής, την ασφάλιση, τη διοίκηση και τα πρόσωπα ανίκανα προς εργασία –, η κοινωνική σημασία της διάκρισης μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας προφανώς μεταβάλλεται ριζικά σε μια συνεργατική σοσιαλιστική κοινωνία σε σύγκριση με τις ταξικές κοινωνίες.

17\. In his /Critique of the Gotha Programme/ Marx points to the
necessary portions of the social product to be deduced by society before
determining the distribution of the means of consumption to individual
members of it , as follows: 'cover for replacement of the means of
production used up', 'additional portion for expansion of production',
'reserve or insurance funds against accidents, dislocations caused by
natural calamities, etc.', and a further three items as follows to be
deduced from the means of consumption: 'the general costs of
administration not directly belonging to production' to be restricted
and diminished in a new society, the portion 'intended for the common
satisfaction of needs, such as schools, health services, etc' to grow in
proportion as the development of the new society, and 'funds for those
unable to work, etc' (K. Marx, /Critique of the Gotha Programme, /1875,
Peking: Foreign Languages Press, 1976, pp. 13-14). These items include
not merely the result of surplus-labour, but also embodied deed labour
and a part of necessary labour to reproduce labour-power. Although we
can easily discern among them the funds or costs relying upon the
surplus labour of the workers, such as those for the expansion of
production, insurance, administration and for people unable to work, the
social meaning of the distinction between surplus and necessary labour
will obviously become different in a co-operative socialist society in
comparison with in class societies.

[Makoto Itoh, The Basic Theory of Capitalism Part IV Socialism, 415]

Η ανάπτυξη ενός οργανωμένου και ταξικά συνειδητού εργατικού κινήματος αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την σοσιαλιστική επανάσταση.

Επιπλέον, η κατάρρευση του καπιταλισμού και η μετάβασή του στον σοσιαλισμό δεν είναι θεωρητικά εγγυημένες ως μια μορφή μηχανικής και αυτόματης διεργασίας, ακόμη και αν θεωρηθεί δεδομένη η πόλωση της καπιταλιστικής κοινωνίας και η αυξανόμενη αθλιότητα. Η ανάπτυξη ενός οργανωμένου και ταξικά συνειδητού εργατικού κινήματος αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την σοσιαλιστική επανάσταση. Η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται αυτόματα μέσω της εντεινόμενης εξαθλίωσης των μαζών. Αν και ο Μαρξ αναφέρθηκε ορθώς στον ρόλο της εξέγερσης και της οργάνωσης των εργατών στη σύνοψή του περί της ιστορικής τάσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης, φαίνεται πως πίστευε υπερβολικά εύκολα ότι αυτός ο παράγοντας θα παραχθεί «από τον ίδιο τον μηχανισμό της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας» (Τόμ. Ι, σελ. 929). Ο σχηματισμός και η ανάπτυξη αυτού του κρίσιμου παράγοντα ως προϋπόθεσης του σοσιαλισμού καθορίζονται από ποικίλες συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, καθώς και από την πραγματική υποκειμενική ικανότητα της ηγεσίας του εργατικού κινήματος· και δεν μπορούν να συναχθούν μηχανιστικά από τη βασική οικονομική θεωρία του καπιταλισμού, ακόμη και αν συμπεριληφθεί ο λεγόμενος νόμος της αυξανόμενης εξαθλίωσης.

Moreover, the collapse of capitalism and its
transformation into socialism are not theoretically guaranteed as a sort
of mechanical automatic process, even if the polarisation of a
capitalist society with its increasing immiserisation is given. The
growth of an organised class-conscious workers' movement is an essential
precondition for a socialist revolution. This precondition may not
automatically be met through the increasing misery of the masses.
Although Marx correctly referred to the role of the workers' revolt and
their organisation in his summary of the historical tendency of
capitalist accumulation, he seems to have too easily believed that this
factor would be prepared 'by the very mechanism of the capitalist
process of production' (i, p. 929). The formation and the growth of this
crucial factor as a precondition for socialism are determined by various
concrete historical and social conditions, as well as by the actual
subjective ability of the leadership of the workers' movement, and
cannot be deduced mechanically from the basic economic theory of
capitalism, even when the so-called law of increasing misery is included.

