Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποβλεπτικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποβλεπτικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

εποπτεία / επαναπαρουσίαση / κενή ή σημειωτική απόβλεψη

Ο Χούσερλ θεωρεί ως παραδειγματική περίπτωση ενός επιτυχημένου αποβλεπτικού ενεργήματος, ένα ενέργημα κατά το οποίο η σημασία πληρώνεται μέσω της παρουσίας στην εποπτεία του αποβλεπόμενου αντικειμένου με πλήρη «σωματική παρουσία» (*Leibhaftigkeit*). Έτσι, όταν πράγματι βλέπω κάτι μπροστά στα μάτια μου, έχω μια πληρωμένη εποπτεία. Αργότερα, μπορώ να αναβιώσω αυτή την εποπτεία, αλλά τώρα πρόκειται για μια ανάμνηση: εξακολουθεί να είναι προσανατολισμένη προς το αντικείμενο, όμως το αντικείμενο δεν παρουσιάζεται πλέον με την ίδια παρουσία ή αμεσότητα.

Στη μνήμη ή σε άλλες μορφές «ανάκλησης στον νου» ή «επαναπαρουσίασης» (*Vergegenwärtigung*) μπορούμε ακόμη να έχουμε μια πλήρη εποπτεία του αντικειμένου, αλλά τώρα χωρίς την ιδιαίτερη σωματική παρουσία που χαρακτηρίζει την αντίληψη. Υπάρχουν και άλλες μορφές απόβλεψης, οι οποίες είναι απλώς «κενές» (*Leermeinen*), όπως, για παράδειγμα, όταν χρησιμοποιώ λέξεις με έναν επιπόλαιο τρόπο, χωρίς να σκέφτομαι πραγματικά αυτό που λέω, όταν μιλώ για κάτι χωρίς να το έχω πραγματικά στον νου μου κ.ο.κ.

Οι κενές ή «σημειωτικές» (*signitive*) αποβλέψεις, βέβαια, αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία των συνειδησιακών μας ενεργημάτων, και ήδη από την αρχή της φιλοσοφικής του σταδιοδρομίας ο Χούσερλ γοητευόταν από το ερώτημα πώς αυτού του είδους οι αποβλέψεις μπορούν να λειτουργούν ως γνώση.

Husserl sees the paradigm case of a successful intentional act as an act where the meaning is fulfilled by the presence in intuition of the intended object with full 'bodily presence' (Leibhaftigkeit). Thus, when I actually see something before my eyes, I have a fulfilled intuition. Later, I can relive this intuition but it is now a memory, still oriented to the object, but not presented with the same presence or immediacy. In memory or in other forms of 'calling to mind' or 're-presenting' ( Vergegenwärtigung) we still may have a full intuition of the object, but now no longer with the distinctive bodily presence that characterises perception. There are other forms of intending which are merely 'empty' (Leermeinen), e.g., when I use words in a casual way without really thinking about what I am saying, when I talk about something without really thinking about it and so on. Empty or 'signitive' intendings, of course, constitute the largest class of our conscious acts, and, from the beginning of his career, Husserl had been fascinated as to how these kinds of intentions can function as knowledge.

[Introduction by Dermot Moran, Edmund Husserl's /Logical Investigations/, Ix]

 

Πώς διαφέρει η φαινομενολογία από τον εμπειρισμό και τον ορθολογισμό (philosophy.institute)

### Πώς διαφέρει η φαινομενολογία από τον εμπειρισμό και τον ορθολογισμό

Για να εκτιμήσουμε τι είναι το ιδιαίτερο στη φαινομενολογία, είναι χρήσιμο να τη συγκρίνουμε με τις δύο κυρίαρχες παραδόσεις της δυτικής γνωσιολογίας: τον **εμπειρισμό** και τον **ορθολογισμό**.

#### Φαινομενολογία και εμπειρισμός

Ο [εμπειρισμός](https://plato.stanford.edu/entries/rationalism-empiricism/), όπως αναπτύχθηκε από φιλοσόφους όπως ο John Locke, ο David Hume και ο George Berkeley, υποστηρίζει ότι κάθε γνήσια γνώση προέρχεται από την αισθητηριακή εμπειρία. Ο νους αρχίζει ως *tabula rasa* («λευκή πλάκα»), και οι ιδέες συγκροτούνται από τις αισθητηριακές εντυπώσεις που προκαλεί ο εξωτερικός κόσμος. Σύμφωνα με αυτό το πρότυπο, η εμπειρία αφορά πρωτίστως τη σχέση μεταξύ του νου και των εξωτερικών ερεθισμάτων, ενώ ο ρόλος της συνείδησης είναι κατά βάση παθητικός: δέχεται τις εντυπώσεις που της παρέχονται.

Η φαινομενολογία αμφισβητεί αυτό το πρότυπο στη ρίζα του. Όπως επισημαίνει η [Encyclopaedia Britannica](https://www.britannica.com/topic/phenomenology), σε αντίθεση με τον εμπειρισμό, ο οποίος αντιμετωπίζει τα φαινόμενα ως απλά αισθητηριακά δεδομένα, η φαινομενολογία επιμένει στην **αποβλεπτική** δομή της συνείδησης: στο γεγονός ότι η εμπειρία είναι πάντοτε οργανωμένη, σημαίνουσα και στραμμένη προς κάτι, και όχι μια ακατέργαστη ροή ουδέτερων εντυπώσεων. Η [Stanford Encyclopedia of Philosophy](https://plato.stanford.edu/entries/phenomenology/) παρατηρεί επίσης ότι, σύμφωνα με την εμπειριστική αντίληψη, εκείνο που εμφανίζεται στον νου είναι μοτίβα αισθήσεων και δευτερεύουσες ποιότητες, ενώ η φαινομενολογία υποστηρίζει ότι κάθε εμπειρία φέρει εξαρχής σημασία και αποβλεπτικό περιεχόμενο που υπερβαίνει την απλή αίσθηση.

Ο Edmund Husserl υπήρξε ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στην ατομιστική θεωρία της εμπειρίας του Hume, σύμφωνα με την οποία όλη η συνείδηση ανάγεται σε διακριτές και ασύνδετες εντυπώσεις. Για τον Husserl, ακόμη και οι απλούστερες αντιλήψεις διαθέτουν μια **ειδητική** (ουσιώδη) διάσταση· έχουν δηλαδή έναν δομημένο και σημαίνοντα χαρακτήρα που δεν μπορεί να αναχθεί σε μεμονωμένα αισθητηριακά στοιχεία.

#### Φαινομενολογία και ορθολογισμός

Ο [ορθολογισμός](https://plato.stanford.edu/entries/rationalism-empiricism/), όπως υποστηρίχθηκε από τον René Descartes, τον Immanuel Kant και άλλους φιλοσόφους, θεωρεί ότι ο λόγος και οι έμφυτες ιδέες διαδραματίζουν τον πρωτεύοντα ρόλο στη συγκρότηση της γνώσης. Για τους ορθολογιστές, ο νους δεν είναι μια λευκή πλάκα· είναι ήδη εφοδιασμένος με κατηγορίες, έννοιες ή έμφυτες αλήθειες που οργανώνουν την κατανόησή μας για τον κόσμο ανεξάρτητα από την αισθητηριακή εμπειρία.

Η φαινομενολογία συμμερίζεται με τον ορθολογισμό την άποψη ότι ο νους δεν είναι απλώς παθητικός. Ωστόσο, αποκλίνει ως προς την πηγή και τη φύση αυτής της δραστηριότητας. Ο ορθολογισμός επικεντρώνεται κυρίως στις γνωσιακές και εννοιολογικές δομές, δηλαδή στο λογικό πλαίσιο του νου. Η φαινομενολογία, αντίθετα, εστιάζει στη **βιωμένη εμπειρία** ως το θεμελιώδες επίπεδο από το οποίο αναδύεται κάθε εννοιολογική κατανόηση. Αντί να προϋποθέτει ότι η γνώση μπορεί να θεμελιωθεί στον καθαρό λόγο, οι φαινομενολόγοι υποστηρίζουν ότι πρέπει πρώτα να περιγράψουμε την πραγματική υφή της εμπειρίας και μόνο έπειτα να προχωρήσουμε στη θεωρητική της ερμηνεία.

Όπως [διατυπώνει](https://www.britannica.com/topic/phenomenology) η Encyclopaedia Britannica, ενώ ο ορθολογισμός δίνει έμφαση στην εννοιολογική συλλογιστική εις βάρος της εμπειρίας, η φαινομενολογία επιμένει ότι οι έννοιες θεμελιώνονται και επαληθεύονται εποπτικά μέσα στην ίδια την εμπειρία. Υπό αυτή την έννοια, πρόκειται για μια φιλοσοφία που ξεκινά «από κάτω» και όχι «από πάνω»: αφετηρία της είναι η πρωτογενής εμπειρία του ζώντος υποκειμένου και όχι αφηρημένες πρώτες αρχές.

### How phenomenology differs from empiricism and rationalism

To appreciate what is distinctive about phenomenology, it helps to
compare it with the two dominant traditions in Western epistemology:
*empiricism* and *rationalism*.

#### Phenomenology and empiricism

Empiricism (https://plato.stanford.edu/entries/rationalism-empiricism/),
as developed by philosophers like John Locke, David Hume, and George
Berkeley, holds that all genuine knowledge derives from sensory
experience. The mind begins as a blank slate, and ideas are built up
from sensory impressions of the external world. In this model,
experience is fundamentally about the relationship between the mind and
external stimuli – and the role of consciousness is largely passive
reception.

Phenomenology challenges this model at its root. Britannica notes
(https://www.britannica.com/topic/phenomenology) that unlike empiricism,
which treats phenomena as simply sensory data, phenomenology insists on
the intentional structure of consciousness – the fact that experience is
always organized, meaningful, and directed, rather than a raw stream of
neutral impressions. The Stanford Encyclopedia of Philosophy (https://plato.stanford.edu/entries/phenomenology/) further observes that in the
empiricist view, what appears to the mind are sensory patterns and
secondary qualities, whereas phenomenology holds that experience always
carries meaning and intentional content beyond mere sensation.

Husserl was particularly critical of Hume’s atomistic account of
experience, which reduced all consciousness to discrete, unconnected
impressions. For Husserl, even simple perceptions have an eidetic
(essential) dimension – a structured, meaningful character that cannot
be reduced to sensory particles.

#### Phenomenology and rationalism

Rationalism (https://plato.stanford.edu/entries/rationalism-empiricism/),
as championed by René Descartes, Immanuel Kant, and others, holds
that reason and innate ideas play the primary role in constituting
knowledge. For rationalists, the mind is not a blank slate – it comes
equipped with categories, concepts, or innate truths that structure our
understanding of the world independently of sensory experience.

Phenomenology shares with rationalism the view that the mind is not
merely passive. However, it parts ways over the source and nature of
that activity. Rationalism tends to focus on cognitive and conceptual
structures – the logical framework of the mind. Phenomenology, by
contrast, focuses on /lived experience/ as the foundational layer from
which all conceptual understanding arises. Rather than assuming that
knowledge can be grounded in pure reason, phenomenologists insist that
we must first describe the actual texture of experience before
theorizing about it.

As Britannica puts it (https://www.britannica.com/topic/phenomenology),
while rationalism stresses conceptual reasoning at the expense of
experience, phenomenology insists on the intuitive foundation and
verification of concepts – making it a philosophy from “below,” not from
“above.” This means phenomenology starts from the ground-level
experience of the living subject, not from abstract first principles.

