Σε ένα εμμενώς κατευθυνόμενο ενέργημα, λέει ο Χούσσερλ, «έχουμε έναν σύνδεσμο δύο αποβλεπτικών εμπειριών, από τις οποίες τουλάχιστον η υπερτιθέμενη είναι εξαρτημένη και, επιπλέον, όχι απλώς θεμελιωμένη στην βαθύτερη, αλλά ταυτόχρονα και αποβλεπτικά στραμμένη προς αυτή» (§ 38, σ. 124). [Sokolowski, HM, σ. 188]
Αυτό έχει μια σημαντική συνέπεια: «Κάθε εμμενής αντίληψη εγγυάται αναγκαία την ύπαρξη του αντικειμένου της. … Η σύλληψη ότι [το εμμενές αντικείμενο] δεν υπάρχει είναι, κατ’ αρχήν, αδύνατη» (§ 46, σ. 143). Δεδομένου ότι το αντικείμενο της εμμενούς αντίληψης θεμελιώνει την αντίληψη, η αντίληψη δεν θα μπορούσε να έχει προκύψει χωρίς το αντικείμενό της. Επομένως, η ύπαρξη της εμμενούς αντίληψης εγγυάται την ύπαρξη του αντικειμένου της. Ένα σπίτι δεν θα μπορούσε να προκύψει χωρίς το θεμέλιό του, άρα η ύπαρξη του σπιτιού εγγυάται την ύπαρξη του θεμελίου του. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ύπαρξη ενός αναστοχασμού εγγυάται την ύπαρξη του αντικειμένου του. [σ. 188]
In an immanently directed act, Husserl says, "we have a nexus of two intentional experiences, of which at least the superimposed one is dependent, and, moreover, not merely grounded in the deeper-lying, but at the same time intentionally directed towards it" (§ 38, p. 124). [Sokolowski, HM, p.188]
This has an important implication: "Every immanent perception necessaraly guarantees the existence of its object. . . . The insight that it [the immanent object] does not exist is, in principle, impossible" (§ 46, p. 143). Since the object of the immanent perception founds the perception, the perception could not have come to be without its object. Hence the existence of the immanent perception guarantees the existence of its object. A house could not come to be without its foundation, so the existence of the house guarantees the existence of its foundation. In the same way, the existence of a reflection guarantees the existence of its object. [p.188]
rotenotes
♥∞♪☮☯☭Ⓐ☆ 🏴☠️🇵🇸🏴🏳️🌈🏳️⚧️❤️☀️💚🌿😍💚😍🍃
Σάββατο 6 Ιουνίου 2026
«Κάθε εμμενής αντίληψη εγγυάται αναγκαία την ύπαρξη του αντικειμένου της. … Η σύλληψη ότι [το εμμενές αντικείμενο] δεν υπάρχει είναι, κατ’ αρχήν, αδύνατη» (§ 46, σ. 143).
Η μέθοδος της φαντασιακής παραλλαγής του Husserl, ως τρόπος προσέγγισης των καθαρών ουσιών, περιλαμβάνει μια αρνητική ενόραση των ορίων ή των συνόρων στα οποία το δεδομένο είδος καθίσταται αδύνατο
Μια θετική διατύπωση ενός τέτοιου νόμου («Ο τόνος είναι μία στιγμή του ήχου») εκφράζει μια ουσιώδη αναγκαιότητα, ενώ μια αρνητική διατύπωση («Ο τόνος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ήχο») εκφράζει μια ουσιώδη αδυνατότητα. Η διατύπωση του νόμου προϋποθέτει ενόραση της αναγκαιότητας ή της αδυνατότητας των καταστάσεων πραγμάτων. Στην πράξη, η αρνητική διατύπωση είναι συχνά καταλληλότερη. Είναι ευκολότερο να αναγνωρίσει ή να εποπτεύσει κανείς μια ουσιώδη συνάφεια συνειδητοποιώντας την αδυνατότητα να είναι διαφορετικά, παρά εκτιμώντας την αναγκαιότητα να είναι όπως είναι. Η μέθοδος της φαντασιακής παραλλαγής του Husserl, ως τρόπος προσέγγισης των καθαρών ουσιών, περιλαμβάνει μια αρνητική ενόραση των ορίων ή των συνόρων στα οποία το δεδομένο είδος καθίσταται αδύνατο (βλ. παρακάτω, § 29).
A positive expression of such a law ("Pitch is a moment of sound") states an essential necessity, while a negative formulation ("Pitch cannot exist without sound") states an essential impossibility. Expression of the law presumes insight into the necessity or impossibility of the states of affairs. In practice the negative formulation is often more appropriate. It is easier to recognize or intuit an essential connection by realizing the impossibility of its being otherwise than by appreciating the necessity of its being the way it is. Husserl's method of imaginative variation as a way of reaching pure essences involves negative insight into the limits or boundaries at which the given eidos becomes impossible (see below, § 29).