[Makoto Itoh, The Basic Theory of Capitalism Part IV Socialism, 350]


M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

πρέπει εξαρχής να επιδιωχθούν συνειδητά οι πιο συνεργατικές και ισοκρατικές αρχές, όπως το «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του!»

Αναγνωρίζοντας ότι όλα τα είδη κοινωνικά αναγκαίας εργασίας εμπεριέχουν βασικά τον ίδιο χαρακτήρα της απλής αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας, βασισμένο στη κοινή ανθρώπινη ικανότητα για εργασία, πρέπει εξαρχής να επιδιωχθούν συνειδητά οι πιο συνεργατικές και ισοκρατικές αρχές, όπως το «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του!», και όχι να αναβάλλονται ως απώτερος στόχος που δήθεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο έπειτα από γενιές.

By recognising that all the sorts of
socially necessary work basically contain the same character as simple
abstract human labour, based upon the common human ability to work, the
more co-operative and egalitarian principles, such as 'from each
according to his ability, to each according to his need!', must
consciously be pursued from the very beginning of socialist economic
construction, and not put aside as a goal so far away as actually to be
achieved for generations to come.

[Makoto Itoh, The Basic Theory of Capitalism Part IV Socialism, 367]

ιμπρεσιονισμός (impressionism)

Ιμπρεσιονισμός (*Impressionism*): Ως γενικό καλλιτεχνικό κίνημα, η θεωρία ότι η τέχνη πρέπει να επιδιώκει μόνο να αποκαλύπτει την αισθητή ποιοτική όψη ενός αντικειμένου, σκηνής ή συμβάντος· δηλαδή το συνολικό αποτέλεσμα που αυτό δημιουργεί στον καλλιτέχνη. Ειδικότερα στη ζωγραφική, η γενική ιδέα που υποκρύπτει την πρακτική είναι η απόδοση της άμεσης οπτικής εμφάνισης του αντικειμένου, ανεξάρτητα από τη φυσική του δομή και τη σημασία του για τον νου. Δίνεται έμφαση στη σύλληψη των εφήμερων επιφανειακών όψεων των πραγμάτων όπως αυτές αποκαλύπτονται από τις μεταβολές του φωτός, με παραμέληση κάθε υποτιθέμενου «πραγματικού» πράγματος που υφίσταται αυτές τις μεταβολές και υποκρύπτει αυτές τις όψεις. — I.J.

[Impressionism: As a general artistic movement, the theory that art should strive only to reveal the felt quality of an object, scene, or event; i.e. the total effect that it creates in the artist. Specifically in painting, the general idea underling practice is to render the immediate visual appearance of the object, independently of its physical structure and its meaning for the mind. Emphasis is placed on capturing ephemeral surface aspects of things as disclosed by changes in light, neglecting any supposed real thing which undergoes these changes and underlies these aspects. -- I.J. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

εντύπωση (impression)

Εντύπωση (*Impression*): Ενέργημα ή διαδικασία επενέργειας· αποτέλεσμα ή επίδραση μιας τέτοιας επενέργειας, ιδίως ψυχολογική· άμεσο ή στιγμιαίο αποτέλεσμα· διέγερση νευρικών διεργασιών ανεξάρτητα από την επίδρασή της· άμεσο αποτέλεσμα της νευρικής διέγερσης στη συνείδηση· άμεσο, ανερμήνευτο δεδομένο της συνείδησης, ιδιαίτερα σε σχέση με αισθητικά αντικείμενα· αισθητηριακή εικόνα· σχετικά ζωηρό αντιληπτικό δεδομένο σε αντιδιαστολή προς μια ασθενέστερη ιδέα. Βλ. Hume. — M.T.K.