[The Core Principles of Phenomenology in Philosophy • Philosophy Institute](https://philosophy.institute/research-methodology/core-principles-phenomenology-philosophy/)

 

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Μία θεμελιώδης συμβολή των Λογικών Ερευνών στη φιλοσοφία του νου συνίσταται στη διορατική σύλληψη ότι τα αποβλεπτικά ενεργήματα (intentional acts) κατευθύνονται προς κάτι που βρίσκεται «έξω» από τον νου. Με αυτόν τον ισχυρισμό ο Χούσσερλ επιτίθεται στη θεωρία του νου ως «δοχείου» (container theory of mind), η οποία κυριαρχούσε στις εμπειριστικές προσεγγίσεις.

Μία θεμελιώδης συμβολή των *Λογικών Ερευνών* στη φιλοσοφία του νου συνίσταται στη διορατική σύλληψη ότι τα αποβλεπτικά ενεργήματα (intentional acts) κατευθύνονται προς κάτι που βρίσκεται «έξω» από τον νου. Με αυτόν τον ισχυρισμό ο Χούσσερλ επιτίθεται στη θεωρία του νου ως «δοχείου» (container theory of mind), η οποία κυριαρχούσε στις εμπειριστικές προσεγγίσεις.

Το κλασικό μοντέλο υποστηρίζει ότι λαμβάνουμε αισθήσεις από τον εξωτερικό κόσμο και ότι αυτές οι αισθήσεις αποτελούν στη συνέχεια το αντικείμενο εσωτερικής επεξεργασίας. Σύμφωνα με την καθιερωμένη αυτή προσέγγιση, η επεξεργασία πραγματοποιείται μέσω του μηχανισμού των συνειρμών, οι οποίοι οδηγούν σε γνωστικές λειτουργίες ανώτερου επιπέδου, όπως οι αφηρημένες ή γενικές έννοιες, που με τη σειρά τους αποτελούν τα δομικά στοιχεία άλλων γνωστικών διεργασιών. Το σημαντικό σημείο είναι ότι όλες οι ψυχικές διεργασίες θεωρούνται εσωτερικές και ότι δεν υπάρχει καμία διέξοδος πέρα από αυτό το εσωτερικό πεδίο.

Ο Χούσσερλ, αντιθέτως, δείχνει ότι η συνείδησή μας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Κανονικά είμαστε στραμμένοι προς αντικείμενα ή καταστάσεις πραγμάτων που δεν ανήκουν στο ψυχικό «δοχείο». Αν, για παράδειγμα, βλέπουμε ένα σπίτι, τότε κατευθυνόμαστε προς το πραγματικό πράγμα, κατασκευασμένο από τούβλα ή μπετόν, μέσα στο οποίο κατοικούν άνθρωποι. Και είναι προφανές ότι το αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται αυτή η αντίληψη είναι κάτι διαφορετικό από ένα σύμπλοκο αισθήσεων.

Το ίδιο ισχύει όταν αναφερόμαστε σε μια οντότητα που δεν είναι εποπτικά παρούσα, όπως για παράδειγμα ο πύργος της τηλεόρασης της Μόσχας. Στο αποβλεπόμενο αντικείμενο συμβαίνουν πράγματα — λ.χ. φωτίζεται — τα οποία δεν είναι και δεν μπορούν να είναι αληθή για το εμμενές περιεχόμενο των ψυχικών μας ενεργημάτων. Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι τα αποβλεπτικά ενεργήματα υπερβαίνουν τη σφαίρα του εμμενούς.

Ο Χούσσερλ δείχνει περαιτέρω ότι μπορούμε να αναφερόμαστε, μέσω διαφορετικών ενεργημάτων, σε ένα και το αυτό αντικείμενο. Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να γίνεται αντιληπτό μέσω διαφορετικών αισθήσεων και από διαφορετικές γωνίες θέασης, κάτι που δεν ισχύει για το εμμενές περιεχόμενο. Επιπλέον, είναι δυνατόν να αναφερόμαστε, μέσω διαφορετικών συμβολικών αποβλέψεων θεμελιωμένων σε διαφορετικές οριστικές περιγραφές, στο ίδιο πράγμα. Έτσι, μπορούμε να αποβλέπουμε σε ένα κτίριο είτε ως το σπίτι στο οποίο κατοικεί ο κ. Μπράουν είτε ως το σπίτι με τη σκούρα πράσινη πρόσοψη.

A basic contribution of the /Logical
Investigations /to the philosophy of mind consists in
the insight that intentional acts are directed towards something
"outside" of the mind. With this claim Husserl attacks the container
theory of mind which was predominant in empirical approaches. The
classical model says that we receive sensations from the outside world,
which sensations are in turn the object of internal processing.
According to the standard approach, this processing is performed by the
mechanism of associations which lead to higher level cognitions, such as
abstract or general concepts, which are in turn the building blocks for
other cognitive processes. The important point is that all the psychical
processes are internal and that there is no way out. Husserl, however,
shows that our consciousness is something completely different. Normally
we are directed towards objects or states of affairs which do not belong
to the psychical container. If we see, for instance, a house, then we
are directed towards the real thing made out of bricks or concrete in
which humans are living. And it is obvious that the object about which
we have this perception is something other than a complex of sensation.
The same is true if we refer to an entity which is not intuitively
presented, as, for instance, the Moscow television tower. Things happen
with the intended object—it lights up, for instance—which are not, and
cannot be, true of the immanent content of our psychical acts. This
example shows that intentional acts transcend the realm of the immanent.
Husserl further shows that we can refer with different acts to one and
the same object. The same person can be perceived with different senses
and from different angles, which is not true of the immanent content.
Moreover, it is possible to refer, with different symbolic intentions
founded in different definite descriptions, to the same thing. Thus we
can intend a building as the house in which Mr. Brown lives or as the
house with the dark green facade.

DIETER MÜNCH, THE RELATION OF HUSSERL'S /LOGICAL INVESTIGATIONS /TO DESCRIPTIVE PSYCHOLOGY AND COGNITIVE SCIENCE, in DAN ΖAHAVI AND FREDERIK STJERNFELT (EDS.), ONE HUNDRED YEARS OF PHENOMENOLOGY, Husserl’s /Logical Investigations /Revisited, pp. 211-212

 

[Α]ν δεν είναι κυριολεκτικά αληθές ότι η επιθυμία μου είναι αιτιωδώς υπεύθυνη για το άπλωμα του χεριού μου, και ο κνησμός μου είναι αιτιωδώς υπεύθυνος για το ξύσιμό μου, και η πεποίθησή μου είναι αιτιωδώς υπεύθυνη για το ότι λέω.... Αν τίποτε από αυτά δεν είναι κυριολεκτικά αληθές, τότε πρακτικά καθετί που πιστεύω για οτιδήποτε είναι ψευδές, και αυτό σημαίνει το τέλος του κόσμου.

> «[Α]ν δεν είναι κυριολεκτικά αληθές ότι η επιθυμία μου είναι αιτιωδώς υπεύθυνη για το άπλωμα του χεριού μου, και ο κνησμός μου είναι αιτιωδώς υπεύθυνος για το ξύσιμό μου, και η πεποίθησή μου είναι αιτιωδώς υπεύθυνη για το ότι λέω.... Αν τίποτε από αυτά δεν είναι κυριολεκτικά αληθές, τότε πρακτικά καθετί που πιστεύω για οτιδήποτε είναι ψευδές, και αυτό σημαίνει το τέλος του κόσμου.» (Fodor, 1989, σ. 77.)

> “[I]f it isn’t literally true that my wanting is causally responsible
for my reaching, and my itching is causally responsible for my
scratching, and my believing is causally responsible for my saying....
If none of that is literally true, then practically everything I believe
about anything is false and it’s the end of the world.” (Fodor, 1989, p. 77.)

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

η διπλή αποβλεπτικότητα της φαντασίας

Αν φέρω ενώπιόν μου με τη φαντασία το παλάτι στο Βερολίνο, η φαντασιακή εικόνα αποτελεί μια γνήσια εμφάνιση. Αλλά αν, έχοντας αυτή την εικόνα μπροστά στα μάτια μου, δεν αποβλέπω στο ενέργημα παρουσίασής μου την ίδια την εικόνα, αλλά το ίδιο το παλάτι, τότε ένα δεύτερο αντικείμενο δίδεται πράγματι αποβλεπτικά μέσα στο σύνθετο ενέργημα· δε δίδεται όμως με τη μορφή μιας δεύτερης εμφάνισης. [PICM: 126]

If I present the palace in Berlin to myself in phantasy, the phantasy
image is a genuine appearance. But if, with this image before my eyes,
I nevertheless do not mean the image in my act of presenting but the
palace itself, then a second object is indeed given intentionally in
the complex act, but not given in the form of a second appearance.
[PICM: 126]

[EDMUND HUSSERL - PHANTASY, IMAGE CONSCIOUSNESS, AND MEMORY (1898–1925)]

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

αποβλεπτικός αντι-αναγωγισμός (Gianfranco Soldati)

Κατά συνέπεια, το να υποστηρίζει κανένα ότι οι αντιληπτικές εμπειρίες είναι αποβλεπτικές σημαίνει ότι απορρίπτει την αναγωγή μιας αντιληπτικής εμπειρίας σε μια μη νοητική διαδικασία, κατάσταση ή συμβάν, όπως για παράδειγμα μια φυσική διαδικασία, κατάσταση ή συμβάν. Ας ονομάσω αυτή τη θέση αποβλεπτικό αντι-αναγωγισμό σχετικά με τις αντιληπτικές εμπειρίες.

Accordingly, to maintain that
perceptual experiences are intentional means to reject the reduction of a perceptual experience to a
non-mental, for instance physical, process, state or event. Let me call this view intentional anti-
reductionism about perceptual experiences.

 [Gianfranco Soldati, Elements of a Phenomenological Theory of Perception] 

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Τι είναι η Αποβλεπτικότητα; (Christian B. Feest)

Αποβλεπτικότητα: (https://web.archive.org/web/20260308222648/https://philosophyalevel.com/posts/what-is-intentionality/) Η ικανότητα των νοητικών καταστάσεων να αφορούν ή να κατευθύνονται προς ένα θέμα. Για παράδειγμα, μπορείς να έχεις μια σκέψη για έναν βάτραχο, μια πεποίθηση σχετικά με τη σελήνη ή μια επιθυμία να πιεις μπίρα (σε αυτή την περίπτωση, η νοητική κατάσταση κατευθύνεται προς τη μπίρα – αφορά τη μπίρα).

Τι είναι η Αποβλεπτικότητα;

23 Φεβρουαρίου 2026 — PhilosophyALevel.com

[What is Intentionality? - Philosophy A Level](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/posts/what-is-intentionality/)

Ο τεχνικός ορισμός της αποβλεπτικότητας είναι περίπου ο εξής:

> η ιδιότητα των νοητικών καταστάσεων (π.χ. σκέψεων, πεποιθήσεων, επιθυμιών, ελπίδων) που συνίσταται στο ότι αυτές κατευθύνονται προς κάποιο αντικείμενο ή κάποια κατάσταση πραγμάτων.

![](https://web.archive.org/web/20260312080713im_/https://philosophyalevel.com/wp-content/uploads/2026/02/intentionality300px.png)
παράδειγμα αποβλεπτικότητας

Αυτό μπορεί να ακούγεται περίπλοκο, αλλά απλώς σημαίνει ότι η αποβλεπτικότητα είναι το «περί τίνος» ορισμένων νοητικών καταστάσεων. Για παράδειγμα:

* Αν πιστεύεις ότι υπάρχουν εξωγήινοι, η πεποίθησή σου αφορά τους εξωγήινους.
* Αν σκέφτεσαι έναν βάτραχο, αυτή η σκέψη αφορά έναν βάτραχο.
* Αν επιθυμείς ένα φλιτζάνι καφέ, αυτή η επιθυμία αφορά τον καφέ.
* Αν ελπίζεις ότι αύριο δεν θα βρέξει, η ελπίδα σου αφορά τον αυριανό καιρό.