[Sokolowski, HM, p. 14]
Θα ήθελα να σας προειδοποιήσω ότι δεν αποδίδω στη φύση ούτε ομορφιά ούτε ασχήμια, ούτε τάξη ούτε αταξία. Μόνο σε σχέση με τη φαντασία μας μπορούν τα πράγματα να αποκαλούνται όμορφα ή άσχημα, εύτακτα ή συγκεχυμένα.
«Θα ήθελα να σας προειδοποιήσω ότι δεν αποδίδω στη φύση ούτε ομορφιά ούτε ασχήμια, ούτε τάξη ούτε αταξία. Μόνο σε σχέση με τη φαντασία μας μπορούν τα πράγματα να αποκαλούνται όμορφα ή άσχημα, εύτακτα ή συγκεχυμένα.»
"I would warn you that I do not attribute to nature either beauty or deformity, order or confusion. Only in relation to our imagination can things be called beautiful or ugly, well-ordered or confused."
- Baruch Spinoza
Η φαντασία δηλώνει μια νοητική διεργασία που συνίσταται...
Φαντασία (Imagination): Η φαντασία δηλώνει μια νοητική διεργασία που συνίσταται:
* στην αναβίωση αισθητηριακών εικόνων οι οποίες προέρχονται από προγενέστερες αντιλήψεις (αναπαραγωγική φαντασία), και
* στον συνδυασμό αυτών των στοιχειωδών εικόνων σε νέες ενότητες (δημιουργική ή παραγωγική φαντασία).
Η δημιουργική φαντασία είναι δύο ειδών:
* η φαντασιοπληξία (*fancy*), η οποία είναι σχετικά αυθόρμητη και ανεξέλεγκτη, και
* η κατασκευαστική φαντασία (*constructive imagination*), η οποία απαντά χαρακτηριστικά στην επιστήμη, την εφεύρεση και τη φιλοσοφία και καθοδηγείται από ένα κυρίαρχο σχέδιο ή σκοπό.
— L.W.
[Imagination: Imagination designates a mental process consisting of:
* The revival of sense images derived from earlier perceptions (the reproductive imagination), and
* the combination of these elementary images into new unities (the creative or productive imagination.) The creative imagination is of two kinds:
* the fancy which is relatively spontaneous and uncontrolled, and
* the constructive imagination, exemplified in science, invention and philosophy which is controlled by a dominant plan or purpose.
-- L.W. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)
τρεις κατηγορίες σημείων που διέκρινε ο Charles Sanders Peirce
Οι «εικόνες» (images) αποτελούν έναν τύπο της ευρύτερης κατηγορίας των «σημείων» που πρότεινε ο Charles Sanders Peirce. Παρότι οι ιδέες του είναι σύνθετες και μεταβλήθηκαν με την πάροδο του χρόνου, ξεχωρίζουν οι τρεις κατηγορίες σημείων που διέκρινε:
* Το **«εικόνισμα/εικονίδιο» (icon)**, το οποίο σχετίζεται με ένα αντικείμενο μέσω της ομοιότητάς του προς κάποια ποιότητα του αντικειμένου. Ένα ζωγραφισμένο ή φωτογραφημένο πορτρέτο είναι εικόνισμα λόγω της ομοιότητάς του προς το πρόσωπο που απεικονίζει. Μια πιο αφηρημένη αναπαράσταση, όπως ένας χάρτης ή ένα διάγραμμα, μπορεί επίσης να αποτελεί εικόνισμα.
* Ο **«δείκτης» (index)**, ο οποίος σχετίζεται με ένα αντικείμενο μέσω κάποιας πραγματικής σύνδεσης. Για παράδειγμα, ο καπνός μπορεί να είναι δείκτης φωτιάς, ή η θερμοκρασία που καταγράφεται σε ένα θερμόμετρο μπορεί να είναι δείκτης της ασθένειας ή της υγείας ενός ασθενούς.
* Το **«σύμβολο» (symbol)**, το οποίο στερείται άμεσης ομοιότητας ή σύνδεσης με ένα αντικείμενο, αλλά η συσχέτισή του με αυτό αποδίδεται αυθαίρετα από τον δημιουργό ή υπαγορεύεται από πολιτισμικές και ιστορικές συνήθειες, συμβάσεις κ.λπ. Το κόκκινο χρώμα, για παράδειγμα, μπορεί να υποδηλώνει οργή, ομορφιά, ευημερία, πολιτική ταύτιση ή άλλες σημασίες μέσα σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό ή συγκείμενο· ο Σουηδός σκηνοθέτης Ingmar Bergman ισχυρίστηκε ότι η χρήση αυτού του χρώματος στην ταινία του Cries and Whispers το 1972 προερχόταν από την προσωπική του οπτικοποίηση της ανθρώπινης ψυχής.
Μια και μόνη εικόνα μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα και στις τρεις αυτές κατηγορίες. Το Statue of Liberty αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρόλο που έχουν υπάρξει αμέτρητες δισδιάστατες και τρισδιάστατες «αναπαραγωγές» του αγάλματος (δηλαδή «εικονίσματα» καθαυτά), το ίδιο το άγαλμα υπάρχει ως:
* **«Εικόνισμα» (icon)**, λόγω της ομοιότητάς του με μια ανθρώπινη γυναίκα (ή, ακριβέστερα, με προγενέστερες αναπαραστάσεις της ρωμαϊκής θεάς Libertas ή με το γυναικείο πρότυπο που χρησιμοποίησε ο καλλιτέχνης Frédéric Auguste Bartholdi).
