Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Οι κατηγορίες «προσδιορισμένος κόσμος» και «ενδεχομενικός κόσμος» δεν είναι οντολογικές αλλά επιστημολογικές· χαρακτηρίζουν «τον τρόπο με τον οποίο αυτό το είναι ή αυτό το γίγνεσθαι δίδεται ή μπορεί να δοθεί σε ένα χρονικά πεπερασμένο υποκείμενο».

Οι κατηγορίες «προσδιορισμένος κόσμος» και «ενδεχομενικός κόσμος» δεν είναι οντολογικές αλλά επιστημολογικές· χαρακτηρίζουν «τον τρόπο με τον οποίο αυτό το είναι ή αυτό το γίγνεσθαι δίδεται ή μπορεί να δοθεί σε ένα χρονικά πεπερασμένο υποκείμενο» (62). [Alexandre Kojève]

The categories “determined world” and “contingent
world” are not ontological but epistemological; they characterize “the
way in which this being or this becoming is or can be given to a subject
limited in time” (62). 

[Reality as Representation? Ernst Cassirer and Alexandre Kojève on Indeterminism – JHI Blog](https://www.jhiblog.org/2021/11/15/reality-as-representation-ernst-cassirer-and-alexandre-kojeve-on-indeterminism/) 

«αυτοδιαμορφωτικές πράξεις» (self-forming actions ή SFAs) — εκείνες οι στιγμές αμφιταλάντευσης κατά τις οποίες τα άτομα βιώνουν συγκρουόμενες βουλήσεις

Αυτό που καθιστά δυνατή την ύστατη ευθύνη για τη δημιουργία του εαυτού, στην αντίληψη του Robert Kane, είναι αυτό που ονομάζει «αυτοδιαμορφωτικές πράξεις» (*self-forming actions* ή SFAs) — εκείνες οι στιγμές αμφιταλάντευσης κατά τις οποίες τα άτομα βιώνουν συγκρουόμενες βουλήσεις. Οι SFAs είναι οι μη προκαθορισμένες, εκούσιες πράξεις ή αποχές από πράξη, οι οποίες ανακόπτουν την άπειρη αναγωγή σε προηγούμενες αιτίες (*regress-stopping*) μέσα στην ιστορία της ζωής των δρώντων υποκειμένων και οι οποίες απαιτούνται για την Ύστατη Ευθύνη (*Ultimate Responsibility*, UR).

Η UR δεν απαιτεί κάθε πράξη που επιτελούμε με τη δική μας ελεύθερη βούληση να είναι μη προκαθορισμένη και, συνεπώς, για κάθε πράξη ή επιλογή να μπορούσαμε να είχαμε πράξει διαφορετικά. Απαιτεί μόνο ορισμένες από τις επιλογές και τις πράξεις μας να είναι μη προκαθορισμένες (και άρα να μπορούσαμε να είχαμε πράξει διαφορετικά), δηλαδή τις SFAs.

Οι πράξεις αυτές διαμορφώνουν τον χαρακτήρα ή τη φύση μας· καθορίζουν τις μελλοντικές επιλογές μας, τους λόγους μας και τα κίνητρά μας κατά τη δράση. Εφόσον ένα πρόσωπο είχε την ευκαιρία να λάβει μια απόφαση που διαμορφώνει τον χαρακτήρα του (μια SFA), τότε είναι υπεύθυνο για τις πράξεις που απορρέουν από τον χαρακτήρα αυτόν.

What allows for ultimate responsibility of creation in Kane's picture
are what he refers to as "self-forming actions" or SFAs — those moments
of indecision during which people experience conflicting wills. These
SFAs are the undetermined, regress-stopping voluntary actions or
refrainings in the life histories of agents that are required for UR. UR
does not require that /every/ act done of our own free will be
undetermined and thus that, for every act or choice, we could have done
otherwise; it requires only that certain of our choices and actions be
undetermined (and thus that we could have done otherwise), namely SFAs.
These form our character or nature; they inform our future choices,
reasons and motivations in action. If a person has had the opportunity
to make a character-forming decision (SFA), he is responsible for the
actions that are a result of his character.

[Indeterminism - Wikipedia](https://en.wikipedia.org/wiki/Indeterminism)

Ο Πόπερ αντιπαρέθεσε τα «νέφη» (clouds), ως μεταφορά για τα απροσδιοριστικά συστήματα, στα «ρολόγια» (clocks), που συμβολίζουν τα αιτιοκρατικά συστήματα

Στο δοκίμιό του *Of Clouds and Clocks* («Περί Νεφών και Ρολογιών»), που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Karl Popper *Objective Knowledge*, ο Πόπερ αντιπαρέθεσε τα «νέφη» (*clouds*), ως μεταφορά για τα απροσδιοριστικά συστήματα, στα «ρολόγια» (*clocks*), που συμβολίζουν τα αιτιοκρατικά συστήματα. Τάχθηκε υπέρ της αναιτιοκρατίας, γράφοντας:

> Πιστεύω ότι ο Πιρς είχε δίκιο όταν υποστήριζε ότι όλα τα ρολόγια είναι, σε σημαντικό βαθμό, νέφη — ακόμη και τα πλέον ακριβή ρολόγια. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί την πιο σημαντική αντιστροφή της εσφαλμένης αιτιοκρατικής άποψης σύμφωνα με την οποία όλα τα νέφη είναι ρολόγια.

In his essay /Of Clouds and Clocks/, included in his book /Objective
Knowledge/, Popper <https://en.wikipedia.org/wiki/Karl_Popper>
contrasted "clouds", his metaphor for indeterministic systems, with
"clocks", meaning deterministic ones. He sided with indeterminism, writing

> I believe Peirce was right in holding that all clocks are clouds to
    some considerable degree — even the most precise of clocks. This, I
    think, is the most important inversion of the mistaken determinist
    view that all clouds are clocks^[19] <#cite_note-19>

^19  Popper, K: Of Clouds and Cuckoos, included in Objective Knowledge, revised, 1978, p215.