Όλες αυτές οι νοητικές καταστάσεις παραπέμπουν πέρα από τον εαυτό τους σε κάτι άλλο — ένα αντικείμενο, ένα πρόσωπο, ένα ζώο, μια κατάσταση ή μια πιθανή κατάσταση πραγμάτων. Κατευθύνονται προς ένα θέμα ή ένα αντικείμενο. Αφορούν κάτι. Αυτό σημαίνει ότι μια νοητική κατάσταση διαθέτει την ιδιότητα της αποβλεπτικότητας.

+------------------------------------------------------------------------------+-------------------------------------------------------------------------------------------+
| Το πράγμα                                                                    | Αποβλεπτικότητα                                                                           |
+==============================================================================+===========================================================================================+
| Το πεζοδρόμιο – δεν αφορά τίποτε, είναι απλώς λίγο σκυρόδεμα ή κάτι παρόμοιο | Μια σκέψη για το πεζοδρόμιο                                                               |
+------------------------------------------------------------------------------+-------------------------------------------------------------------------------------------+
| Ένας βάτραχος – απλώς βρίσκεται εκεί, δεν αφορά τίποτε                       | Μια (ψευδής) πεποίθηση ότι οι βάτραχοι είναι θηλαστικά – η πεποίθηση αφορά τους βατράχους |
+------------------------------------------------------------------------------+-------------------------------------------------------------------------------------------+
| Ένας μονόκερος (ακόμη κι αν δεν υπάρχει πραγματικά)                          | Μια σκέψη για έναν μονόκερο                                                               |
+------------------------------------------------------------------------------+-------------------------------------------------------------------------------------------+

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι μόνο ορισμένες νοητικές καταστάσεις έχουν αποβλεπτικότητα. Για παράδειγμα, οι πεποιθήσεις, οι επιθυμίες, οι ελπίδες και οι φόβοι είναι αποβλεπτικές, επειδή κατευθύνονται προς αντικείμενα ή καταστάσεις πραγμάτων.

Ωστόσο, ακατέργαστες αισθήσεις όπως ο πόνος, μια φαγούρα ή η ερυθρότητα μιας οπτικής εμπειρίας δεν κατευθύνονται προς κάτι με αυτόν τον τρόπο — απλώς συμβαίνουν. Η ερυθρότητα της αντίληψής σου μιας ώριμης ντομάτας, για παράδειγμα, δεν είναι «για» κάτι — είναι απλώς μια ερυθρότητα. Γι’ αυτό, [σε αυτή την ανάρτηση, τα qualia περιγράφηκαν ως μη αποβλεπτικά](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/posts/what-are-qualia/).

Φιλοσοφικές συνέπειες

Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον στην αποβλεπτικότητα είναι ότι φαίνεται εντελώς ανόμοια με οτιδήποτε άλλο συναντούμε στον συνηθισμένο φυσικό κόσμο. Φαίνεται να βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις καλύτερες, αντικειμενικές, επιστημονικές περιγραφές μας της πραγματικότητας.

Στη φυσική, τα πράγματα απλώς υπάρχουν και αλληλεπιδρούν. Ένας βράχος δεν αφορά τίποτε — απλώς βρίσκεται εκεί. Ένα κύμα δεν αφορά τίποτε — είναι απλώς νερό που κυματίζει. Το πεζοδρόμιο δεν αφορά τίποτε — είναι απλώς ένας τσιμεντένιος διάδρομος στο πλάι του δρόμου ή κάτι παρόμοιο.

Ακόμη και η πυροδότηση νευρώνων στον εγκέφαλό σου δεν αφορά, από μόνη της, τίποτε — είναι απλώς ένα φυσικό γεγονός που συμβαίνει σύμφωνα με τους νόμους της φύσης. Αν μια σκέψη προκαλείται από την πυροδότηση νευρώνων, μια καθαρά φυσική περιγραφή αυτής της νευρωνικής δραστηριότητας δεν θα μπορούσε ποτέ να περιέχει αυτό το «περί τίνος». Μπορούμε να περιγράψουμε λεπτομερώς τις ηλεκτρικές και χημικές ιδιότητες της πυροδότησης των νευρώνων, αλλά αυτές οι περιγραφές φαίνεται ότι δεν μπορούν ποτέ να περιλάβουν οποιαδήποτε αναφορά ή σημασία.

Έτσι, όπως και τα qualia, η ύπαρξη της αποβλεπτικότητας μπορεί να θεωρηθεί ότι θέτει υπό αμφισβήτηση τον [φυσικαλισμό](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/aqa-philosophy-revision-notes/physicalism/) (την άποψη ότι τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου του νου, είναι αμιγώς φυσικά) και να υποστηρίζει τον [δυϊσμό](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/aqa-philosophy-revision-notes/dualism/) (την άποψη ότι το νοητικό είναι διακριτό από το φυσικό). Για περισσότερα σχετικά με αυτό, [δείτε πώς η αποβλεπτικότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υπερασπιστεί την εξάλειψη της λαϊκής ψυχολογίας έναντι του εξαλειπτικού υλισμού](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/aqa-philosophy-revision-notes/physicalism/#EMSelfRefuting).

*Intentionality:* (https://web.archive.org/web/20260308222648/https://philosophyalevel.com/posts/what-is-intentionality/) The ability of
mental states to be about or directed towards a subject. For example,
you can have a thought about a frog, a belief about the moon, or a
desire to drink beer (in this case, the mental state is directed at the
beer – it is about beer).

What is Intentionality?

February 23, 2026 PhilosophyALevel.com

[What is Intentionality? - Philosophy A Level](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/posts/what-is-intentionality/)

The technical definition of intentionality is something like:

> the property of mental states (e.g. thoughts, beliefs, desires, hopes) which consists in their being directed towards some object or state of affairs.

![](https://web.archive.org/web/20260312080713im_/https://philosophyalevel.com/wp-content/uploads/2026/02/intentionality300px.png)
intentionality example

That might sound complicated, but it just means intentionality is the aboutness of certain mental states. For example:

* If you believe aliens exist, your belief is about aliens
* If you are thinking about a frog, that thought is about a frog
* If you desire a cup of coffee, that desire is about coffee
* If you hope it doesn’t rain tomorrow, your hope is about tomorrow’s weather.

All of these mental states point beyond themselves to something else – an object, a person, an animal, a situation, or a possible state of affairs. They are directed towards a subject or an object. They are about something. That’s what it means for a mental state to have the property of intentionality.

+---------------------------------------------------------------------------------+---------------------------------------------------------------------+
| The thing                                                                       | Intentionality                                                      |
+=================================================================================+=====================================================================+
| The pavement – it’s not about anything, it’s just a bit of concrete or whatever | A thought about the pavement                                        |
+---------------------------------------------------------------------------------+---------------------------------------------------------------------+
| A frog – it’s just there, it’s not about anything                               | A (false) belief that frogs are mammals – the belief is about frogs |
+---------------------------------------------------------------------------------+---------------------------------------------------------------------+
| A unicorn (even if it doesn’t actually exist)                                   | A thought about a unicorn                                           |
+---------------------------------------------------------------------------------+---------------------------------------------------------------------+

It’s important to emphasise that only some mental states have intentionality. For example, beliefs, desires, hopes and fears are intentional because they are directed towards objects or states of affairs.

However, raw sensations like pain, an itch, or the redness of a visual experience are not directed at anything in that way – they simply occur. The redness of your perception of a ripe tomato, say, isn’t ‘about’ anything – it’s just a redness. This is why, [in this post, qualia were described as non-intentional](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/posts/what-are-qualia/).

Philosophical implications

What’s interesting about intentionality is it seems completely unlike everything else we find in the ordinary physical world. It seems completely at odds with our best, objective, scientific descriptions of reality.

In physics, things simply exist and interact. A rock isn’t about anything – it’s just there. A wave isn’t about anything – it’s just water sloshing about. The pavement isn’t about anything – it’s just a concrete path at the side of the road or whatever.

Even neurons firing in your brain isn’t, in itself, about anything – it’s just a physical event occurring in accordance with the laws of nature. If a thought is caused by neurons firing, a purely physical description of these neurons firing could never contain the ‘aboutness’. We can describe the electrical and chemical properties of the neurons firing in detail, but those descriptions can seemingly never include any reference or meaning.

So, like qualia, the existence of intentionality can be said to challenge [physicalism](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/aqa-philosophy-revision-notes/physicalism/) (the view that everything, including the mind, is purely physical) and support [dualism](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/aqa-philosophy-revision-notes/dualism/) (the view that mental stuff is separate from physical). For more on this, [see how intentionality can be used to defend the elimination of folk psychology against eliminative materialism](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/aqa-philosophy-revision-notes/physicalism/#EMSelfRefuting).

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

κεντρικά θέματα της φαινομενολογικής παράδοσης

Η [Internet Encyclopedia of Philosophy](https://iep.utm.edu/phenom/) προσδιορίζει ως κεντρικά θέματα της φαινομενολογικής παράδοσης την αποβλεπτικότητα, την αντίληψη, τη συνείδηση του χρόνου, την αυτοσυνείδηση, τη συνείδηση του έμψυχου σώματος και τη συνείδηση των άλλων. Αυτό το εύρος θεμάτων δείχνει ότι η φαινομενολογία δεν περιορίζεται στην απλή αισθητηριακή εμπειρία· περιλαμβάνει τα πάντα, από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ένα τραπέζι έως τον τρόπο με τον οποίο έχουμε συνείδηση του εαυτού μας ως υπάρχοντος μέσα στη ροή του χρόνου.

The Internet Encyclopedia
of Philosophy <https://iep.utm.edu/phenom/> identifies intentionality,
perception, time-consciousness, self-consciousness, awareness of the
body, and consciousness of others as the central topics within the
phenomenological tradition. This range shows that phenomenology is not
limited to simple sensory experience – it encompasses everything from
how we perceive a table to how we are aware of ourselves existing
through time.

[The Core Principles of Phenomenology in Philosophy • Philosophy Institute](https://philosophy.institute/research-methodology/core-principles-phenomenology-philosophy/) 

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Μια κοινότητα συγκροτείται μέσω προσωπικών ενεργημάτων «κοινοποίησης» (intimation) και «μοιράσματος» (sharing), διά μιας εποπτικής αναπαρουσίασης (presentification), εντός της ενσυναίσθησης (empathy), των άλλων εγώ.