[Impression: Act or process of affecting; effect or influence of such, especially psychological, immediate or momentary effect; stimulation of neural processes apart from its effect, immediate effect in consciousness of neural stimulation; immediate, uninterpreted datum of consciousness, especially of aesthetic objects; sensuous image; relatively vivid perceptual datum as against a fainter idea. See Hume. -- M.T.K. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

 

αμεσότητα (immediacy)

**Αμεσότητα** *(λατ. in + medius, «μέσος», «ενδιάμεσος»)*: Η αμεσότητα χρησιμοποιείται με δύο σημασίες:

* Σε αντιδιαστολή προς την **αναπαράσταση**, η αμεσότητα είναι η άμεση παρουσία του αντικειμένου της γνώσης στον νου. Βλ. παρουσιαστική αμεσότητα (*presentational immediacy*).
* Σε αντιδιαστολή προς τη **διαμεσολάβηση**, η αμεσότητα συνίσταται στην απουσία ή στην ελάχιστη και λανθάνουσα παρουσία της συναγωγής, της ερμηνείας και της κατασκευής σε οποιαδήποτε γνωστική διαδικασία.

Με αυτή τη δεύτερη σημασία, η **αντίληψη** και η **ενθύμηση** είναι σχετικά άμεσες, ενώ οι επιστημονικές και φιλοσοφικές θεωρίες είναι διαμεσολαβημένες. — L.W.

[Immediacy: (Lat. in + medius, middle) Immediacy is used in two senses:

* Contrasted with representation, immediacy is the direct presence to the mind of the object of knowledge. See Presentational immediacy.
* Contrasted with mediation, immediacy consists in the absence or minimal and submerged presence of inference, interpretation and construction in any process of knowledge. 

In this sense perception and memory are relatively immediate whereas scientific and philosophical theories are mediate. -- L.W. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

**Παρουσιαστική Αμεσότητα** *(λατ. praesens, μετοχή ενεστώτα του praeesse = «είμαι παρών», και in + medius = «χωρίς ενδιάμεσο»)*: Η παρουσιαστική αμεσότητα χαρακτηρίζει κάθε περιεχόμενο που βρίσκεται σε άμεση γνωστική παρουσία ενώπιον του νου, όπως τα αισθητηριακά δεδομένα, οι νοητικές εικόνες, καθώς και τα συναισθηματικά και συγκινησιακά δεδομένα.

Ορισμένοι γνωσιολόγοι αποδίδουν αμεσότητα και σε ανώτερα επίπεδα γνώσης, όπως η αντίληψη και η ενθύμηση, ενώ οι μυστικιστές την αποδίδουν στη γνώση του Θεού. — L.W.

[Presentational Immediacy: (Lat. praesens ppr. of praeesse, and in + medius, middle) Presentational immediacy characterizes any items which are in the direct cognitive presence of the mind such as sense data, images, emotional and affective data. Immediacy is ascribed by some epistemologists to higher levels of knowledge, e.g. perception and memory and by the mystic to the knowledge of God. -- L.W. ](https://www.ditext.com/runes/p.html)


Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

«Κάθε εμμενής αντίληψη εγγυάται αναγκαία την ύπαρξη του αντικειμένου της. … Η σύλληψη ότι [το εμμενές αντικείμενο] δεν υπάρχει είναι, κατ’ αρχήν, αδύνατη» (§ 46, σ. 143).