[Indeterminism - Wikipedia](https://en.wikipedia.org/wiki/Indeterminism)


Ο Κόμπτον υποδέχθηκε θετικά την άνοδο της αναιτιοκρατίας στην επιστήμη του 20ού αιώνα, γράφοντας

Ο Κόμπτον υποδέχθηκε θετικά την άνοδο της αναιτιοκρατίας στην επιστήμη του 20ού αιώνα, γράφοντας:

> Στη δική μου σκέψη σχετικά με αυτό το ζωτικής σημασίας ζήτημα βρίσκομαι σε μια πολύ πιο ικανοποιητική πνευματική κατάσταση απ’ ό,τι θα μπορούσα να είχα βρεθεί σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο της επιστήμης. Αν οι διατυπώσεις των νόμων της φυσικής θεωρούνταν απολύτως ορθές, θα έπρεπε να υποθέσει κανείς (όπως έκαναν οι περισσότεροι φιλόσοφοι) ότι το αίσθημα της ελευθερίας είναι απατηλό· ή, αν η [ελεύθερη] επιλογή θεωρούνταν αποτελεσματική, τότε οι νόμοι της φυσικής θα έπρεπε να θεωρηθούν αναξιόπιστοι. Το δίλημμα αυτό υπήρξε ένα δυσάρεστο και ανησυχητικό αδιέξοδο.

Compton welcomed the rise of indeterminism in 20th century science,
writing:

> In my own thinking on this vital subject I am in a much more
    satisfied state of mind than I could have been at any earlier stage
    of science. If the statements of the laws of physics were assumed
    correct, one would have had to suppose (as did most philosophers)
    that the feeling of freedom is illusory, or if [free] choice were
    considered effective, that the laws of physics ... [were]
    unreliable. The dilemma has been an uncomfortable one.^[17]
    <#cite_note-17>

^17 Commpton, A.H. The Human Meaning of Science p. ix

[Indeterminism - Wikipedia](https://en.wikipedia.org/wiki/Indeterminism)

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Όταν κάποια ασκεί ελευθερία, με την πράξη της επιλογής της προσθέτει η ίδια έναν παράγοντα που δεν παρέχεται από τις φυσικές συνθήκες και έτσι καθορίζει η ίδια τι θα συμβεί.

Απαντώντας στις επικρίσεις ότι οι ιδέες του καθιστούσαν την τύχη άμεση αιτία των πράξεών μας, ο Κόμπτον διευκρίνισε τη δι-σταδιακή φύση της θεωρίας του σε άρθρο του στο *Atlantic Monthly* το 1955. Πρώτα υπάρχει ένα φάσμα τυχαίων δυνατών συμβάντων και κατόπιν προστίθεται ένας καθοριστικός παράγοντας μέσω της πράξης της επιλογής.

> Ένα σύνολο γνωστών φυσικών συνθηκών δεν επαρκεί για να προσδιορίσει με ακρίβεια ποιο θα είναι ένα επερχόμενο συμβάν. Οι συνθήκες αυτές, στον βαθμό που μπορούν να γίνουν γνωστές, ορίζουν αντίθετα ένα εύρος δυνατών συμβάντων, μεταξύ των οποίων θα λάβει χώρα κάποιο συγκεκριμένο συμβάν. Όταν κάποια ασκεί ελευθερία, με την πράξη της επιλογής της προσθέτει η ίδια έναν παράγοντα που δεν παρέχεται από τις φυσικές συνθήκες και έτσι καθορίζει η ίδια τι θα συμβεί. Το ότι πράγματι το κάνει αυτό είναι γνωστό μόνο στο ίδιο το πρόσωπο. Από έξω μπορεί κανείς να διακρίνει στην πράξη του μόνο τη λειτουργία του φυσικού νόμου. Η εσωτερική γνώση ότι πράγματι κάνει αυτό που προτίθεται να κάνει είναι εκείνο που αποκαλύπτει στην ίδια τη δρώσα ότι είναι ελεύθερη.

Reacting to criticisms that his ideas made chance the direct cause of
our actions, Compton clarified the two-stage nature of his idea in an /
Atlantic Monthly/ article in 1955. First there is a range of random
possible events, then one adds a determining factor in the act of choice.

> A set of known physical conditions is not adequate to specify
    precisely what a forthcoming event will be. These conditions,
    insofar as they can be known, define instead a range of possible
    events from among which some particular event will occur. When one
    exercises freedom, by his act of choice he is himself adding a
    factor not supplied by the physical conditions and is thus himself
    determining what will occur. That he does so is known only to the
    person himself. From the outside one can see in his act only the
    working of physical law. It is the inner knowledge that he is in
    fact doing what he intends to do that tells the actor himself that
    he is free.^[16]

^16 "Science and Man’s Freedom", in The Cosmos of Arthur Holly Compton, 1967, Knopf, p. 115

[Indeterminism - Wikipedia](https://en.wikipedia.org/wiki/Indeterminism)


η κοινωνική σημασία της διάκρισης μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας προφανώς μεταβάλλεται ριζικά σε μια συνεργατική σοσιαλιστική κοινωνία σε σύγκριση με τις ταξικές κοινωνίες

17\. Στην *Κριτική του Προγράμματος της Γκότα*, ο Μαρξ επισημαίνει τα αναγκαία μέρη του κοινωνικού προϊόντος που πρέπει να παρακρατηθούν από την κοινωνία πριν προσδιοριστεί η διανομή των μέσων κατανάλωσης στα ατομικά της μέλη, ως εξής: «αντικατάσταση των καταναλωμένων μέσων παραγωγής», «πρόσθετο μέρος για την επέκταση της παραγωγής», «αποθεματικά ή ασφαλιστικά ταμεία για απρόοπτα, αναταράξεις λόγω φυσικών καταστροφών κ.λπ.», και επιπλέον τρία στοιχεία που πρέπει να αφαιρεθούν από τα μέσα κατανάλωσης: «γενικά έξοδα διοίκησης που δεν ανήκουν άμεσα στην παραγωγή» – τα οποία πρέπει να περιορίζονται και να μειώνονται σε μια νέα κοινωνία –, το μέρος «που προορίζεται για την κοινή ικανοποίηση αναγκών, όπως σχολεία, υγειονομικές υπηρεσίες κ.ά.» – που πρέπει να αυξάνεται αναλόγως με την ανάπτυξη της νέας κοινωνίας –, και «ταμεία για όσους είναι ανίκανοι προς εργασία κ.λπ.» (Κ. Μαρξ, *Κριτική του Προγράμματος της Γκότα*, 1875, Πεκίνο: Foreign Languages Press, 1976, σσ. 13–14). Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν όχι μόνο το αποτέλεσμα της υπερεργασίας, αλλά επίσης ενσωματωμένη παρελθούσα εργασία και ένα μέρος της αναγκαίας εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Αν και μπορούμε εύκολα να διακρίνουμε μεταξύ τους τα ταμεία ή κόστη που βασίζονται στην υπερεργασία των εργαζομένων – όπως εκείνα για την επέκταση της παραγωγής, την ασφάλιση, τη διοίκηση και τα πρόσωπα ανίκανα προς εργασία –, η κοινωνική σημασία της διάκρισης μεταξύ υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας προφανώς μεταβάλλεται ριζικά σε μια συνεργατική σοσιαλιστική κοινωνία σε σύγκριση με τις ταξικές κοινωνίες.