Το εγώ μου και τα άλλα εγώ δεν έχουν καμία πραγματική σύνδεση μεταξύ τους. Η μόνη τους σύνδεση είναι αποβλεπτική (intentional). #Husserl

Μια κοινότητα συγκροτείται μέσω προσωπικών ενεργημάτων «κοινοποίησης» (intimation) και «μοιράσματος» (sharing), διά μιας εποπτικής αναπαρουσίασης (presentification), εντός της ενσυναίσθησης (empathy), των άλλων εγώ. Η αμοιβαία ενσυναίσθηση αποτελεί προϋπόθεση της επιτυχούς επικοινωνίας, της οποίας η βασική μορφή είναι η «απεύθυνση» προς το άλλο, το οποίο με κατανοεί ως απευθυνόμενο προς αυτό· έτσι, το νοηματικό περιεχόμενο της επικοινωνιακής μου απόβλεψης φθάνει έως το άλλο, το οποίο με κατανοεί ως έχοντα αυτή την απόβλεψη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο συγκροτείται ένα «εμείς» με μια ιδιαίτερη έννοια. #Husserl

Ο κόσμος είναι ο ορίζοντας της δυνατής συνεπούς σύμπτωσης με τα άλλα. #Husserl

My ego and the other egos do not have any real connection. Their only connection is intentional. #Husserl 

A community is constituted by personal acts of “intimation” and “sharing,” through an intuitive presentification, in empathy, of the other egos. Mutual empathy is a presupposition of successful communication, whose basic form is “addressing” the other who understands me as so addressing, such that the meaning content of my communicative intention reaches into the other who understands me as so intending. A “we” in a special sense is being thereby constituted. #Husserl 

The world is the horizon of possible consistent coincidence with the others. #Husserl

[Jitendranath N. Mohanty, Husserl’s Total Theory of Intentionality: An Outline, https://orbi.uliege.be/bitstream/2268/29368/1/Future_Husserlian_Phenomenology.pdf]

 

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Συνείδηση του Εαυτού (Charles Siewert)

Συνείδηση του Εαυτού

Πώς θα πρέπει να συνδέσουμε τα ερωτήματα σχετικά με τη σχέση της συνείδησης προς την «καταστασιακή αυτοσυνείδηση» (*state self-consciousness*) με τα ερωτήματα σχετικά με τη σχέση της προς τη συνείδηση του ίδιου του εαυτού — τη σύνδεσή της με την «αυτοσυνείδηση του υποκειμένου» (*subject self-consciousness*); Μπορούμε να δούμε ότι αυτά τα θέματα είναι διακριτά, αν παρατηρήσουμε πώς κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίζει ότι οι συνειδητές καταστάσεις είναι καταστάσεις των οποίων έχει κανείς συνείδηση, ενώ ταυτόχρονα να αρνείται ότι αυτό συνεπάγεται οποιαδήποτε συνείδηση του υποκειμένου που τις έχει.

Ας εξετάσουμε τη θεωρία της συνείδησης του David Armstrong (1968). Σύμφωνα με αυτήν, η ανώτερης τάξης αντίληψη μιας κατάστασης, η οποία συνιστά τόσο το ότι η κατάσταση είναι συνειδητή όσο και το ότι αποτελεί αντικείμενο ενδοσκόπησης, είναι μια γυμνή αντίληψη της ίδιας της κατάστασης — η οποία δεν αποδίδει την κατάσταση αυτή σε κανέναν (ούτε σε κάποιον νου). Το να πούμε ότι η κατάσταση είναι η κατάσταση κάποιου συγκεκριμένου προσώπου θα σήμαινε ότι υπερβαίνουμε ό,τι απαντά αυστηρά στην εσωτερική αντίληψη.

Η θέση του Armstrong θυμίζει τις περίφημες παρατηρήσεις του David Hume, στις οποίες μαρτυρεί την αδυναμία του να παρατηρήσει οτιδήποτε άλλο πέρα από «αντιλήψεις», όταν, όπως λέει, «εισέρχομαι σε αυτό που αποκαλώ εαυτό μου». Οι παρατηρήσεις αυτές έχουν συχνά αναφερθεί ως έκφραση διορατικών αντιλήψεων σχετικά με τη «δυσπροσδιοριστία του εαυτού» (*elusiveness of self*), τις οποίες θα πρέπει να σεβόμαστε στις θεωρίες μας για τη συνείδηση του εαυτού. Ο Robert Howell (2006), για παράδειγμα, μιλά για την ανάγκη να σεβαστούμε τα «φαινομενολογικά δεδομένα που επικαλείται ο Hume», υποστηρίζοντας την περιγραφική του θεωρία περί «βασικής αυτοαναφοράς» (*basic self-reference*).

Σύμφωνα με την πρόταση του Howell, κατανοώ σε ποιον αναφέρομαι όταν λέω «εγώ», μέσω μιας εξοικείωσης όχι με το ίδιο το αναφερόμενο αντικείμενο (η φαινομενολογία του Hume ορθά αρνείται ότι υπάρχει τέτοια εξοικείωση), αλλά με μια εμπειρία, η επίγνωση της οποίας μπορεί φυσικά να εκφραστεί δεικτικά: «αυτή η αίσθηση». Η βασική αυτοαναφορά μου — η κατανόηση του ποιος είμαι εγώ — συλλαμβάνεται μόνο μέσω μιας περιγραφής: *το πρόσωπο που έχει αυτή την αίσθηση*.

Είτε επιχειρεί κανείς με κάποιον τέτοιο τρόπο να αναγάγει τη συνείδηση του υποκειμένου στη συνείδηση καταστάσεων είτε όχι, μπορεί να θελήσει να διαχωρίσει αυτό του οποίου έχει κανείς συνείδηση όταν έχει συνείδηση μιας κατάστασης από το υποκείμενο ή τον εαυτό στον οποίο αποδίδεται η κατάσταση — με τη συνείδηση του υποκειμένου να προκύπτει, αν προκύπτει καθόλου, μόνο μέσω μιας διακριτής πράξης. Στη θεωρία του Armstrong αυτή η πρόσθετη πράξη είναι ένα σιωπηρό στοιχείο θεωρητικοποίησης, που θέτει έναν νου στον οποίο ανήκουν οι ενδοσκοπούμενες καταστάσεις. Στη θεωρία του Howell προκύπτει από τον σχηματισμό μιας περιγραφής που ενσωματώνει έναν δεικτικό όρο. Και μπορούμε να θυμηθούμε μια ανάλογη θέση που εκφράζεται στη θεωρία του Jean-Paul Sartre ([1943] 1956): η προ-αναστοχαστική αυτοσυνείδησή του (η οποία υποτίθεται ότι είναι αχώριστη από τη συνείδηση γενικά) είναι συνείδηση απλώς της συνείδησης και όχι ενός «εγώ» του οποίου είναι συνείδηση — το εγώ αποτελεί αναστοχαστικό κατασκεύασμα που γεννιέται από την αγωνία μπροστά στη ριζική ελευθερία.

Σε απάντηση τέτοιων απόψεων, μπορεί κανείς να αντισταθεί στη χιουμιανή φαινομενολογία. Αν αμφιβάλλει ότι υπάρχει κάτι όπως μια «εσωτερική αίσθηση», τότε ίσως θεωρήσει ότι, αντί να παρατηρεί μόνο αντιλήψεις, δεν παρατηρεί ποτέ αντιλήψεις. Από την άλλη πλευρά, αντιλαμβάνεται τουλάχιστον το ίδιο του το σώμα· γιατί να μη θεωρηθεί αυτό αντίληψη του εαυτού;

Όσον αφορά την ενδοσκόπηση, αν αυτή συνίσταται σε κρίσεις σχετικά με τις ίδιες μας τις εμπειρίες, τότε το φαινομενολογικό ερώτημα είναι αν μια μη περιγραφική αυτοαναφορά αποκλείεται δικαιολογημένα από το περιεχόμενό της υπέρ μιας καθαρά δεικτικής, άνευ-εγώ αναφοράς στις εμπειρίες. Μια καταφατική απάντηση σε αυτό το ερώτημα φαίνεται αμφίβολη και θα καθιστούσε αινιγματικό το γιατί, σε μια τέτοια αναστοχαστική διεργασία, δεν μπορώ εύλογα να αναρωτηθώ τίνος αίσθηση είναι αυτή. (Για το τελευταίο αυτό σημείο, βλ. τη συζήτηση του Howell στον Brie Gertler 2011: 217–221.)

Ωστόσο, ένας ευρύτερα χιουμιανός προσανατολισμός μπορεί να υποστηριχθεί ακόμη και αν παραχωρηθούν αυτά τα σημεία. Για παράδειγμα, ο Jesse Prinz (2012) παρατηρεί ότι, ενώ μπορεί πράγματι να διαθέτουμε μη περιγραφικές (ή «μη αποδοτικές») σκέψεις πρώτου προσώπου, και ενώ ασφαλώς βιώνουμε το ίδιο μας το σώμα, τίποτε από αυτά δεν συνιστά εμπειρία του εαυτού «ως υποκειμένου». Και αυτό είναι τελικά το επίδικο ζήτημα.

Εδώ συναντούμε την τρίτη ιδέα που εντοπίστηκε προηγουμένως στη φαινομενολογία κατά τη συζήτηση του θέματος της «ανακλαστικότητας»: την ιδέα ότι υπάρχει μια συνείδηση του εαυτού «ως υποκειμένου», θεμελιώδης για την εμπειρία. Η διάκριση ανάμεσα στη συνείδηση του εαυτού «ως αντικειμένου» και «ως υποκειμένου», που συναντάται στη φαινομενολογία, προέρχεται από την καντιανή παράδοση.

Ο Andrew Brook (2006), σε μια χρήσιμη επισκόπηση των απόψεων του Immanuel Kant για την αυτοσυνείδηση, εντοπίζει αυτή την ιδέα ως διαρκές στοιχείο της καντιανής συμβολής: συνδεδεμένη αναγκαία με την εμπειρία των αντικειμένων είναι μια επίγνωση του εαυτού ως υποκειμένου αυτών των εμπειριών, σε μια αυτοσυνείδηση που είναι διακριτή από και προγενέστερη κάθε απόδοσης ιδιοτήτων στον εαυτό (βλ. επίσης Béatrice Longuenesse 2006).

Αυτή η καντιανή κληρονομιά μπορεί να διακριθεί σε ορισμένες πτυχές των απόψεων των φαινομενολόγων που αναφέρθηκαν προηγουμένως και οι οποίες υιοθετούν την ιδέα ότι μια συνείδηση του εαυτού ως υποκειμένου συνδέεται με την ενεργητικότητα και τον «αυθορμητισμό της νόησης». Ας θυμηθούμε ότι για τον Χούσσερλ, οι δεσμεύσεις που εμπλέκονται αναγκαία στα βιωμένα ενεργήματα σκέψης προϋποθέτουν έναν διαρκή στοχαστή που τα αναλαμβάνει και μπορεί να λογοδοτήσει γι’ αυτά. Για τον Χάιντεγκερ, αποκαλυπτόμαστε προ-αναστοχαστικά στον εαυτό μας μέσω της ανακάλυψης των πραγμάτων στις καθημερινές πρακτικές μας συναλλαγές μαζί τους. Για τον Μερλώ-Ποντύ, το σώμα που βιώνουμε ως δικό μας στη συνηθισμένη ενεργητική αντίληψη είναι ένας κατανοών, ένα υποκείμενο — που κατανοεί με τρόπο ο οποίος εκδηλώνεται άμεσα στην κίνηση.

Πιο πρόσφατα, μια θεωρία του «βιωμένου εαυτού» (*experiential self*), εμπνευσμένη από μια συγκεκριμένη ερμηνεία της φαινομενολογικής παράδοσης, αναπτύχθηκε από τον Dan Zahavi (2005, 2014), ο οποίος εντοπίζει την πιο πρωταρχική εμπειρία του εαυτού — και μάλιστα τον πρωταρχικά βιούμενο εαυτό — όχι στην ενεργητική κατανόηση αλλά σε μια θεμελιώδη «για-μένα-ότητα» (*for-me-ness*), την οποία θεωρεί ουσιώδη για τη συνείδηση και ταυτίζει επίσης με την «πρωτοπρόσωπη δοτικότητα» της εμπειρίας.