Σε ένα εμμενώς κατευθυνόμενο ενέργημα, λέει ο Χούσσερλ, «έχουμε έναν σύνδεσμο δύο αποβλεπτικών εμπειριών, από τις οποίες τουλάχιστον η υπερτιθέμενη είναι εξαρτημένη και, επιπλέον, όχι απλώς θεμελιωμένη στην βαθύτερη, αλλά ταυτόχρονα και αποβλεπτικά στραμμένη προς αυτή» (§ 38, σ. 124). [Sokolowski, HM, σ. 188]

Αυτό έχει μια σημαντική συνέπεια: «Κάθε εμμενής αντίληψη εγγυάται αναγκαία την ύπαρξη του αντικειμένου της. … Η σύλληψη ότι [το εμμενές αντικείμενο] δεν υπάρχει είναι, κατ’ αρχήν, αδύνατη» (§ 46, σ. 143). Δεδομένου ότι το αντικείμενο της εμμενούς αντίληψης θεμελιώνει την αντίληψη, η αντίληψη δεν θα μπορούσε να έχει προκύψει χωρίς το αντικείμενό της. Επομένως, η ύπαρξη της εμμενούς αντίληψης εγγυάται την ύπαρξη του αντικειμένου της. Ένα σπίτι δεν θα μπορούσε να προκύψει χωρίς το θεμέλιό του, άρα η ύπαρξη του σπιτιού εγγυάται την ύπαρξη του θεμελίου του. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ύπαρξη ενός αναστοχασμού εγγυάται την ύπαρξη του αντικειμένου του. [σ. 188]

In an immanently directed act, Husserl says, "we have a nexus of two intentional experiences, of which at least the superimposed one is dependent, and, moreover, not merely grounded in the deeper-lying, but at the same time intentionally directed towards it" (§ 38, p. 124). [Sokolowski, HM, p.188]

This has an important implication: "Every immanent perception necessaraly guarantees the existence of its object. . . . The insight that it [the immanent object] does not exist is, in principle, impossible" (§ 46, p. 143). Since the object of the immanent perception founds the perception, the perception could not have come to be without its object. Hence the existence of the immanent perception guarantees the existence of its object. A house could not come to be without its foundation, so the existence of the house guarantees the existence of its foundation. In the same way, the existence of a reflection guarantees the existence of its object. [p.188]


Η μέθοδος της φαντασιακής παραλλαγής του Husserl, ως τρόπος προσέγγισης των καθαρών ουσιών, περιλαμβάνει μια αρνητική ενόραση των ορίων ή των συνόρων στα οποία το δεδομένο είδος καθίσταται αδύνατο

Μια θετική διατύπωση ενός τέτοιου νόμου («Ο τόνος είναι μία στιγμή του ήχου») εκφράζει μια ουσιώδη αναγκαιότητα, ενώ μια αρνητική διατύπωση («Ο τόνος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ήχο») εκφράζει μια ουσιώδη αδυνατότητα. Η διατύπωση του νόμου προϋποθέτει ενόραση της αναγκαιότητας ή της αδυνατότητας των καταστάσεων πραγμάτων. Στην πράξη, η αρνητική διατύπωση είναι συχνά καταλληλότερη. Είναι ευκολότερο να αναγνωρίσει ή να εποπτεύσει κανείς μια ουσιώδη συνάφεια συνειδητοποιώντας την αδυνατότητα να είναι διαφορετικά, παρά εκτιμώντας την αναγκαιότητα να είναι όπως είναι. Η μέθοδος της φαντασιακής παραλλαγής του Husserl, ως τρόπος προσέγγισης των καθαρών ουσιών, περιλαμβάνει μια αρνητική ενόραση των ορίων ή των συνόρων στα οποία το δεδομένο είδος καθίσταται αδύνατο (βλ. παρακάτω, § 29).

A positive expression of such a law ("Pitch is a moment of sound") states an essential necessity, while a negative formulation ("Pitch cannot exist without sound") states an essential impossibility. Expression of the law presumes insight into the necessity or impossibility of the states of affairs. In practice the negative formulation is often more appropriate. It is easier to recognize or intuit an essential connection by realizing the impossibility of its being otherwise than by appreciating the necessity of its being the way it is. Husserl's method of imaginative variation as a way of reaching pure essences involves negative insight into the limits or boundaries at which the given eidos becomes impossible (see below, § 29).