17\. In his /Critique of the Gotha Programme/ Marx points to the
necessary portions of the social product to be deduced by society before
determining the distribution of the means of consumption to individual
members of it , as follows: 'cover for replacement of the means of
production used up', 'additional portion for expansion of production',
'reserve or insurance funds against accidents, dislocations caused by
natural calamities, etc.', and a further three items as follows to be
deduced from the means of consumption: 'the general costs of
administration not directly belonging to production' to be restricted
and diminished in a new society, the portion 'intended for the common
satisfaction of needs, such as schools, health services, etc' to grow in
proportion as the development of the new society, and 'funds for those
unable to work, etc' (K. Marx, /Critique of the Gotha Programme, /1875,
Peking: Foreign Languages Press, 1976, pp. 13-14). These items include
not merely the result of surplus-labour, but also embodied deed labour
and a part of necessary labour to reproduce labour-power. Although we
can easily discern among them the funds or costs relying upon the
surplus labour of the workers, such as those for the expansion of
production, insurance, administration and for people unable to work, the
social meaning of the distinction between surplus and necessary labour
will obviously become different in a co-operative socialist society in
comparison with in class societies.

[Makoto Itoh, The Basic Theory of Capitalism Part IV Socialism, 415]

Η ανάπτυξη ενός οργανωμένου και ταξικά συνειδητού εργατικού κινήματος αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την σοσιαλιστική επανάσταση.

Επιπλέον, η κατάρρευση του καπιταλισμού και η μετάβασή του στον σοσιαλισμό δεν είναι θεωρητικά εγγυημένες ως μια μορφή μηχανικής και αυτόματης διεργασίας, ακόμη και αν θεωρηθεί δεδομένη η πόλωση της καπιταλιστικής κοινωνίας και η αυξανόμενη αθλιότητα. Η ανάπτυξη ενός οργανωμένου και ταξικά συνειδητού εργατικού κινήματος αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την σοσιαλιστική επανάσταση. Η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται αυτόματα μέσω της εντεινόμενης εξαθλίωσης των μαζών. Αν και ο Μαρξ αναφέρθηκε ορθώς στον ρόλο της εξέγερσης και της οργάνωσης των εργατών στη σύνοψή του περί της ιστορικής τάσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης, φαίνεται πως πίστευε υπερβολικά εύκολα ότι αυτός ο παράγοντας θα παραχθεί «από τον ίδιο τον μηχανισμό της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας» (Τόμ. Ι, σελ. 929). Ο σχηματισμός και η ανάπτυξη αυτού του κρίσιμου παράγοντα ως προϋπόθεσης του σοσιαλισμού καθορίζονται από ποικίλες συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, καθώς και από την πραγματική υποκειμενική ικανότητα της ηγεσίας του εργατικού κινήματος· και δεν μπορούν να συναχθούν μηχανιστικά από τη βασική οικονομική θεωρία του καπιταλισμού, ακόμη και αν συμπεριληφθεί ο λεγόμενος νόμος της αυξανόμενης εξαθλίωσης.

Moreover, the collapse of capitalism and its
transformation into socialism are not theoretically guaranteed as a sort
of mechanical automatic process, even if the polarisation of a
capitalist society with its increasing immiserisation is given. The
growth of an organised class-conscious workers' movement is an essential
precondition for a socialist revolution. This precondition may not
automatically be met through the increasing misery of the masses.
Although Marx correctly referred to the role of the workers' revolt and
their organisation in his summary of the historical tendency of
capitalist accumulation, he seems to have too easily believed that this
factor would be prepared 'by the very mechanism of the capitalist
process of production' (i, p. 929). The formation and the growth of this
crucial factor as a precondition for socialism are determined by various
concrete historical and social conditions, as well as by the actual
subjective ability of the leadership of the workers' movement, and
cannot be deduced mechanically from the basic economic theory of
capitalism, even when the so-called law of increasing misery is included.

[Makoto Itoh, The Basic Theory of Capitalism Part IV Socialism, 350]


M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

πρέπει εξαρχής να επιδιωχθούν συνειδητά οι πιο συνεργατικές και ισοκρατικές αρχές, όπως το «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του!»

Αναγνωρίζοντας ότι όλα τα είδη κοινωνικά αναγκαίας εργασίας εμπεριέχουν βασικά τον ίδιο χαρακτήρα της απλής αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας, βασισμένο στη κοινή ανθρώπινη ικανότητα για εργασία, πρέπει εξαρχής να επιδιωχθούν συνειδητά οι πιο συνεργατικές και ισοκρατικές αρχές, όπως το «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του!», και όχι να αναβάλλονται ως απώτερος στόχος που δήθεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο έπειτα από γενιές.

By recognising that all the sorts of
socially necessary work basically contain the same character as simple
abstract human labour, based upon the common human ability to work, the
more co-operative and egalitarian principles, such as 'from each
according to his ability, to each according to his need!', must
consciously be pursued from the very beginning of socialist economic
construction, and not put aside as a goal so far away as actually to be
achieved for generations to come.

[Makoto Itoh, The Basic Theory of Capitalism Part IV Socialism, 367]

ιμπρεσιονισμός (impressionism)

Ιμπρεσιονισμός (*Impressionism*): Ως γενικό καλλιτεχνικό κίνημα, η θεωρία ότι η τέχνη πρέπει να επιδιώκει μόνο να αποκαλύπτει την αισθητή ποιοτική όψη ενός αντικειμένου, σκηνής ή συμβάντος· δηλαδή το συνολικό αποτέλεσμα που αυτό δημιουργεί στον καλλιτέχνη. Ειδικότερα στη ζωγραφική, η γενική ιδέα που υποκρύπτει την πρακτική είναι η απόδοση της άμεσης οπτικής εμφάνισης του αντικειμένου, ανεξάρτητα από τη φυσική του δομή και τη σημασία του για τον νου. Δίνεται έμφαση στη σύλληψη των εφήμερων επιφανειακών όψεων των πραγμάτων όπως αυτές αποκαλύπτονται από τις μεταβολές του φωτός, με παραμέληση κάθε υποτιθέμενου «πραγματικού» πράγματος που υφίσταται αυτές τις μεταβολές και υποκρύπτει αυτές τις όψεις. — I.J.