Άλλες συναφείς, πρόσφατες θεωρήσεις μιας απογυμνωμένης εμπειρίας του εαυτού περιλαμβάνουν την έννοια των εφήμερων, πρωταρχικών «εαυτών» στη συνείδηση του Galen Strawson (2009) και την έννοια του «φαινομενικού εαυτού» (*phenomenal self*) του Barry Dainton (2008), η οποία κατανοείται με όρους της συνέχειας του ρεύματος της συνείδησης.

Ένας βιωμένος (ή εμπειρικός) εαυτός που νοείται κατ’ αυτόν τον τρόπο αντιπαρατίθεται μερικές φορές προς έναν «αφηγηματικό εαυτό» (*narrative self*) — τον εαυτό όπως νοείται ως πρωταγωνιστής αυτοβιογραφικών αφηγήσεων — ιδιαίτερα όταν αυτή η έννοια χρησιμοποιείται για να υποστηριχθεί ότι ο εαυτός δεν είναι παρά ένα είδος μυθοπλασίας που παράγεται από τέτοιες αφηγήσεις, ένα «κέντρο αφηγηματικής βαρύτητας» (*center of narrative gravity*), κατά τη μεταφορά του Daniel Dennett (1991).

Τα επιχειρήματα ότι μια καθαρά «αφηγηματιστική» σύλληψη του εαυτού είναι τουλάχιστον ελλιπής, επειδή παραλείπει κάποια σημαντική πτυχή μιας βασικής εμπειρίας του εαυτού, έχουν επίσης εστιάσει στην ιδέα ότι βιώνουμε τον εαυτό μας ως δρώντες παράγοντες (*agents*) (Tim Bayne και Elisabeth Pacherie 2007).

Η ιδέα ότι υπάρχει μια συνείδηση χαρακτηριστική της ενεργητικότητας, η οποία συνιστά μια ιδιαίτερη και σημαντική μορφή συνείδησης του εαυτού, έχει αξιοποιηθεί τις τελευταίες δεκαετίες τόσο για την κατανόηση της δυνατότητας της βασικής αυτοαναφοράς όσο και για το ζήτημα του τι καθιστά ένα πρόσωπο το ίδιο μέσα στον χρόνο.

Αναλαμβάνοντας αυτή την πρόκληση, η Lucy O'Brien (2007) υποστηρίζει ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε ένα ιδιαίτερο είδος «επίγνωσης της ενεργητικότητας» (*agent awareness*) — μια μη αποδοτική, μη εννοιολογική (και μη αντιληπτική) επίγνωση του εαυτού, η οποία αναδύεται μέσω της βασικής άσκησης του πρακτικού λόγου, όταν εξετάζουμε και επιλέγουμε δυνατότητες δράσης ως δυνατότητες. Αυτή η επίγνωση μάς επιτρέπει να έχουμε συνείδηση του εαυτού μας ως δρώντων παραγόντων (χωρίς να αναπαριστούμε τον εαυτό μας ως τέτοιον) και έτσι να γνωρίζουμε τον εαυτό μας ως ομιλητή, ώστε, όταν αποκτήσουμε και εφαρμόσουμε τη γνώση του «κανόνα της αυτοαναφοράς» (ότι το «εγώ» αναφέρεται στον ομιλητή), να μπορούμε να συλλάβουμε μη αποδοτικά την αυτοαναφορά στη γλώσσα.

Όσον αφορά την ταυτότητα των προσώπων μέσα στον χρόνο, η Christine Korsgaard (1989) έχει υποστηρίξει, σε καντιανό πνεύμα, ότι ως έλλογα όντα που εμπλεκόμαστε ακόμη και στα πιο συνηθισμένα είδη σχεδιασμού και επιλογής, πρέπει να έχουμε συνείδηση του εαυτού μας ως όντων που διαθέτουν και οικοδομούν για τον εαυτό τους μια μοναδική πορεία μέσα στον χρόνο — «ταυτιζόμενοι με ένα μέλλον» κατά την επιλογή του τι θα πράξουν.

Μια άλλη άποψη, που αναπτύχθηκε πρόσφατα από τη Martine Nida-Rümelin (2017), συνενώνει με κομψό τρόπο πολλά από τα ζητήματα που τέθηκαν εδώ. Υποστηρίζει ότι καμία εμπειρία δεν μπορεί να είναι άνευ υποκειμένου, και κάθε εμπειρία που εκδηλώνει αυτό που ονομάζει «βασική αποβλεπτικότητα» (*basic intentionality*) θα περιλαμβάνει αναγκαία κάτι που παρουσιάζεται σε ένα υποκείμενο, το οποίο επιπλέον έχει προ-αναστοχαστική επίγνωση του ότι του παρουσιάζεται κάτι.

Ωστόσο, ως τέτοιο υποκείμενο δεν παρουσιάζεσαι αναγκαία στον εαυτό σου· δεν είσαι αποβλεπτικό αντικείμενο της δικής σου επίγνωσης. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η προ-αναστοχαστική αυτοεπίγνωση είναι αποβλεπτική, στον βαθμό που μπορεί να αξιολογηθεί ως ορθή ή εσφαλμένη. Η αυτοεπίγνωση αυτή, αχώριστη από τη συνειδητή αποβλεπτικότητα, θεωρείται σημαντική για πολλούς λόγους: παρέχει τον πυρήνα της έννοιας του «εγώ», καθιστά δυνατή την αναστοχαστική αυτοσυνείδηση (ενώ συγχρόνως μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε και τα μη αναστοχαζόμενα πλάσματα ως συνειδητά υποκείμενα) και θεμελιώνει την κατανόηση του τι σημαίνει να είναι κανείς αριθμητικά το ίδιο υποκείμενο μέσα στον χρόνο.

Consciousness of Self

[Consciousness and Intentionality > Consciousness of Self (Stanford Encyclopedia of Philosophy)](https://plato.stanford.edu/entries/consciousness-intentionality/consciousness-self.html)

Supplement to Consciousness and Intentionality <https://plato.stanford.edu/entries/consciousness-intentionality/index.html>

How should we bring together questions about the relation of
consciousness to “state self-consciousness” with questions about its
relation to consciousness of /oneself/—its connection with “subject
self-consciousness”? We can see these topics are distinct, by noting how
someone might hold that conscious states are states one is conscious of,
while denying this involves any consciousness of the /subject/ who has
them. <nb/>Consider David Armstrong’s (1968) theory of consciousness. This
holds that the higher-order perception of a state that constitutes both
its /being conscious/ and its being /introspected/, is a bare perception
of the state—which does not assign that state to anyone (or to any
mind). To say that the state is /someone’s in particular/ would be to go
beyond what is strictly found in inner perception.

Armstrong’s position recalls David Hume’s famous remarks, testifying to
his failure to observe anything but “perceptions” when, as he says, “I
enter into what I call my self”. These remarks have often been cited as
expressing insights about the “elusiveness of self” that we should honor
in our accounts of self-consciousness. Robert Howell (2006), for
example, speaks of the need to respect the “phenomenological data
adduced by Hume”, in arguing for his descriptivist account of “basic
self reference”. On Howell’s proposal, I understand to whom I refer in
saying “I”, via an acquaintance not with /the referent/ (Hume’s
phenomenology correctly denies there is any such acquaintance)—but
with /an experience/, an awareness of which is naturally expressible in
demonstrative terms: “this sensation”. My basic self-reference—my
understanding of who /I/ am—is grasped only by a description: /the
person who has this sensation./ Whether one tries in some such way to
reduce subject self-consciousness to state self-consciousness or not,
one may wish to separate what one is conscious of, in being conscious of
the state, from the subject or self to whom it is attributed—
consciousness of the /subject/ being arrived at, if at all, only by a
distinct operation. In Armstrong’s account this extra operation is an
implicit bit of theorizing, positing a mind to which the introspected
states belong. In Howell’s account it comes from forming a
demonstrative-embedding description. And one may recall an analogous
position expressed in Sartre’s ([1943] 1956) view: his pre-reflective
self-consciousness (alleged to be inseparable from consciousness
generally) is a consciousness merely of /consciousness/, not of an “ego”
whose consciousness it is—the ego being a reflective construct born of
anxiety in the face of radical freedom.

In response to such views, one may resist the Humean phenomenology. If
one doubts that there is anything like “inner sense”, one might well
think that, far from observing /only/ perceptions, one /never/ observes
them. On the other hand, one does at least perceive /one’s own body/:
why is this not a perception of self? As for introspection, if this
consists in judgments about one’s own experiences, the phenomenological
question will be whether a non-descriptive self-reference is rightly
excluded from its content in favor of purely demonstrative, egoless
reference to experiences. An affirmative answer to /this/ question may
seem dubious, and would appear to render puzzling why in such reflection
I cannot reasonably wonder /whose/ sensation /this/ is. (Regarding this
last point, see the discussion of Howell in Gertler 2011: 217–221.)
However, a broadly Humean orientation might be defended while conceding
these points. For example, Prinz (2012) remarks that while one may
indeed have non-descriptive (or “non-attributive”) I-thoughts, and while
one of course experiences one’s own body, none of this amounts to an
experience of self “as /subject/”. And that is what ultimately is at issue.

Here we join with the third idea earlier identified in phenomenology
when discussing the “reflexivity” theme: the idea that there is a
consciousness of self “as subject” basic to experience. The contrast
between “as object” and “as subject” consciousness of self that is found
in phenomenology stems from the Kantian tradition. Andrew Brook (2006),
in a helpful overview of Kant’s views on self-consciousness, identifies
this notion as an enduring part of Kant’s contribution: <nb/>necessarily
connected with one’s experience of objects is an awareness of oneself as
subject of those experiences, in a self-consciousness that is distinct
from and prior to any attribution of properties to oneself (see also
Longuenesse 2006). This Kantian legacy may be discerned in some of the
aspects of phenomenologists’ views earlier noted that take up the idea
that a consciousness of self as subject is associated with agency and
the “spontaneity of the understanding”. Recall how, for Husserl,
commitments necessarily involved in experienced acts of thought imply a
persisting thinker who makes and can be held to them. For Heidegger, we
are pre-reflectively disclosed to ourselves through discovering things
in everyday practical dealings with them. For Merleau-Ponty, the body we
experience as our own in ordinary active perception is an understand/
er,/ a subject—understanding in a manner directly exhibited in movement.
More recently, a view of the “experiential self”, inspired by an
interpretation of the phenomenological tradition, has been elaborated by
Dan Zahavi (2005, 2014)—who locates the most primitive experience of
self—and indeed the /self/ primitively experienced—not in active
understanding, but in a basic “for-me-ness” he holds is essential to
consciousness, and which he also identifies with the “first-person
givenness” of experience. Other related, recent proposed articulations
of a pared-down experience of self, include Galen Strawson’s (2009)
notion of ephemeral, primitive “selves” in consciousness, and Barry
Dainton’s (2008) notion of a “phenomenal self” understood in terms of
the continuity of the stream of consciousness. An experienced (or
experiential) self so conceived is sometimes contrasted with a
“narrative self” (one’s self conceived of as the protagonist in
autobiographical accounts)—especially where this notion figures in
claims that the self is nothing but a kind of fiction spun out of such
narrative—a “center of narrative gravity”, in Dennett’s (1991) metaphor.
Arguments that a purely “narrativist” conception of self is at least
incomplete, missing some important aspect of a basic experience of self,
have also focused on the idea that we have an experience of ourselves as
agents (Bayne and Pacherie 2007).