[Sokolowski, HM, p. 14]

Θα ήθελα να σας προειδοποιήσω ότι δεν αποδίδω στη φύση ούτε ομορφιά ούτε ασχήμια, ούτε τάξη ούτε αταξία. Μόνο σε σχέση με τη φαντασία μας μπορούν τα πράγματα να αποκαλούνται όμορφα ή άσχημα, εύτακτα ή συγκεχυμένα.

«Θα ήθελα να σας προειδοποιήσω ότι δεν αποδίδω στη φύση ούτε ομορφιά ούτε ασχήμια, ούτε τάξη ούτε αταξία. Μόνο σε σχέση με τη φαντασία μας μπορούν τα πράγματα να αποκαλούνται όμορφα ή άσχημα, εύτακτα ή συγκεχυμένα.»

"I would warn you that I do not attribute to nature either beauty or deformity, order or confusion. Only in relation to our imagination can things be called beautiful or ugly, well-ordered or confused."

- Baruch Spinoza

Η φαντασία δηλώνει μια νοητική διεργασία που συνίσταται...

Φαντασία (Imagination): Η φαντασία δηλώνει μια νοητική διεργασία που συνίσταται:

* στην αναβίωση αισθητηριακών εικόνων οι οποίες προέρχονται από προγενέστερες αντιλήψεις (αναπαραγωγική φαντασία), και
* στον συνδυασμό αυτών των στοιχειωδών εικόνων σε νέες ενότητες (δημιουργική ή παραγωγική φαντασία).

Η δημιουργική φαντασία είναι δύο ειδών:

* η φαντασιοπληξία (*fancy*), η οποία είναι σχετικά αυθόρμητη και ανεξέλεγκτη, και
* η κατασκευαστική φαντασία (*constructive imagination*), η οποία απαντά χαρακτηριστικά στην επιστήμη, την εφεύρεση και τη φιλοσοφία και καθοδηγείται από ένα κυρίαρχο σχέδιο ή σκοπό.

— L.W.

[Imagination: Imagination designates a mental process consisting of:

* The revival of sense images derived from earlier perceptions (the reproductive imagination), and
* the combination of these elementary images into new unities (the creative or productive imagination.) The creative imagination is of two kinds:
    * the fancy which is relatively spontaneous and uncontrolled, and
    * the constructive imagination, exemplified in science, invention and philosophy which is controlled by a dominant plan or purpose. 

-- L.W. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

τρεις κατηγορίες σημείων που διέκρινε ο Charles Sanders Peirce

Οι «εικόνες» (images) αποτελούν έναν τύπο της ευρύτερης κατηγορίας των «σημείων» που πρότεινε ο Charles Sanders Peirce. Παρότι οι ιδέες του είναι σύνθετες και μεταβλήθηκαν με την πάροδο του χρόνου, ξεχωρίζουν οι τρεις κατηγορίες σημείων που διέκρινε:

* Το **«εικόνισμα/εικονίδιο» (icon)**, το οποίο σχετίζεται με ένα αντικείμενο μέσω της ομοιότητάς του προς κάποια ποιότητα του αντικειμένου. Ένα ζωγραφισμένο ή φωτογραφημένο πορτρέτο είναι εικόνισμα λόγω της ομοιότητάς του προς το πρόσωπο που απεικονίζει. Μια πιο αφηρημένη αναπαράσταση, όπως ένας χάρτης ή ένα διάγραμμα, μπορεί επίσης να αποτελεί εικόνισμα.

* Ο **«δείκτης» (index)**, ο οποίος σχετίζεται με ένα αντικείμενο μέσω κάποιας πραγματικής σύνδεσης. Για παράδειγμα, ο καπνός μπορεί να είναι δείκτης φωτιάς, ή η θερμοκρασία που καταγράφεται σε ένα θερμόμετρο μπορεί να είναι δείκτης της ασθένειας ή της υγείας ενός ασθενούς.