[Impressionism: As a general artistic movement, the theory that art should strive only to reveal the felt quality of an object, scene, or event; i.e. the total effect that it creates in the artist. Specifically in painting, the general idea underling practice is to render the immediate visual appearance of the object, independently of its physical structure and its meaning for the mind. Emphasis is placed on capturing ephemeral surface aspects of things as disclosed by changes in light, neglecting any supposed real thing which undergoes these changes and underlies these aspects. -- I.J. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

εντύπωση (impression)

Εντύπωση (*Impression*): Ενέργημα ή διαδικασία επενέργειας· αποτέλεσμα ή επίδραση μιας τέτοιας επενέργειας, ιδίως ψυχολογική· άμεσο ή στιγμιαίο αποτέλεσμα· διέγερση νευρικών διεργασιών ανεξάρτητα από την επίδρασή της· άμεσο αποτέλεσμα της νευρικής διέγερσης στη συνείδηση· άμεσο, ανερμήνευτο δεδομένο της συνείδησης, ιδιαίτερα σε σχέση με αισθητικά αντικείμενα· αισθητηριακή εικόνα· σχετικά ζωηρό αντιληπτικό δεδομένο σε αντιδιαστολή προς μια ασθενέστερη ιδέα. Βλ. Hume. — M.T.K.

[Impression: Act or process of affecting; effect or influence of such, especially psychological, immediate or momentary effect; stimulation of neural processes apart from its effect, immediate effect in consciousness of neural stimulation; immediate, uninterpreted datum of consciousness, especially of aesthetic objects; sensuous image; relatively vivid perceptual datum as against a fainter idea. See Hume. -- M.T.K. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

 

αμεσότητα (immediacy)

**Αμεσότητα** *(λατ. in + medius, «μέσος», «ενδιάμεσος»)*: Η αμεσότητα χρησιμοποιείται με δύο σημασίες:

* Σε αντιδιαστολή προς την **αναπαράσταση**, η αμεσότητα είναι η άμεση παρουσία του αντικειμένου της γνώσης στον νου. Βλ. παρουσιαστική αμεσότητα (*presentational immediacy*).
* Σε αντιδιαστολή προς τη **διαμεσολάβηση**, η αμεσότητα συνίσταται στην απουσία ή στην ελάχιστη και λανθάνουσα παρουσία της συναγωγής, της ερμηνείας και της κατασκευής σε οποιαδήποτε γνωστική διαδικασία.

Με αυτή τη δεύτερη σημασία, η **αντίληψη** και η **ενθύμηση** είναι σχετικά άμεσες, ενώ οι επιστημονικές και φιλοσοφικές θεωρίες είναι διαμεσολαβημένες. — L.W.

[Immediacy: (Lat. in + medius, middle) Immediacy is used in two senses:

* Contrasted with representation, immediacy is the direct presence to the mind of the object of knowledge. See Presentational immediacy.
* Contrasted with mediation, immediacy consists in the absence or minimal and submerged presence of inference, interpretation and construction in any process of knowledge. 

In this sense perception and memory are relatively immediate whereas scientific and philosophical theories are mediate. -- L.W. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

**Παρουσιαστική Αμεσότητα** *(λατ. praesens, μετοχή ενεστώτα του praeesse = «είμαι παρών», και in + medius = «χωρίς ενδιάμεσο»)*: Η παρουσιαστική αμεσότητα χαρακτηρίζει κάθε περιεχόμενο που βρίσκεται σε άμεση γνωστική παρουσία ενώπιον του νου, όπως τα αισθητηριακά δεδομένα, οι νοητικές εικόνες, καθώς και τα συναισθηματικά και συγκινησιακά δεδομένα.

Ορισμένοι γνωσιολόγοι αποδίδουν αμεσότητα και σε ανώτερα επίπεδα γνώσης, όπως η αντίληψη και η ενθύμηση, ενώ οι μυστικιστές την αποδίδουν στη γνώση του Θεού. — L.W.

[Presentational Immediacy: (Lat. praesens ppr. of praeesse, and in + medius, middle) Presentational immediacy characterizes any items which are in the direct cognitive presence of the mind such as sense data, images, emotional and affective data. Immediacy is ascribed by some epistemologists to higher levels of knowledge, e.g. perception and memory and by the mystic to the knowledge of God. -- L.W. ](https://www.ditext.com/runes/p.html)


Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

«Κάθε εμμενής αντίληψη εγγυάται αναγκαία την ύπαρξη του αντικειμένου της. … Η σύλληψη ότι [το εμμενές αντικείμενο] δεν υπάρχει είναι, κατ’ αρχήν, αδύνατη» (§ 46, σ. 143).

Σε ένα εμμενώς κατευθυνόμενο ενέργημα, λέει ο Χούσσερλ, «έχουμε έναν σύνδεσμο δύο αποβλεπτικών εμπειριών, από τις οποίες τουλάχιστον η υπερτιθέμενη είναι εξαρτημένη και, επιπλέον, όχι απλώς θεμελιωμένη στην βαθύτερη, αλλά ταυτόχρονα και αποβλεπτικά στραμμένη προς αυτή» (§ 38, σ. 124). [Sokolowski, HM, σ. 188]

Αυτό έχει μια σημαντική συνέπεια: «Κάθε εμμενής αντίληψη εγγυάται αναγκαία την ύπαρξη του αντικειμένου της. … Η σύλληψη ότι [το εμμενές αντικείμενο] δεν υπάρχει είναι, κατ’ αρχήν, αδύνατη» (§ 46, σ. 143). Δεδομένου ότι το αντικείμενο της εμμενούς αντίληψης θεμελιώνει την αντίληψη, η αντίληψη δεν θα μπορούσε να έχει προκύψει χωρίς το αντικείμενό της. Επομένως, η ύπαρξη της εμμενούς αντίληψης εγγυάται την ύπαρξη του αντικειμένου της. Ένα σπίτι δεν θα μπορούσε να προκύψει χωρίς το θεμέλιό του, άρα η ύπαρξη του σπιτιού εγγυάται την ύπαρξη του θεμελίου του. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ύπαρξη ενός αναστοχασμού εγγυάται την ύπαρξη του αντικειμένου του. [σ. 188]

In an immanently directed act, Husserl says, "we have a nexus of two intentional experiences, of which at least the superimposed one is dependent, and, moreover, not merely grounded in the deeper-lying, but at the same time intentionally directed towards it" (§ 38, p. 124). [Sokolowski, HM, p.188]

This has an important implication: "Every immanent perception necessaraly guarantees the existence of its object. . . . The insight that it [the immanent object] does not exist is, in principle, impossible" (§ 46, p. 143). Since the object of the immanent perception founds the perception, the perception could not have come to be without its object. Hence the existence of the immanent perception guarantees the existence of its object. A house could not come to be without its foundation, so the existence of the house guarantees the existence of its foundation. In the same way, the existence of a reflection guarantees the existence of its object. [p.188]


