Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Το γενικό ποσοστό κέρδους, το οποίο ισούται με τη συνολική μάζα της παραγόμενης υπεραξίας διαιρεμένη με το συνολικό επενδεδυμένο κεφάλαιο, εξαρτάται επομένως από δύο παράγοντες: την οργανική σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου και το ποσοστό υπεραξίας.

 Η μάζα της υπεραξίας καθορίζεται, δεδομένου του ποσοστού υπεραξίας, από τον αριθμό των παραγωγικών εργατών που εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο. Το γενικό ποσοστό κέρδους, το οποίο ισούται με τη συνολική μάζα της παραγόμενης υπεραξίας διαιρεμένη με το συνολικό επενδεδυμένο κεφάλαιο, εξαρτάται επομένως από δύο παράγοντες: την οργανική σύνθεση του συνολικού κεφαλαίου και το ποσοστό υπεραξίας. Ο πρώτος αποτελεί ένδειξη του αριθμού των παραγωγικών εργατών που απασχολεί το κεφάλαιο, ενώ ο δεύτερος εκφράζει τη σχέση μεταξύ απλήρωτου και πληρωμένου χρόνου εργασίας.

The mass of surplus value is determined, given the rate of surplus
value, by the number of productive workers which capital exploits. The
general rate of profit, which is the /total/ mass of surplus value
produced, divided by the total capital invested, therefore depends on
two factors, the organic composition of total capital and the rate of
surplus value. [148] <#148> The former is an indicator of the number of
productive workers employed by capital, the latter the ratio of unpaid
to paid labour time.

--- Karl Marx 

Επειδή τα χρήματα είναι η μετασχηματισμένη μορφή του εμπορεύματος, δεν είναι εμφανές από την εμφάνισή τους από πού προέρχονται, τι έχει μετατραπεί σε αυτά—είτε πρόκειται για τη συνείδηση, την παρθενία ή τις πατάτες.

(Η *τιμή*, η οποία δεν είναι αναγώγιμη στην *αξία*, είτε άμεσα είτε μέσω μιας σειράς ενδιάμεσων βημάτων, εκφράζει μια καθαρά τυχαία ανταλλαγή κάποιου πράγματος με χρήματα. Και έτσι, πράγματα που από τη φύση τους δεν είναι *εμπορεύματα* και επομένως υπό αυτή την έννοια βρίσκονται *extra commercium hominum*^a, μπορούν να μετατραπούν σε εμπορεύματα μέσω της ανταλλαγής τους με χρήματα. Από εδώ προκύπτει η σύνδεση ανάμεσα στη διαφθορά και τη χρηματική σχέση. Επειδή τα χρήματα είναι η μετασχηματισμένη μορφή του εμπορεύματος, δεν είναι εμφανές από την εμφάνισή τους από πού προέρχονται, τι έχει μετατραπεί σε αυτά—είτε πρόκειται για τη συνείδηση, την παρθενία ή τις πατάτες.)  

^a Εκτός του πεδίου της ανθρώπινης συναλλαγής.— Επιμ. [MECW 34, σ. 346]  

(/Price, /which is not reducible to /value/, whether directly or through
a series of intermediate steps, expresses a merely accidental exchange
of something for money. And thus things which are in the nature of the
case not /commodities /and are therefore in this sense /extra commercium
hominum^a /can be converted into commodities by being exchanged for
money. Hence the connection between venality and corruption and the
money relation. Since money is the converted shape of the commodity, it
is not evident from looking at it where it comes from, what has been
converted into it, whether this may be conscience or virginity or potatoes.)

^a Outside the sphere of human commerce.— /Ed./ [Karl Marx, MECW 34, p. 346]

η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την ίδια την εργατική τάξη

> Όπως η εργασία των δούλων, όπως η εργασία των δουλοπάροικων, η μισθωτή
εργασία δεν είναι παρά μια παροδική και κατώτερη μορφή, που προορίζεται να
εξαφανιστεί από την συνεταιριστική εργασία που κοπιάζει με πρόθυμο χέρι,
έτοιμο νου και χαρούμενη καρδιά.

> ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την
ίδια την εργατική τάξη...ότι η οικονομική υποταγή του ανθρώπου
της εργασίας στον μονοπωλητή των μέσων εργασίας... βρίσκεται στη
βάση της υποτέλειας σε όλες τις μορφές της κοινωνικής δυστυχίας, ψυχικής
υποβάθμισης και πολιτικής εξάρτησης. Ότι η οικονομική χειραφέτηση
της εργατικής τάξης είναι λοιπόν το μεγάλο τέλος στο οποίο κάθε
πολιτικό κίνημα πρέπει να είναι εξαρτώμενο ως μέσο. Ότι όλες αυτές
οι προσπάθειες που στοχεύουν σε αυτό το σπουδαίο τέλος έχουν αποτύχει
μέχρι στιγμής λόγω έλλειψης
αλληλεγγύης μεταξύ των πολλαπλών διαιρέσεων της εργασίας σε κάθε χώρα,
και λόγω απουσίας ενός αδελφικού δεσμού ένωσης μεταξύ των
εργατικών τάξεων των διάφορων χωρών....για αυτά τα μέσα οι
υπογράφοντες... έχουν λάβει τα αναγκαία βήματα για την ίδρυση της
Διεθνούς Ένωσης των Εργατών. (Ι. Βερολίνο, 185)

Εναρκτήρια Ομιλία, 1864

[The International after 150 Years: Labor vs capital, then and now](https://www.academia.edu/165265681/The_International_after_150_Years_Labor_vs_capital_then_and_now)


«Η εργασία είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου το κεφάλαιο καθίσταται παραγωγικό … κέρδους» / «Στην αστική κοινωνία, η ζωντανή εργασία δεν είναι παρά ένα μέσο για την αύξηση της συσσωρευμένης εργασίας»

«Η εργασία είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου το κεφάλαιο καθίσταται παραγωγικό … κέρδους» (John Wade, I.e. *History of the Middle and Working Classes*, σ. 161).

«Στην αστική κοινωνία, η ζωντανή εργασία δεν είναι παρά ένα μέσο για την αύξηση της συσσωρευμένης εργασίας» ([K. Marx and F. Engels], *Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος*, 1848, σ. 12).

 /*"Labour /is the /agency /by which capital is made productive of
... profit"* (John Wade, I.e. /[History of the Middle and Working
Classes...], /p. 161). "In
bourgeois society, living labour is but a means to increase accumulated
labour" ([K. Marx and F. Engels,] /Manifest der Kommunistischen Partei,
/1848, p. 12).

Το ποσοστό κέρδους, δηλαδή η αναλογική αύξηση του κεφαλαίου, έχει σημασία για όλους τους νέους βλαστούς κεφαλαίου που συγκροτούνται ως ανεξάρτητοι οργανισμοί. Και αν η συγκρότηση κεφαλαίου περιερχόταν αποκλειστικά στα χέρια λίγων ήδη υπαρχόντων μεγάλων κεφαλαίων, για τα οποία η μάζα του κέρδους υπερισχύει του ποσοστού, τότε η ζωογόνος φλόγα της παραγωγής θα έσβηνε εντελώς. Θα σταματούσε να φλέγεται. Το ποσοστό του κέρδους είναι η κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής παραγωγής, και τίποτε δεν παράγεται παρά μόνο ό,τι μπορεί να παραχθεί με κέρδος.

Το *ποσοστό κέρδους*, δηλαδή η *αναλογική* αύξηση του κεφαλαίου, έχει σημασία για όλους τους νέους *βλαστούς κεφαλαίου* που συγκροτούνται ως ανεξάρτητοι οργανισμοί. Και αν η συγκρότηση κεφαλαίου περιερχόταν αποκλειστικά στα χέρια λίγων ήδη υπαρχόντων μεγάλων κεφαλαίων, για τα οποία η μάζα του κέρδους υπερισχύει του ποσοστού, τότε η ζωογόνος φλόγα της παραγωγής θα έσβηνε εντελώς. Θα σταματούσε να φλέγεται. Το ποσοστό του κέρδους είναι η κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής παραγωγής, και τίποτε δεν παράγεται παρά μόνο ό,τι μπορεί να παραχθεί με κέρδος.

Γι’ αυτό και η αγωνία των Άγγλων οικονομολόγων για την πτώση του ποσοστού κέρδους. Το γεγονός ότι ο Ρικάρντο ανησυχεί ακόμη και για την απλή δυνατότητα αυτού αποτελεί ακριβή απόδειξη της βαθιάς κατανόησής του για τους όρους της καπιταλιστικής παραγωγής. Αυτό για το οποίο τον επικρίνουν οι άλλοι —η έλλειψη ενδιαφέροντος για «τους ανθρώπους» και η αποκλειστική του προσήλωση, όταν εξετάζει την καπιταλιστική παραγωγή, στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ανεξαρτήτως των θυσιών ανθρώπων και κεφαλαιακών «αξιών» που αυτό μπορεί να συνεπάγεται— είναι ακριβώς η πιο σημαντική συμβολή του.

Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας είναι η ιστορική αποστολή και δικαίωση του κεφαλαίου. Γι’ αυτό ακριβώς, ασυνείδητα, δημιουργεί τις υλικές συνθήκες για έναν ανώτερο τρόπο παραγωγής. Αυτό που ανησυχεί τον Ρικάρντο είναι ο τρόπος με τον οποίο το ποσοστό κέρδους, που αποτελεί το ερέθισμα της καπιταλιστικής παραγωγής και ταυτόχρονα τον όρο της συσσώρευσης και την κινητήρια δύναμή της, τίθεται σε κίνδυνο από την ίδια την ανάπτυξη της παραγωγής.

Και εδώ η ποσοτική σχέση είναι το παν. Στην πραγματικότητα, ο υποκείμενος λόγος είναι κάτι βαθύτερο, για το οποίο δεν έχει παρά μόνο μια υποψία. Αυτό που γίνεται ορατό εδώ με έναν καθαρά οικονομικό τρόπο, δηλαδή από τη σκοπιά της αστικής αντίληψης, μέσα στα «όρια της καπιταλιστικής κατανόησης», από τη σκοπιά της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής, είναι το όριό της, η σχετικότητά της, το γεγονός ότι δεν είναι μια απόλυτη αλλά μόνο μια ιστορική μορφή παραγωγής, που αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη και περιορισμένη εποχή στην ανάπτυξη των υλικών όρων της παραγωγής.

The /rate of profit/, i.e., the /proportional /increase in capital, is
important for all new /offshoots of capital /that organise themselves
independently. And if capital formation were to fall exclusively into
the hands of a few existing big capitals, for whom the mass of profit
outweighs the rate, the animating fire of production would be totally
extinguished. It would cease blazing. The /rate of profit /is the
driving agency in capitalist production, and nothing is
[368]
produced save what can be produced at a profit. Hence the anxiety of the
English economists over the decline in the rate of profit. The fact that
Ricardo is disquieted by the mere possibility of this is a precise
demonstration of his deep understanding of the conditions of capitalist
production. What other people reproach him for, his lack of concern for
‘human beings’ and his exclusive concentration, when considering
capitalist production, on the development of the productive forces,
whatever sacrifices of human beings and capital /values /it may cost, is
precisely his most significant contribution. The development of the
productive forces of social labour is capital’s /historical /mission and
justification. For that very reason, it unwittingly creates the material
conditions for a higher mode of production. What disturbs Ricardo is the
way that the rate of profit, which is the stimulus of capitalist
production and both the condition for accumulation and its driving
force, is endangered by the development of production itself. And the
quantitative relation is everything here. In actual fact, the underlying
reason is something deeper, about which he has no more than a suspicion.
What is visible here in a /purely economic manner/, i.e., from the
bourgeois standpoint, within the ‘limits of the capitalist
understanding’, from the standpoint of capitalist production itself, is
its barrier, its /relativity/, the fact that it is not an /absolute /but
only a historical/mode of production/, corresponding to a specific and
limited epoch in the development of the material conditions of production.

[*Marx’s Economic Manuscript of 1864–1865*: 367-68]

Το καθαρό φως και το καθαρό σκοτάδι είναι δύο κενά που ισοδυναμούν μεταξύ τους. Μόνο στο καθορισμένο φως (και το φως καθορίζεται μέσω του σκοταδιού: άρα στο θολό φως), όπως μόνο στο καθορισμένο σκοτάδι (και το σκοτάδι καθορίζεται μέσω του φωτός: άρα στο φωτισμένο σκοτάδι), μπορεί κάτι να διακριθεί, αφού μόνο το θολό φως και το φωτισμένο σκοτάδι εμπεριέχουν διάκριση μέσα τους και συνεπώς είναι καθορισμένο είναι, ύπαρξη.

 

Artwork: [JEAN LOUIS THÉODORE GÉRICAULT - La Balsa de la Medusa (Museo del Louvre, 1818-19)](https://en.wikipedia.org/wiki/The_Raft_of_the_Medusa#/media/File:JEAN_LOUIS_TH%C3%89ODORE_G%C3%89RICAULT_-_La_Balsa_de_la_Medusa_(Museo_del_Louvre,_1818-19).jpg)

Αλλά η κοινή πρακτική είναι να *φανταζόμαστε* το ον, σαν να ήταν μια εικόνα καθαρού φωτός, η διαύγεια της αδιατάρακτης όρασης, και έπειτα το μηδέν ως το καθαρό σκοτάδι — και η διάκριση ανάμεσα στα δύο καθιερώνεται έτσι μέσα σε αυτή τη γνωστή αισθητηριακή διαφορά. Στην πραγματικότητα όμως, αν αυτή η ίδια η όραση συλληφθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια, μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί ότι στο απόλυτο φως βλέπει κανείς εξίσου όσο και στο απόλυτο σκοτάδι· ότι η μία όραση είναι τόσο καλή όσο και η άλλη· ότι η καθαρή όραση είναι μια όραση του μηδενός. Το καθαρό φως και το καθαρό σκοτάδι είναι δύο κενά που ισοδυναμούν μεταξύ τους. Μόνο στο καθορισμένο φως (και το φως καθορίζεται μέσω του σκοταδιού: άρα στο θολό φως), όπως μόνο στο καθορισμένο σκοτάδι (και το σκοτάδι καθορίζεται μέσω του φωτός: άρα στο φωτισμένο σκοτάδι), μπορεί κάτι να διακριθεί, αφού μόνο το θολό φως και το φωτισμένο σκοτάδι εμπεριέχουν διάκριση μέσα τους και συνεπώς είναι καθορισμένο είναι, *ύπαρξη*.

But the common practice is to
/imagine /being, as if it were a picture of pure light, the clarity of
unclouded seeing, and then nothing as the pure night – and the
distinction between the two is then enshrined into this well-known
sensuous difference. But in fact, if this very seeing is more accurately
imagined, one can readily perceive that in absolute light one sees just
as much and just as little as in absolute darkness; that the one seeing
is just as good as the other; that pure seeing is a seeing of nothing.
Pure light and pure darkness are two voids that amount to the same
thing. Only in determinate light (and light is determined through
darkness: in clouded light therefore), just as only in determinate
darkness (and darkness is determined through light: in illuminated
darkness therefore), can something be distinguished, since only clouded
light and illuminated darkness have distinction in them and hence are
determinate being, /existence/. [G.W.F. Hegel, The Science of Logic, p. 69 (trans. George Di Giovanni)]


Ο εργάτης στην καπιταλιστική παραγωγή δεν κατέχει τα μέσα παραγωγής· δεν κατέχει ούτε τη γη που καλλιεργεί ούτε τα εργαλεία με τα οποία εργάζεται.

Ο εργάτης στην καπιταλιστική παραγωγή *δεν κατέχει* τα μέσα παραγωγής· δεν κατέχει ούτε τη γη που καλλιεργεί ούτε τα εργαλεία με τα οποία εργάζεται.

The worker in capitalist production /does not own /the conditions of
production, [he owns] neither the land he cultivates nor the
tools with which he works. [Karl Marx, MECW, vol. 32, pp. 533-34]

Τοκογλυφία. Τοκοφόρο κεφάλαιο (Λούθηρος)

*Τοκογλυφία. Τοκοφόρο κεφάλαιο:*

«Μου λένε ότι σήμερα σε κάθε αγορά της Λειψίας χρεώνονται ετησίως 10 γκίλντερ (γκούλντεν), δηλαδή 30%, και μερικοί προσθέτουν και την αγορά του Νόινμπουργκ, ώστε το ποσοστό να φτάνει το 40%. Δεν γνωρίζω αν είναι ακόμη υψηλότερο. Ντροπή σας! Πού, στον διάβολο, θα καταλήξει αυτό; ...

Όποιος έχει τώρα στη Λειψία 100 φιορίνια, παίρνει 40 μέσα σε έναν χρόνο· αυτό σημαίνει ότι μέσα σε έναν χρόνο έχει καταβροχθίσει έναν αγρότη ή έναν αστό. Αν έχει 1.000 φιορίνια, τότε παίρνει 400 μέσα σε έναν χρόνο· δηλαδή καταβροχθίζει έναν γαιοκτήμονα ή έναν πλούσιο ευγενή μέσα σε έναν χρόνο. Αν έχει 10.000, παίρνει 4.000 μέσα σε έναν χρόνο· δηλαδή καταβροχθίζει έναν πλούσιο κόμη μέσα σε έναν χρόνο. Αν έχει 100.000, όπως συμβαίνει αναγκαστικά με τους μεγάλους εμπόρους, τότε παίρνει 40.000 μέσα σε έναν χρόνο· δηλαδή καταβροχθίζει έναν μεγάλο και πλούσιο πρίγκιπα μέσα σε έναν χρόνο. Αν έχει 1.000.000, τότε παίρνει 400.000 μέσα σε έναν χρόνο· δηλαδή καταβροχθίζει κάποιον μεγάλο βασιλιά μέσα σε έναν χρόνο.

Και δεν υφίσταται κανέναν κίνδυνο πράττοντας έτσι, ούτε για το σώμα του ούτε για την περιουσία του· δεν κοπιάζει καθόλου, κάθεται δίπλα στη φωτιά και ψήνει μήλα· έτσι ένας κλέφτης της πολυθρόνας μπορεί να κάθεται στο σπίτι και να καταβροχθίζει ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε δέκα χρόνια» (σ. 312–313).^c

^c Το παράθεμα αυτό προέρχεται από το έργο του Λούθηρου *Προς τους εφημέριους για το κήρυγμα κατά της τοκογλυφίας* (*An die Pfarrherrn wider den Wucher zu predigen*), Βιτεμβέργη, 1540.

/Usury. Interest-bearing capital:/

"I am told that nowadays 10 guilders, i.e. 30 [per cent], are charged
annually in any Leipzig market^144 ; some add also the Neunburg market
so that it comes to 40 [per cent]. I don't know whether it is even
higher. Shame on you, where the devil will it end?... Whoever in Leipzig
now has 100 florins, takes 40 in a year, this means that he has eaten up
a peasant or a burgher in a year. If he has 1,000 florins, then he takes
400 in a year, that is, he eats up a squire or a rich gentleman in a
year. If he has 10,000, he takes 4,000 in a year, that is, he eats up a
rich count in a year. If he has 100,000, as must happen in the case of
the great merchants, then he takes 40,000 in a year, that is, he eats up
a great, rich prince in a year. If he has 1,000,000 then he takes
400,000 in a year, that is, he eats up some great king in a year. And he
suffers not any danger in so doing, neither to his body nor to his
treasure, labours not, sits by the fire and roasts apples; thus a chair
thief may sit at home and eat up a whole world in 10 years" ([pp.]
312-13).^c

^c This quotation is taken from Luther's /An die Pfarrherrn wider den
Wucher zu predigen, /Wittenberg, 1540.— /Ed/

[Kalr Marx, MECW, vol. 32, p. 532]

Είναι η «εργασία» του καπιταλιστή αναγκαία;

Η εργασία ενός καπιταλιστή βρίσκεται σε πλήρως αντίστροφη αναλογία προς το μέγεθος του κεφαλαίου του, δηλαδή προς τον βαθμό στον οποίο είναι καπιταλιστής.

Η εργασία που εκτελεί ο καπιταλιστής μειώνεται ακριβώς στον βαθμό που αυξάνεται το κεφάλαιό του· δηλαδή, όσο περισσότερο είναι καπιταλιστής, τόσο λιγότερο εργάζεται ο ίδιος.

The labour of a capitalist stands altogether in inverse proportion to the size of his
capital, i. e., to the degree in which he is a capitalist.
[MECW, vol. 37, p. 245]

Το να ισχυρίζεται κανείς ότι αυτή η εργασία, ως *καπιταλιστική εργασία*, ως λειτουργία του καπιταλιστή, είναι αναγκαία, δείχνει απλώς ότι ο χυδαίος/αγοραίος οικονομολόγος αδυνατεί να *συλλάβει* την κοινωνική παραγωγική δύναμη και τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας, όπως αυτά αναπτύσσονται μέσα στο πλαίσιο του κεφαλαίου, ως κάτι διακριτό από την καπιταλιστική μορφή, από τη μορφή της αλλοτρίωσης, από τον ανταγωνισμό και την αντίφαση των επιμέρους πλευρών της, από την αντιστροφή και τη σύγχυση των σχέσεών της (*quid pro quo*). *Et c'est justement ce que nous affirmons.*^a

^a Και αυτό ακριβώς είναι που λέμε. — Σημ. εκδ. [τόμ. 32, σ. 498]

To assert that this labour, as /capitalist labour, /as the function of the
capitalist, is necessary, only shows that the vulgarian cannot /conceive
/the social productive power and the social character of labour
developed within the framework of capital as something separate from the
capitalist form, from the form of alienation, from the antagonism and
contradiction of its aspects, from its inversion and /quid pro quo. Et
c'est justement ce que nous affirmons./^a

^a And it is precisely what we say.— /Ed./ [MECW, vol. 32, p. 498]


Αν το χρήμα είναι ο δεσμός που με δένει με την ανθρώπινη ζωή, με δεσμεύει με την κοινωνία, με συνδέει με τη φύση και τον άνθρωπο, δεν είναι το χρήμα ο δεσμός όλων των δεσμών; Δεν μπορεί να διαλύσει και να ενώσει όλους τους δεσμούς; Δεν είναι, επομένως, ο παγκόσμιος παράγοντας του χωρισμού;

«Αν το χρήμα είναι ο δεσμός που με δένει με την ανθρώπινη ζωή, με δεσμεύει με την κοινωνία, με συνδέει με τη φύση και τον άνθρωπο, δεν είναι το χρήμα ο δεσμός όλων των δεσμών; Δεν μπορεί να διαλύσει και να ενώσει όλους τους δεσμούς; Δεν είναι, επομένως, ο παγκόσμιος παράγοντας του χωρισμού;» —Καρλ Μαρξ

“If money is the bond binding me to human life, binding society to me, connecting me with nature and man, is not money the bond of all bonds? Can it not dissolve and bind all ties? Is it not, therefore, also the universal agent of separation?” —Karl Marx

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Ο μαρξισμός υποστηρίζει ότι τα κέρδη υπάρχουν επειδή η εργασία υφίσταται εκμετάλλευση.

Ο μαρξισμός υποστηρίζει ότι τα κέρδη υπάρχουν επειδή η εργασία υφίσταται εκμετάλλευση. Η «εκμετάλλευση» έχει ένα ακριβές νόημα: ότι η εργάτρια αμείβεται με την πλήρη αξία της εργατικής δύναμης που παρέχει, αλλά ότι οι σχέσεις ιδιοκτησίας συνεπάγονται την ιδιοποίηση από τον καπιταλιστή αυτού που παράγει ο εργάτης, του οποίου η αξία είναι μεγαλύτερη από την αξία της εργατικής δύναμης. Αυτή η θεωρητική πρόταση είναι μέρος του πυρήνα του μαρξισμού, όπως αλλιώς και να κατανοηθεί ο πυρήνας αυτός. [Simon Mohun and Roberto Veneziani - The Incoherence of the TSSI /A Reply to Kliman and Freeman: 63]

Marxism holds that profits exist because labor is exploited.
“Exploitation” has a precise meaning: that the worker is paid the full
value of the labor power she supplies, but that property relations
entail the appropriation by the capitalist of what the worker produces,
whose value is greater than the value of labor power. This theoretical
proposition is part of the core of Marxism, however else that core is
understood. [Mohun & Veneziani 2015: 63]

 

Η αξία του χρήματος ή των εμπορευμάτων ως κεφάλαιο δεν καθορίζεται από την αξία τους ως χρήμα ή ως εμπορεύματα αλλά μάλλον από την ποσότητα υπεραξίας που «παράγουν» για τον κάτοχό τους.

Το ίδιο το κεφάλαιο εμφανίζεται εδώ ως εμπόρευμα στο βαθμό που προσφέρεται
στην αγορά και η /αξία χρήσης του χρήματος ως κεφάλαιο/ πράγματι αλλοτριώνεται.
Ωστόσο, η αξία χρήσης του είναι η ίδια να παράγει κέρδος.

Η αξία του χρήματος ή των εμπορευμάτων ως /κεφάλαιο/ δεν καθορίζεται από
την αξία τους ως χρήμα ή ως εμπορεύματα αλλά μάλλον από την ποσότητα
υπεραξίας που «παράγουν» για τον κάτοχό τους. Το προϊόν του
το κεφαλαίου είναι το κέρδος. Στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής, η διαφορά
μεταξύ χρήματος που δαπανάται ως χρήμα και προκαταβληθέντος χρήματος ως
κεφάλαιο είναι απλώς μια διαφορά στην /εφαρμογή/. Το χρήμα (ή ένα εμπόρευμα)
είναι κεφάλαιο /καθεαυτό/ (όπως η εργασιακή ικανότητα είναι η εργασία /καθεαυτή/).
Γιατί [460] (1) το χρήμα μπορεί να μετατραπεί στις συνθήκες παραγωγής, και είναι
ήδη, όπως ακριβώς είναι, απλώς μια αφηρημένη έκφραση των συνθηκών
της παραγωγής, της ύπαρξής τους ως /αξίας/, και (2) τα αντικειμενικά
στοιχεία του πλούτου κατέχουν από μόνα τους την ιδιότητά τους να είναι
/κεφάλαιο/ γιατί η αντίθεσή τους – μισθωτή εργασία – που τα κάνει
κεφάλαιο είναι παρούσα ως βάση της κοινωνικής παραγωγής. Ο αντιθετικός
κοινωνικός προσδιορισμός του /αντικειμενικού πλούτου /έναντι της εργασίας εκφράζεται
στην /ιδιοκτησία κεφαλαίου καθαυτή/, εντελώς ανεξάρτητα από την ίδια τη διαδικασία.
Αυτή η στιγμή, λοιπόν, που χωρίστηκε από την ίδια την καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία, της οποίας το σταθερό αποτέλεσμα είναι, και ως το σταθερό αποτέλεσμα της οποίας είναι
επίσης η σταθερή προϋπόθεση της, εκφράζεται με αυτόν τον τρόπο, ότι το χρήμα,
και ομοίως τα εμπορεύματα, είναι από μόνα τους /λανθάνον/ κεφάλαιο, που
μπορούν να πωληθούν ως /κεφάλαιο/, και ότι με αυτή τη μορφή δίνουν τον έλεγχο της
εργασίας των άλλων, και ως εκ τούτου είναι αυτοαξιοποιούμενη αξία. (Δίνουν μια
αξίωση στην οικειοποίηση της εργασίας των άλλων.) Εδώ επίσης
προκύπτει ξεκάθαρα ότι /αυτή η σχέση /είναι ο τίτλος και το μέσο για
την οικειοποίηση της εργασίας των άλλων και όχι για κάθε είδους εργασία
που υποτίθεται ότι προσφέρει ο καπιταλιστής ως ισοδύναμο.

[Karl Marx, ECONOMIC MANUSCRIPTS OF 1864-65, pp. 459-60]


Η ταυτότητά μας είναι μια μυθοπλασία, γραμμένη από τους γονείς, τους συγγενείς, την εκπαίδευση και την κοινωνία.

«Η ταυτότητά μας είναι μια μυθοπλασία, γραμμένη από τους γονείς, τους συγγενείς, την εκπαίδευση και την κοινωνία.»

"Our identity is fictional, written by parents, relatives, education, society."

-- Genesis Breyer P-Orridge

Οι άνθρωποι “ασκούν επίδραση” ο ένας στον άλλον: όχι δυνάμει της φύσης τους, αλλά μάλλον δυνάμει των κινήτρων που αναδύονται μέσω της αμοιβαίας κατανόησης.

«Οι άνθρωποι “ασκούν επίδραση” ο ένας στον άλλον: όχι δυνάμει της φύσης τους, αλλά μάλλον δυνάμει των κινήτρων που αναδύονται μέσω της αμοιβαίας κατανόησης.»

“People ‘have an effect upon’ one another: Not by virtue of their nature, but rather by virtue of motivations brought forth through mutual understanding.” 

[Edmund Husserl, Basic Problems of Phenomenology, p. 172]

Η κατανάλωση εμφανίζεται επομένως στον καπιταλιστή όχι ως ο μοναδικός σκοπός της παραγωγής, αλλά ως ένα εμπόδιο στην πραγματοποίηση του κεφαλαίου του.