* **«Δείκτης» (index)**, που αναπαριστά την New York City ή γενικότερα τις United States εξαιτίας της τοποθέτησής του στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, ή ακόμη τη «μετανάστευση» λόγω της εγγύτητάς του προς το μεταναστευτικό κέντρο της Ellis Island.
* **«Σύμβολο» (symbol)**, ως οπτικοποίηση της αφηρημένης έννοιας της «ελευθερίας» (liberty ή freedom), ή ακόμη της «ευκαιρίας» και της «ποικιλομορφίας».
[Από English Wikipedia]
Μια νοητική εικόνα υπάρχει στον νου ενός ατόμου ως κάτι που θυμάται ή φαντάζεται.
Μια νοητική εικόνα υπάρχει στον νου ενός ατόμου ως κάτι που θυμάται ή φαντάζεται. Το αντικείμενο μιας εικόνας δε χρειάζεται να είναι πραγματικό· μπορεί να είναι μια αφηρημένη έννοια, όπως ένα γράφημα ή μια συνάρτηση, ή μια φανταστική οντότητα. Ωστόσο, για να γίνει κατανοητή μια νοητική εικόνα έξω από τον νου του ατόμου, πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος μετάδοσης αυτής της νοητικής εικόνας μέσω των λέξεων ή των οπτικών παραστάσεων που παράγει το υποκείμενο. [Από English Wikipedia]
Η φυλή και η εθνότητα σε συνδυασμό με την τάξη (μόρφωση, οικονομικό επίπεδο κτλ.), το φύλο, την ηλικία αποτελούν τις βασικές κατηγορίες πάνω στις οποίες δομείται η «αρχιτεκτονική της εξουσίας» σε επίπεδο της κοινωνίας.
Η φυλή και η εθνότητα σε συνδυασμό με την τάξη (μόρφωση, οικονομικό
επίπεδο κτλ.), το φύλο, την ηλικία αποτελούν τις βασικές κατηγορίες πάνω
στις οποίες δομείται η «αρχιτεκτονική της εξουσίας» σε επίπεδο της
κοινωνίας.
Γιώργος Μαυρομμάτης - Ταυτότητες (ταυτότητες.pptx)
Πλάνη-Ψευδαίσθηση-Παραίσθηση (Delusion-Illusion-Hallucination ditext)
Delusion-Illusion-Hallucination
Πλάνη (Delusion): *(λατ. de + ludere, «παίζω»)* Εσφαλμένη ή μη αληθοφανής (*non-veridical*) γνώση. Ο όρος, κυρίως, περιορίζεται στην αντίληψη, τη μνήμη και άλλες μη συμπερασματικές μορφές γνώσης, αλλά μερικές φορές επεκτείνεται ώστε να περιλάβει και συμπερασματικές πεποιθήσεις και θεωρίες. Βλ. Αληθοφανής (Veridical).
Οι δύο κύριοι τύποι πλάνης είναι:
(α) η ψευδαίσθηση (illusion) ή μερικώς πλανημένη γνώση, π.χ. οι συνήθεις παραμορφώσεις των αισθήσεων και της μνήμης, οι οποίες εντούτοις έχουν κάποια πραγματική βάση· και
(β) η παραισθητική αντίληψη (hallucination) ή πλήρως πλανημένη γνώση, όπως τα όνειρα, οι ψευδο-αναμνήσεις κ.λπ., στα οποία δεν αντιστοιχεί τίποτε στην πραγματικότητα.
Βλ. Ψευδαίσθηση (Illusion)· Παραισθητική αντίληψη (Hallucination). — L.W.
Ψευδαίσθηση (Illusion): *(λατ. in + ludere, «παίζω»)* Μια αισθητηριακή ψευδαίσθηση είναι μια εσφαλμένη αντίληψη που προκύπτει από εσφαλμένη ερμηνεία των δεδομένων των αισθήσεων, επειδή αυτά παράγονται υπό ασυνήθιστες συνθήκες αντίληψης — φυσικές, φυσιολογικές ή ψυχολογικές. Η ψευδαίσθηση αντιδιαστέλλεται προς την παραισθητική αντίληψη (*hallucination*), στην οποία τα αισθητηριακά συστατικά στοιχεία απουσιάζουν εντελώς. Βλ. Πλάνη (Delusion)· Παραισθητική αντίληψη (Hallucination). — L.W.
Παραισθητική αντίληψη (Hallucination): *(λατ. hallucinatio, από το hallucinari, «περιπλανώμαι με τον νου»)* Μια μη αληθοφανής ή πλανημένη αντίληψη ενός αισθητηριακού αντικειμένου, η οποία λαμβάνει χώρα ενώ κανένα αντικείμενο δεν είναι πράγματι παρόν στα αισθητήρια όργανα. Βλ. Πλάνη (Delusion)· Ψευδαίσθηση (Illusion). — L.W.