Η μέθοδος της φαντασιακής παραλλαγής του Husserl, ως τρόπος προσέγγισης των καθαρών ουσιών, περιλαμβάνει μια αρνητική ενόραση των ορίων ή των συνόρων στα οποία το δεδομένο είδος καθίσταται αδύνατο

Μια θετική διατύπωση ενός τέτοιου νόμου («Ο τόνος είναι μία στιγμή του ήχου») εκφράζει μια ουσιώδη αναγκαιότητα, ενώ μια αρνητική διατύπωση («Ο τόνος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ήχο») εκφράζει μια ουσιώδη αδυνατότητα. Η διατύπωση του νόμου προϋποθέτει ενόραση της αναγκαιότητας ή της αδυνατότητας των καταστάσεων πραγμάτων. Στην πράξη, η αρνητική διατύπωση είναι συχνά καταλληλότερη. Είναι ευκολότερο να αναγνωρίσει ή να εποπτεύσει κανείς μια ουσιώδη συνάφεια συνειδητοποιώντας την αδυνατότητα να είναι διαφορετικά, παρά εκτιμώντας την αναγκαιότητα να είναι όπως είναι. Η μέθοδος της φαντασιακής παραλλαγής του Husserl, ως τρόπος προσέγγισης των καθαρών ουσιών, περιλαμβάνει μια αρνητική ενόραση των ορίων ή των συνόρων στα οποία το δεδομένο είδος καθίσταται αδύνατο (βλ. παρακάτω, § 29).

A positive expression of such a law ("Pitch is a moment of sound") states an essential necessity, while a negative formulation ("Pitch cannot exist without sound") states an essential impossibility. Expression of the law presumes insight into the necessity or impossibility of the states of affairs. In practice the negative formulation is often more appropriate. It is easier to recognize or intuit an essential connection by realizing the impossibility of its being otherwise than by appreciating the necessity of its being the way it is. Husserl's method of imaginative variation as a way of reaching pure essences involves negative insight into the limits or boundaries at which the given eidos becomes impossible (see below, § 29).

[Sokolowski, HM, p. 14]

Θα ήθελα να σας προειδοποιήσω ότι δεν αποδίδω στη φύση ούτε ομορφιά ούτε ασχήμια, ούτε τάξη ούτε αταξία. Μόνο σε σχέση με τη φαντασία μας μπορούν τα πράγματα να αποκαλούνται όμορφα ή άσχημα, εύτακτα ή συγκεχυμένα.

«Θα ήθελα να σας προειδοποιήσω ότι δεν αποδίδω στη φύση ούτε ομορφιά ούτε ασχήμια, ούτε τάξη ούτε αταξία. Μόνο σε σχέση με τη φαντασία μας μπορούν τα πράγματα να αποκαλούνται όμορφα ή άσχημα, εύτακτα ή συγκεχυμένα.»

"I would warn you that I do not attribute to nature either beauty or deformity, order or confusion. Only in relation to our imagination can things be called beautiful or ugly, well-ordered or confused."

- Baruch Spinoza

Η φαντασία δηλώνει μια νοητική διεργασία που συνίσταται...

Φαντασία (Imagination): Η φαντασία δηλώνει μια νοητική διεργασία που συνίσταται:

* στην αναβίωση αισθητηριακών εικόνων οι οποίες προέρχονται από προγενέστερες αντιλήψεις (αναπαραγωγική φαντασία), και
* στον συνδυασμό αυτών των στοιχειωδών εικόνων σε νέες ενότητες (δημιουργική ή παραγωγική φαντασία).

Η δημιουργική φαντασία είναι δύο ειδών:

* η φαντασιοπληξία (*fancy*), η οποία είναι σχετικά αυθόρμητη και ανεξέλεγκτη, και
* η κατασκευαστική φαντασία (*constructive imagination*), η οποία απαντά χαρακτηριστικά στην επιστήμη, την εφεύρεση και τη φιλοσοφία και καθοδηγείται από ένα κυρίαρχο σχέδιο ή σκοπό.

— L.W.

[Imagination: Imagination designates a mental process consisting of:

* The revival of sense images derived from earlier perceptions (the reproductive imagination), and
* the combination of these elementary images into new unities (the creative or productive imagination.) The creative imagination is of two kinds:
    * the fancy which is relatively spontaneous and uncontrolled, and
    * the constructive imagination, exemplified in science, invention and philosophy which is controlled by a dominant plan or purpose. 

-- L.W. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

τρεις κατηγορίες σημείων που διέκρινε ο Charles Sanders Peirce

Οι «εικόνες» (images) αποτελούν έναν τύπο της ευρύτερης κατηγορίας των «σημείων» που πρότεινε ο Charles Sanders Peirce. Παρότι οι ιδέες του είναι σύνθετες και μεταβλήθηκαν με την πάροδο του χρόνου, ξεχωρίζουν οι τρεις κατηγορίες σημείων που διέκρινε:

* Το **«εικόνισμα/εικονίδιο» (icon)**, το οποίο σχετίζεται με ένα αντικείμενο μέσω της ομοιότητάς του προς κάποια ποιότητα του αντικειμένου. Ένα ζωγραφισμένο ή φωτογραφημένο πορτρέτο είναι εικόνισμα λόγω της ομοιότητάς του προς το πρόσωπο που απεικονίζει. Μια πιο αφηρημένη αναπαράσταση, όπως ένας χάρτης ή ένα διάγραμμα, μπορεί επίσης να αποτελεί εικόνισμα.

* Ο **«δείκτης» (index)**, ο οποίος σχετίζεται με ένα αντικείμενο μέσω κάποιας πραγματικής σύνδεσης. Για παράδειγμα, ο καπνός μπορεί να είναι δείκτης φωτιάς, ή η θερμοκρασία που καταγράφεται σε ένα θερμόμετρο μπορεί να είναι δείκτης της ασθένειας ή της υγείας ενός ασθενούς.

* Το **«σύμβολο» (symbol)**, το οποίο στερείται άμεσης ομοιότητας ή σύνδεσης με ένα αντικείμενο, αλλά η συσχέτισή του με αυτό αποδίδεται αυθαίρετα από τον δημιουργό ή υπαγορεύεται από πολιτισμικές και ιστορικές συνήθειες, συμβάσεις κ.λπ. Το κόκκινο χρώμα, για παράδειγμα, μπορεί να υποδηλώνει οργή, ομορφιά, ευημερία, πολιτική ταύτιση ή άλλες σημασίες μέσα σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό ή συγκείμενο· ο Σουηδός σκηνοθέτης Ingmar Bergman ισχυρίστηκε ότι η χρήση αυτού του χρώματος στην ταινία του Cries and Whispers το 1972 προερχόταν από την προσωπική του οπτικοποίηση της ανθρώπινης ψυχής.