The idea that there is a consciousness distinctive of agency that
amounts to a special and important form of consciousness of self has
been taken up, in recent decades, in trying to understand both how basic
self-reference is possible (the sort of issues we saw Howell
addressing), and what makes a particular person (or a self, or whatever
the personal pronoun takes as referent) one and the same over time. With
respect to the former topic, one encounters the challenge (forcefully
raised in Bermúdez 1998) of understanding what sort of primitive self-
consciousness precedes and enables the kind of self-consciousness
exhibited in mastery of the first-person pronoun. Taking up this
challenge, Lucy O’Brien (2007) argues we need to recognize a distinctive
sort of “agent awareness”—a non-attributive, non-conceptual (and non-
perceptual) awareness of self, that arises through the basic exercise of
practical reason, in considering and choosing possibilities for action
“as possibilities”. Such awareness enables you to be conscious of
yourself as an agent (without /representing/ yourself to be an agent),
and thereby to know yourself as a /speaker/, so that, when you then
acquire and apply knowledge of the “self-reference rule” (the rule that
“‘I’ refers to the speaker”) you may non-attributively grasp self-
reference in language. With respect to concerns about the identity of
persons over time, Christine Korsgaard (1989) has argued in a Kantian
vein that, as rational beings engaged in even the most ordinary sorts of
planning and choice, we must be conscious of ourselves as having, and
must construct for ourselves, a unique path through time—by “identifying
with a future” in our choice of what to do. What sort of unity over time
is available to you will depend on various contingent constraints,
having to do with the sort of body you happen to have, and current
technological limitations. But your right to regard yourself as having
an identify over time, and as possessed of an individual moral status
that resists a utilitarian “leveling” of moral concern—/this/ is
adequately secured by the demands of practical reason, and needs no
vindication from viewing the practical, moral subject you are as a /
theoretical/ object with certain persistence conditions.

Another view, recently developed by Martine Nida-Rümelin (2017) neatly
pulls together many of the issues raised here in a novel way. She argues
that no experience can be subjectless, and any that exhibits what she
calls “basic intentionality” will necessarily involve something being
presented /to a subject/ who, moreover, is /pre-reflectively aware of
itself being presented to/. In being such a subject you are not,
however, necessarily /presented/ to yourself—you are not an
intentional /object/ of your own awareness. But this pre-reflective
self-awareness /is/ intentional insofar as it is assessable for
correctness. This self-awareness inseparable from intentional
consciousness is held to be important for several reasons. It furnishes
your core “I-concept”; it makes /reflective/ self-consciousness possible
for you (even as it enables you also to see /unreflecting/ creatures as
conscious subjects); and it secures an understanding of what it is to be
numerically the same subject over time.

Copyright © 2022 <https://plato.stanford.edu/info.html#c> by
Charles Siewert <https://www.charles-siewert.com/> </
charles.siewert@rice.edu/ <mailto:charles%2esiewert%40rice%2eedu>>

The Stanford Encyclopedia of Philosophy is copyright © 2025 <https://plato.stanford.edu/info.html#c> by The Metaphysics Research Lab
<https://mally.stanford.edu/>, Department of Philosophy, Stanford University

Library of Congress Catalog Data: ISSN 1095-5054


Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Μπορούμε επίσης να σημειώσουμε παραλληλισμούς μεταξύ απόψεων που συναντώνται στη φαινομενολογική παράδοση και πρόσφατων ενσώματων (embodied) ή ενσωματωμένων στο περιβάλλον (embedded) αντιλήψεων της νόησης.

Μπορούμε επίσης να σημειώσουμε παραλληλισμούς μεταξύ απόψεων που συναντώνται στη φαινομενολογική παράδοση και πρόσφατων ενσώματων (embodied) ή ενσωματωμένων στο περιβάλλον (embedded) αντιλήψεων της νόησης. Ο Μερλώ-Ποντύ, τουλάχιστον, μοιάζει από ορισμένες απόψεις με τους υποστηρικτές τους, στον βαθμό που θα τοποθετούσε την κατανόηση (και επομένως, αν θέλετε, με μια ευρεία έννοια τις «γνωστικές διεργασίες») στις αισθησιοκινητικές αλληλεπιδράσεις μας με το περιβάλλον, αντί να τις θεωρεί απλώς αποτελέσματα (ή αιτίες) αναπαραστασιακών-συμπερασματικών διεργασιών κρυμμένων στον εγκέφαλο ή στην ψυχή, όπου υποτίθεται ότι λαμβάνει χώρα η πραγματική νόηση (η κατανόηση).

Ο Χάιντεγκερ επίσης έχει οικειοποιηθεί ως πρόδρομος των σύγχρονων «καταστασιακών» (situated) προσεγγίσεων της νόησης (βλ. Wheeler 2005 και Kaüfer και Chemero 2015). Τόσο ο Χούσσερλ όσο και ο Μερλώ-Ποντύ εμπνέουν τη διατύπωση από τον Evan Thompson (2007) μιας ρητά φαινομενολογικής «ενακτιβιστικής» (enactivist) θεωρίας, η οποία τοποθετεί τον νου (και τη συνείδηση) στη σχέση του ατόμου με το περιβάλλον.

Και ορισμένοι από εκείνους που πρόσφατα υποστήριξαν ότι οι γνωστικές διεργασίες εντοπίζονται εν μέρει έξω από το κεφάλι μας, όπως ο Andy Clark και ο Alva Noë, αναγνωρίζουν συγγένειες με τον Μερλώ-Ποντύ (έστω κι αν, σε αντίθεση με τον Thompson, δεν ασχολούνται με την ερμηνεία των ιδεών του ούτε αυτοπροσδιορίζονται ως μέλη του φαινομενολογικού κινήματος).

Ωστόσο, ο Clark και ο Noë διαφέρουν σημαντικά ως προς το πώς τοποθετούν τη συνείδηση μέσα σε μια τέτοια θεωρία. Για τον Clark (1997), ενώ τόσο οι καταστάσεις πεποίθησης όσο και οι γνωστικές διεργασίες (και επομένως, πιθανώς, υπό κάποια έννοια και η αποβλεπτικότητα) εκτείνονται πέρα από το κεφάλι προς τις σωματικές αλληλεπιδράσεις με το περιβάλλον και προς τις καταστάσεις του περιβάλλοντος του ατόμου, η *συνείδηση* παραμένει σταθερά «περιορισμένη εντός του κρανίου» (*skull-bound*). Για τον Noë (2004, 2009), αντίθετα — και κάπως παρόμοια με τον Μερλώ-Ποντύ — τόσο στη συνείδηση όσο και στην κατανόηση απλωνόμαστε προς τον κόσμο, ορισμένες φορές κυριολεκτικά.

We also may note parallels between views found in the phenomenological
tradition and recent embodied or embedded conceptions of cognition.
Merleau-Ponty, at least, resembles their proponents in some respects—
insofar as he would locate understanding (and thus if you like, in a
broad sense “cognitive processes”) in our sensorimotor interactions with
the environment, rather than see them as mere effects (or causes) of
representational-inferential processes hidden in the brain or soul,
where the real cognition (understanding) allegedly happens. Heidegger
too has been appropriated as a precursor of contemporary “situated”
approaches to cognition (see Wheeler 2005 and Kaüfer and Chemero 2015).
Husserl and Merleau-Ponty both inspire Evan Thompson’s (2007)
articulation of an explicitly phenomenological “enactivist” account that
locates mind (and consciousness) in one’s relationship with the
environment. And some of those who recently have argued in favor of
locating cognitive processes partly outside of our heads, such as Andy
Clark and Alva Noë, acknowledge affinities with Merleau-Ponty (even if,
unlike Thompson, they don’t engage in the interpretation of his ideas or
identify with the phenomenological movement). Clark and Noë
significantly differ, however, on how to place consciousness in such an
account. For Clark (1997), while both belief-states and cognitive
processes (and so presumably in some sense, intentionality) extend
outside of the head into bodily interactions with and states of one’s
environment, /consciousness/ remains firmly “skull-bound”. For Noë
(2004, 2009), on the other hand (somewhat like Merleau-Ponty), in both
consciousness and understanding we reach—sometimes literally—out to the
world.

[Consciousness and Intentionality > Phenomenology and Intentionalism (Stanford Encyclopedia of Philosophy)](https://plato.stanford.edu/entries/consciousness-intentionality/phenomenology-intentionalism.html)

το πρόβλημα της υπέρβασης (transcendence)

Μπορούμε να διακρίνουμε δύο γενικά ζητήματα. Πρώτον, υπάρχει το πρόβλημα της υπέρβασης (transcendence) — αναμφίβολα το βασικό πρόβλημα της αποβλεπτικότητας (intentionality) για τη φαινομενολογία μετά τον Χούσσερλ. Αυτό εμφανίζεται στον Χούσσερλ και στον Μερλώ-Ποντύ ως η πρόκληση να εξηγηθεί πώς η προοπτικά περιορισμένη εμπειρία ενός υποκειμένου, που βρίσκεται σχεδόν διαρκώς σε ροή, θα μπορούσε ταυτόχρονα κατά κάποιον τρόπο να συγκροτεί μια συνείδηση σταθερής αντικειμενικότητας. Ο Χούσσερλ και ο Μερλώ-Ποντύ πραγματεύονται αυτού του είδους το ζήτημα επιχειρώντας να δείξουν πώς, όταν περιγραφεί ορθά και εξεταστεί δυναμικά, ο προοπτικός χαρακτήρας της αισθητηριακής εμπειρίας τής προσδίδει στην πραγματικότητα μια αναφορά που υπερβαίνει την ίδια την εμπειρία. Αυτό φαίνεται επίσης να αποτελεί το επιχείρημά τους υπέρ του αποβλεπτισμού/ιντενσιοναλισμού (intentionalism). Αξιοσημείωτα, ο Χάιντεγκερ συλλαμβάνει την υπέρβαση με αρκετά διαφορετικό τρόπο· γι’ αυτόν το πρόβλημα είναι να εξηγηθεί πώς η αποβλεπτικότητα καθίσταται δυνατή από τη σχέση μας με τον χρόνο (Heidegger 1982 §§9, 20–21). Αντιμετωπίζει το δικό του πρόβλημα της υπέρβασης επεξεργαζόμενος μια έννοια της χρονικότητας (temporality) — επηρεασμένη από τον Χούσσερλ ως προς τη συνείδηση του χρόνου — η οποία αξιώνει να εξηγήσει πώς είναι δυνατές οι βασικές μορφές της στάσης και συμπεριφοράς μας απέναντι στα όντα.

We may distinguish two general issues. First, there is the problem of
transcendence—arguably the basic problem of intentionality for
phenomenology after Husserl. This appears in Husserl and Merleau-Ponty
as the challenge of explaining how a subject’s perspectivally limited
experience, nearly constantly in flux, could at the same time somehow
constitute a consciousness of stable objectivity. Husserl and Merleau-
Ponty address this sort of issue by trying to show how, properly
described, and dynamically considered, the perspectival character of
sensory experience actually gives it an experience-transcending
reference. This would seem to serve also as their argument for
intentionalism. Notably, Heidegger conceives of transcendence rather
differently; for him the problem is to say how intentionality is made
possible by our relationship with time (Heidegger 1982 §§9, 20–21). He
addresses /his/ problem of transcendence by working out a notion of
temporality (influenced by Husserl on time-consciousness) that purports
to explain how our basic forms of comportment towards entities are possible.

[Consciousness and Intentionality > Phenomenology and Intentionalism (Stanford Encyclopedia of Philosophy)](https://plato.stanford.edu/entries/consciousness-intentionality/phenomenology-intentionalism.html)

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

αυτό που εμείς είμαστε αποκαλύπτεται σε εμάς μέσω της χρήσης των πραγμάτων, καθώς εμπλεκόμαστε στα καθημερινά μας σχέδια και εγχειρήματα (Martin Heidegger 1982, §15b).