Αρνητική παραισθητική αντίληψη (Negative Hallucination): Η αποτυχία αντίληψης ενός αντικειμένου το οποίο είναι πράγματι παρόν στα αισθητήρια όργανα. Βλ. Παραισθητική αντίληψη (Hallucination). — L.W.
[Delusion: (Lat. de + ludere, to play) Erroneous or non-veridical cognition. The term is properly restricted to perception, memory and other non-inferential forms of knowledge but is at times extended to include inferential beliefs and theories. See Veridical. The two principal types of delusion are (a) illusion or partially delusive cognition, e.g. the ordinary distortions of sense and memory which nevertheless have a basis in fact, and (b) hallucination or totally delusive cognition such as dreams, pseudo-memories, etc. to which nothing corresponds in fact. See Illusion; Hallucination. -- L.W. ](https://www.ditext.com/runes/d.html)
[Illusion: (Lat. in + ludere, to play) An illusion of sense is an erroneous perception arising from a misinterpretation of data of sense because they are produced under unusual conditions of perception, physical, physiological or psychological. Illusion contrasts with hallucination in which the sensuous ingredients are totally absent. See Delusion; Hallucination. -- L.W. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)
[Hallucination: (Lat. hallucinatio, from hallucinari, to wander in mind) A non-veridical or delusive perception of a sense object occurring when no object is in fact present to the organs of sense. See Delusion, Illusion. -- L.W.
Hallucination, Negative: The failure to perceive an object which is in fact present to the organs of sense. See Hallucination. -- L.W. ](https://www.ditext.com/runes/h.html)
Μια σημείωση για τα ιδεογράμματα
§ 32. Μια σημείωση για τα ιδεογράμματα
Η χουσσερλιανή θεωρία της ελεύθερης παραλλαγής και του είδους (*eidos*) έχει ενδιαφέρουσες συνέπειες όσον αφορά τη διαφορά μεταξύ ιδεογραφικών και αλφαβητικών γλωσσών.
Στις ιδεογραφικές γλώσσες, το ιδεόγραμμα παρουσιάζει μια εικονιστική περίπτωση αυτού που ονομάζεται. Παρουσιάζει, τρόπον τινά, μια παραλλαγή του είδους· ίσως παρουσιάζει την παραδειγματική περίπτωση, της οποίας όλες οι αντιληπτές ή φαντασμένες περιπτώσεις πρέπει να θεωρούνται παραλλαγές. Εκτός από το ιδεόγραμμα, τέτοιες γλώσσες διαθέτουν επίσης μια προφορική λέξη, η οποία είναι το όνομα του τύπου πράγματος που ενσαρκώνεται στην εικόνα· συνδυάζουν μια σημειωτική απόβλεψη (*signitive intention*) με μια εικονιστική παράσταση στη γραφή τους.
Στις αλφαβητικές γλώσσες, οι γραπτές λέξεις αντιπροσωπεύουν τις προφορικές λέξεις· επομένως, πρέπει να στραφούμε από τη γλώσσα στη φαντασία προκειμένου να βρούμε εικόνες, περιπτώσεις ή παραλλαγές. Τόσο η προφορική όσο και η γραπτή μορφή της γλώσσας είναι καθαρά σημειωτικές· στις ιδεογραφικές γλώσσες, η προφορική μορφή είναι σημειωτική, ενώ η γραπτή μορφή είναι εικονιστικά εποπτική. [Sokolowski, *HM*, σ. 85]
§ 32. A Note on Ideograms
Husserl's doctrine of free variation and eidos has interesting implications concerning the difference between ideographic and alphabetical languages.
In ideographic languages the ideogram presents a pictorial instance of what is being named. It presents, as it were, a variant of the eidos; perhaps it presents the paradigm case, of which all perceived or imagined cases are to be considered variants. In addition to the ideogram, such languages also have a spoken word which is the name of the type of thing instantiated in the picture; they combine a signitive intention with a pictorial representation in their writing. In alphabetical languages the written words stand for the spoken words, so we must turn from the language to imagination to find pictures or instances or variants. Both the spoken and written forms of the language are purely signitive; in ideographic languages, the spoken form is signitive but the written form is pictorially intuitive. [Sokolowski, HM, p.85]
η ζωντανή εργασία όχι απλώς προσθέτει νέα αξία, αλλά η ίδια η πράξη της προσθήκης μιας νέας αξίας στην παλιά, το συντηρεί, το διαιωνίζει
[289] Είναι προφανές, λοιπόν, ότι ο καπιταλιστής, μέσω της διαδικασίας της
ανταλλαγής με τον εργάτη — πληρώνοντας πραγματικά στον εργάτη ένα ισοδύναμο για
το κόστος παραγωγής που περιέχεται στην εργατική του ικανότητα, δηλ. με το να του δίνει
τα μέσα για να διατηρήσει την εργασιακή του ικανότητα αλλά οικειοποιούμενος τη ζωντανή
εργασία για τον εαυτό του — αποκτά δύο πράγματα δωρεάν: πρώτον, την
υπερεργασία που αυξάνει [290]
την αξία του κεφαλαίου του, αλλά ταυτόχρονα, δεύτερον, την ποιότητα της
ζωντανής εργασίας που συντηρεί την προηγούμενη εργασία που υλοποιήθηκε στα
συστατικά μέρη του κεφαλαίου και έτσι συντηρεί την προηγούμενη
αξία του κεφαλαίου. Ωστόσο, αυτή η συντήρηση δεν οφείλεται στο ότι η ζωντανή εργασία
/αυξάνει την ποσότητα της αντικειμενοποιημένης εργασίας /και δημιουργεί έτσι αξία,
αλλά απλώς στο γεγονός ότι με την προσθήκη μιας νέας ποσότητας εργασίας υπάρχει
ως /ζωντανή /εργασία, στην ενυπάρχουσα σχέση με το υλικό και
το όργανο εργασίας που τίθεται από την παραγωγική διαδικασία· δηλ. οφείλεται
στην /ποιότητά της /ως ζωντανή εργασία. Αλλά όπως αυτή η ποιότητα, η ζωντανή εργασία είναι
η ίδια μια στιγμή της απλής παραγωγικής διαδικασίας, και ο καπιταλιστής
δεν χρειάζεται να την πληρώσει, όπως το νήμα και ο αργαλειός δεν του κοστίζουν
οτιδήποτε πέρα και πάνω από την τιμή τους για να είναι επίσης στιγμές της
παραγωγικής διαδικασίας.