Μια και μόνη εικόνα μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα και στις τρεις αυτές κατηγορίες. Το Statue of Liberty αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρόλο που έχουν υπάρξει αμέτρητες δισδιάστατες και τρισδιάστατες «αναπαραγωγές» του αγάλματος (δηλαδή «εικονίσματα» καθαυτά), το ίδιο το άγαλμα υπάρχει ως:

* **«Εικόνισμα» (icon)**, λόγω της ομοιότητάς του με μια ανθρώπινη γυναίκα (ή, ακριβέστερα, με προγενέστερες αναπαραστάσεις της ρωμαϊκής θεάς Libertas ή με το γυναικείο πρότυπο που χρησιμοποίησε ο καλλιτέχνης Frédéric Auguste Bartholdi).

* **«Δείκτης» (index)**, που αναπαριστά την New York City ή γενικότερα τις United States εξαιτίας της τοποθέτησής του στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, ή ακόμη τη «μετανάστευση» λόγω της εγγύτητάς του προς το μεταναστευτικό κέντρο της Ellis Island.

* **«Σύμβολο» (symbol)**, ως οπτικοποίηση της αφηρημένης έννοιας της «ελευθερίας» (liberty ή freedom), ή ακόμη της «ευκαιρίας» και της «ποικιλομορφίας».

[Από English Wikipedia]

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Μια νοητική εικόνα υπάρχει στον νου ενός ατόμου ως κάτι που θυμάται ή φαντάζεται.

Μια νοητική εικόνα υπάρχει στον νου ενός ατόμου ως κάτι που θυμάται ή φαντάζεται. Το αντικείμενο μιας εικόνας δε χρειάζεται να είναι πραγματικό· μπορεί να είναι μια αφηρημένη έννοια, όπως ένα γράφημα ή μια συνάρτηση, ή μια φανταστική οντότητα. Ωστόσο, για να γίνει κατανοητή μια νοητική εικόνα έξω από τον νου του ατόμου, πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος μετάδοσης αυτής της νοητικής εικόνας μέσω των λέξεων ή των οπτικών παραστάσεων που παράγει το υποκείμενο. [Από English Wikipedia]

Η φυλή και η εθνότητα σε συνδυασμό με την τάξη (μόρφωση, οικονομικό επίπεδο κτλ.), το φύλο, την ηλικία αποτελούν τις βασικές κατηγορίες πάνω στις οποίες δομείται η «αρχιτεκτονική της εξουσίας» σε επίπεδο της κοινωνίας.

Η φυλή και η εθνότητα σε συνδυασμό με την τάξη (μόρφωση, οικονομικό
επίπεδο κτλ.), το φύλο, την ηλικία αποτελούν τις βασικές κατηγορίες πάνω
στις οποίες δομείται η «αρχιτεκτονική της εξουσίας» σε επίπεδο της
κοινωνίας.

Γιώργος Μαυρομμάτης - Ταυτότητες (ταυτότητες.pptx)

 

Πλάνη-Ψευδαίσθηση-Παραίσθηση (Delusion-Illusion-Hallucination ditext)

Delusion-Illusion-Hallucination

Πλάνη (Delusion): *(λατ. de + ludere, «παίζω»)* Εσφαλμένη ή μη αληθοφανής (*non-veridical*) γνώση. Ο όρος, κυρίως, περιορίζεται στην αντίληψη, τη μνήμη και άλλες μη συμπερασματικές μορφές γνώσης, αλλά μερικές φορές επεκτείνεται ώστε να περιλάβει και συμπερασματικές πεποιθήσεις και θεωρίες. Βλ. Αληθοφανής (Veridical).

Οι δύο κύριοι τύποι πλάνης είναι:

(α) η ψευδαίσθηση (illusion) ή μερικώς πλανημένη γνώση, π.χ. οι συνήθεις παραμορφώσεις των αισθήσεων και της μνήμης, οι οποίες εντούτοις έχουν κάποια πραγματική βάση· και

(β) η παραισθητική αντίληψη (hallucination) ή πλήρως πλανημένη γνώση, όπως τα όνειρα, οι ψευδο-αναμνήσεις κ.λπ., στα οποία δεν αντιστοιχεί τίποτε στην πραγματικότητα.

Βλ. Ψευδαίσθηση (Illusion)· Παραισθητική αντίληψη (Hallucination). — L.W.

Ψευδαίσθηση (Illusion): *(λατ. in + ludere, «παίζω»)* Μια αισθητηριακή ψευδαίσθηση είναι μια εσφαλμένη αντίληψη που προκύπτει από εσφαλμένη ερμηνεία των δεδομένων των αισθήσεων, επειδή αυτά παράγονται υπό ασυνήθιστες συνθήκες αντίληψης — φυσικές, φυσιολογικές ή ψυχολογικές. Η ψευδαίσθηση αντιδιαστέλλεται προς την παραισθητική αντίληψη (*hallucination*), στην οποία τα αισθητηριακά συστατικά στοιχεία απουσιάζουν εντελώς. Βλ. Πλάνη (Delusion)· Παραισθητική αντίληψη (Hallucination). — L.W.

Παραισθητική αντίληψη (Hallucination): *(λατ. hallucinatio, από το hallucinari, «περιπλανώμαι με τον νου»)* Μια μη αληθοφανής ή πλανημένη αντίληψη ενός αισθητηριακού αντικειμένου, η οποία λαμβάνει χώρα ενώ κανένα αντικείμενο δεν είναι πράγματι παρόν στα αισθητήρια όργανα. Βλ. Πλάνη (Delusion)· Ψευδαίσθηση (Illusion). — L.W.

Αρνητική παραισθητική αντίληψη (Negative Hallucination): Η αποτυχία αντίληψης ενός αντικειμένου το οποίο είναι πράγματι παρόν στα αισθητήρια όργανα. Βλ. Παραισθητική αντίληψη (Hallucination). — L.W.