... αυτό που εμείς είμαστε αποκαλύπτεται σε εμάς μέσω της χρήσης των πραγμάτων, καθώς εμπλεκόμαστε στα καθημερινά μας σχέδια και εγχειρήματα (Martin Heidegger 1982, §15b).

... what we are is disclosed to us through our use of things as we engage in our everyday projects (Heidegger 1982 §15b).

[Consciousness and Intentionality (Stanford Encyclopedia of Philosophy)](https://plato.stanford.edu/entries/consciousness-intentionality/) 

Τεχνουργήματα (συμπεριλαμβανομένων των λέξεων και άλλων συμβόλων των φυσικών γλωσσών) αντλούν τις λειτουργίες τους από κάποια αποβλεπτική διαδικασία.

Τεχνουργήματα (συμπεριλαμβανομένων των λέξεων και άλλων συμβόλων των φυσικών γλωσσών) αντλούν τις λειτουργίες τους από κάποια αποβλεπτική διαδικασία.

Artifacts (including words and other symbols of natural languages)
derive their functions from some intentional process.

[Intentionality (Stanford Encyclopedia of Philosophy)](https://plato.stanford.edu/entries/intentionality/) 

η φυσική επιλογή διακρίνει και επιλέγει τους οργανισμούς που επιβιώνουν. Όμως κανένας αποβλεπτικός δρων (κανένας φορέας απόβλεψης) δεν είναι υπεύθυνος για αυτή τη διαδικασία επιλογής

Η παραδειγματική μη αποβλεπτική διαδικασία είναι η διαδικασία της φυσικής επιλογής, μέσω της οποίας ο Charles Darwin εξήγησε τη φυλογενετική εξέλιξη των βιολογικών ειδών: η φυσική επιλογή διακρίνει και επιλέγει τους οργανισμούς που επιβιώνουν. Όμως κανένας αποβλεπτικός δρων (κανένας φορέας απόβλεψης) δεν είναι υπεύθυνος για αυτή τη διαδικασία επιλογής.

The paradigmatic non-
intentional process is the process of natural selection by which Charles
Darwin explained the phylogenetic evolution of biological species:
natural selection sorts organisms that survive. But no intentional agent
is responsible for the sorting.

[Intentionality (Stanford Encyclopedia of Philosophy)](https://plato.stanford.edu/entries/intentionality/)

 

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Παρόλο που η σημασία της λέξης «αποβλεπτικότητα» (intentionality) στη σύγχρονη φιλοσοφία σχετίζεται με τις σημασίες λέξεων όπως «ένταση» (intension ή intensionality με s) και «πρόθεση» (intention), εντούτοις δεν πρέπει να συγχέεται με καμία από αυτές.

Παρόλο που η σημασία της λέξης «αποβλεπτικότητα» (*intentionality*) στη σύγχρονη φιλοσοφία σχετίζεται με τις σημασίες λέξεων όπως «ένταση» (*intension* ή *intensionality* με *s*) και «πρόθεση» (*intention*), εντούτοις δεν πρέπει να συγχέεται με καμία από αυτές. Από τη μία πλευρά, στα σύγχρονα αγγλικά, οι όροι *intensional* και *intensionality* σημαίνουν «μη εκτασιακός» και «μη εκτασιακότητα», όπου τόσο η εκτασιακότητα όσο και η εντασιακότητα αποτελούν λογικά χαρακτηριστικά λέξεων και προτάσεων. Για παράδειγμα, οι εκφράσεις «ον με καρδιά» (creature with a heart) και «ον με νεφρό» (creature with a kidney) έχουν την ίδια έκταση (*extension*), επειδή αληθεύουν για τα ίδια άτομα: όλα τα όντα που έχουν νεφρό είναι όντα που έχουν καρδιά. Ωστόσο, οι δύο εκφράσεις έχουν διαφορετικές εντάσεις (*intensions*), επειδή η λέξη «καρδιά» δεν έχει την ίδια έκταση, πόσο μάλλον την ίδια σημασία, με τη λέξη «νεφρό».

Από την άλλη πλευρά, η πρόθεση (*intention*) και το προτίθεσθαι (*intending*) είναι ειδικές νοητικές καταστάσεις οι οποίες, σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις, τις κρίσεις, τις ελπίδες, τις επιθυμίες ή τους φόβους, διαδραματίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στην αιτιολογία των πράξεων. Αντιθέτως, η αποβλεπτικότητα (*intentionality*) είναι ένα διάχυτο χαρακτηριστικό πολλών διαφορετικών νοητικών καταστάσεων: οι πεποιθήσεις, οι ελπίδες, οι κρίσεις, οι προθέσεις, η αγάπη και το μίσος εμφανίζουν όλες αποβλεπτικότητα. Πράγματι, ο Franz Brentano υποστήριζε ότι η αποβλεπτικότητα αποτελεί το διακριτικό γνώρισμα του νοητικού. Μεγάλο μέρος της φιλοσοφίας του νου του εικοστού αιώνα διαμορφώθηκε από αυτό που, στο παρόν λήμμα, θα αναφέρεται ως «η τρίτη θέση του Brentano».

Although the meaning of the word ‘intentionality’ in contemporary
philosophy is related to the meanings of such words as ‘intension’ (or
‘intensionality’ with an /s/) and ‘intention,’ nonetheless it ought not
to be confused with either of them. On the one hand, in contemporary
English, ‘intensional’ and ‘intensionality’ mean ‘non-extensional’ and
‘non-extensionality,’ where both extensionality and intensionality are
logical features of words and sentences. For example, ‘creature with a
heart’ and ‘creature with a kidney’ have the same extension because they
are true of the same individuals: all the creatures with a kidney are
creatures with a heart. But the two expressions have different
intensions because the word ‘heart’ does not have the same extension,
let alone the same meaning, as the word ‘kidney.’ On the other hand,
intention and intending are specific states of mind that, unlike
beliefs, judgments, hopes, desires or fears, play a distinctive role in
the etiology of actions. By contrast, intentionality is a pervasive
feature of many different mental states: beliefs, hopes, judgments,
intentions, love and hatred all exhibit intentionality. In fact,
Brentano held that intentionality is the hallmark of the mental: much of
twentieth century philosophy of mind has been shaped by what, in this
entry, will be referred to as “Brentano’s third thesis.”

[Intentionality (Stanford Encyclopedia of Philosophy)](https://plato.stanford.edu/entries/intentionality/)

Ο Χούσσερλ δεσμεύεται, συνεπώς, στην αντίληψη ότι η αποβλεπτικότητα (Intentionalität) είναι πρωταρχική και η γλώσσα δευτερογενής, και, κατ’ επέκταση, στην άποψη ότι η νοηματικά συγκροτημένη μη γλωσσική αποβλεπτική σκέψη και εμπειρία είναι αμφότερες δυνατές και συνήθεις (LI, I §§ 9–11, 19 και 20).

Παρακινούμενος σε μεγάλο βαθμό από το ενδιαφέρον του να αναπτύξει μια καθαρή λογική, ο Χούσσερλ αφιερώνει ολόκληρη την Πρώτη *Λογική Έρευνα*, «Σημασία και Έκφραση», στην ανάλυση ζητημάτων που αφορούν τη γλώσσα, τη γλωσσική σημασία και τη γλωσσική αναφορά. Η συζήτησή του εδώ είναι συστηματική και ευρείας εμβέλειας, καλύπτοντας πολλά ζητήματα που απασχολούν επίσης τον Gottlob Frege στην ανάλυσή του της γλώσσας και τα οποία εξακολουθούν να τροφοδοτούν τη συζήτηση στη φιλοσοφία της γλώσσας μέχρι σήμερα.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η διάκριση μεταξύ γλωσσικών τύπων (*types*) και γλωσσικών δειγμάτων (*tokens*), η διάκριση μεταξύ λέξεων και προτάσεων και των σημασιών που αυτές εκφράζουν, η διάκριση μεταξύ της σημασίας της πρότασης και της σημασίας που εννοεί ο ομιλητής (*speaker meaning*), η σημασία και η αναφορά των κυρίων ονομάτων, καθώς και η λειτουργία των δεικτικών όρων (*indexicals*) και των δεικτικών αντωνυμιών (*demonstratives*).

Όπως σημειώθηκε προηγουμένως, ο Χούσσερλ θεωρεί την αποβλεπτικότητα της σκέψης θεμελιώδη, ενώ αντιμετωπίζει τις δυνατότητες της γλώσσας να εκφράζει σημασίες και να καθορίζει αναφορές ως παράγωγες και εξαρτημένες από πιο βασικά χαρακτηριστικά της αποβλεπτικότητας. Στη συνέχεια εξετάζονται τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της χουσσερλιανής, θεμελιωμένης στην αποβλεπτικότητα, θεωρίας της γλώσσας.

Largely motivated by his concern with developing a pure logic, Husserl
devotes the entire first Logical Investigation, “Meaning and
Expression”, to an analysis of issues of language, linguistic meaning
and linguistic reference. Husserl’s discussion here is systematic and
wide ranging, covering many issues that are also of concern to Frege in
his analysis of language and that have continued to spur discussion in
the philosophy of language up to the present. These include the
distinction between linguistic types and tokens, the distinction between
words and sentences and the meanings that these express, the distinction
between sentence meaning and speaker meaning, the meaning and reference
of proper names and the function of indexicals and demonstratives. As
noted above, Husserl takes the intentionality of thought to be
fundamental and the meaning-expressing and reference fixing capabilities
of language to be parasitic on more basic features of intentionality.
Here the main features of Husserl’s intentionality-based view of
language are discussed.

 [...]

Ο Χούσσερλ δεσμεύεται, συνεπώς, στην αντίληψη ότι η αποβλεπτικότητα (Intentionalität) είναι πρωταρχική και η γλώσσα δευτερογενής, και, κατ’ επέκταση, στην άποψη ότι η νοηματικά συγκροτημένη μη γλωσσική αποβλεπτική σκέψη και εμπειρία είναι αμφότερες δυνατές και συνήθεις (LI, I §§ 9–11, 19 και 20).

Husserl is thus committed to the notion that
intentionality is primary and language secondary, and so also to the
view that meaningful non-linguistic intentional thought and experience
are both possible and common (LI, I §§ 9—11, 19, & 20).

[Husserl, Edmund: Intentionality and Intentional Content | Internet Encyclopedia of Philosophy](https://iep.utm.edu/huss-int/)

[Σημασία και Έκφραση](https://rotenotes.blogspot.com/2026/06/andrew-d-spear.html)

[Κατ’ ουσίαν περιστασιακές εκφράσεις: Δεικτικοί όροι](https://rotenotes.blogspot.com/2026/06/andrew-d-spear_02093324882.html)

 

 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

αποβλεπτική (ή νοητική) ενύπαρξη του αντικειμένου

Κάθε νοητικό φαινόμενο χαρακτηρίζεται από αυτό που οι Σχολαστικοί του Μεσαίωνα ονόμαζαν την αποβλεπτική (ή νοητική) ενύπαρξη του αντικειμένου, και αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε, αν και όχι απολύτως χωρίς αμφισημία, αναφορά σε ένα περιεχόμενο, κατεύθυνση προς ένα αντικείμενο (το οποίο εδώ δεν πρέπει να νοηθεί ως πράγμα), ή εμμενή αντικειμενικότητα. Κάθε νοητικό φαινόμενο περιλαμβάνει κάτι ως αντικείμενο μέσα του, αν και δεν το πράττει με τον ίδιο τρόπο. Στην παράσταση, κάτι παρίσταται, στην κρίση κάτι καταφάσκεται ή αποφάσκεται, στην αγάπη αγαπιέται, στο μίσος μισείται, στην επιθυμία επιθυμείται και ούτω καθεξής.

Αυτή η αποβλεπτική ενύπαρξη είναι χαρακτηριστική αποκλειστικά των νοητικών φαινομένων. Κανένα φυσικό φαινόμενο δεν εμφανίζει κάτι ανάλογο. Μπορούμε, επομένως, να ορίσουμε τα νοητικά φαινόμενα λέγοντας ότι είναι εκείνα τα φαινόμενα τα οποία περιέχουν ένα αντικείμενο με τρόπο αποβλεπτικό μέσα τους.

[Every mental phenomenon is characterized by what the Scholastics of the Middle Ages called the intentional (or mental) inexistence of an object, and what we might call, though not wholly unambiguously, reference to a content, direction toward an object (which is not to be understood here as meaning a thing), or immanent objectivity. Every mental phenomenon includes something as object within itself, although they do not do so in the same way. In presentation, something is presented, in judgment something is affirmed or denied, in love loved, in hate hated, in desire desired and so on.

This intentional inexistence is characteristic exclusively of mental phenomena. No physical phenomenon exhibits anything like it. We can, therefore, define mental phenomena by saying that they are those phenomena which contain an object intentionally within themselves.

— Franz Brentano, Psychology From an Empirical Standpoint, 1995, pp. 88-89]

Καθώς διαβάζει κανείς αυτές τις γραμμές, ανακύπτουν πολυάριθμα ερωτήματα: τι εννοεί ο Franz Brentano όταν λέει ότι το αντικείμενο προς το οποίο κατευθύνεται ο νους «δεν πρέπει να νοηθεί ως πράγμα»; Τι μπορεί να σημαίνει ότι ένα φαινόμενο (νοητικό ή μη) εμφανίζει «την αποβλεπτική ενύπαρξη ενός αντικειμένου» (*intentional inexistence of an object*); Τι σημαίνει για ένα φαινόμενο να «περιλαμβάνει κάτι ως αντικείμενο μέσα του»; Εκφράζουν η «αναφορά σε ένα περιεχόμενο» και η «κατεύθυνση προς ένα αντικείμενο» δύο διακριτές ιδέες; Ή είναι δύο διαφορετικοί τρόποι έκφρασης της ίδιας και της αυτής ιδέας; Αν η αποβλεπτικότητα μπορεί να συνδέει έναν νου με κάτι που είτε δεν υπάρχει είτε υπάρχει εξ ολοκλήρου μέσα στον νου, τι είδους σχέση μπορεί να είναι αυτή;

Αυτές οι δύο σύντομες παράγραφοι, παρότι είναι γεμάτες από σύνθετες, αφηρημένες και αμφιλεγόμενες ιδέες, καθόρισαν την ατζέντα όλων των μεταγενέστερων φιλοσοφικών συζητήσεων για την αποβλεπτικότητα κατά τα τέλη του δέκατου ένατου και καθ’ όλον τον εικοστό αιώνα.

Έχει υπάρξει κάποια συζήτηση σχετικά με τη σημασία της έκφρασης του Franz Brentano «αποβλεπτική ενύπαρξη» (*intentional inexistence*). Εννοούσε ο Brentano ότι τα αντικείμενα προς τα οποία κατευθύνεται ο νους είναι **εσωτερικά** στον ίδιο τον νου (ότι δηλαδή *εν-υπάρχουν* στον νου); Ή εννοούσε ότι ο νους μπορεί να κατευθύνεται προς **ανύπαρκτα** αντικείμενα; Ή μήπως εννοούσε και τα δύο; (Βλ. Crane, 1998, για περαιτέρω συζήτηση.)

As one reads these lines, numerous questions arise: what does Brentano
mean when he says that the object towards which the mind directs itself
‘is not to be understood as meaning a thing’? What can it be for a
phenomenon (mental or otherwise) to exhibit ‘the intentional inexistence
of an object’? What is it for a phenomenon to ‘include something as
object within itself’? Do ‘reference to a content’ and ‘direction toward
an object’ express two distinct ideas? Or are they two distinct ways of
expressing one and the same idea? If intentionality can relate a mind to
something that either does not exist or exists wholly within the mind,
what sort of relation can it be?

Replete as they are with complex, abstract and controversial ideas,
these two short paragraphs have set the agenda for all subsequent
philosophical discussions of intentionality in the late nineteenth and
the twentieth century. There has been some discussion over the meaning
of Brentano’s expression ‘intentional inexistence.’ Did Brentano mean
that the objects onto which the mind is directed are /internal/ to the
mind itself (/in/-exist in the mind)? Or did he mean that the mind can
be directed onto /non/-existent objects? Or did he mean both? (See
Crane, 1998 for further discussion.)

[Intentionality (Stanford Encyclopedia of Philosophy)](https://plato.stanford.edu/entries/intentionality/)

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Ο Χούσερλ τείνει να εγκαταλείψει την ονομασία «αποβλεπτικότητα» για τη συγκρότηση του εσωτερικού χρόνου

Συνομιλία με τον Χούσερλ και τον Φινκ, 15/7/32

Ο Χούσερλ τείνει να εγκαταλείψει την ονομασία «αποβλεπτικότητα» για τη συγκρότηση του εσωτερικού χρόνου. Η αποβλεπτικότητα είναι δραστηριότητα του εγώ, είτε πρωτογενής είτε τροποποιημένη. Οι κιναισθητικές διεργασίες είναι δραστηριότητες του εγώ, και κάθε υπερβατική αντικειμενικότητα, ξεκινώντας από τέτοιου είδους πράγματα όπως κηλίδες συγκροτημένες οφθαλμοκινητικά, είναι επιτεύγματα της ενέργειας του εγώ. Γενετικά, αυτές οι μη πλέον συλλαμβανόμενες αντικειμενικότητες έχουν αναπτυχθεί από ένα στάδιο στην ανάπτυξη της συνείδησης κατά το οποίο συλλαμβάνονταν πράγματι. Αυτό που ο Χούσερλ αποκαλεί δευτερογενή παθητικότητα είναι πράγματι μια τροποποίηση της ενεργού αποβλεπτικότητας. Η κιναισθητική διαδικασία είναι δραστηριότητα του εγώ ακόμη και όταν δεν είναι άμεση βούληση αλλά συνήθεια.

Η δραστηριότητα του εγώ παράγει κάθε αντικειμενοποίηση. Στη δραστηριότητα του αναστοχασμού, η εμμενής σφαίρα και οι προ-κοσμικές αντικειμενικότητες αντικειμενοποιούνται, και τους αποδίδονται ταυτότητα και είναι. Στη δραστηριότητα της υπερβατολογικής αναστοχαστικότητας, στο εμμενές αποδίδεται υπερβατολογικό είναι· το ήδη αντικειμενοποιημένο κοσμικό και προ-κοσμικό λαμβάνει μια τροποποίηση του είναι του, ως φαινομενικό. Αλλά ο ίδιος ο αναστοχασμός λαμβάνει είναι μόνο όταν γίνεται αντικείμενο ενός άλλου αναστοχασμού.

Η ροή του εμμενούς χρόνου — το πρωταρχικό «τώρα» και το συγκρατημένο {93} παρελθόν — είναι η μορφή κάθε δραστηριότητας του εγώ και αντικειμενοποιείται όταν οι ίδιες οι δραστηριότητες του εγώ νοηματοδοτούνται σε ανώτερα αναστοχαστικά ενεργήματα. Αλλά ως μορφή δεν είναι δραστηριότητα, και αν εννοούμε με τον όρο αποβλεπτικότητα την δραστηριότητα, τότε δεν είναι αποβλεπτικότητα.

Και ο Φινκ και εγώ αντιταχθήκαμε σε αυτόν τον περιορισμό της σημασίας της αποβλεπτικότητας.

[Conversations with Husserl and Fink: 92-3]

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Οι ιδέες δεν είναι οι μόνοι τρόποι σκέψης

Οι ιδέες δεν είναι οι μόνοι τρόποι σκέψης. Για παράδειγμα, η αμφιβολία και η κρίση είναι τρόποι σκέψης. Ακόμα κι έτσι, σύμφωνα με τουλάχιστον μια ανάλυση που παρέχει ο Descartes, οι ιδέες νοούνται ως στοιχεία ή συστατικά αυτών των άλλων τρόπων σκέψης. Στις αρχές του Τρίτου Διαλογισμού, για παράδειγμα, ο Ντεκάρτ επεξεργάζεται μια βασική διαίρεση των τρόπων σκέψης. Τις ταξινομεί σε δύο βασικά είδη: τις ιδέες και τους άλλους τρόπους σκέψης, οι οποίοι είναι πιο σύνθετοι αφού περιλαμβάνουν μια ιδέα και κάποιο «πρόσθετο» νοητικό χαρακτηριστικό. Γράφει:

> Πρώτον, ωστόσο, η σκέψη της τάξης φαίνεται να υπαγορεύει τώρα να ταξινομήσω τις σκέψεις μου σε συγκεκριμένα είδη και να ρωτήσω ποια από αυτές μπορεί να ειπωθεί σωστά ότι είναι φορέας της αλήθειας και του ψεύδους. Μερικές από τις σκέψεις μου είναι, τρόπος του λέγειν, εικόνες των πραγμάτων, και μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις ο όρος «ιδέα» είναι απολύτως κατάλληλος — για παράδειγμα, όταν σκέφτομαι έναν άνθρωπο, ή μια χίμαιρα, ή τον ουρανό ή ένα άγγελο ή το Θεό. Άλλες σκέψεις έχουν διάφορες πρόσθετες μορφές: έτσι όταν θέλω, ή φοβάμαι, ή βεβαιώνω ή αρνούμαι, υπάρχει πάντα ένα συγκεκριμένο πράγμα που θεωρώ ως αντικείμενο της σκέψης μου, αλλά η σκέψη μου περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από την ομοιότητα αυτού του πράγματος. Ορισμένες σκέψεις αυτής της κατηγορίας ονομάζονται βουλήσεις ή συναισθήματα, ενώ άλλες ονομάζονται κρίσεις. (AT VII 36–7, CSM II 25–6)

Ideas are not the only modes of thought. For example, doubting and judging are modes of thought. Even so, according to at least one analysis Descartes provides, ideas are understood as being elements or constituents of these other modes of thought. Early in the Third Meditation, for instance, Descartes works out a basic division of the modes of thought. He sorts them into two basic kinds: ideas and the other modes of thought, which are more complex since they include an idea and some “additional” mental feature. He writes:

> First, however, considerations of order appear to dictate that I now classify my thoughts into definite kinds, and ask which of them can properly be said to be the bearers of truth and falsity. Some of my thoughts are as it were the images of things, and it is only in these cases that the term 'idea' is strictly appropriate — for example, when I think of a man, or a chimera, or the sky, or an angel, or God. Other thoughts have various additional forms: thus when I will, or am afraid, or affirm, or deny, there is always a particular thing which I take as the object of my thought, but my thought includes something more than the likeness of that thing. Some thoughts in this category are called volitions or emotions, while others are called judgements. (AT VII 36–7; CSM II 25–6)

[Descartes’ Theory of Ideas (Stanford Encyclopedia of Philosophy)](https://plato.stanford.edu/entries/descartes-ideas/)