* Το **«σύμβολο» (symbol)**, το οποίο στερείται άμεσης ομοιότητας ή σύνδεσης με ένα αντικείμενο, αλλά η συσχέτισή του με αυτό αποδίδεται αυθαίρετα από τον δημιουργό ή υπαγορεύεται από πολιτισμικές και ιστορικές συνήθειες, συμβάσεις κ.λπ. Το κόκκινο χρώμα, για παράδειγμα, μπορεί να υποδηλώνει οργή, ομορφιά, ευημερία, πολιτική ταύτιση ή άλλες σημασίες μέσα σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό ή συγκείμενο· ο Σουηδός σκηνοθέτης Ingmar Bergman ισχυρίστηκε ότι η χρήση αυτού του χρώματος στην ταινία του Cries and Whispers το 1972 προερχόταν από την προσωπική του οπτικοποίηση της ανθρώπινης ψυχής.

Μια και μόνη εικόνα μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα και στις τρεις αυτές κατηγορίες. Το Statue of Liberty αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρόλο που έχουν υπάρξει αμέτρητες δισδιάστατες και τρισδιάστατες «αναπαραγωγές» του αγάλματος (δηλαδή «εικονίσματα» καθαυτά), το ίδιο το άγαλμα υπάρχει ως:

* **«Εικόνισμα» (icon)**, λόγω της ομοιότητάς του με μια ανθρώπινη γυναίκα (ή, ακριβέστερα, με προγενέστερες αναπαραστάσεις της ρωμαϊκής θεάς Libertas ή με το γυναικείο πρότυπο που χρησιμοποίησε ο καλλιτέχνης Frédéric Auguste Bartholdi).

* **«Δείκτης» (index)**, που αναπαριστά την New York City ή γενικότερα τις United States εξαιτίας της τοποθέτησής του στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, ή ακόμη τη «μετανάστευση» λόγω της εγγύτητάς του προς το μεταναστευτικό κέντρο της Ellis Island.

* **«Σύμβολο» (symbol)**, ως οπτικοποίηση της αφηρημένης έννοιας της «ελευθερίας» (liberty ή freedom), ή ακόμη της «ευκαιρίας» και της «ποικιλομορφίας».

[Από English Wikipedia]

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Μια νοητική εικόνα υπάρχει στον νου ενός ατόμου ως κάτι που θυμάται ή φαντάζεται.

Μια νοητική εικόνα υπάρχει στον νου ενός ατόμου ως κάτι που θυμάται ή φαντάζεται. Το αντικείμενο μιας εικόνας δε χρειάζεται να είναι πραγματικό· μπορεί να είναι μια αφηρημένη έννοια, όπως ένα γράφημα ή μια συνάρτηση, ή μια φανταστική οντότητα. Ωστόσο, για να γίνει κατανοητή μια νοητική εικόνα έξω από τον νου του ατόμου, πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος μετάδοσης αυτής της νοητικής εικόνας μέσω των λέξεων ή των οπτικών παραστάσεων που παράγει το υποκείμενο. [Από English Wikipedia]

Η φυλή και η εθνότητα σε συνδυασμό με την τάξη (μόρφωση, οικονομικό επίπεδο κτλ.), το φύλο, την ηλικία αποτελούν τις βασικές κατηγορίες πάνω στις οποίες δομείται η «αρχιτεκτονική της εξουσίας» σε επίπεδο της κοινωνίας.

Η φυλή και η εθνότητα σε συνδυασμό με την τάξη (μόρφωση, οικονομικό
επίπεδο κτλ.), το φύλο, την ηλικία αποτελούν τις βασικές κατηγορίες πάνω
στις οποίες δομείται η «αρχιτεκτονική της εξουσίας» σε επίπεδο της
κοινωνίας.

Γιώργος Μαυρομμάτης - Ταυτότητες (ταυτότητες.pptx)

 

Πλάνη-Ψευδαίσθηση-Παραίσθηση (Delusion-Illusion-Hallucination ditext)

Delusion-Illusion-Hallucination

Πλάνη (Delusion): *(λατ. de + ludere, «παίζω»)* Εσφαλμένη ή μη αληθοφανής (*non-veridical*) γνώση. Ο όρος, κυρίως, περιορίζεται στην αντίληψη, τη μνήμη και άλλες μη συμπερασματικές μορφές γνώσης, αλλά μερικές φορές επεκτείνεται ώστε να περιλάβει και συμπερασματικές πεποιθήσεις και θεωρίες. Βλ. Αληθοφανής (Veridical).

Οι δύο κύριοι τύποι πλάνης είναι:

(α) η ψευδαίσθηση (illusion) ή μερικώς πλανημένη γνώση, π.χ. οι συνήθεις παραμορφώσεις των αισθήσεων και της μνήμης, οι οποίες εντούτοις έχουν κάποια πραγματική βάση· και

(β) η παραισθητική αντίληψη (hallucination) ή πλήρως πλανημένη γνώση, όπως τα όνειρα, οι ψευδο-αναμνήσεις κ.λπ., στα οποία δεν αντιστοιχεί τίποτε στην πραγματικότητα.

Βλ. Ψευδαίσθηση (Illusion)· Παραισθητική αντίληψη (Hallucination). — L.W.

Ψευδαίσθηση (Illusion): *(λατ. in + ludere, «παίζω»)* Μια αισθητηριακή ψευδαίσθηση είναι μια εσφαλμένη αντίληψη που προκύπτει από εσφαλμένη ερμηνεία των δεδομένων των αισθήσεων, επειδή αυτά παράγονται υπό ασυνήθιστες συνθήκες αντίληψης — φυσικές, φυσιολογικές ή ψυχολογικές. Η ψευδαίσθηση αντιδιαστέλλεται προς την παραισθητική αντίληψη (*hallucination*), στην οποία τα αισθητηριακά συστατικά στοιχεία απουσιάζουν εντελώς. Βλ. Πλάνη (Delusion)· Παραισθητική αντίληψη (Hallucination). — L.W.

Παραισθητική αντίληψη (Hallucination): *(λατ. hallucinatio, από το hallucinari, «περιπλανώμαι με τον νου»)* Μια μη αληθοφανής ή πλανημένη αντίληψη ενός αισθητηριακού αντικειμένου, η οποία λαμβάνει χώρα ενώ κανένα αντικείμενο δεν είναι πράγματι παρόν στα αισθητήρια όργανα. Βλ. Πλάνη (Delusion)· Ψευδαίσθηση (Illusion). — L.W.

Αρνητική παραισθητική αντίληψη (Negative Hallucination): Η αποτυχία αντίληψης ενός αντικειμένου το οποίο είναι πράγματι παρόν στα αισθητήρια όργανα. Βλ. Παραισθητική αντίληψη (Hallucination). — L.W.


[Delusion: (Lat. de + ludere, to play) Erroneous or non-veridical cognition. The term is properly restricted to perception, memory and other non-inferential forms of knowledge but is at times extended to include inferential beliefs and theories. See Veridical. The two principal types of delusion are (a) illusion or partially delusive cognition, e.g. the ordinary distortions of sense and memory which nevertheless have a basis in fact, and (b) hallucination or totally delusive cognition such as dreams, pseudo-memories, etc. to which nothing corresponds in fact. See Illusion; Hallucination. -- L.W. ](https://www.ditext.com/runes/d.html)

[Illusion: (Lat. in + ludere, to play) An illusion of sense is an erroneous perception arising from a misinterpretation of data of sense because they are produced under unusual conditions of perception, physical, physiological or psychological. Illusion contrasts with hallucination in which the sensuous ingredients are totally absent. See Delusion; Hallucination. -- L.W. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

[Hallucination: (Lat. hallucinatio, from hallucinari, to wander in mind) A non-veridical or delusive perception of a sense object occurring when no object is in fact present to the organs of sense. See Delusion, Illusion. -- L.W.

Hallucination, Negative: The failure to perceive an object which is in fact present to the organs of sense. See Hallucination. -- L.W. ](https://www.ditext.com/runes/h.html)