Η δυναμική της καπιταλιστικής παραγωγής μπορεί να προσδιοριστεί με σαφήνεια. Ενάντια στον κατεξοχήν ορθολογικό ισχυρισμό του Σμιθ ότι «σκοπός κάθε παραγωγής είναι η κατανάλωση», το κεφάλαιο υπακούει σε μια διαφορετική επιταγή: «Συσσώρευε, συσσώρευε! Αυτός είναι ο Μωυσής και οι προφήτες!» Η ιστορική τάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο νόμος κίνησής του, καθορίζεται από την αχόρταγη δίψα του κεφαλαίου για υπεραξία και από την αδιάκοπη συσσώρευση κεφαλαίου.

Αυτή η τάση ωθεί τον καπιταλιστή να εντατικοποιεί την εργασία και να επαναστατικοποιεί διαρκώς τις μεθόδους παραγωγής. Αποτέλεσμα αυτής της τάσης είναι η συνεχής αύξηση της μάζας των παραγόμενων εμπορευμάτων. Ωστόσο, τα εμπορεύματα αυτά δεν έχουν παραχθεί ως αξίες χρήσης, σύμφωνα με τις καταναλωτικές ανάγκες της κοινωνίας. Έχουν παραχθεί ως αξίες, ως η ενσάρκωση ενός διευρυμένου κεφαλαίου. Ο καπιταλιστής τα ρίχνει στην κυκλοφορία όχι για να τα μετατρέψει σε άλλες αξίες χρήσης, αλλά για να τα μετατρέψει εκ νέου στη χρηματική μορφή του κεφαλαίου.

Παρ’ όλα αυτά, για να πραγματοποιηθεί αυτό το κεφάλαιο με τη μορφή του χρήματος, τα εμπορεύματα πρέπει να αποδείξουν ότι είναι αξίες χρήσης βρίσκοντας καταναλωτές. Η κατανάλωση εμφανίζεται επομένως στον καπιταλιστή όχι ως ο μοναδικός σκοπός της παραγωγής, αλλά ως ένα εμπόδιο στην πραγματοποίηση του κεφαλαίου του.

The dynamics of capitalist production can be clearly identified. Against
Smith’s eminently rational claim that ‘the purpose of all production is
consumption’, capital is subject to a different injunction: ‘Accumulate,
accumulate! That is Moses and the prophets!’^6 The historical tendency
of the capitalist mode of production, its law of motion, is determined
by the insatiable thirst of capital for surplus value, and the incessant
accumulation of capital. This tendency drives the capitalist to
intensify labour and constantly to revolutionise the methods of
production. The result of this tendency is a constant increase in the
mass of commodities produced. However these commodities have not been
produced as use values, in accordance with the consumption needs of
society. They have been produced as values, as the embodiment of an
expanded capital. The capitalist throws them into circulation not to
con-
vert them into other use values, but to convert them back into the money
form of capital. Nevertheless, if this capital is to be realised in the
form of money, the commodities have to prove themselves as use-values by
finding a consumer. Consumption appears to the capitalist, therefore,
not as the sole end of production, but as a barrier to the realisation
of his capital.

[Simon Clarke - 1988 - Keynesianism, Monetarism and the Crisis of the State, 101]

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Το «απλό» συνεπαγόταν πάντοτε το άφθαρτο στην αρχαία και μεσαιωνική μεταφυσική. Σήμερα, μόνο η μάζα-ενέργεια (E = mc²), σε οποιαδήποτε μορφή της, μπορεί να θεωρηθεί άφθαρτη.

Το ζήτημα εδώ είναι αν η ύλη είναι απείρως διαιρετή. Το «απλό» θα ήταν ένα άτομο, το οποίο δεν μπορεί να διαιρεθεί περαιτέρω. Τα σύγχρονα άτομα, βέβαια, μπορούν να διαιρεθούν, αλλά τότε αποτελούνται από υποατομικά σωματίδια, τα οποία φαίνονται να είναι «απλά». Αν το επιχείρημα του Καντ εναντίον των απλών μερών βασίζεται στη διαιρετότητα του χώρου, τότε αποτυγχάνει στην περίπτωση των σύγχρονων στοιχειωδών υποατομικών σωματιδίων (κουάρκ και λεπτονίων), τα οποία, ως σημειακά σωματίδια του Ντιράκ (Dirac point particles), δεν έχουν καμία χωρική έκταση και επομένως δεν είναι χωρικά διαιρετά.

Από την άλλη πλευρά, τα υποατομικά σωματίδια διαθέτουν άλλου είδους «μέρη» ή χαρακτηριστικά — ηλεκτρικό φορτίο, μάζα, λεπτονικό αριθμό, βαρυονικό αριθμό, παραδοξότητα (strangeness) κ.λπ. — και η αλληλεπίδραση αυτών των χαρακτηριστικών σημαίνει ότι τα σωματίδια μπορούν να μετασχηματίζονται σε άλλα είδη σωματιδίων. Το «απλό» συνεπαγόταν πάντοτε το *άφθαρτο* στην αρχαία και μεσαιωνική μεταφυσική. Σήμερα, μόνο η μάζα-ενέργεια (E = mc²), σε οποιαδήποτε μορφή της, μπορεί να θεωρηθεί άφθαρτη.

The issue here is whether matter is infinitely divisible. The "simple"
would be an /atom/, which cannot be divided further. Modern atoms, of
course, can be divided, but then they consist of sub-atomic particles,
which do appear to be "simple." /If/ Kant's argument against simple
parts is based on the divisibility of space, it fails for modern
elementary sub-atomic particles (quarks and leptons), which, as Dirac
Point Particles, do not have any spatial extension and so are not
spatially divisible. On the other hand, sub-atomic particles have other
kinds of "parts"--charge, mass, lepton number, baryon number,
strangeness, etc.--and the interaction of these means that particles can
change into other kinds of particles. "Simple" had always implied
*indestructible* in ancient and mediaeval metaphysics. Only mass-energy
(E=mc^2 ), in whatever form, may now be regarded as indestructible.

[Religious Value and the Antinomies of Transcendence](https://friesian.com/antinom.htm)

 

Τι εννοείται με τον όρο «ευκλείδεια γεωμετρία του χώρου»;

[Τι εννοείται με τον όρο «ευκλείδεια γεωμετρία του χώρου»;

Σημαίνει απλώς ότι, αν χρησιμοποιούσες ακτίνες φωτός για να ορίσεις τις συντομότερες αποστάσεις μεταξύ δύο μακρινών σημείων, τότε οι διαδρομές τους θα ήταν ταυτόσημες με τις «ευθείες γραμμές» που σχεδίαζες στη γεωμετρία του σχολείου, και ότι αν σχημάτιζες ένα τεράστιο (;) τρίγωνο, το άθροισμα των γωνιών του θα ήταν ακριβώς 180 μοίρες.

What is meant by the 'Euclidean geometry of space'?

It just means that if you used light rays to define the shortest distances between any two points far apart, that their paths would be identical to the 'straight lines' you drew in high school geometry class, and that if you formed a humongous (sp?) triangle, the sum of the angles would equal exactly 180 degrees.

All answers are provided by Dr. Sten Odenwald (Raytheon STX) for the NASA Astronomy Cafe, part of the NASA Education and Public Outreach program.](https://einstein.stanford.edu/content/relativity/q2621.html)

Ο χώρος έχει περισσότερες από τρεις διαστάσεις;

[Ο χώρος έχει περισσότερες από τρεις διαστάσεις;

Έξω από το άτομο, ο χώρος διαθέτει τρεις μεγάλες χωρικές διαστάσεις με ακρίβεια καλύτερη από 1 προς 10 δισεκατομμύρια, με βάση τον τρόπο με τον οποίο δρα η βαρύτητα σε σύγκριση με όσα προβλέπει η γενική σχετικότητα για έναν τρισδιάστατο χώρο.

Μέσα στο άτομο, σε κλίμακες μικρότερες από τον πυρήνα του ατόμου, δεν γνωρίζουμε. Ωστόσο, οι θεωρητικοί που αναζητούν μια «Ενοποιημένη Θεωρία των Πάντων» φαίνεται να προτιμούν την ιδέα ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν πολλές μικροσκοπικές, κβαντικές διαστάσεις σε κάθε σημείο του τρισδιάστατου χώρου.

Δεν υπάρχει καμία παρατηρησιακή ένδειξη υπέρ αυτής της ιδέας — εκτός αν η απόδειξη βρίσκεται κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια μας και απλώς δεν μπορούμε να τη δούμε!!!

Does space have more than 3 dimensions?

Outside the atom, space has three large spatial dimensions to better than 1 part in 10 billion based on how gravity acts compared to how general relativity in 3-d space says it should. Inside the atom, at scales smaller than the nucleus of an atom, we don't know, but theorists searching for a Theory of Everything, seem to like the idea that there could be lots of microscopic, quantum dimensions to each point in 3-d space. There is no observational evidence for this, unless it is right there in front of us and we just can't see it!!!

All answers are provided by Dr. Sten Odenwald (Raytheon STX) for the NASA Astronomy Cafe, part of the NASA Education and Public Outreach program.](https://einstein.stanford.edu/content/relativity/a10591.html)

[Ποια είναι η απλούστερη ένδειξη ότι υπάρχουν περισσότερες από 4 διαστάσεις;

Δεν υπάρχει καμία. Όλη η λεγόμενη «ένδειξη» είναι θεωρητικής φύσης, αλλά καμία από αυτές δεν έχει δοκιμαστεί πειραματικά, επειδή… δεν ξέρουμε πώς να το κάνουμε! Ό,τι γνωρίζουμε είναι ότι ο χωροχρόνος μας είναι τετραδιάστατος με ακρίβεια περίπου μερικών μερών στα εκατό δισεκατομμύρια, με βάση το πόσο καλά η βαρύτητα ακολουθεί τη γενική σχετικότητα σε 4 διαστάσεις μέσα στο Ηλιακό μας Σύστημα.

What is the simplest evidence that there are more than 4 dimensions?

There is none. All of the 'evidence' is of the theoretical kind, but none of it has been put to the test because...we don't know how! All we know is that our space-time is 4 dimensional to about a few parts per hundred billion based on how well gravity follows 4-D general relativity inside our solar system.

All answers are provided by Dr. Sten Odenwald (Raytheon STX) for the NASA Astronomy Cafe, part of the NASA Education and Public Outreach program.](https://einstein.stanford.edu/content/relativity/q2916.html)

Είμαστε, πραγματικά και αληθινά, απλώς μια άλλη μορφή του βαρυτικού πεδίου του σύμπαντος, που συστράφηκε από τη Μεγάλη Έκρηξη σε μια μικρή οικογένεια μοναδικών σωματιδιακών καταστάσεων.

[If space exists, what is it?

This is the single most important question in modern physics. Einstein himself said that so far as his general relativity is concerned, space ( actually space-time) and the gravitational field are the SAME THINGS. We see it as something that is empty because, in modern language, we cannot see the quantum particles called gravitons out of which it is 'manufactured'. We exist much like the raisins in a bread, surrounded by the invisible but almost palpable 'dough' of the gravitational field. In many respects there is no difference between the field that we are embedded in and the apparently solid matter out of which we are made. Even at the level of quarks, over 95 percent of the 'matter' that makes up a 100 kg person is simply locked up in the energy of the gluonic fields out of which protons are fashioned. The rest is a gift from the way quarks and electrons interact with a field called the Higgs field which permeates space. We are, really and truly, simply another form of the gravitational field of the universe, twisted by the Big Bang into a small family of unique particle states.

Return to the Special & General Relativity Questions and Answers page.

All answers are provided by Dr. Sten Odenwald (Raytheon STX) for the NASA Astronomy Cafe, part of the NASA Education and Public Outreach program.

Αν υπάρχει χώρος, τι είναι αυτός; Αυτή είναι η πιο σημαντική ερώτηση στη σύγχρονη φυσική. Ο ίδιος ο Αϊνστάιν είπε ότι όσον αφορά τη γενική του σχετικότητα, ο χώρος (στην πραγματικότητα ο χωροχρόνος) και το βαρυτικό πεδίο είναι τα ΙΔΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ. Τον βλέπουμε ως κάτι που είναι κενό γιατί, στη σύγχρονη γλώσσα, δεν μπορούμε να δούμε τα κβαντικά σωματίδια που ονομάζονται γκραβιτόνια από τα οποία «κατασκευάζεται». Υπάρχουμε σαν τις σταφίδες σε ένα ψωμί, που περιβάλλεται από την αόρατη αλλά σχεδόν χειροπιαστή «ζύμη» του βαρυτικού πεδίου. Από πολλές απόψεις δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ του πεδίου στο οποίο είμαστε ενσωματωμένοι και της φαινομενικά στερεής ύλης από την οποία είμαστε φτιαγμένοι. Ακόμη και στο επίπεδο των κουάρκ, πάνω από το 95 τοις εκατό της «ύλης» που αποτελεί ένα άτομο 100 κιλών είναι απλώς εγκλωβισμένο στην ενέργεια των γλουονικών πεδίων από τα οποία δημιουργούνται τα πρωτόνια. Το υπόλοιπο είναι ένα δώρο από τον τρόπο με τον οποίο τα κουάρκ και τα ηλεκτρόνια αλληλεπιδρούν με ένα πεδίο που ονομάζεται πεδίο Higgs που διαπερνά το διάστημα. Είμαστε, πραγματικά και αληθινά, απλώς μια άλλη μορφή του βαρυτικού πεδίου του σύμπαντος, που συστράφηκε από τη Μεγάλη Έκρηξη σε μια μικρή οικογένεια μοναδικών σωματιδιακών καταστάσεων.
](https://einstein.stanford.edu/content/relativity/a11134.html)

η διπλή αποβλεπτικότητα της φαντασίας

Αν φέρω ενώπιόν μου με τη φαντασία το παλάτι στο Βερολίνο, η φαντασιακή εικόνα αποτελεί μια γνήσια εμφάνιση. Αλλά αν, έχοντας αυτή την εικόνα μπροστά στα μάτια μου, δεν αποβλέπω στο ενέργημα παρουσίασής μου την ίδια την εικόνα, αλλά το ίδιο το παλάτι, τότε ένα δεύτερο αντικείμενο δίδεται πράγματι αποβλεπτικά μέσα στο σύνθετο ενέργημα· δε δίδεται όμως με τη μορφή μιας δεύτερης εμφάνισης. [PICM: 126]

If I present the palace in Berlin to myself in phantasy, the phantasy
image is a genuine appearance. But if, with this image before my eyes,
I nevertheless do not mean the image in my act of presenting but the
palace itself, then a second object is indeed given intentionally in
the complex act, but not given in the form of a second appearance.
[PICM: 126]

[EDMUND HUSSERL - PHANTASY, IMAGE CONSCIOUSNESS, AND MEMORY (1898–1925)]

Η μνήμη ενός αντικειμένου είναι ταυτόχρονα και μνήμη του προγενέστερου ενεργήματος αντίληψης του αντικειμένου

Η μνήμη ενός αντικειμένου είναι ταυτόχρονα και μνήμη του προγενέστερου ενεργήματος αντίληψης του αντικειμένου (236). [PICM: XXXIV]

Αρκεί να ειπωθεί προς το παρόν ότι η μνήμη του παρελθόντος αντικειμένου και η μνήμη της αντίληψής του αποτελούν δύο όψεις ενός ενιαίου ενεργήματος, και όχι δύο χωριστά ενεργήματα, και ότι είναι μέσω της ανα-παράστασης της αντίληψης μέσα στην οποία το αντικείμενο εμφανίστηκε αρχικά που «“εγώ μετατίθεμαι στο παρελθόν”» (244) και βλέπω ξανά το αντικείμενο ενώπιόν μου (345). Με ανάλογο τρόπο, μεταφέρομαι στο μέλλον μέσω της αναμονής/προσδοκίας, αναπαριστώντας μια μελλοντική πράξη αντίληψης στην οποία ένα αντικείμενο θα σταθεί πράγματι ενώπιόν μου αυτοπροσώπως. [PICM: XXXV]

[T]he memory of an object is at the same time the memory of the earlier
act of perceiving the object (236). [PICM: XXXIV]

Suffice it
to say for the moment that the memory of the past object and the memory
of its perception are two aspects of a single act, not two separate
acts, and that it is by re-presenting the perception in which the object
originally appeared that “ ‘I am displaced into the past’ ” (244) and
see the object before me again (345). In a similar way, I am transported
into the future in expectation by re-presenting a future act of
perceiving in which an object will actually stand before me in person.
[PICM: XXXV]

[JOHN B. BROUGH στο EDMUND HUSSERL - PHANTASY, IMAGE CONSCIOUSNESS, AND MEMORY (1898–1925)]

 

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

«Αιτούμαστε» (ή: «Ας θεωρήσουμε») μια πολλαπλότητα, την οποία ονομάζουμε «χώρο», και τα στοιχεία της «σημεία», με τις ακόλουθες ιδιότητες: Κάθε δύο σημεία της καθορίζουν μία «ευθεία γραμμή», «κάθε δύο ευθείες γραμμές τέμνονται σε ένα σημείο» κτλ. Το σύστημα των καθαρών συνεπειών (ή, σε σχέση με τον εξεταζόμενο χώρο, το σύνολο των διαδοχικών χαρακτηριστικών του) συνιστά το περιεχόμενο της γεωμετρίας.

Οι αρχές ενός πλήρους και καθαρού γεωμετρικού συστήματος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο ορισμός ή το υποθετικό αίτημα — διατυπωμένο σε μια σειρά χωριστών προτάσεων — της πολλαπλότητας που πρέπει να θεωρηθεί ως γεωμετρικός χώρος. Οι προτάσεις αυτές είναι δύο ειδών: υπαρξιακές προτάσεις και γενικές (νομολογικές) προτάσεις που αφορούν τα αντικείμενα του χώρου αυτού.

«Αιτούμαστε» (ή: «Ας θεωρήσουμε») μια πολλαπλότητα, την οποία ονομάζουμε «χώρο», και τα στοιχεία της «σημεία», με τις ακόλουθες ιδιότητες: Κάθε δύο σημεία της καθορίζουν μία «ευθεία γραμμή», «κάθε δύο ευθείες γραμμές τέμνονται σε ένα σημείο» κτλ. Το σύστημα των καθαρών συνεπειών (ή, σε σχέση με τον εξεταζόμενο χώρο, το σύνολο των διαδοχικών χαρακτηριστικών του) συνιστά το περιεχόμενο της γεωμετρίας.

Μέσα στον χώρο «υπάρχει» κάθε δομή της οποίας η ύπαρξη συνάγεται καθαρά από τις αρχές, δηλαδή από τον ορισμό ή την αξίωση του χώρου. Όλες οι προτάσεις της γεωμετρίας, τόσο οι υπαρξιακές όσο και οι νομολογικές, υπάγονται σε μία γενική προϋπόθεση, η οποία δεν εκφράζεται ποτέ επειδή θεωρείται αυτονόητη:

Δοθέντος ότι υπάρχει ένας χώρος, μια πολλαπλότητα ορισμένου και καθορισμένου τύπου (ακριβώς ορισμένου στις αρχές), τότε μέσα σε αυτήν υπάρχουν αυτές και εκείνες οι δομές, για τις οποίες ισχύουν αυτές και εκείνες οι προτάσεις, και ούτω καθεξής.

The principles of a complete and pure geometric system are nothing but
the definition or hypothetical postulation - laid out in a series 5 of
separate assertions - of the manifold which must be regarded as
geometrical space. These assertions are of two types: existential
assertions and general (nomological) assertions concerning the objects
thereof. "We /postulate" /(or: /"Let us consider") /a manifold, which we
call "space," and its elements the "points," with the fol-
lowing properties: Any two of its points determine a "straight line,"
"any two straight lines intersect at /one /point," etc. The system of
pure consequences (or, in relation to the space considered, the totality
of [328] its sequential characteristics) constitutes the content of the
geometry. In the space there "exists" each structure whose existence is
a pure
inference from the principles, thus from the space definition or
postulation. All propositions of the geometry, the existential as well
as the nomological, stand under a /general assumption, /never expressed
because self-evident: - /Granted /that /there is /a space, a manifold of
such-and-such a determinate type (exactly defined in the principles),
then in it there exist these and those structures, for which these
and those propositions hold true, and so forth.

[Edmund Husserl, Early writings in the philosophy of logic and mathematics: 368]


Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

αποβλεπτικός αντι-αναγωγισμός (Gianfranco Soldati)

Κατά συνέπεια, το να υποστηρίζει κανένα ότι οι αντιληπτικές εμπειρίες είναι αποβλεπτικές σημαίνει ότι απορρίπτει την αναγωγή μιας αντιληπτικής εμπειρίας σε μια μη νοητική διαδικασία, κατάσταση ή συμβάν, όπως για παράδειγμα μια φυσική διαδικασία, κατάσταση ή συμβάν. Ας ονομάσω αυτή τη θέση αποβλεπτικό αντι-αναγωγισμό σχετικά με τις αντιληπτικές εμπειρίες.

Accordingly, to maintain that
perceptual experiences are intentional means to reject the reduction of a perceptual experience to a
non-mental, for instance physical, process, state or event. Let me call this view intentional anti-
reductionism about perceptual experiences.

 [Gianfranco Soldati, Elements of a Phenomenological Theory of Perception] 

Το αποβλεπτικό περιεχόμενο χρησιμοποιείται μερικές φορές προκειμένου να διακριθεί το αντιληπτό αντικείμενο από τον τρόπο με τον οποίο αυτό γίνεται αντιληπτό.

Το αποβλεπτικό περιεχόμενο χρησιμοποιείται μερικές φορές προκειμένου να διακριθεί το αντιληπτό αντικείμενο από τον τρόπο με τον οποίο αυτό γίνεται αντιληπτό. Το σημείο εκκίνησης αυτής της θέσης μπορεί να είναι ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει αντικείμενο που να γίνεται απλώς αντιληπτό: ένα αντικείμενο γίνεται πάντοτε αντιληπτό με κάποιον τρόπο. Μια τελεία, λόγου χάρη, δε γίνεται απλώς αντιληπτή· γίνεται αντιληπτή ως έχουσα κάποιο σχήμα, χρώμα, ως ευρισκόμενη σε κάποιο (εγωκεντρικό) χώρο, ως κινούμενη ή μη κινούμενη, ως μεταβαλλόμενη ως προς το σχήμα ή ως παραμένουσα η ίδια, κ.ο.κ. Δεν έχει νόημα να λέμε ότι κανείς οπτικά βιώνει μια τελεία ως μη έχουσα κανένα σχήμα, ως μη ευρισκόμενη σε καμία θέση, ούτε καν εμπρός ή αριστερά, ως ούτε μεταβαλλόμενη ούτε παραμένουσα η ίδια στον χρόνο, κ.λπ. Το να βιώνει κανείς οπτικά μια τελεία σημαίνει να τη βιώνει με κάποιον τρόπο, υπό κάποια όψη. Αν η τελεία είναι το αντικείμενο που κανείς αντιλαμβάνεται, τότε ο τρόπος με τον οποίο αυτή γίνεται αντιληπτή μπορεί να θεωρηθεί ως το περιεχόμενο της αντιληπτικής εμπειρίας του. Το περιεχόμενο μιας αντιληπτικής εμπειρίας είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο το αντικείμενο δίδεται στην αντίληψη.

Intentional content is sometimes used in order to differentiate the perceived object from the 
way it is perceived. The starting point of this view may be the claim that there is no object that is 
simply perceived: an object is always perceived in some way. A dot, say, is not simply perceived, it 
is perceived as having some shape, colour, as being somewhere in (egocentric) space, as moving or 
as not moving, as changing in shape or as remaining the same, etc. It makes no sense to say that 
one visually experiences a dot as not having any shape, as not being in any location, not even in 
front, or to the left, as not chaining nor remaining the same in time, etc. To visually experience a 
dot means to experience it in some way, under some aspect. If the dot is the object one perceives, the 
way in which it is perceived may be taken to be the content of one’s perceptual experience. The 
content of a perceptual experience simply is the way the object is given in perception.

[Gianfranco Soldati, Elements of a Phenomenological Theory of Perception] 

άμεσος ρεαλισμός

άμεσος ρεαλισμός: η ιδέα ότι στην αισθητηριακή αντίληψη ερχόμαστε σε άμεση γνωριμία με συγκεκριμένα καθέκαστα.

direct realism: the idea that in sensory perception we are directly acquainted with concrete particulars.

[Gianfranco Soldati, Elements of a Phenomenological Theory of Perception] 
 

Είναι αδιανόητο να προκύψει ένας αναστοχασμός χωρίς ένα αντικείμενο πάνω στο οποίο να αναστοχάζεται· αλλά δεν είναι αδιανόητο να λάβει χώρα μια αντίληψη ενός υλικού πράγματος, η οποία στη συνέχεια να ακολουθηθεί από περαιτέρω αντιλήψεις που δείχνουν ότι, τελικά, δεν υπήρξε καθόλου αντίληψη στην πρώτη περίπτωση, επειδή δεν υπήρχε υλικό πράγμα.

Είναι αδιανόητο να προκύψει ένας αναστοχασμός χωρίς ένα αντικείμενο πάνω στο οποίο να αναστοχάζεται· αλλά δεν είναι αδιανόητο να λάβει χώρα μια αντίληψη ενός υλικού πράγματος, η οποία στη συνέχεια να ακολουθηθεί από περαιτέρω αντιλήψεις που δείχνουν ότι, τελικά, δεν υπήρξε καθόλου αντίληψη στην πρώτη περίπτωση, επειδή δεν υπήρχε υλικό πράγμα. Ο Χούσσερλ βλέπει αυτή τη ριζική διαφορά ανάμεσα στην «εμμενή» (immanent) αντίληψη και την «υπερβατική» (transcendent) αντίληψη.

It is inconceivable that a reflection should come about without an object for it to reflect on; but it is not inconceivable that a perception of a material thing might take place, only to be followed by further perceptions which show that there was no perception in the first place after all, because there was no material thing. Husserl sees this radical difference between "immanent" perception and "transcendent" perception.
[Sokolowski, HM, p.188] (https://archive.org/details/husserlianmedita0000soko)

<item>§46. Indubitability of the Perception of Something Immanent, Dubitability of the Perception of Something Transcendent. [Ideas I, p.100]</item>

η αντίληψη μέσω εμφανίσεων μια ουσιώδης αναγκαιότητα

Θα μπορούσε εύκολα να καταδειχθεί ότι, αν η υποτιθέμενη άγνωστη αιτία υπήρχε πράγματι, τότε θα έπρεπε κατ’ ουσίαν να είναι αντιληπτή και εμπειρώσιμη, αν όχι από εμάς, τότε από άλλα Εγώ που βλέπουν καλύτερα και μακρύτερα. Αυτό που τίθεται εδώ υπό αμφισβήτηση δεν είναι, ίσως, μια κενή, απλώς λογική δυνατότητα, αλλά μάλλον μια ουσιώδης δυνατότητα, πλούσια σε περιεχόμενο και έγκυρη με αυτό το περιεχόμενο. Επιπλέον, θα μπορούσε να καταδειχθεί ότι η ίδια η δυνατή αντίληψη [64 Προσθήκη στο Αντίτυπο D: αυτών των αιτιωδών πραγματικοτήτων] θα έπρεπε, από ουσιώδη αναγκαιότητα, να αποτελεί μια ακόμη περίπτωση αντίληψης μέσω εμφανίσεων και ότι, κατά συνέπεια, θα περιπίπταμε σε μια αναπόφευκτη άπειρη παλινδρόμηση.

Θα μπορούσε ακόμη να επισημανθεί ότι η εξήγηση αντιληπτικά δεδομένων διεργασιών μέσω υποθετικά υποτιθέμενων αιτιωδών πραγματικοτήτων, μέσω άγνωστων φυσικών καταστάσεων πραγμάτων (για παράδειγμα, η εξήγηση ορισμένων διαταραχών στις κινήσεις των πλανητών με την υπόθεση ενός έως τότε άγνωστου πλανήτη, του Ποσειδώνα), είναι κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από μια εξήγηση με την έννοια του προσδιορισμού των εμπειρικά δεδομένων φυσικών πραγμάτων κατά τον ιδιαίτερο τρόπο που χαρακτηρίζει τη φυσική· δηλαδή, μια εξήγηση μέσω τέτοιων φυσικοεπιστημονικών μέσων όπως τα άτομα, τα ιόντα και τα παρόμοια.

Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να αναπτυχθούν πάρα πολλά ακόμη σημεία παρόμοιου νοήματος. [*Ιδέες Ι*, σ. 119]

§52. Supplementations. The Physical Thing as Determined by Physics and the "Unknown Cause of Appearances ."[59 Marginal note to title of §52 in Copy A: This again belongs to transcendental idealism] [Ideas I, p.117]
It could easily be shown that if the supposed unknown cause existed at all, it would have to be essentially perceivable and experienceable if not by us then by other Egos who see better and further. What is in question here is not, perchance, an empty, merely logical possibility but rather an essential possibility which is rich in content and valid with that content. Furthermore, it could be shown that the possible perception itself[64 Insertion in Copy D: of those cause-realities] would, as a matter of essential necessity, have to be another case of perception by means of appearances and that, consequently, we should fall into an inevitable infinite regress. It could be pointed out, moreover, that an explanation of perceptually given processes by hypothetically assumed causative realities, by unknown physical affairs (for example, the explanation of certain planetary disturbances by the assumption of an as-yet-unknown planet, Neptune) is something essentially different from an explanation in the sense of a determining of experienced physical things in the manner peculiar to physics — an explanation by such physical-scientific means as atoms, ions, and the like. In this manner a great many points having a similar sense might be developed. [Ideas I, p.119]

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Αυτό από το οποίο ο άνθρωπος φοβάται περισσότερο είναι η κρίση των άλλων ανθρώπων.

«Αυτό από το οποίο ο άνθρωπος φοβάται περισσότερο είναι η κρίση των άλλων ανθρώπων.»

"Wovor der Mensch sich am meisten fürchtet, das ist das Urteil der anderen Menschen."

— Albert Camus

Όργανον

Η αξίωση του Αριστοτέλη ότι είναι ο θεμελιωτής της λογικής βασίζεται πρωτίστως στα έργα *Κατηγορίαι* (*Categories*), *Περὶ Ἑρμηνείας* (*De interpretatione*) και *Ἀναλυτικὰ Πρότερα* (*Prior Analytics*), τα οποία πραγματεύονται αντιστοίχως τις λέξεις, τις προτάσεις και τους συλλογισμούς. Τα έργα αυτά, μαζί με τα *Τοπικά* (*Topics*), τους *Σοφιστικούς Ἐλέγχους* (*Sophistical Refutations*) και μία πραγματεία περί της επιστημονικής μεθόδου, τα *Ἀναλυτικὰ Ὕστερα* (*Posterior Analytics*), συγκροτήθηκαν σε μία συλλογή γνωστή ως *Όργανον* (*Organon*), δηλαδή το «εργαλείο» της σκέψης.

Aristotle’s claim to be the founder of logic rests primarily on the
/Categories/, the /De interpretatione/, and the /Prior Analytics/, which
deal respectively with words, propositions, and syllogisms. These works,
along with the /Topics/, the /Sophistical Refutations/, and a treatise
on scientific method, the /Posterior Analytics/, were grouped together
in a collection known as the /Organon/, or “tool” of thought.

Χαρακτηριστικά των κυττάρων

Χαρακτηριστικά των κυττάρων
---------------------------

3 Ιδιότητες ενός κυττάρου

(<https://sciencing.com/3-properties-of-a-cell-4239805.html>)

Ενημερώθηκε στις 24 Απριλίου 2017
Από την Carolyn LaRoche

Τα κύτταρα αποτελούν τη βασική μονάδα της ζωής. Κάθε ζωντανός οργανισμός, από τον απλούστερο μικροοργανισμό έως τα πιο σύνθετα φυτά και ζώα, αποτελείται από κύτταρα. Τα κύτταρα είναι ο τόπος όπου πραγματοποιούνται οι μεταβολικές αντιδράσεις και όπου στεγάζεται το γενετικό υλικό. Άλλα μόρια, όπως η γλυκόζη και τα λίπη, αποθηκεύονται επίσης μέσα στα κύτταρα.

### Γενικά χαρακτηριστικά των κυττάρων

Τα κύτταρα, είτε προέρχονται από ζώα είτε από φυτά, διαθέτουν πολλές εσωτερικές δομές που ονομάζονται οργανίδια. Τα μιτοχόνδρια είναι τα οργανίδια που παρέχουν ενέργεια στο κύτταρο, ενώ ο πυρήνας περιέχει τη γενετική πληροφορία με τη μορφή χρωμοσωμάτων. Το σωληνοειδές δίκτυο που συγκροτεί το ενδοπλασματικό δίκτυο αποτελεί το σύστημα μεταφοράς του κυττάρου, ενώ η παρόμοια δομημένη συσκευή Golgi λειτουργεί ως σύστημα συσκευασίας και διανομής. Τα λυσοσώματα περιέχουν πεπτικά ένζυμα και τα ριβοσώματα αποτελούν τον τόπο σύνθεσης των πρωτεϊνών. Όλα τα οργανίδια περιβάλλονται από μια διαυγή ουσία με υφή γέλης, γνωστή ως κυτταρόπλασμα.

### Πλασματική μεμβράνη

Όλα τα κύτταρα περιβάλλονται από μια πλασματική μεμβράνη. Αποτελούμενη από μια διπλοστιβάδα φωσφολιπιδίων μέσα στην οποία είναι ενσωματωμένες πρωτεΐνες, η κυτταρική μεμβράνη προσδίδει στο κύτταρο το σχήμα του. Τα φωσφολιπίδια αποτελούνται από δύο μέρη: μια υδρόφιλη κεφαλή και μια υδρόφοβη ουρά. Οι ουρές των δύο στιβάδων είναι στραμμένες η μία προς την άλλη στο εσωτερικό της μεμβράνης, ενώ οι κεφαλές βλέπουν προς τα υδατικά περιβάλλοντα στο εσωτερικό και το εξωτερικό του κυττάρου. Αυτή η διάταξη είναι γνωστή ως **μοντέλο του ρευστού μωσαϊκού** (*fluid mosaic model*). Οι διάφορες πρωτεΐνες που είναι διασκορπισμένες στις φωσφολιπιδικές στιβάδες διευκολύνουν τη μεταφορά θρεπτικών ουσιών και αποβλήτων προς και από το κύτταρο.

### Τα φυτικά κύτταρα διαφέρουν από τα ζωικά κύτταρα

Παρόλο που όλα τα κύτταρα διαθέτουν κυτταρική μεμβράνη, τα φυτικά κύτταρα έχουν επιπλέον ένα πιο άκαμπτο εξωτερικό στρώμα, γνωστό ως κυτταρικό τοίχωμα. Τα κυτταρικά τοιχώματα αποτελούνται κυρίως από κυτταρίνη και είναι αρκετά ισχυρά ώστε να εμποδίζουν ένα φυτικό κύτταρο να διαρραγεί όταν γεμίζει με νερό. Τα κυτταρικά τοιχώματα βοηθούν επίσης το κύτταρο να διατηρεί το σχήμα του και προσδίδουν στα φυτά τη μηχανική αντοχή που απαιτείται για την ανάπτυξή τους.

Επιπλέον, τα φυτικά κύτταρα περιέχουν χλωροπλάστες, ενώ τα ζωικά κύτταρα όχι. Οι χλωροπλάστες περιέχουν τη χρωστική ουσία χλωροφύλλη, η οποία είναι απαραίτητη για τη φωτοσύνθεση. Αυτά τα οργανίδια επιτρέπουν στα φυτά να παράγουν τροφή αξιοποιώντας την ενέργεια του ηλιακού φωτός.

### Σχετικά με τη συγγραφέα

Η Carolyn LaRoche άρχισε να γράφει επαγγελματικά το 2010 ως ανεξάρτητη συγγραφέας για διάφορους ιστότοπους. Κατέχει πτυχίο Bachelor of Arts στις βιολογικές επιστήμες/προϊατρικές σπουδές από το State University of New York στο Oswego και μεταπτυχιακό τίτλο Master of Science στη δικανική χημεία από το University of New Haven.

Cell Characteristics
--------------------

  3 Properties of a Cell

<https://sciencing.com/3-properties-of-a-cell-4239805.html>

Updated April 24, 2017
By Carolyn LaRoche

Cells are the basic unit of life. Every living organism, from the
simplest microorganism to the most complex plants and animals, is made
of cells. Cells are the site of metabolic reactions and the places where
genetic material is housed. Other molecules such as glucose and fats are
stored within cells as well.

### General Cell Characteristics

Cells, whether from an animal or a plant, have many interior structures
called organelles. The mitochondria is the organelle that supplies
energy to a cell while the nucleus houses genetic information in the
form of chromosomes. The tubular network that makes up the endoplasmic
reticulum is a cell's transport system, and the similarly structured
golgi apparatus acts as a packaging system for a cell. Lysosomes contain
digestive enzymes, and ribosomes are the site of protein synthesis. All
organelles are surrounded by a clear, jelly-like substance known as
cytolasm.

### Plasma Membrane

All cells are surrounded by a plasma membrane. Composed of a
phospholipid bi-layer infused with proteins, a cell membrane gives shape
to a cell. Phospholipids are made up of two parts, a hydrophilic head
and a hyrdophobic tail. The tails of both layers face each other on the
inside of the membrane, and the heads face the watery environments
inside and outside a cell. This arrangement is known as the fluid mosaic
model. The various proteins scattered throughout the phospholipid layers
assist in the transfer of nutrients and waste into and out of a cell.

### Plant Cells Differ from Animal Cells

Although all cells have a cell membrane, plant cells have an additional
more rigid outer layer known as a cell wall as well. Cell walls are
composed mainly of cellulose and are strong enough to prevent a plant
cell from exploding when it fills with water. Cell walls also help a
cell keep its shape and provide strength for a plant to grow.

In addition, plant cells contain chloroplasts whereas animal cells do
not. Chloroplasts house the pigment chlorophyll, which is essential for
photosynthesis. These organelles allow plants to process food from sunlight.

References

  * Biology 4 Kids: Cells <http://www.biology4kids.com/files/cell_main.html>
  * All About the Journey: Cell Structure
<https://www.allaboutthejourney.org/cell-structure.htm>


Τα ένζυμα είναι πρωτεΐνες που εκτελούν τις καθημερινές λειτουργίες μέσα στο κύτταρο.

Τα ένζυμα είναι πρωτεΐνες που εκτελούν τις καθημερινές λειτουργίες μέσα στο κύτταρο. Σε αυτές περιλαμβάνονται η αύξηση της αποτελεσματικότητας των χημικών αντιδράσεων, η παραγωγή ενεργειακών μορίων που ονομάζονται ATP, η μετακίνηση συστατικών του κυττάρου και άλλων ουσιών, η διάσπαση μορίων (καταβολισμός) και η σύνθεση νέων μορίων (αναβολισμός).

Enzymes are proteins that perform the everyday work within a cell. This
includes increasing the efficiency of chemical reactions, making energy
molecules called ATP, moving components of the cell and other
substances, breaking down molecules (catabolism) and building new
molecules (anabolism).

Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα λιπίδια απωθούν το νερό από το ένα άκρο τους και το έλκουν από το άλλο απαιτεί την ανάλυση των βασικών χημικών δομών των μορίων λιπιδίων και των μορίων του νερού.

Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα λιπίδια απωθούν το νερό από το ένα άκρο τους και το έλκουν από το άλλο απαιτεί την ανάλυση των βασικών χημικών δομών των μορίων λιπιδίων και των μορίων του νερού. Τα μόρια του νερού είναι φυσικά πολικά, με μία θετικά φορτισμένη πλευρά και μία αρνητικά φορτισμένη πλευρά. Τα λιπίδια στερούνται ενός ιόντος υδρογόνου στο ένα άκρο, γεγονός που καθιστά αυτό το άκρο του μορίου θετικά φορτισμένο και υδρόφιλο, δηλαδή ελκόμενο από το νερό. Το άλλο άκρο περιέχει ισορροπημένα ιόντα, δε φέρει φορτίο και συνεπώς είναι υδρόφοβο, δηλαδή απωθείται από το νερό.

Understanding how lipids repel water with one end and attract it with
the other requires unpacking the basic chemical structures of lipid
molecules and water molecules. Water molecules are naturally polar with
one positively charged side and one negatively charged side. Lipids lack
a hydrogen ion on one end, which makes this end of the molecule
positively charged and hydrophilic, or attracted to water. The other end
contains balanced ions, lacks a charge and is, therefore, hydrophobic,
or repelled by water.

 

Οι ζωντανοί οργανισμοί αποτελούνται από τέσσερις τύπους μορίων, γνωστών ως μακρομόρια.

Οι ζωντανοί οργανισμοί αποτελούνται από τέσσερις τύπους μορίων, γνωστών ως μακρομόρια. Αυτά τα μακρομόρια είναι οι πρωτεΐνες, τα νουκλεϊκά οξέα (DNA και RNA), τα λιπίδια (λίπη) και οι υδατάνθρακες. Κάθε τύπος μακρομορίου αποτελείται από τα δικά του δομικά στοιχεία, τα οποία συνδέονται με περίπλοκο τρόπο για να σχηματίσουν διαφορετικά σχήματα.

Οι ιδιαίτερες ιδιότητες και το σχήμα κάθε είδους μακρομορίου είναι εκείνα που το καθιστούν ιδιαίτερα κατάλληλο για τη λειτουργία του. Οι πρωτεΐνες είναι μηχανές που παράγουν και διασπούν άλλα μόρια. Τα νουκλεϊκά οξέα μεταφέρουν γενετική πληροφορία που μπορεί να κληροδοτηθεί στους απογόνους. Τα λιπίδια σχηματίζουν φραγμούς ενάντια στο νερό. Οι υδατάνθρακες μπορούν να διασπώνται εύκολα για παραγωγή ενέργειας.

Living things are made of four types of molecules, known as
macromolecules. These macromolecules are proteins, nucleic acids (DNA
and RNA), lipids (fats) and carbohydrates. Each type of macromolecule is
made of its own building blocks, which are intricately connected to form
different shapes.

The special properties and shape of each kind of macromolecule are what
make it especially suited for what it does. Proteins are machines that
make and break other molecules. Nucleic acids carry genetic information
that can be passed down to offspring. Lipids form barriers against
water. Carbohydrates can be easily broken down for energy.


### TL;DR (Πολύ μακρύ· δεν το διάβασα)

Υπάρχουν τέσσερα μακρομόρια που συνθέτουν τους ζωντανούς οργανισμούς: πρωτεΐνες, νουκλεϊκά οξέα, λίπη και υδατάνθρακες.

### Πρωτεΐνες: Μοριακές μηχανές

Οι πρωτεΐνες, που αποτελούνται από αμινοξέα, είναι οι μοριακές μηχανές που εκτελούν την καθημερινή εργασία του κυττάρου. Εξαιρετικά εξειδικευμένες ως προς τη λειτουργία τους, οι πρωτεΐνες σχηματίζουν τόσο τις «σιδηροτροχιές» όσο και τους κινητήρες που μεταφέρουν φορτία μέσα στο κύτταρο. Διαμορφώνουν επίσης τον εσωτερικό σκελετό που δίνει στο κύτταρο το σχήμα του: όπως το πλαίσιο ενός σπιτιού.

Τα ένζυμα που δημιουργούν και διασπούν χημικούς δεσμούς στο κύτταρο είναι επίσης πρωτεΐνες. Αυτά επιταχύνουν τις χημικές αντιδράσεις στο κύτταρο: τα ένζυμα τόσο συνθέτουν νέα μόρια όσο και διασπούν χημικούς δεσμούς για την ανακύκλωση μορίων.

### Νουκλεϊκά οξέα: Αποθήκες πληροφορίας

Αν οι πρωτεΐνες είναι το εργατικό δυναμικό του κυττάρου, τότε το DNA είναι ο «εγκέφαλος» του κυττάρου. Το DNA, ένα δίκλωνο μόριο αποτελούμενο από συνδεδεμένα νουκλεϊκά οξέα, φέρει τη γενετική πληροφορία για τη δημιουργία και των τεσσάρων τύπων μακρομορίων στα κύτταρα. Η πληροφορία του DNA αντιγράφεται σε ένα άλλο νουκλεϊκό οξύ, το RNA, το οποίο είναι σαν ένα καθρέφτισμα του DNA. Όπως η κωδικοποίηση μιας γλώσσας σε μια άλλη, το RNA μεταφράζεται σε πρωτεΐνη.

Ενώ το RNA αποτελείται επίσης από συνδεδεμένα νουκλεϊκά οξέα, υπάρχει ως μονόκλωνο μόριο και έχει ένα ιδιαίτερο δομικό συστατικό που δεν υπάρχει στο DNA. Η δομή του DNA μπορεί να παρομοιαστεί με μια σκάλα-σχοινί, ενώ του RNA με ένα σχοινί που έχει κόμπους κατά διαστήματα, οι οποίοι το κάνουν ευκολότερο να «αναρριχηθεί» κανείς.

### Λιπίδια: Αδιάβροχες μεμβράνες

Τα λιπίδια είναι μια κατηγορία ελαιωδών μορίων που περιλαμβάνει λιπαρά οξέα και χοληστερόλη. Τα λιπαρά οξέα αποτελούν το μαγειρικό λάδι και το βούτυρο, ενώ η χοληστερόλη είναι η πηγή για στεροειδείς ορμόνες και τη βιταμίνη D. Τα λιπίδια που προέρχονται από λιπαρά οξέα ή χοληστερόλη διαφέρουν πολύ ως προς το σχήμα, αλλά μοιράζονται την ιδιότητα ότι δεν αναμειγνύονται καλά με το νερό.

Αυτή η «φοβία» προς το νερό είναι ο λόγος που αυτά τα μόρια ονομάζονται *μη πολικά*· αντίθετα, το νερό και τα υδρόφιλα μόρια ονομάζονται *πολικά*. Τα λιπαρά οξέα είναι ιδανικά για τον σχηματισμό κυτταρικών μεμβρανών, επειδή το νερό δυσκολεύεται να διαπεράσει μια λιπαρή μεμβράνη. Τα κύτταρα δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν ως διακριτές οντότητες με μέγεθος και όρια αν δεν υπήρχαν τα λιπίδια στις μεμβράνες.

### Υδατάνθρακες: Αποθηκευμένη ενέργεια

Οι υδατάνθρακες είναι σάκχαρα. Ένας υδατάνθρακας μπορεί να πάρει τη μορφή ενός απλού σακχάρου, όπως η ζάχαρη του τραπεζιού, ή των μακριών ινών που αποτελούν μέρος του ξύλου. Οι υδατάνθρακες αποτελούνται από δομικά στοιχεία που ονομάζονται μονοσακχαρίτες. Η ζάχαρη του τραπεζιού, η σακχαρόζη, σχηματίζεται από τη σύνδεση δύο μονοσακχαριτών, της γλυκόζης και της φρουκτόζης. Τα φυτά παράγουν γλυκόζη από διοξείδιο του άνθρακα και νερό, χρησιμοποιώντας την ενέργεια του φωτός, κατά τη φωτοσύνθεση.

Τα σάκχαρα είναι εξαιρετικά για την αποθήκευση ενέργειας, καθώς διασπώνται εύκολα από το κύτταρο για την παραγωγή του ενεργειακού μορίου ATP. Ωστόσο, οι μονοσακχαρίτες μπορούν επίσης να συνδεθούν μεταξύ τους και να σχηματίσουν ισχυρές ίνες που ενισχύουν τα κυτταρικά τοιχώματα των φυτών.

### TL;DR (Too Long; Didn't Read)

There are four macromolecules that make up living organisms: proteins,
nucleic acids, fats and carbohydrates.

### Proteins: Molecular Machines

Proteins, made up of amino acids, are the molecular machines that do the
day-to-day work of the cell. Highly specialized at what they do,
proteins form both the railways and the motors that pull cargo along
inside of a cell. They form the internal skeleton that gives a cell its
shape: like the frame of a house.

The enzymes that make and break chemical bonds in the cell are also
proteins. These speed up chemical reactions in the cell: enzymes both
build new molecules, and break chemical bonds to recycle molecules.

### Nucleic Acids: Information Repositories

If proteins are the workforce of the cell, then DNA is the brains of the
cell. DNA, a double-stranded molecule made of linked nucleic acids,
carries the genetic information for making all four types of
macromolecules in cells. The information in DNA is copied into another
nucleic acid, called RNA, which is like a mirror image of DNA. Like
encoding one language into another, RNA is translated into protein.

While RNA is also made of linked nucleic acids, it exists as a single
strand, and has a special building block not found in DNA. The structure
of DNA can be thought of as a rope ladder, while that of RNA is like a
rope that has knots along the way that make it easier to climb.

### Lipids: Waterproof Membranes

Lipids are a category of oily molecules that include fatty acids and
cholesterol. Fatty acids make up cooking oil and butter, and cholesterol
is the source for steroid hormones and vitamin D. Lipids that come from
fatty acids or cholesterol vary greatly in shape, but they share the
property of not mixing well with water.

This "fear" of water is why these molecules are called /nonpolar/;
whereas, water and water-loving molecules are said to be /polar/. Fatty
acids are great for forming cell membranes because water has a hard time
passing through an oily membrane. Cells would not exist as distinct
objects with a size and border if it were not for lipids in membranes.

### Carbohydrates: Stored Energy

Carbohydrates are sugars. A carbohydrate can take the form of a simple
sugar, such as table sugar, or the long fibers that are part of wood.
Carbohydrates are made of building blocks called monosaccharides. Table
sugar, called sucrose, is formed by the joining the two monosaccharides
glucose and fructose. Plants make glucose from carbon dioxide and water,
using light energy, during photosynthesis.

Sugars are great for storing energy, since they are easily broken down
by a cell to produce the energy molecules ATP. However, monosaccharides
can also be linked to form strong fibers that strengthen the walls of
plant cells.

References

  * The University of Arizona: The Biology Project: Cytoskeleton
Tutorial
<http://www.biology.arizona.edu/cell_bio/tutorials/cytoskeleton/page1.html>
  * Encyclopædia Brittanica: Macromolecules
<https://www.britannica.com/science/macromolecule>
  * MIT: Macromolecules - Lipids, Carbohydrates, Nucleic Acid
<https://ocw.mit.edu/courses/biology/7-01sc-fundamentals-of-biology-fall-2011/biochemistry/macromolecules-lipids-carbohydrates-nucleic-acid/>

Σχετικά με τον συγγραφέα

Ο David H. Nguyen κατέχει διδακτορικό (PhD) και είναι βιολόγος καρκίνου και συγγραφέας επιστημονικών κειμένων. Η ειδίκευσή του είναι η βιολογία των όγκων. Έχει επίσης έντονο ενδιαφέρον για τις βαθιές διασταυρώσεις ανάμεσα στην κοινωνική αδικία και τις ανισότητες στην υγεία όσον αφορά τον καρκίνο, οι οποίες επηρεάζουν ιδιαίτερα τις εθνοτικές μειονότητες και τους υποδουλωμένους πληθυσμούς.

Είναι συγγραφέας του Kindle eBook «Tips of Surviving Graduate & Professional School».

[What Are the Four Organic Molecules Found in Living Things?](https://sciencing.com/four-organic-molecules-found-living-things-22326.html)

ordeal = δοκιμασία δια πυρός και σιδήρου, θεοκρισία, κρίση διά δοκιμασίας

[Ordeal | Encyclopedia.com](https://www.encyclopedia.com/social-sciences-and-law/law/law/ordeal)
[Trial by ordeal - Wikipedia](https://en.wikipedia.org/wiki/Trial_by_ordeal)

ordeal = δοκιμασία δια πυρός και σιδήρου, θεοκρισία, κρίση διά δοκιμασίας

Στο εθιμικό δίκαιο, δοκιμασία για την εξακρίβωση της ενοχής ή της αθωότητας, κατά την οποία ο κατηγορούμενος υποβάλλεται σε επικίνδυνες ή επώδυνες δοκιμές, οι οποίες θεωρείται ότι τελούν υπό υπερφυσικό έλεγχο. Οι δοκιμασίες διά πυρός ή ύδατος είναι οι συνηθέστερες. Τα εγκαύματα που υφίσταται κάποιος κατά τη διέλευσή του από τη φωτιά (όπως στο ινδουιστικό έθιμο) ή η απόρριψή του από ένα σώμα νερού (δηλαδή η επίπλευσή του, όπως στις δίκες μαγισσών) θεωρούνταν αποδείξεις ενοχής. Στη δοκιμασία διά μονομαχίας, όπως στη μεσαιωνική δικαστική μονομαχία, ο νικητής θεωρείται ότι επικρατεί όχι χάρη στη δική του δύναμη, αλλά επειδή υπερφυσικές δυνάμεις έχουν επέμβει υπέρ του δικαίου και της ορθής πλευράς.

ordeal (δοκιμασία, βάσανος, δεινοπάθημα)

In customary law, a test of guilt or innocence in which the accused undergoes dangerous or painful tests believed to be under supernatural control. Ordeals by fire or water are the most common. Burns suffered while passing through fire (as in Hindu custom) or rejection (i.e., being buoyed up) by a body of water (as in witch trials) would be regarded as proof of guilt. In ordeal by combat, as in the medieval duel, the victor is said to win not by his own strength but because supernatural powers have intervened on the side of the right.
--------------------
δοκιμασία διά θεοκρισίας (ordeal)
μέθοδος δικαστικής δοκιμασίας
Επίσης γνωστή ως: δοκιμασία διά θεοκρισίας (trial by ordeal)

Η δοκιμασία διά θεοκρισίας (ordeal) είναι μια διαδικασία δίκης ή εξακρίβωσης της αλήθειας ενός ισχυρισμού ή μιας κατηγορίας μέσω διαφόρων μέσων, η οποία βασίζεται στην πεποίθηση ότι η έκβασή της αντανακλά την κρίση υπερφυσικών δυνάμεων και ότι οι δυνάμεις αυτές θα εξασφαλίσουν την επικράτηση του δικαίου. Αν και μια τέτοια δοκιμασία συχνά συνεπάγεται θανατηφόρες συνέπειες, ο σκοπός της δεν είναι η τιμωρία.

Οι κυριότεροι τύποι δοκιμασίας είναι η δοκιμασία μέσω μαντείας, η δοκιμασία μέσω σωματικής δοκιμής και η δοκιμασία μέσω μάχης. Μια βερμανική δοκιμασία μέσω μαντείας συνίσταται στο να δοθούν σε δύο αντιδίκους κεριά ίσου μεγέθους, τα οποία ανάβονται ταυτόχρονα· ο κάτοχος του κεριού που θα καεί περισσότερο από το άλλο θεωρείται ότι κερδίζει την υπόθεσή του. Μια άλλη μορφή δοκιμασίας μέσω μαντείας είναι η επίκληση του πτώματος για την αποκάλυψη του δολοφόνου του. Η δοκιμασία της νεκρικής κλίνης (bier ordeal) στη μεσαιωνική Ευρώπη βασιζόταν στην πεποίθηση ότι μια συμπαθητική ενέργεια του αίματος το προκαλεί να ρεύσει όταν το αγγίζει ή το πλησιάζει ο δολοφόνος.

Η δοκιμασία μέσω σωματικής δοκιμής, ιδίως διά πυρός ή ύδατος, είναι η συνηθέστερη. Στους ινδουιστικούς κώδικες μια σύζυγος μπορεί να υποχρεωθεί να περάσει μέσα από φωτιά προκειμένου να αποδείξει την πίστη της σε έναν ζηλότυπο σύζυγο· ίχνη εγκαυμάτων θεωρούνται απόδειξη ενοχής. Η πρακτική της βύθισης υπόπτων για μαγεία στο νερό βασιζόταν στην αντίληψη ότι το νερό, ως μέσο του βαπτίσματος, θα «δεχόταν» τον αθώο και θα «απέρριπτε» τον ένοχο, κρατώντας τον στην επιφάνεια.

Στη δοκιμασία διά μάχης ή τελετουργικής μονομαχίας, ο νικητής θεωρείται ότι επικρατεί όχι χάρη στη δική του δύναμη αλλά επειδή υπερφυσικές δυνάμεις έχουν επέμβει υπέρ της δίκαιης πλευράς. Αυτό συνέβαινε, για παράδειγμα, στη μονομαχία του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, όπου πιστευόταν ότι η «κρίση του Θεού» (judgment of God) καθόριζε τον νικητή. Εάν ο ηττημένος επιζούσε από τη μονομαχία, μπορούσε να απαγχονιστεί ή να καεί στην πυρά για ποινικό αδίκημα ή, σε αστικές υποθέσεις, να υποστεί ακρωτηριασμό του χεριού και δήμευση της περιουσίας του.

[ordeal
trial method
Also known as: trial by ordeal
Britannica Editors
History

ordeal, a trial or judgment of the truth of some claim or accusation by various means based on the belief that the outcome will reflect the judgment of supernatural powers and that these powers will ensure the triumph of right. Although fatal consequences often attend an ordeal, its purpose is not punitive.

The main types of ordeal are ordeals by divination, physical test, and battle. A Burmese ordeal by divination involves two parties being furnished with candles of equal size and lighted simultaneously; the owner of the candle that outlasts the other is adjudged to have won his cause. Another form of ordeal by divination is the appeal to the corpse for the discovery of its murderer. The ordeal of the bier in medieval Europe was founded on the belief that a sympathetic action of the blood causes it to flow at the touch or nearness of the murderer.

The ordeal by physical test, particularly by fire or water, is the most common. In Hindu codes a wife may be required to pass through fire to prove her fidelity to a jealous husband; traces of burning would be regarded as proof of guilt. The practice of dunking suspected witches was based on the notion that water, as the medium of baptism, would “accept,” or receive, the innocent and “reject,” or buoy, the guilty.

In ordeal by combat, or ritual combat, the victor is said to win not by his own strength but because supernatural powers have intervened on the side of the right, as in the duel in the European Middle Ages in which the “judgment of God” was thought to determine the winner. If still alive after the combat, the loser might be hanged or burned for a criminal offense or have a hand cut off and property confiscated in civil actions.](https://www.britannica.com/topic/ordeal)
--------------------
Η δίκη διά θεοκρισίας (*trial by ordeal*) ήταν μια αρχαία δικαστική πρακτική, με την οποία η ενοχή ή η αθωότητα του κατηγορουμένου (που αποκαλείται *proband*) καθοριζόταν μέσω της υποβολής του σε μια επώδυνη ή, τουλάχιστον, δυσάρεστη και συνήθως επικίνδυνη δοκιμασία. Στη μεσαιωνική Ευρώπη, όπως και η δίκη διά μονομαχίας (*trial by combat*), η δίκη διά θεοκρισίας —όπως η δοκιμασία μέσω αιμορραγίας του πτώματος (*cruentation*)— θεωρούνταν ενίοτε «κρίση του Θεού» (λατ. *judicium Dei*, παλαιοαγγλ. *Godes dom*): μια διαδικασία βασισμένη στην παραδοχή ότι ο Θεός θα βοηθούσε τον αθώο επιτελώντας ένα θαύμα προς όφελός του.

Η πρακτική αυτή έχει πολύ αρχαιότερες ρίζες, καθώς μαρτυρείται ήδη στον Κώδικα του Χαμουραμπί και στον Κώδικα του Ουρ-Ναμμού.

Στις προβιομηχανικές κοινωνίες, η δοκιμασία διά θεοκρισίας συγκαταλεγόταν, μαζί με τον όρκο και τη μαρτυρία μαρτύρων, στα βασικά μέσα για την έκδοση δικαστικής απόφασης. Πράγματι, ο ίδιος ο όρος *ordeal* (παλαιοαγγλ. *ordǣl*) σήμαινε «κρίση» ή «δικαστική απόφαση», προερχόμενος από το πρωτοδυτικογερμανικό *uʀdailī* (πρβλ. γερμ. *Urteil*, ολλ. *oordeel*), το οποίο ανάγεται τελικά στο πρωτογερμανικό *uzdailiją*, δηλαδή «αυτό που έχει απονεμηθεί» ή «αυτό που έχει κριθεί».

Η συμμετοχή του κλήρου στις δοκιμασίες διά πυρός και ύδατος απαγορεύθηκε από τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ κατά την Τέταρτη Σύνοδο του Λατερανού το 1215 και αντικαταστάθηκε από τη διαδικασία της συναπόδειξης διά όρκων (*compurgation*). Κατά την ύστερη μεσαιωνική περίοδο οι δίκες διά θεοκρισίας έγιναν ολοένα και σπανιότερες, χωρίς όμως να εγκαταλειφθούν πλήρως πριν από τον 16ο αιώνα. Ορισμένες μορφές τους εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται έως και τον 17ο αιώνα στο πλαίσιο των διώξεων για μαγεία.

[Trial by ordeal was an ancient judicial practice by which the guilt or innocence of the accused (called a "proband"[1]) was determined by subjecting them to a painful, or at least an unpleasant, usually dangerous experience. In medieval Europe, like trial by combat, trial by ordeal, such as cruentation, was sometimes considered a "judgement of God" (Latin: jūdicium Deī, Old English: Godes dōm): a procedure based on the premise that God would help the innocent by performing a miracle on their behalf. The practice has much earlier roots, attested to as far back as the Code of Hammurabi and the Code of Ur-Nammu.

In pre-industrial society, the ordeal typically ranked along with the oath and witness accounts as the central means by which to reach a judicial verdict. Indeed, the term ordeal, Old English ordǣl, has the meaning of "judgment, verdict" from Proto-West Germanic uʀdailī (see German: Urteil, Dutch: oordeel), ultimately from Proto-Germanic *uzdailiją "that which is dealt out".

Priestly cooperation in trials by fire and water was forbidden by Pope Innocent III at the Fourth Council of the Lateran of 1215 and replaced by compurgation. Trials by ordeal became rarer over the Late Middle Ages, but the practice was not discontinued until the 16th century. Certain trials by ordeal would continue to be used into the 17th century in witch-hunts.[2]](https://en.wikipedia.org/wiki/Trial_by_ordeal)


Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

καθ'οδόν

Η καθαρή εποπτεία που αντιστοιχεί σε ένα εμπειρικό πράγμα μάς είναι απροσπέλαστη· κατά κάποιον τρόπο παραμένει κρυμμένη μέσα στην ίδια τη συνθετική εποπτεία, αλλά, τρόπον τινά, διάσπαρτη, με μια διαρκή ανάμειξη σημειωτικής αναπαράστασης.

Η καθαρή εποπτεία που αντιστοιχεί σε ένα εμπειρικό πράγμα μάς είναι απροσπέλαστη· κατά κάποιον τρόπο παραμένει κρυμμένη μέσα στην ίδια τη συνθετική εποπτεία, αλλά, τρόπον τινά, διάσπαρτη, με μια διαρκή ανάμειξη σημειωτικής αναπαράστασης. Αν αναγάγουμε αυτή τη συνθετική εποπτεία στην καθαρή της μορφή, δεν έχουμε την καθαρή εποπτεία που είναι δυνατή σε μια αντικειμενικά απλή παρουσίαση, αλλά ένα συνεχές εποπτικών περιεχομένων, στο οποίο κάθε όψη του αντικειμένου συχνά αποκτά εποπτική αναπαράσταση, αποκτά διαρκώς μεταβαλλόμενες προοπτικές προβολές, και στο οποίο μόνο η συνεχής σύμφυση της ταυτότητας συνιστά το φαινόμενο της αντικειμενικής ενότητας. [LI2, σ. 248]

<item>The pure intuition which corresponds to an empirical thing is denied to us, it lies hidden after a fashion in the complete synthetic intuition itself, but as it were dispersedly, with a perpetual admixture of signitive representation. If we reduce this synthetic intuition to its pure form, we do not have the pure intuition possible in an objectively simple presentation, but a continuum of intuitive contents, in which each aspect of the object quite often achieves intuitive representation, achieves ever varied perspectival projection, and in which only the continuous fusion of identity constitutes the phenomenon of objective unity. [LI2, p.248]</item>

 

Όλα τα πράγματα που απαρτίζουν τον κόσμο της γης [...] δεν έχουν καμία υπόσταση ανεξάρτητα από έναν νου· η ύπαρξή τους συνίσταται στο να γίνονται αντιληπτά ή γνωστά

> «Όλα τα πράγματα που απαρτίζουν τον κόσμο της γης [...] δεν έχουν καμία υπόσταση ανεξάρτητα από έναν νου· η ύπαρξή τους συνίσταται στο να γίνονται αντιληπτά ή γνωστά· [...] συνεπώς, όσο δεν γίνονται πράγματι αντιληπτά από εμένα ή δεν υπάρχουν στον δικό μου νου ή στον νου κάποιου άλλου δημιουργημένου πνεύματος, είτε δεν υπάρχουν καθόλου είτε υφίστανται στον νου κάποιου εξωτερικού πνεύματος [...]· διότι είναι απολύτως ακατανόητο [...] να αποδίδουμε σε οποιοδήποτε μέρος τους ύπαρξη ανεξάρτητη από ένα πνεύμα.»

([Berkeley, 1710, Μέρος 1, § 6])

> [A]ll the furniture of the earth….have not any subsistence without a mind…their being is to be perceived or known,….consequently, so long as they are not actually perceived by me or do not exist in my mind or that of any other created spirit, they must either have no existence at all or else subsist in the mind of some external spirit…. it being perfectly unintelligible….to attribute to any single part of them an existence independent of a spirit. [Berkeley, 1710, part 1, para. 6]

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Τίποτε δεν μπορεί να βρίσκεται στο νου μας που να μην προέρχεται από τις αισθήσεις μας εκτός από τον ίδιο τον νου.

«Nihil est in intellectu quod prius non fuerit in sensu nisi ipse intellectus»

[= Τίποτε δεν μπορεί να βρίσκεται στο νου μας που να μην προέρχεται από τις αισθήσεις μας εκτός από τον ίδιο τον νου.]

Αυτή είναι η διατύπωση που συνοψίζει τη γνωσιοθεωρία του Gottfried Wilhelm Leibniz (1646–1716): φαινομενικά οι αισθήσεις μας μάς φέρνουν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, αλλά στην πραγματικότητα κάθε «μονάδα» (monad) —και επομένως και εμείς οι ίδιοι— φέρει μια εικονική αναπαράσταση της κατάστασης του σύμπαντος. Σύμφωνα με τον Leibniz, οι λεγόμενες «μονάδες» είναι απλές υποστάσεις, οι οποίες συγκροτούν τόσο τον πνευματικό όσο και τον υλικό κόσμο.

[Nihil est in intellectu quod non prius fuerit in sensu: (λατ.) Τίποτε δεν βρίσκεται στον νου το οποίο να μην υπήρξε προηγουμένως στην αίσθηση. Όλα τα υλικά ή τα περιεχόμενα της ανώτερης, νοητικής γνώσης προέρχονται από τη δραστηριότητα της κατώτερης, αισθητηριακής γνώσης. Πρόκειται για αρχή που υιοθετήθηκε από τον Aristotle, τον Thomas Aquinas και τον John Locke· αντιτάχθηκε σε αυτήν ο Plato, ο Augustine of Hippo και ο Leibniz (ο οποίος τροποποίησε την πρόταση προσθέτοντας: *nisi intellectus ipse*, δηλαδή «εκτός από τον ίδιο τον νου», υπονοώντας ό,τι είναι ήδη παρόν ως μέρος της έμφυτης φύσης του νου. Έτσι κατέστη δυνατό για τον Immanuel Kant να υποστηρίξει ότι ορισμένες μορφές της αισθητικότητας και του λόγου προηγούνται της αισθητηριακής εμπειρίας). — V.J.B.] (http://www.ditext.com/runes/n.html)

“Nihil est in intellectu quod prius non fuerit in sensu nisi ipse intellectus“

[=Nothing can be in our thoughts that does not come from our senses].This is the formula that summarizes the epistemology of William Leibniz (1646-1716): apparently our senses put us in contact with the outside world, but in reality each “monad” (and therefore also ourselves) carries a virtual state representation of the universe. According to Leibniz, the so-called “monads” are simple substances, which make both the spiritual and the material world.

[Nihil est in intellectu quod non prius fuerit in sensu: (Lat.) Nothing is in the intellect which was not first in sense. All the materials, or content, of higher, intellectual cognition are derived from the activity of lower, sense cognition. A principle subscribed to by Aristotle, St. Thomas and Locke; opposed by Plato, St. Augustine and Leibniz (who qualified the proposition by adding: nisi intellectus ipse, i.e. except for what is already present as part of the innate nature of the intellect, thus making it possible for Kant to suggest that certain forms of sensibility and reason are prior to sense experience). -- V.J.B. ](http://www.ditext.com/runes/n.html)

Αναγκαιότητα (informationphilosopher)

Necessity
=========

URL: http://www.informationphilosopher.com/freedom/necessity.html

Αναγκαιότητα

Η **αναγκαιότητα** είναι η ιδέα ότι καθετί που έχει συμβεί και καθετί που θα συμβεί είναι αναγκαίο και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά. Η αναγκαιότητα συχνά αντιπαρατίθεται προς την τύχη και την ενδεχομενικότητα. Σε έναν αναγκαίο κόσμο δεν υπάρχει τύχη. Ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει κατ’ αναγκαιότητα.

Ο μεγάλος ατομιστής Λεύκιππος διατύπωσε το πρώτο δόγμα του ντετερμινισμού, μιας απόλυτης αναγκαιότητας:

> «Τίποτε δεν συμβαίνει τυχαία, αλλά τα πάντα για κάποιο λόγο και κατ’ ανάγκην.»

Πρέπει όμως να διακρίνουμε αυτή την αξίωση περί φυσικής αναγκαιότητας από την απλούστερη λογική αναγκαιότητα των τυπικών συστημάτων.

Η λογική του Αριστοτέλη υπερασπίστηκε τη λογική αναγκαιότητα σύμφωνα με την οποία, από δύο αντιφατικές προτάσεις, μόνο η μία μπορεί να είναι αληθής και η άλλη ψευδής. Ο Διόδωρος Κρόνος ανέπτυξε τον «Κύριο Λόγο» για να δείξει ότι μόνο μία απάντηση σε ένα ερώτημα σχετικά με ένα μελλοντικό γεγονός μπορεί να είναι αληθής: είτε Ναι είτε Όχι. Αυτό οδήγησε στη μεγαρική ιδέα του [ακτουαλισμού](https://www.informationphilosopher.com/freedom/actualism.html), σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει μελλοντική ενδεχομενικότητα και υπάρχει μόνο ένα δυνατό μέλλον.

Το παράδοξο του Διοδώρου ήταν αποτέλεσμα της αρχής της δισθενείας (principle of bivalence) ή του νόμου του αποκλειομένου τρίτου (law of the excluded middle). Μόνο μία από δύο λογικά αντιφατικές προτάσεις μπορεί να είναι αναγκαία αληθής. Ο Αριστοτέλης έλυσε το παράδοξο λέγοντας ότι η αλήθεια των προτάσεων για το μέλλον εξαρτάται από το πραγματικό μέλλον, ως εξής:

> «Μια ναυμαχία είτε θα συμβεί αύριο είτε δεν θα συμβεί·
> αλλά δεν είναι αναγκαίο να συμβεί αύριο,
> ούτε είναι αναγκαίο να μη συμβεί·
> ωστόσο είναι αναγκαίο είτε να συμβεί είτε να μη συμβεί αύριο.»
— (*Περὶ Ἑρμηνείας* IX, 19a30)

Ο σημαντικότερος θεμελιωτής του Στωικισμού, Χρύσιππος, μετρίασε την αυστηρή αναγκαιότητα. Όπως και οι Δημόκριτος, Αριστοτέλης και Επίκουρος πριν από αυτόν, ο Χρύσιππος επιδίωκε να ενισχύσει το επιχείρημα υπέρ της ηθικής ευθύνης, ιδίως απέναντι στα ακαθόριστα τυχαία αίτια του Αριστοτέλη και του Επίκουρου. Ενώ το παρελθόν είναι αμετάβλητο, ο Χρύσιππος υποστήριζε ότι ορισμένα μελλοντικά συμβάντα που είναι δυνατά δεν προκύπτουν κατ’ αναγκαιότητα μόνο από εξωτερικούς παράγοντες του παρελθόντος, αλλά ενδέχεται να εξαρτώνται και από εμάς. Έχουμε τη δυνατότητα να συγκατατεθούμε ή να μη συγκατατεθούμε σε μια πράξη.

Αργότερα, ο Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς διέκρινε δύο μορφές αναγκαιότητας: την αναγκαία αναγκαιότητα και την ενδεχομενική αναγκαιότητα. Η διάκριση αυτή αντιστοιχούσε ουσιαστικά στη διάκριση μεταξύ λογικής και φυσικής (ή εμπειρικής) αναγκαιότητας.

Κατά τις συζητήσεις του δέκατου όγδοου αιώνα για την ελευθερία και την αναγκαιότητα (την ελεύθερη βούληση έναντι του ντετερμινισμού), πολλοί στοχαστές διέκριναν επίσης μια ηθική αναγκαιότητα από τη φυσική αναγκαιότητα. Η ηθική αναγκαιότητα περιγράφει τη βούληση ως (αυτο)προσδιοριζόμενη από τους λόγους και τα κίνητρα του δρώντος υποκειμένου. Οι ακραίοι ελευθεριακοί θεωρητικοί επέμεναν σε μια βούληση που δεν προσδιορίζεται από λόγους, φοβούμενοι ότι αυτό θα συνεπαγόταν προ-καθορισμό, πράγμα που δεν ισχύει. Στα μοντέλα δύο σταδίων της ελεύθερης βούλησης, ο ιντετερμινισμός κατά τη γένεση εναλλακτικών δυνατοτήτων δράσης διαρρηγνύει την αιτιακή αλυσίδα του ντετερμινισμού.

Η τύχη θεωρείται ασυμβίβαστη τόσο με τον λογικό ντετερμινισμό όσο και με οποιονδήποτε περιορισμό του αιτιακού, φυσικού ή μηχανικού ντετερμινισμού.

Παρά τις άφθονες αποδείξεις περί του αντιθέτου, πολλοί φιλόσοφοι αρνούνται ότι υπάρχει τύχη. Υποστηρίζουν ότι, αν έστω και ένα μόνο συμβάν καθορίζεται από την τύχη, τότε ο ιντετερμινισμός είναι αληθής και υπονομεύεται η ίδια η δυνατότητα βέβαιης γνώσης. Μερικοί φτάνουν στο άκρο να ισχυρίζονται ότι η τύχη θα καθιστούσε την κατάσταση του κόσμου πλήρως ανεξάρτητη από κάθε προγενέστερη κατάσταση — κάτι παράλογο, αλλά ενδεικτικό της ανησυχίας τους απέναντι στην τύχη.

Ο Μπέρτραντ Ράσελ έγραψε:

> «Ο νόμος της αιτιότητας, σύμφωνα με τον οποίο μεταγενέστερα συμβάντα μπορούν θεωρητικά να προβλεφθούν μέσω προγενέστερων συμβάντων, συχνά θεωρήθηκε εκ των προτέρων αληθής, αναγκαιότητα της σκέψης, κατηγορία χωρίς την οποία η επιστήμη δεν θα ήταν δυνατή.»
— (*The Problems of Philosophy*, σ. 179)

Η κεντρική ιδέα του ιντετερμινισμού συνδέεται στενά με την ιδέα της αιτιότητας. Για ορισμένους, ο ιντετερμινισμός σημαίνει απλώς ένα συμβάν χωρίς αιτία. Ωστόσο, μπορούμε να έχουμε μια επαρκή έννοια αιτιότητας χωρίς αυστηρό ντετερμινισμό, ο οποίος συνεπάγεται πλήρη προβλεψιμότητα των συμβάντων και ένα μόνο δυνατό μέλλον.

Παράδειγμα συμβάντος που δεν προκαλείται αυστηρά είναι εκείνο που εξαρτάται από την τύχη, όπως η ρίψη ενός νομίσματος. Αν το αποτέλεσμα είναι απλώς πιθανό και όχι βέβαιο, τότε μπορούμε να πούμε ότι το συμβάν προκλήθηκε από τη ρίψη του νομίσματος, αλλά το αν θα προκύψει κορώνα ή γράμματα δεν ήταν προβλέψιμο. Επομένως, αυτή η αιτιότητα, η οποία αναγνωρίζει προηγούμενα συμβάντα ως αιτίες, είναι μη προσδιορισμένη και το αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά στην τύχη.

Αυτό το είδος αιτιότητας το αποκαλούμε **«ήπια αιτιότητα» (soft causality)**. Τα συμβάντα προκαλούνται από προηγούμενα (αναίτια) συμβάντα, αλλά δεν προσδιορίζονται από συμβάντα που βρίσκονται νωρίτερα στην αιτιακή αλυσίδα, η οποία έχει διαρραγεί από το αναίτιο αίτιο.

Η αναγκαιότητα είναι κρίσιμη για το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης. Η αυστηρή αναγκαιότητα συνεπάγεται ένα μόνο δυνατό μέλλον. Η τύχη σημαίνει ότι το μέλλον είναι απρόβλεπτο. Η τύχη επιτρέπει εναλλακτικά μέλλοντα και τότε το ερώτημα γίνεται πώς το ένα πραγματικό παρόν πραγματώνεται από αυτές τις δυνητικές εναλλακτικές.

Η απόκλιση που απαιτείται από την αυστηρή αναγκαιότητα είναι πολύ μικρή σε σύγκριση με τις θαυματουργικές ιδέες που συνδέονται με την αρχαία έννοια της **causa sui** (αυτοπροκαλούμενης αιτίας).

Παρά την κριτική επίθεση του Ντέιβιντ Χιουμ κατά της αναγκαιότητας των αιτίων, πολλοί φιλόσοφοι ασπάζονται έντονα την αιτιότητα. Μερικοί μάλιστα τη συνδέουν με την ίδια τη δυνατότητα της λογικής και του ορθού λόγου. Και ο ίδιος ο Χιουμ πίστευε έντονα —αν και όχι χωρίς ασυνέπεια— στην αναγκαιότητα, ενώ αρνιόταν την αιτιότητα. Έλεγε ότι «είναι αδύνατο να δεχθούμε οποιοδήποτε ενδιάμεσο μεταξύ τύχης και αναγκαιότητας».

Ακόμη και σε έναν κόσμο όπου υπάρχει τύχη, τα μακροσκοπικά αντικείμενα είναι προσδιορισμένα σε εξαιρετικό βαθμό. Αυτή είναι η βάση της φυσικής αναγκαιότητας. Οι νόμοι της κίνησης του Ισαάκ Νεύτων είναι αρκετά ντετερμινιστικοί ώστε να στείλουν ανθρώπους στη Σελήνη και πίσω. Το μοντέλο «Cogito» του Μακρο-Νου είναι αρκετά μεγάλης κλίμακας ώστε να αγνοεί την κβαντική αβεβαιότητα για τους σκοπούς της έλλογης βούλησης. Το νευρικό σύστημα είναι αρκετά ανθεκτικό ώστε να διασφαλίζει ότι οι νοητικές αποφάσεις μεταδίδονται αξιόπιστα στα άκρα μας. Οι πράξεις μας προσδιορίζονται από τις σκέψεις μας. Αλλά οι ίδιες οι σκέψεις μας είναι ελεύθερες. Αυτό σημαίνει ότι οι πράξεις μας δεν ήταν προ-καθορισμένες πριν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε.

> Βλέπουμε έναν κόσμο ήπιας αιτιότητας και επαρκούς ντετερμινισμού.

Αυτό το είδος ντετερμινισμού (προσδιορισμένου αλλά όχι προ-καθορισμένου) το ονομάζουμε **«επαρκή ντετερμινισμό» (adequate determinism)**. Ο φυσικός ντετερμινισμός είναι επαρκής ώστε να μπορούμε να προβλέπουμε εκλείψεις για τα επόμενα χίλια ή περισσότερα χρόνια με εξαιρετική ακρίβεια.

Η παρουσία κβαντικής αβεβαιότητας οδηγεί ορισμένους φιλοσόφους να χαρακτηρίζουν τον κόσμο ως μη προσδιορισμένο. Όμως ο όρος «ιντετερμινισμός» είναι παραπλανητικός και φέρει έντονα αρνητικές συνδηλώσεις, όταν τα περισσότερα συμβάντα είναι συντριπτικά «επαρκώς προσδιορισμένα».

Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να φανταστούμε ότι οι τρεις παραδοσιακές νοητικές ικανότητες του λόγου —η αντίληψη, η σύλληψη και η κατανόηση— λειτουργούν, για όλους τους πρακτικούς σκοπούς, ντετερμινιστικά μέσα σε έναν φυσικό εγκέφαλο όπου τα κβαντικά συμβάντα δεν παρεμβαίνουν στις κανονικές λειτουργίες, εκτός αν το υποκείμενο επιδιώκει συνειδητά να είναι πρωτότυπο και δημιουργικό.

Ομοίως, δεν υπάρχει πρόβλημα να φανταστούμε έναν ρόλο για την τύχη στον εγκέφαλο με τη μορφή θορύβου κβαντικού επιπέδου. Ο θόρυβος μπορεί να εισαγάγει τυχαία σφάλματα στις αποθηκευμένες μνήμες. Μπορεί επίσης να δημιουργήσει τυχαίους συνειρμούς ιδεών κατά την ανάκληση της μνήμης, οι οποίοι αποτελούν πηγή νέων ιδεών.

Ο Μακρο-Νους χρειάζεται τον Μικρο-Νου, ώστε τα ελεύθερα στοιχεία δράσης και σκέψης σε μια ατζέντα εναλλακτικών δυνατοτήτων να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαβούλευσης από τη βούληση. Η τύχη στον Μικρο-Νου είναι το «ελεύθερο» της ελεύθερης βούλησης και η πηγή της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Ο επαρκώς προσδιορισμένος Μακρο-Νους είναι η «βούληση» της ελεύθερης βούλησης που διαβουλεύεται και επιλέγει πράξεις για τις οποίες μπορούμε να φέρουμε ηθική ευθύνη.

[Η αναγκαιότητα πρέπει να περιορίζεται στην ορθή χρήση της στη λογική και να διακρίνεται σαφώς από τις συγγενείς έννοιες της αιτιότητας, του ντετερμινισμού, της βεβαιότητας και της προβλεψιμότητας.]

Necessity is the idea that everything that has ever happened and ever will happen is necessary, and can not be otherwise. Necessity is often opposed to chance and contingency. In a necessary world there is no chance. Everything that happens is necessitated.

The great atomist Leucippus stated the first dogma of determinism, an absolute necessity.

> "Nothing occurs at random, but everything for a reason and by necessity." 

But we must distinguish between this claim of physical necessity and the simpler logical necessity of formal systems.

Aristotle's logic defended the logical necessity that only one of two contradictory statements can be true, and the other false. Diodorus Cronus developed the Master Argument to show that only one answer to a question about a future event can be true. Either Yes or No. This led to the Megarian idea of actualism, that there is no future contingency and only one possible future.

Diodorus' paradox was the result of the principle of bivalence or the law of the excluded middle. Only one of two logically contradictory statements can be necessarily true. Aristotle solved the paradox by saying that the truth of statements about the future is contingent on the actual future, as follows,

> "A sea battle must either take place tomorrow or not,
but it is not necessary that it should take place tomorrow,
neither is it necessary that it should not take place,
yet it is necessary that it either should or should not
take place to-morrow."
(De Interpretatione IX, 19 a 30) 

The major founder of Stoicism, Chrysippus, took the edge off strict necessity. Like Democritus, Aristotle, and Epicurus before him, Chrysippus wanted to strengthen the argument for moral responsibility, in particular defending it from Aristotle's and Epicurus's indeterminate chance causes. Whereas the past is unchangeable, Chrysippus argued that some future events that are possible do not occur by necessity from past external factors alone, but might depend on us. We have a choice to assent or not to assent to an action.

Later, Leibniz distinguished two forms of necessity, necessary necessity and contingent necessity. This basically distinguished logical necessity from physical (or empirical) necessity.

In the eighteenth century debates about freedom and necessity (free will versus determinism), many thinkers distinguished a moral necessity from physical necessity. Moral necessity describes the will being (self) determined by an agent's reasons and motives. Extreme libertarians insisted on a will that was not determined by reasons, fearing that this implies pre-determinism, which it does not. In two-stage models of free will, indeterminism in the generation of alternative possibilities for action breaks the causal chain of determinism.

Chance is regarded as inconsistent with logical determinism and with any limits on causal, physical or mechanical determinism.

Despite abundant evidence to the contrary, many philosophers deny that chance exists. If a single event is determined by chance, then indeterminism would be true, they say, and undermine the very possibility of certain knowledge. Some go to the extreme of saying that chance would make the state of the world totally independent of any earlier states, which is nonsense, but it shows how anxious they are about chance.

Bertrand Russell said "The law of causation, according to which later events can theoretically be predicted by means of earlier events, has often been held to be a priori, a necessity of thought, a category without which science would not be possible." (Russell, External World p.179)

The core idea of indeterminism is closely related to the idea of causality. Indeterminism for some is simply an event without a cause. But we can have an adequate causality without strict determinism, which implies complete predictability of events and only one possible future.

An example of an event that is not strictly caused is one that depends on chance, like the flip of a coin. If the outcome is only probable, not certain, then the event can be said to have been caused by the coin flip, but the head or tails result was not predictable. So this causality, which recognizes prior events as causes, is undetermined and the result of chance alone.

We call this "soft" causality. Events are caused by prior (uncaused) events, but not determined by events earlier in the causal chain, which has been broken by the uncaused cause.

Necessity is critical for the question of free will. Strict necessity implies just one possible future. Chance means that the future is unpredictable. Chance allows alternative futures and the question becomes how the one actual present is realized from these potential alternatives.

The departure required from strict necessity is very slight compared to the miraculous ideas associated with the "causa sui" (self-caused cause) of the ancients.

Despite David Hume's critical attack on the necessity of causes, many philosophers embrace causality strongly. Some even connect it to the very possibility of logic and reason. And Hume himself strongly, if inconsistently, believed in necessity while denying causality. He said "'tis impossible to admit any medium betwixt chance and necessity."

Even in a world with chance, macroscopic objects are determined to an extraordinary degree. This is the basis for physical necessity. Newton's laws of motion are deterministic enough to send men to the moon and back. Our Cogito model of the Macro Mind is large enough to ignore quantum uncertainty for the purpose of the reasoning will. The neural system is robust enough to insure that mental decisions are reliably transmitted to our limbs. Our actions are determined by our thoughts. But our thoughts themselves are free. This means that our actions were not pre-determined from before we began thinking.

> we see a world of soft causality and adequate determinism

We call this kind of determinism (determined but not pre-determined) "adequate determinism." Physical determinism is adequate enough for us to predict eclipses for the next thousand years or more with extraordinary precision.

The presence of quantum uncertainty leads some philosophers to call the world indetermined. But indeterminism is misleading, with strong negative connotations, when most events are overwhelmingly "adequately determined."

There is no problem imagining that the three traditional mental faculties of reason - perception, conception, and comprehension - are for all practical purposes carried on deterministically in a physical brain where quantum events do not interfere with normal operations, unless the agent deliberately seeks to be original and creative.

There is also no problem imagining a role for chance in the brain in the form of quantum level noise. Noise can introduce random errors into stored memories. Noise could create random associations of ideas during memory recall which are the source of novel ideas.

Our Macro Mind needs the Micro Mind for the free action items and thoughts in an Agenda of alternative possibilities to be de-liberated by the will. Chance in the Micro Mind is the "free" in free will and the source of human creativity. The adequately determined Macro Mind is the "will" in free will that de-liberates, choosing actions for which we can be morally responsible.

[Necessity must be limited to its proper use in logic, and disambiguated from its close relatives causality, determinism, certainty, and predictability.]