[Delusion: (Lat. de + ludere, to play) Erroneous or non-veridical cognition. The term is properly restricted to perception, memory and other non-inferential forms of knowledge but is at times extended to include inferential beliefs and theories. See Veridical. The two principal types of delusion are (a) illusion or partially delusive cognition, e.g. the ordinary distortions of sense and memory which nevertheless have a basis in fact, and (b) hallucination or totally delusive cognition such as dreams, pseudo-memories, etc. to which nothing corresponds in fact. See Illusion; Hallucination. -- L.W. ](https://www.ditext.com/runes/d.html)

[Illusion: (Lat. in + ludere, to play) An illusion of sense is an erroneous perception arising from a misinterpretation of data of sense because they are produced under unusual conditions of perception, physical, physiological or psychological. Illusion contrasts with hallucination in which the sensuous ingredients are totally absent. See Delusion; Hallucination. -- L.W. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

[Hallucination: (Lat. hallucinatio, from hallucinari, to wander in mind) A non-veridical or delusive perception of a sense object occurring when no object is in fact present to the organs of sense. See Delusion, Illusion. -- L.W.

Hallucination, Negative: The failure to perceive an object which is in fact present to the organs of sense. See Hallucination. -- L.W. ](https://www.ditext.com/runes/h.html)

Μια σημείωση για τα ιδεογράμματα

§ 32. Μια σημείωση για τα ιδεογράμματα

Η χουσσερλιανή θεωρία της ελεύθερης παραλλαγής και του είδους (*eidos*) έχει ενδιαφέρουσες συνέπειες όσον αφορά τη διαφορά μεταξύ ιδεογραφικών και αλφαβητικών γλωσσών.

Στις ιδεογραφικές γλώσσες, το ιδεόγραμμα παρουσιάζει μια εικονιστική περίπτωση αυτού που ονομάζεται. Παρουσιάζει, τρόπον τινά, μια παραλλαγή του είδους· ίσως παρουσιάζει την παραδειγματική περίπτωση, της οποίας όλες οι αντιληπτές ή φαντασμένες περιπτώσεις πρέπει να θεωρούνται παραλλαγές. Εκτός από το ιδεόγραμμα, τέτοιες γλώσσες διαθέτουν επίσης μια προφορική λέξη, η οποία είναι το όνομα του τύπου πράγματος που ενσαρκώνεται στην εικόνα· συνδυάζουν μια σημειωτική απόβλεψη (*signitive intention*) με μια εικονιστική παράσταση στη γραφή τους.

Στις αλφαβητικές γλώσσες, οι γραπτές λέξεις αντιπροσωπεύουν τις προφορικές λέξεις· επομένως, πρέπει να στραφούμε από τη γλώσσα στη φαντασία προκειμένου να βρούμε εικόνες, περιπτώσεις ή παραλλαγές. Τόσο η προφορική όσο και η γραπτή μορφή της γλώσσας είναι καθαρά σημειωτικές· στις ιδεογραφικές γλώσσες, η προφορική μορφή είναι σημειωτική, ενώ η γραπτή μορφή είναι εικονιστικά εποπτική. [Sokolowski, *HM*, σ. 85]

§ 32.    A Note on Ideograms
Husserl's doctrine of free variation and eidos has interesting implications concerning the difference between ideographic and alphabetical languages.
In ideographic languages the ideogram presents a pictorial instance of what is being named. It presents, as it were, a variant of the eidos; perhaps it presents the paradigm case, of which all perceived or imagined cases are to be considered variants. In addition to the ideogram, such languages also have a spoken word which is the name of the type of thing instantiated in the picture; they combine a signitive intention with a pictorial representation in their writing. In alphabetical languages the written words stand for the spoken words, so we must turn from the language to imagination to find pictures or instances or variants. Both the spoken and written forms of the language are purely signitive; in ideographic languages, the spoken form is signitive but the written form is pictorially intuitive. [Sokolowski, HM, p.85]


η ζωντανή εργασία όχι απλώς προσθέτει νέα αξία, αλλά η ίδια η πράξη της προσθήκης μιας νέας αξίας στην παλιά, το συντηρεί, το διαιωνίζει

[289] Είναι προφανές, λοιπόν, ότι ο καπιταλιστής, μέσω της διαδικασίας της
ανταλλαγής με τον εργάτη — πληρώνοντας πραγματικά στον εργάτη ένα ισοδύναμο για
το κόστος παραγωγής που περιέχεται στην εργατική του ικανότητα, δηλ. με το να του δίνει
τα μέσα για να διατηρήσει την εργασιακή του ικανότητα αλλά οικειοποιούμενος τη ζωντανή
εργασία για τον εαυτό του — αποκτά δύο πράγματα δωρεάν: πρώτον, την
υπερεργασία που αυξάνει [290]
την αξία του κεφαλαίου του, αλλά ταυτόχρονα, δεύτερον, την ποιότητα της
ζωντανής εργασίας που συντηρεί την προηγούμενη εργασία που υλοποιήθηκε στα
συστατικά μέρη του κεφαλαίου και έτσι συντηρεί την προηγούμενη
αξία του κεφαλαίου. Ωστόσο, αυτή η συντήρηση δεν οφείλεται στο ότι η ζωντανή εργασία
/αυξάνει την ποσότητα της αντικειμενοποιημένης εργασίας /και δημιουργεί έτσι αξία,
αλλά απλώς στο γεγονός ότι με την προσθήκη μιας νέας ποσότητας εργασίας υπάρχει
ως /ζωντανή /εργασία, στην ενυπάρχουσα σχέση με το υλικό και
το όργανο εργασίας που τίθεται από την παραγωγική διαδικασία· δηλ. οφείλεται
στην /ποιότητά της /ως ζωντανή εργασία. Αλλά όπως αυτή η ποιότητα, η ζωντανή εργασία είναι
η ίδια μια στιγμή της απλής παραγωγικής διαδικασίας, και ο καπιταλιστής
δεν χρειάζεται να την πληρώσει, όπως το νήμα και ο αργαλειός δεν του κοστίζουν
οτιδήποτε πέρα ​​και πάνω από την τιμή τους για να είναι επίσης στιγμές της
παραγωγικής διαδικασίας.
Αν, π.χ. σε περιόδους στασιμότητας του εμπορίου κλπ, οι μύλοι κλείνουν,
τότε μπορεί πράγματι να φανεί ότι η μηχανή σκουριάζει και το νήμα είναι
άχρηστο έρμα, και σαπίζει, μόλις η σχέση τους με τη ζωντανή εργασία
παύει. Αν ο καπιταλιστής απλώς [III-43] παραγγέλνει εργασία έτσι ώστε να παράγει
υπεραξία —για να παραχθεί αξία που δεν υπάρχει ακόμη—μπορεί να φανεί ότι
μόλις σταματήσει να παραγγέλνει εργασία, το ήδη υπάρχον κεφάλαιό του επίσης
υποτιμάται· δηλ. ότι η ζωντανή εργασία όχι απλώς προσθέτει νέα αξία, αλλά
η ίδια η πράξη της προσθήκης μιας νέας αξίας στην
παλιά, το συντηρεί, το διαιωνίζει.