Αν, π.χ. σε περιόδους στασιμότητας του εμπορίου κλπ, οι μύλοι κλείνουν,
τότε μπορεί πράγματι να φανεί ότι η μηχανή σκουριάζει και το νήμα είναι
άχρηστο έρμα, και σαπίζει, μόλις η σχέση τους με τη ζωντανή εργασία
παύει. Αν ο καπιταλιστής απλώς [III-43] παραγγέλνει εργασία έτσι ώστε να παράγει
υπεραξία —για να παραχθεί αξία που δεν υπάρχει ακόμη—μπορεί να φανεί ότι
μόλις σταματήσει να παραγγέλνει εργασία, το ήδη υπάρχον κεφάλαιό του επίσης
υποτιμάται· δηλ. ότι η ζωντανή εργασία όχι απλώς προσθέτει νέα αξία, αλλά
η ίδια η πράξη της προσθήκης μιας νέας αξίας στην
παλιά, το συντηρεί, το διαιωνίζει.
[289] It is evident, then, that the capitalist, by means of the process of
exchange with the worker—by actually paying the worker an equivalent for
the production costs contained in his labour capacity, i.e. by giving
him the means to preserve his labour capacity but appropriating living
labour for himself—obtains two things free of charge: firstly, the
surplus labour which increases [290]
the value of his capital, but at the same time, secondly, the quality of
living labour which preserves the previous labour materialised in the
component parts of capital and thus preserves the previously existing
value of the capital. Yet this preservation is not due to living labour
/increasing the amount of objectified labour /and thus creating value,
but simply to the fact that in adding a new quantity of labour it exists
as /living /labour, in the immanent relationship to the material and
instrument of labour posited by the production process; i.e. it is due
to its /quality /as living labour. But as this quality, living labour is
itself a moment of the simple production process, and the capitalist
does not have to pay for it, just as the yarn and the loom do not cost
him anything over and above their price for being likewise moments of
the production process.
If, e.g. in time of stagnation of trade, etc., the mills are shut down,
then it can indeed be seen that the machinery rusts and the yarn is
useless ballast, and rots, as soon as their relation to living labour
ceases. If the capitalist merely [III-43] orders work so as to produce
surplus value—to produce value not yet existing—it can be seen that as
soon as he ceases to order work, his already existing capital, too, is
depreciated; i.e. that living labour not merely adds new value, but by
the very act of adding a new value TO
THE OLD ONE, MAINTAINS, ETERNALISES IT.
[Karl Marx, MECW, vol. 28]
Η τιμή, η οποία δεν είναι αναγώγιμη στην αξία, είτε άμεσα είτε μέσω μιας σειράς ενδιάμεσων βημάτων, εκφράζει μια καθαρά τυχαία ανταλλαγή κάποιου πράγματος με χρήματα.
(/Price, /which is not reducible to /value/, whether directly or through
a series of intermediate steps, expresses a merely accidental exchange
of something for money. And thus things which are in the nature of the
case not /commodities /and are therefore in this sense /extra commercium
hominum^a /can be converted into commodities by being exchanged for
money. Hence the connection between venality and corruption and the
money relation. Since money is the converted shape of the commodity, it
is not evident from looking at it where it comes from, what has been
converted into it, whether this may be conscience or virginity or potatoes.)
^a Outside the sphere of human commerce.— //Ed.// [Karl Marx, MECW 34, p. 346]
(Η //τιμή//, η οποία δεν είναι αναγώγιμη στην //αξία//, είτε άμεσα είτε μέσω μιας σειράς ενδιάμεσων βημάτων, εκφράζει μια καθαρά τυχαία ανταλλαγή κάποιου πράγματος με χρήματα. Και έτσι, πράγματα που από τη φύση τους δεν είναι //εμπορεύματα// και επομένως υπό αυτή την έννοια βρίσκονται //extra commercium hominum//^a, μπορούν να μετατραπούν σε εμπορεύματα μέσω της ανταλλαγής τους με χρήματα. Από εδώ προκύπτει η σύνδεση ανάμεσα στη διαφθορά και τη χρηματική σχέση. Επειδή τα χρήματα είναι η μετασχηματισμένη μορφή του εμπορεύματος, δεν είναι εμφανές από την εμφάνισή τους από πού προέρχονται, τι έχει μετατραπεί σε αυτά—είτε πρόκειται για τη συνείδηση, την παρθενία ή τις πατάτες.)
^a Εκτός του πεδίου της ανθρώπινης συναλλαγής.— //Επιμ.// [MECW 34, σ. 346]
The price form, however, is not only compatible with the possibility of
a quantitative incongruity between magnitude of value and price, i.e.,
between the former and its expression in money, but it may also conceal
a qualitative inconsistency, so much so, that, although money is nothing
but the value form of commodities, price ceases altogether to express
value. Objects that in themselves are no commodities, such as
conscience, honour, &c, are capable of being offered for sale by their
holders, and of thus acquiring, through their price, the form of
commodities. Hence an object may have a price without having value. The
price in that case is imaginary, like certain quantities in mathematics.
On the other hand, the imaginary price form may sometimes conceal either
a direct or indirect real value relation; for instance, the price of
uncultivated land, which is without value, because no human labour has
been incorporated in it. [vol. 35, pp. 111-12]
Ωστόσο, η μορφή της τιμής δεν είναι μόνο συμβατή με την πιθανότητα μιας ποσοτικής ασυμφωνίας μεταξύ του μεγέθους της αξίας και της τιμής (δηλαδή, μεταξύ της πρώτης και της έκφρασής της σε χρήμα), αλλά μπορεί επίσης να κρύβει μια ποιοτική ασυνέπεια· και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε, παρόλο που τα χρήματα δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μορφή αξίας των εμπορευμάτων, η τιμή να παύει πλήρως να εκφράζει αξία.
Αντικείμενα που από μόνα τους δεν είναι εμπορεύματα, όπως η συνείδηση, η τιμή κ.ά., μπορούν να προσφέρονται για πώληση από τους κατόχους τους και έτσι, μέσω της τιμής τους, να αποκτούν τη μορφή εμπορευμάτων. Επομένως, ένα αντικείμενο μπορεί να έχει τιμή χωρίς να έχει αξία. Σε αυτή την περίπτωση, η τιμή είναι φανταστική (όπως ορισμένα μεγέθη στα μαθηματικά).
Από την άλλη πλευρά, η φανταστική μορφή της τιμής μπορεί μερικές φορές να κρύβει είτε μια άμεση είτε έμμεση πραγματική σχέση αξίας· για παράδειγμα, η τιμή μιας αγροτικής γης χωρίς καλλιέργεια (που δεν έχει καμία αξία, αφού καμία ανθρώπινη εργασία δεν έχει ενσωματωθεί σε αυτήν).
[MECW 35, σσ. 111-12]
Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026
Όπως λέει ο William James, «Για πράγματα που μέχρι τώρα δεν έχουν παρατηρηθεί ή δεν έχουν γίνει αισθητά, [ο άνθρωπος] επιθυμεί ένα σημείο πριν ακόμη το έχει.»
Όπως λέει ο William James, «Για πράγματα που μέχρι τώρα δεν έχουν παρατηρηθεί ή δεν έχουν γίνει αισθητά, [ο άνθρωπος] επιθυμεί ένα σημείο πριν ακόμη το έχει.»
Paul Ricoeur (1992) «Υπάρχει μια παγιωμένη μορφή απάντησης στο χρόνο που απαντάει στο ερώτημα ποιος είμαι;»
Paul Ricoeur (1992) «Υπάρχει μια παγιωμένη μορφή απάντησης στο
χρόνο που απαντάει στο ερώτημα ποιος είμαι;»
ταυτότητες.pptx
ιδεατά δυνατό
ideally possible
<item>
<el>Αλλά ακόμα κι όταν εγκαταλείψουμε τις αρχικές μορφές των προτάσεων της καθαρής
λογικής, και τις μετατρέψουμε σε αντίστοιχα ισοδύναμα όσον αφορά την εσωτερική
ενάργεια, τίποτα δεν προκύπτει που η ψυχολογία θα μπορούσε να ισχυριστεί ως δικό της.
Η ψυχολογία είναι μια εμπειρική επιστήμη, η επιστήμη των νοητικών γεγονότων, και
η ψυχολογική δυνατότητα είναι επομένως μια περίπτωση πραγματικής δυνατότητας.
Τέτοιες δυνατότητες εσωτερικής ενάργειας είναι, ωστόσο, πραγματικές, και αυτό που
είναι ψυχολογικά αδύνατο μπορεί κάλλιστα να είναι ιδεατά δυνατό. Η
λύση του γενικευμένου «προβλήματος των 3 σωμάτων» ή του «προβλήματος των n σωμάτων» ενδέχεται να
υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη γνωστική ικανότητα, αλλά το πρόβλημα έχει μια
λύση, και η εσωτερική ενάργεια που σχετίζεται με αυτήν είναι επομένως
δυνατή. Υπάρχουν δεκαδικοί αριθμοί με τρισεκατομμύρια θέσεις, και υπάρχουν αλήθειες που τους αφορούν. Κανένα, ωστόσο, δεν μπορεί να φανταστεί τέτοιους
αριθμούς, ούτε να κάνει τις προσθέσεις, τους πολλαπλασιασμούς κ.λπ. που σχετίζονται με αυτούς.
Η εσωτερική ενάργεια είναι εδώ ψυχολογικά αδύνατη, ωστόσο, ιδεατά
μιλώντας, αναμφίβολα αντιπροσωπεύει μια δυνατή κατάσταση του νου.</el>
<en>But even when we abandon the original forms of the propositions of pure
logic, and turn them into corresponding equivalents regarding inward
evidence, nothing results which psychology could claim as its own.
Psychology is an empirical science, the science of mental facts, and
psychological possibility is accordingly a case of real possibility.
<nb>Such possibilities of inner evidence are, however, real ones, and what
is psychologically impossible may very well be ideally possible. The
solution of the generalized '3-body problem', or /n/-body problem' may
transcend all human cognitive capacity, but the problem /has /a
solution, and the inner evidence which relates to it is therefore
possible. There are decimal numbers with trillions of places, and there
are truths relating to them. No one, however, can actually imagine such
numbers, nor do the additions, multiplications etc., relating to them.
Inward evidence is here a psychological impossible, yet, /ideally
/speaking, it undoubtedly represents a possible state of mind.</nb></en>
[LI I, 118]</item>
three-body problem
<a href="https://en.wikipedia.org/wiki/Three-body_problem"> Three-body problem - Wikipedia</a>
Στη φυσική και την κλασική μηχανική, το πρόβλημα των τριών σωμάτων είναι το πρόβλημα κατά το οποίο λαμβάνονται οι αρχικές θέσεις και ταχύτητες (ή ορμές) τριών σημειακών μαζών και ζητείται να προσδιοριστεί η μεταγενέστερη κίνησή τους σύμφωνα με τους νόμους κίνησης του Isaac Newton και τον νόμο της παγκόσμιας βαρύτητας του Νεύτωνα.[1] Το πρόβλημα των τριών σωμάτων αποτελεί ειδική περίπτωση του προβλήματος των *n* σωμάτων. Σε αντίθεση με τα προβλήματα δύο σωμάτων, δεν υπάρχει λύση κλειστής μορφής για όλα τα σύνολα αρχικών συνθηκών και γενικά απαιτούνται αριθμητικές μέθοδοι.
Ιστορικά, το πρώτο συγκεκριμένο πρόβλημα τριών σωμάτων που μελετήθηκε εκτενώς ήταν εκείνο που περιλάμβανε τη Σελήνη, τη Γη και τον Ήλιο.[2] Με μια ευρύτερη σύγχρονη έννοια, πρόβλημα τριών σωμάτων είναι κάθε πρόβλημα στην κλασική μηχανική ή στην κβαντική μηχανική που μοντελοποιεί την κίνηση τριών σωματιδίων.
In physics and classical mechanics, the three-body problem is the problem of taking the initial positions and velocities (or momenta) of three point masses and solving for their subsequent motion according to Newton's laws of motion and Newton's law of universal gravitation.[1] The three-body problem is a special case of the n-body problem. Unlike two-body problems, no closed-form solution exists for all sets of initial conditions, and numerical methods are generally required.
Historically, the first specific three-body problem to receive extended study was the one involving the Moon, the Earth, and the Sun.[2] In an extended modern sense, a three-body problem is any problem in classical mechanics or quantum mechanics that models the motion of three particles.
Είναι πράγματι προφανές από την αρχή ότι κάθε έννοια αναφέρεται πίσω στη λεγόμενη αντίστοιχη εποπτεία
<nb>Είναι πράγματι προφανές από την αρχή ότι κάθε έννοια αναφέρεται πίσω στη
λεγόμενη αντίστοιχη εποπτεία, έτσι για παράδειγμα, η έννοια του
αριθμού. Ένας αριθμός δίνεται μόνο στην ενεργεία μέτρηση.</nb> Κάποιο που δεν θα είχε ποτέ
μετρήσει δεν θα γνώριζε τι είναι ένας αριθμός, όπως και κάποιο που δεν είχε ποτέ
μια αίσθηση κόκκινου δεν θα είχε <καμία> αυθεντική παράσταση αυτού που είναι
κόκκινο. Πρέπει να πούμε για αυτό το λόγο ότι ο αριθμός είναι μια ψυχολογική
έννοια, ότι το σύνολο της αριθμητικής είναι ένας κλάδος της ψυχολογίας; Αυτό
σίγουρα δεν θα περνούσε από το νου καμιάς.
[Edmund Husserl, Introduction to Logic and Theory of Knowledge / Lectures 1906/07, 2008: 46]
Ο φιλόσοφος δεν αρκείται στο γεγονός ότι βρίσκουμε τον δρόμο μας στον κόσμο...
Ο φιλόσοφος δεν αρκείται στο γεγονός ότι βρίσκουμε τον δρόμο μας
στον κόσμο, ότι έχουμε νομικούς τύπους που μας επιτρέπουν να προβλέψουμε τη
μελλοντική πορεία των πραγμάτων, ή να ανασκευάσουμε την προηγούμενη πορεία τους: θέλει να
διευκρινίσει την ουσία ενός πράγματος, ενός συμβάντος, μιας αιτίας, ενός αποτελέσματος, του χώρου,
του χρόνου κ.λπ., καθώς και εκείνη την υπέροχη συγγένεια που έχει αυτή η ουσία
με την ουσία της σκέψης, που της δίνει τη δυνατότητα να νοηθεί, με την
ουσία της γνώσης, που την καθιστά γνώσιμη, με το νόημα που την κάνει
ικανή να εννοηθεί κ.λπ.
(Edmund Husserl, //Προλ//. §71, Findlay I: 159· Hua XVIII: 255)
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026
Ο μονολογούντας στοχαστής «κατανοεί» τις λέξεις του, και αυτή η κατανόηση είναι απλώς το ενέργημα του της εννόησης τους.
Ο μονολογούντας στοχαστής «κατανοεί» τις λέξεις του, και αυτή η κατανόηση είναι απλώς το ενέργημα του της εννόησης τους.^13
^13 LI, I, p. 309fn.
έρεισμα ιδεαλισμού (είναι μόνο στην, ή μάλλον για την, συνείδηση που κάτι μπορεί να εμφανιστεί)
Αλλά για να γίνει αυτό θα χρειαστεί επίσης να αναλάβουμε μια διερεύνηση της συνείδησης, αφού είναι μόνο στην, ή μάλλον για την, συνείδηση που κάτι μπορεί να εμφανιστεί.
[Dan Zahavi - HUSSERL'S PHENOMENOLOGY, Stanford University Press Stanford, Καλιφόρνια, 2003]
Τα νοητικά ενεργήματα είναι ακριβώς ο σύνδεσμος «εξαιτίας του οποίου και μόνο οι λέξεις μας δείχνουν πέρα τον εαυτό τους στα πράγματα στον κόσμο».
Για την ώρα, όμως, παραμένει το ερώτημα αν αυτά που αποκηρύσσουν το νοητικό
στην πραγματικότητα δε χάνουν το πιο σημαντικό πράγμα που υποτίθεται
ότι φυλάσσουν, δηλαδή, τη γλώσσα ως μια σημαίνουσα, //ζωντανή//
εμπειρία. Η γλώσσα στην ουσιαστική χρήση της είναι κάτι παραπάνω από σωστή
ονομασία και επικοινωνία μέσα στο δεσμευμένο από κανόνες κύκλωμα του γλωσσικού παιχνιδιού.
Ένας υπολογιστής ή μια μηχανή λέξεων μπορεί να επιτελέσει τέτοιες λειτουργίες εξίσου καλά με έναν
ανθρώπινο ομιλητή. Πέρα από αυτή τη λεκτικά ακριβή, αλλά στην ουσία μηχανική
επιτέλεση, πρέπει να υπάρχει η διαδικασία της ανθρώπινης κατανόησης — της
κατάστασης που απλώνεται στο χρόνο και στο χώρο. Αυτός ο χωροχρονικός
ορίζοντας είναι ο //κόσμος// στον οποίο ζούμε, και για τον οποίο ο Husserl
εισήγαγε τον μοναδικά σημαντικό (resonant) όρο «βιόκοσμος». <nb/>Τα νοητικά ενεργήματα είναι
ακριβώς ο σύνδεσμος «εξαιτίας του οποίου και μόνο οι λέξεις μας δείχνουν πέρα
τον εαυτό τους στα πράγματα στον κόσμο».
[Kah Kyung Cho, HISTORY AND SUBSTANCE OF LOGICAL INVESTIGATIONS]
Οι νόμοι της λογικής, λέει [ο Χούσερλ], δε βασίζονται σε πραγματικά νοητικά ενεργήματα αλλά σε ιδεατές σχέσεις που είναι αδιάφορες για κάθε υποκειμενική συνείδηση και οι οποίες είναι κατά συνέπεια αντικειμενικές.
Οι νόμοι της λογικής, λέει [ο Χούσερλ], δε βασίζονται σε πραγματικά νοητικά ενεργήματα αλλά σε ιδεατές σχέσεις που είναι αδιάφορες για κάθε υποκειμενική συνείδηση και οι οποίες είναι κατά συνέπεια αντικειμενικές.
[BERTRAND BOUCKAERT - THE PUZZLING CASE OF ALTERITY IN HUSSERL'S /LOGICAL INVESTIGATIONS/
DAN ΖAHAVI AND FREDERIK STJERNFELT (EDS.)
ONE HUNDRED YEARS OF PHENOMENOLOGY
Husserl's /Logical Investigations /Revisited, 2002 Springer Science+Business Media Dordrecht]