[289] It is evident, then, that the capitalist, by means of the process of
exchange with the worker—by actually paying the worker an equivalent for
the production costs contained in his labour capacity, i.e. by giving
him the means to preserve his labour capacity but appropriating living
labour for himself—obtains two things free of charge: firstly, the
surplus labour which increases [290]
the value of his capital, but at the same time, secondly, the quality of
living labour which preserves the previous labour materialised in the
component parts of capital and thus preserves the previously existing
value of the capital. Yet this preservation is not due to living labour
/increasing the amount of objectified labour /and thus creating value,
but simply to the fact that in adding a new quantity of labour it exists
as /living /labour, in the immanent relationship to the material and
instrument of labour posited by the production process; i.e. it is due
to its /quality /as living labour. But as this quality, living labour is
itself a moment of the simple production process, and the capitalist
does not have to pay for it, just as the yarn and the loom do not cost
him anything over and above their price for being likewise moments of
the production process.
If, e.g. in time of stagnation of trade, etc., the mills are shut down,
then it can indeed be seen that the machinery rusts and the yarn is
useless ballast, and rots, as soon as their relation to living labour
ceases. If the capitalist merely [III-43] orders work so as to produce
surplus value—to produce value not yet existing—it can be seen that as
soon as he ceases to order work, his already existing capital, too, is
depreciated; i.e. that living labour not merely adds new value, but by
the very act of adding a new value TO
THE OLD ONE, MAINTAINS, ETERNALISES IT.

[Karl Marx, MECW, vol. 28]

 

Η τιμή, η οποία δεν είναι αναγώγιμη στην αξία, είτε άμεσα είτε μέσω μιας σειράς ενδιάμεσων βημάτων, εκφράζει μια καθαρά τυχαία ανταλλαγή κάποιου πράγματος με χρήματα.

(/Price, /which is not reducible to /value/, whether directly or through
a series of intermediate steps, expresses a merely accidental exchange
of something for money. And thus things which are in the nature of the
case not /commodities /and are therefore in this sense /extra commercium
hominum^a /can be converted into commodities by being exchanged for
money. Hence the connection between venality and corruption and the
money relation. Since money is the converted shape of the commodity, it
is not evident from looking at it where it comes from, what has been
converted into it, whether this may be conscience or virginity or potatoes.)

^a Outside the sphere of human commerce.— //Ed.// [Karl Marx, MECW 34, p. 346]

(Η //τιμή//, η οποία δεν είναι αναγώγιμη στην //αξία//, είτε άμεσα είτε μέσω μιας σειράς ενδιάμεσων βημάτων, εκφράζει μια καθαρά τυχαία ανταλλαγή κάποιου πράγματος με χρήματα. Και έτσι, πράγματα που από τη φύση τους δεν είναι //εμπορεύματα// και επομένως υπό αυτή την έννοια βρίσκονται //extra commercium hominum//^a, μπορούν να μετατραπούν σε εμπορεύματα μέσω της ανταλλαγής τους με χρήματα. Από εδώ προκύπτει η σύνδεση ανάμεσα στη διαφθορά και τη χρηματική σχέση. Επειδή τα χρήματα είναι η μετασχηματισμένη μορφή του εμπορεύματος, δεν είναι εμφανές από την εμφάνισή τους από πού προέρχονται, τι έχει μετατραπεί σε αυτά—είτε πρόκειται για τη συνείδηση, την παρθενία ή τις πατάτες.)

^a Εκτός του πεδίου της ανθρώπινης συναλλαγής.— //Επιμ.// [MECW 34, σ. 346]

The price form, however, is not only compatible with the possibility of
a quantitative incongruity between magnitude of value and price, i.e.,
between the former and its expression in money, but it may also conceal
a qualitative inconsistency, so much so, that, although money is nothing
but the value form of commodities, price ceases altogether to express
value. Objects that in themselves are no commodities, such as
conscience, honour, &c, are capable of being offered for sale by their
holders, and of thus acquiring, through their price, the form of
commodities. Hence an object may have a price without having value. The
price in that case is imaginary, like certain quantities in mathematics.
On the other hand, the imaginary price form may sometimes conceal either
a direct or indirect real value relation; for instance, the price of
uncultivated land, which is without value, because no human labour has
been incorporated in it. [vol. 35, pp. 111-12]

Ωστόσο, η μορφή της τιμής δεν είναι μόνο συμβατή με την πιθανότητα μιας ποσοτικής ασυμφωνίας μεταξύ του μεγέθους της αξίας και της τιμής (δηλαδή, μεταξύ της πρώτης και της έκφρασής της σε χρήμα), αλλά μπορεί επίσης να κρύβει μια ποιοτική ασυνέπεια· και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε, παρόλο που τα χρήματα δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μορφή αξίας των εμπορευμάτων, η τιμή να παύει πλήρως να εκφράζει αξία.

Αντικείμενα που από μόνα τους δεν είναι εμπορεύματα, όπως η συνείδηση, η τιμή κ.ά., μπορούν να προσφέρονται για πώληση από τους κατόχους τους και έτσι, μέσω της τιμής τους, να αποκτούν τη μορφή εμπορευμάτων. Επομένως, ένα αντικείμενο μπορεί να έχει τιμή χωρίς να έχει αξία. Σε αυτή την περίπτωση, η τιμή είναι φανταστική (όπως ορισμένα μεγέθη στα μαθηματικά).

Από την άλλη πλευρά, η φανταστική μορφή της τιμής μπορεί μερικές φορές να κρύβει είτε μια άμεση είτε έμμεση πραγματική σχέση αξίας· για παράδειγμα, η τιμή μιας αγροτικής γης χωρίς καλλιέργεια (που δεν έχει καμία αξία, αφού καμία ανθρώπινη εργασία δεν έχει ενσωματωθεί σε αυτήν).
[MECW 35, σσ. 111-12]


Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Όπως λέει ο William James, «Για πράγματα που μέχρι τώρα δεν έχουν παρατηρηθεί ή δεν έχουν γίνει αισθητά, [ο άνθρωπος] επιθυμεί ένα σημείο πριν ακόμη το έχει.»

 Όπως λέει ο William James, «Για πράγματα που μέχρι τώρα δεν έχουν παρατηρηθεί ή δεν έχουν γίνει αισθητά, [ο άνθρωπος] επιθυμεί ένα σημείο πριν ακόμη το έχει.»

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες