Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Καπιταλισμός και Ρατσισμός (Richard D. Wolff)

 


Image: "You can't have capitalism without racism." Source: Peter James Hudson on “The African Origins of Racial Capitalism.”

==== Καπιταλισμός και Ρατσισμός ====

*Στις ΗΠΑ, όπως και αλλού, ο ρατσισμός και ο καπιταλισμός συνήψαν μια συμφωνία. Ο καπιταλισμός θα διαιωνίζει τον ρατσισμό, εφόσον οι ρατσιστές ανταποκρίνονται γιορτάζοντας τον καπιταλισμό.*

Στα προηγούμενα οικονομικά συστήματα της δουλείας και της φεουδαρχίας, μικρές κυρίαρχες μειονότητες (δεσπότες και άρχοντες αντίστοιχα) συγκέντρωναν δυσανάλογο πλούτο και εξουσία σε σχέση με τις πλειοψηφίες (δούλους και δουλοπάροικους). Ορισμένες φεουδαρχικές και δουλοκτητικές κοινωνίες χρησιμοποίησαν τον ρατσισμό για να δικαιολογήσουν, να διαχειριστούν και να διατηρήσουν τις ταξικές τους διαφορές. Το έκαναν αυτό χαρακτηρίζοντας κάποιες ή όλες τις ομάδες σκλάβων ή δουλοπαροίκων ως φυλές ξεχωριστές, διαφορετικές και κατώτερες σε σχέση με τις φυλές των ιδιοκτητών και αρχόντων. Όπως και αυτά τα άλλα οικονομικά συστήματα, ο καπιταλισμός προσαρμόζει τον ρατσισμό στις δικές του ανάγκες. Οι καπιταλιστές και οι υπερασπιστές τους διαμόρφωσαν συγκεκριμένες εκδοχές ρατσισμού για να αντιμετωπίσουν ορισμένες από τις βασικές αντιφάσεις του συστήματός τους.

Πρώτη και βασική ανάμεσά τους είναι η διαίρεση των δύο βασικών τάξεων του καπιταλισμού: εργοδότες και εργαζόμενοι. Τι καθόριζε ποιοι θα ανέβαιναν και θα παρέμεναν στην κυρίαρχη τάξη; Με βάση μια ρατσιστική λογική, αν μια φυλή «φυσικά» διέθετε εγγενή χαρακτηριστικά που την καθιστούσαν κατάλληλη για εργοδότες (ευφυΐα, ηγεσία, πειθαρχία κ.ά.), ενώ τα χαρακτηριστικά άλλων φυλών την καθιστούσαν κατάλληλη για εργαζόμενους, τότε οι ταξικές {140} διαφορές στον καπιταλισμό μπορούσαν να εξηγηθούν επίσης ως «φυσικές». Με ανάλογη λογική, αν μια φυλή ήταν αποκλειστικά προικισμένη με τις ικανότητες και τις επιθυμίες να ασκεί κοινωνική εξουσία πάνω σε άλλους, τότε οι ταξικές διαφορές στην κοινωνία απλώς ακολουθούσαν ως αναγκαίες για την κοινωνική τάξη. Σε αυτή τη λογική, η «φύση» ταξινομεί τις φυλές σε ανώτερες και κατώτερες. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αλλάξουν τη φυσική τάξη. Για τους ρατσιστές, συνεπώς, είναι άγνοια ή και χειρότερο να προσπαθεί κανείς να το κάνει αυτό.

Όταν ο καπιταλισμός επεκτάθηκε και ο ανταγωνισμός μεταξύ των καπιταλιστών έγινε παγκόσμιος, οι καπιταλιστές αναδιαμόρφωσαν την αποικιοκρατία που κληρονόμησαν από προηγούμενες εποχές για να εξυπηρετήσουν τις δικές τους ανάγκες. Εδάφη που δεν είχαν ακόμη αποικιστεί ενσωματώθηκαν στα καπιταλιστικά αυτοκρατορικά συστήματα. Το κεφάλαιο έρρεε προς αυτά για την παραγωγή πρώτων υλών και τροφίμων, προοριζόμενων για τους καπιταλιστές και τους εργαζόμενους στις αποικιοκρατούμενες χώρες. Μερικές φορές, κοινότητες εποίκων κυριαρχούσαν στις τοπικές οικονομίες, ενώ άλλες φορές οι αποικιακές διοικήσεις διαμόρφωναν την τοπική οικονομική ανάπτυξη. Οι παλαιές έννοιες της φυλής προσαρμόστηκαν και αναπτύχθηκαν μορφές ρατσισμού για να διευκολύνουν την καπιταλιστική αποικιοκρατία. Συχνά χρησιμοποιώντας διάφορα σωματικά χαρακτηριστικά (χρώμα δέρματος, σωματότυπο κ.ά.) για να οριοθετήσουν τις «φυλές» σε ανώτερες και κατώτερες, τα κέντρα του καπιταλισμού τότε (κυρίως στην Ευρώπη, αλλά και στη Βόρεια Αμερική και την Ιαπωνία) επέβαλαν ρατσιστικές αποικιακές υποτέλειες στο μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου κόσμου. Αυτός ο ρατσισμός βοήθησε να δικαιολογηθεί η καπιταλιστική αποικιοκρατία προς τους αποικιοκράτες και προς εκείνους ανάμεσα στους αποικισμένους που συνήργησαν μαζί του.

Η ρατσιστική δικαιολόγηση της αποικιοκρατίας υπήρχε πολύ πριν οι Ευρωπαίοι φέρουν αφρικανούς δούλους στο Δυτική Ημισφαίριο. Αρχικά, οι Ευρωπαίοι έποικοι εκεί σφαγίαζαν και έκαναν διακρίσεις σε βάρος των ιθαγενών, συχνά χρησιμοποιώντας ρατσιστικές αιτιολογήσεις για αυτή τη συμπεριφορά. Αυτός ο ρατσισμός μεταφέρθηκε και στους αφρικανούς δούλους. Οι Ευρωπαίοι διαφοροποιούσαν τους εαυτούς τους από τους αφρικανούς δούλους βάσει της απομακρυσμένης καταγωγής τους από την Αφρική, των διαφορετικών τους πολιτισμών, γλωσσών και χρωμάτων δέρματος. Οι Ευρωπαίοι είχαν {141} αιώνες να αναπτύξουν πολλών ειδών ρατσισμούς για να δικαιολογήσουν τη δουλεία, τη φεουδαρχία και αργότερα τον καπιταλισμό.

Ωστόσο, ο ρατσισμός στις ΗΠΑ κατά των Αφροαμερικανών έχει εξελιχθεί με δικούς του ιδιαίτερους μηχανισμούς και μορφές μέσα από τις γενιές του αμερικανικού καπιταλισμού. Μία από αυτές τις μορφές συμβάλλει στην ικανότητα του καπιταλισμού να αντιμετωπίζει και να επιβιώνει της δικής του αστάθειας. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο αμερικανικός καπιταλισμός γενικά διανέμει τις συνέπειες των επαναλαμβανόμενων οικονομικών υφέσεων άνισα. Ο λευκός πληθυσμός χάνει σχετικά λιγότερο πλούτο και εισόδημα σε σύγκριση με τους συμπολίτες τους άλλων χρωμάτων. Οι Αφροαμερικανοί επωμίζονται δυσανάλογα μεγαλύτερο μέρος του κόστους και των συνεπειών της αστάθειας του καπιταλισμού.

Οι λευκοί Αμερικανοί μπορούν να κάνουν και να υλοποιήσουν σχέδια ζωής (όπως να παντρευτούν, να μεγαλώσουν οικογένεια, να συσσωρεύσουν αποταμιεύσεις, να χτίσουν κοινότητα, να αναπτύξουν δεξιότητες, επαγγελματικές επαφές και προσόντα κ.ά.) με πολύ μικρότερες πιθανότητες να διακοπούν από την αστάθεια του καπιταλισμού. Η ανεργία που επιβάλλεται στους λευκούς συμβαίνει γενικά λιγότερο συχνά και διαρκεί λιγότερο σε σχέση με την ανεργία που επιβάλλεται στους Αφροαμερικανούς. Οι λευκοί απολαμβάνουν σχετική ασφάλεια από τις καταστροφές που προκαλεί η αστάθεια του συστήματος, επειδή αυτές οι καταστροφές κατανέμονται άνισα μέσα στην εργατική τάξη. Εδώ βρίσκεται μία αιτία για τη μεγαλύτερη παραδοσιακή συμπάθεια των λευκών Αμερικανών προς τον καπιταλισμό. Για να καλλιεργήσει και να ενισχύσει αυτή τη συμπάθεια, ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί (και κατ’ επέκταση διατηρεί) τον ρατσισμό.

Με απλά λόγια — όπως συχνά εκφράζεται — η μεγαλύτερη θυματοποίηση των Αφροαμερικανών σε σχέση με τους λευκούς εντός του αμερικανικού καπιταλισμού αποδίδεται στην φυλετική τους ταυτότητα. Αυτό το είδος επιχειρήματος αποδίδει τις διαφορές στην οικονομική συμμετοχή και τις συνθήκες εργασίας μεταξύ λευκών και μαύρων εργαζομένων στα διαφορετικά φυλετικά τους χαρακτηριστικά. Υποστηρίζει ότι οι μαύροι πληρώνονται λιγότερο, απολύονται συχνότερα και τους αρνούνται πιο συχνά την πίστωση επειδή η εργασία τους είναι λιγότερο πολύτιμη, η πιστοληπτική τους ικανότητα είναι κακή κ.ο.κ. Ο ρατσισμός είναι ο τρόπος με τον οποίο πολλοί αμερικανοί καπιταλιστές εργοδότες έχουν «διαχειριστεί» την άνιση μεταχείριση των μαύρων και λευκών εργαζομένων στο σύστημα. Παράλληλα, {142} παρόμοιος ρατσισμός υπήρξε και ο τρόπος με τον οποίο πολλοί εργαζόμενοι ερμήνευσαν τις διαφορές μεταξύ των θέσεων εργασίας και των συνθηκών ζωής λευκών και μαύρων εργαζομένων. Και καθ’ όλη την ιστορία του αμερικανικού καπιταλισμού, αυτός ο «κοινός» ρατσισμός έχει διευκολύνει πολιτικές συμμαχίες (όπως στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα τις τελευταίες δεκαετίες).

Μια ελαφρώς παραλλαγμένη μορφή αυτού του ρατσισμού εμφανίζεται με τη μορφή αντίθεσης σε αναδιανομές εισοδήματος ή πλούτου. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, τέτοιες αναδιανομές δεν είναι «αξιοκρατικές» ή δικαιολογημένες, επειδή θα τιμωρούσαν μια φυλή που «εργάζεται σκληρά γι’ αυτό» ενώ θα επιβράβευαν μια άλλη φυλή που «δεν εργάστηκε σκληρά». Παρόμοια επιχειρήματα διακρίνουν εναντίον των πρόσφατων μεταναστών ως τεμπέληδων που αναζητούν πρόνοια, σε αντίθεση με τους πρώτους (και συνήθως λευκούς) μετανάστες που «εργάστηκαν σκληρά». Η ιδεολογική εικόνα εδώ είναι μια μορφή αξιοκρατίας που ανταμείβει τους πιο εργατικούς. Ο ρατσισμός στερεοποιείται μέσα σε τέτοιες αξιοκρατικές αυταπάτες.

Οι κοινωνικοί αγώνες για αναδιανομή του πλούτου έχουν επιχειρηθεί επανειλημμένα. Σπάνια αποδίδουν, και όταν το κάνουν, σπάνια διαρκούν. Αν αντιμετωπιζόταν η ρίζα της ανισότητας του πλούτου, οι αγώνες για αναδιανομή θα μπορούσαν και θα αποφεύγονταν. Αν τα εισοδήματα δεν κατανέμονταν άνισα από την αρχή — όπως συμβαίνει στον καπιταλισμό μέσω της διανομής των εσόδων μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών — η ανισότητα δεν θα στοιχειοθετούσε, δεν θα διατάρασσε και δεν θα αποσταθεροποιούσε το σύστημα όπως πάντα συνέβαινε.

Ο καπιταλισμός διανέμει τον πλούτο με συγκεκριμένους τρόπους που διαφέρουν από εκείνους άλλων εναλλακτικών συστημάτων. Η κριτική στην κατανομή του πλούτου από τον καπιταλισμό οφείλει να περιλαμβάνει μια συγκριτική εξέταση και συζήτηση για τις κατανομές άλλων συστημάτων. Οι υπερασπιστές του καπιταλισμού φοβούνται το πού μπορεί να οδηγήσουν τέτοιες συζητήσεις, γι’ αυτό και τείνουν να αποκλείουν την αλλαγή του συστήματος από τη συζήτηση για τα «προβλήματα κατανομής» του καπιταλισμού.

Παραμένει πολύ δύσκολο για πολλούς Αμερικανούς να δουν την τεράστια αδικία και τη μεγάλη σπατάλη ανθρώπινων δυνατοτήτων που προκαλεί ο ρατσισμός κατά των Αφροαμερικανών, των Ιθαγενών και των μεταναστών. Παραμένει {143} επίσης πολύ δύσκολο για τους περισσότερους Αμερικανούς να φανταστούν ένα διαφορετικό οικονομικό σύστημα, ένα σύστημα που *δεν* διαιρεί τους ανθρώπους σε εργοδότες και εργαζόμενους και, συνεπώς, δεν χρειάζεται και δεν επιτρέπει ρατσιστικές δικαιολογίες για τις ανισότητες που προκύπτουν.

Στο μυαλό πολλών, η αμοιβαία ενίσχυση του καπιταλισμού και του ρατσισμού δεν είναι συνειδητή. Η κατανόηση της σχέσης τους αποτελεί σημαντικό στοιχείο του κοινωνικού κινήματος για την κατάργηση και των δύο. Στις ΗΠΑ, η υπέρβαση του ρατσισμού προϋποθέτει την αντιμετώπιση του καπιταλισμού ως ενός από τα θεμέλια της αναπαραγωγής του ρατσισμού. Η υπέρβαση του ρατσισμού απαιτεί μετάβαση σε ένα διαφορετικό οικονομικό σύστημα που αρνείται τον οριστικό διαχωρισμό του καπιταλισμού μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου. Σε άλλες χώρες, η υπέρβαση του ρατσισμού απαιτεί να διερωτηθούμε αν ο καπιταλισμός εκεί διαδραματίζει ανάλογο ρόλο στην αναπαραγωγή κάποιου είδους ρατσισμού. Και, αν ναι, μια παρόμοια στρατηγική μετάβασης θα είναι αναγκαία.

[Richard D. Wolff, Understanding Capitalism]

[Richard D Wolff – Κατανοώντας τον Καπιταλισμό | social and political theory](https://volontegenerale.wordpress.com/richard-d-wolff-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%b9%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c/)

 

Καπιταλισμός και Φασισμός (Richard D. Wolff)



 ==== Καπιταλισμός και Φασισμός ====

Εντός του χώρου εργασίας, ο καπιταλισμός βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στους δικούς του μηχανισμούς για την αναπαραγωγή του. Εκτός του χώρου εργασίας, βασίζεται με περισσότερο αμφίσημο τρόπο τόσο στους μηχανισμούς της αγοράς όσο και στους κοινοβουλευτικούς και αστυνομικούς μηχανισμούς του κράτους για την αυτοαναπαραγωγή του. Σε περιόδους που αποκαλούνται «κανονικές», αυτοί οι μηχανισμοί επαρκούν. Όταν όμως οι μηχανισμοί αυτοί αδυνατούν να διαχειριστούν τις εντάσεις και τις δυσκολίες του καπιταλισμού, η αναπαραγωγή του συστήματος {134} τίθεται σε κίνδυνο.

Ο φασισμός συνιστά ένα σύνολο κοινωνικών μεταβολών που επιβάλλονται για να διασφαλιστεί η αναπαραγωγή του καπιταλισμού, όταν οι «κανονικοί» μηχανισμοί στους οποίους βασίζεται για την αναπαραγωγή του αποτυγχάνουν. Ο φασισμός είναι ένα όπλο στο οπλοστάσιο του καπιταλισμού για την αντιμετώπιση των σοβαρότερων κρίσεών του.

Στο πλαίσιο του φασισμού, η ηγεσία του κράτους και τα ανώτατα κλιμάκια των καπιταλιστών συγχωνεύονται για να επιβάλουν τις μεθόδους παραγωγής του καπιταλισμού. Συχνά αυτό συμβαίνει υπό την καθοδήγηση και τον έλεγχο ενός φασιστικού πολιτικού κόμματος, δεσμευμένου στη ρύθμιση, διατήρηση και έλεγχο αυτής της συγχώνευσης. Άλλοτε, ποικίλα είδη «εξωτερικών» απειλών πυροδοτούν τη στροφή προς τον φασισμό. Άλλοτε πάλι, οι «κανονικές» στενές συμμαχίες μεταξύ καπιταλιστών και κρατικών αξιωματούχων διαρρηγνύονται και απειλούν «εσωτερικά» την αναπαραγωγή του συστήματος. Τότε, η ιστορική απάντηση σε εξωτερικές ή/και εσωτερικές απειλές υπήρξε κάποιες φορές η μετάβαση σε μια μορφή φασισμού.

Ενοποιημένοι στον φασισμό, οι καπιταλιστές και η κυβέρνηση επιδιώκουν από κοινού να καταστρέψουν τις ομάδες που αμφισβητούν τον καπιταλισμό — όπως τα εργατικά συνδικάτα, τα σοσιαλιστικά κόμματα, οι αντικαπιταλιστές διανοούμενοι και ούτω καθεξής. Εναλλακτικά, οι συγχωνευμένες ηγεσίες του φασισμού απειλούν πραγματικούς ή εν δυνάμει πολιτικούς αντιπάλους, προκειμένου να τους εξαναγκάσουν να μετασχηματιστούν σε συμμάχους του φασισμού. Στην επιδίωξη αυτών των στόχων, ο φασισμός τείνει να καταργεί τις αστικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των «κανονικών» καπιταλιστικών περιόδων, μέσω της φυλάκισης, των βασανιστηρίων και των δολοφονιών — επίσης σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι σε «κανονικές εποχές».

Ο Χίτλερ στη Γερμανία, ο Μουσολίνι στην Ιταλία και ο Φράνκο στην Ισπανία προσφέρουν πλήθος παραδειγμάτων αυτών των τυπικών φασιστικών μεθόδων. Η οικονομική και πολιτική εξουσία συγκεντρώνονται κάθετα προς τα πάνω, στην υπηρεσία της φασιστικής εξουσίας και του καπιταλιστικού κέρδους. Το κέρδος αυτό κατόπιν επιμερίζεται μεταξύ των καπιταλιστών και των ανώτατων κρατικών αξιωματούχων, προκειμένου να αναπαραχθούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, οι φασιστικοί θεσμοί και η κυβερνητική συμμαχία που τα συνδέει.

Απογοητευμένοι από τις αστάθειες, τις ανισότητες και τις συνεπαγόμενες κοινωνικές διαιρέσεις του καπιταλισμού, κάποιοι εργοδότες και εργαζόμενοι στρέφονται προς τα δεξιά, προς φασίστες πολιτικούς ηγέτες που υπόσχονται να «διορθώσουν» τις χειρότερες συνέπειες του καπιταλισμού.

Ιστορικά, οι φασίστες ηγέτες υποσχέθηκαν την εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης σε ένα πλαίσιο συνολικής κοινωνικής αναγέννησης, η οποία θα επανέφερε την κοινωνία σε μια χρυσή εποχή φυλετικής ή εθνοτικής καθαρότητας (η οποία συνήθως ταυτίζεται με φυλετική ή εθνοτική ανωτερότητα). Για παράδειγμα, ο Χίτλερ επιδίωξε την ανασύσταση μιας Αρίας γερμανικής αυτοκρατορίας, του Τρίτου Ράιχ· ο Μουσολίνι, μιας ανανεωμένης ιταλικής αυτοκρατορίας· και ο Φράνκο, μιας ισπανικής. Χρησιμοποιώντας ισχυρές κεϋνσιανές νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές και μέσα από τη συγχώνευση κράτους και κεφαλαίου σε μια μορφή ημι-κρατικού καπιταλισμού, ο φασισμός μπορεί να κινητοποιεί την κρατική πολιτική και τόσο τους δημόσιους όσο και τους ιδιωτικούς πόρους για να επιτύχει τον στόχο της διασφάλισης της αναπαραγωγής του καπιταλισμού.

Ωστόσο, οι κυκλικές κρίσεις του καπιταλισμού, οι ανισότητες και οι όλο και βαθύτερες κοινωνικές διαιρέσεις μπορούν επίσης να προκαλέσουν μια πολύ διαφορετική στροφή προς τα αριστερά: τον σοσιαλισμό. Οι σοσιαλιστές κινητοποιούν τα θύματα των καπιταλιστικών κύκλων για να συμμαχήσουν με όσους ασκούν κριτική στον καπιταλισμό. Μέσω οργανώσεων όπως τα εργατικά συνδικάτα, τα σοσιαλιστικά πολιτικά κόμματα και οι σύμμαχες κοινωνικές κινήσεις (μεταξύ γυναικών, μεταναστών και κάθε είδους καταπιεσμένων ομάδων), ο σοσιαλισμός αναδείχθηκε σε παγκόσμια δύναμη τα τελευταία 150 χρόνια. Ενώ ο φασισμός αξιοποιεί το συγκεντρωμένο πλούτο και την πολιτική εξουσία για να αναπαράγει τον καπιταλισμό, ο σοσιαλισμός χρησιμοποιεί τη δύναμη του λαού για να τον αμφισβητήσει. Και οι δύο είναι απαντήσεις στις κρίσεις του καπιταλισμού, αλλά με ριζικά διαφορετικούς σκοπούς.

Ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί τους φασίστες και τον φασισμό για να οικοδομήσει ένα πολιτικό αντίβαρο απέναντι στους σοσιαλιστές και τον σοσιαλισμό. Η σοσιαλιστική κριτική έδειξε στους φασίστες ότι οι αδυναμίες του καπιταλισμού —ιδίως η αστάθεια και οι κοινωνικές της επιπτώσεις— έπρεπε να αναγνωριστούν. Έπρεπε επίσης να προταθούν λύσεις. Έτσι, οι φασίστες διαμόρφωσαν τις δικές τους αναλύσεις και λύσεις ώστε να ενισχύσουν και να θωρακίσουν τον καπιταλισμό, αντί να τον αμφισβητήσουν.

Ιστορικά, οι φασιστικές αναλύσεις αποδίδουν τα προβλήματα του καπιταλισμού σε εξωτερικούς υποκινητές, συμπεριλαμβανομένων επιλεγμένων ξένων εθνών και πληθυσμών: Εβραίοι, Σλάβοι, μη Άριοι κ.ο.κ. Οι σημερινοί «πολιτισμικοί πόλεμοι» εντάσσονται επίσης σε αυτή τη στρατηγική, καθώς αποδίδουν τα προβλήματα της κοινωνίας σε εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες, στα δικαιώματα των LGBTQ, στα δικαιώματα των γυναικών κ.λπ. Οι φασίστες συχνά προτείνουν έναν κοινωνικό εξαγνισμό: ένα κυνήγι μαγισσών για την απομάκρυνση των {136} «προβλημάτων» από τον καπιταλισμό.

Οι φασίστες εργάζονται για την καταστροφή του σοσιαλισμού και των σοσιαλιστών. Και πάλι, ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και ο Φράνκο παρέχουν μακροσκελείς καταλόγους σχετικών παραδειγμάτων. Ο φασισμός οραματίζεται έναν «εξαγνισμένο» καπιταλισμό που απασχολεί όλους, εξυψώνει το έθνος και ανακτά το μεγαλείο του παρελθόντος του.

Ο φασισμός προσφέρεται στον καπιταλισμό ως μαζική βάση, που λειτουργεί ως αντιστάθμισμα απέναντι στον σοσιαλισμό και τη δική του μαζική βάση. Εκεί όπου οι σοσιαλιστές μάχονταν τους καπιταλιστές και το κράτος που εκείνοι κυριαρχούσαν, οι φασίστες έβρισκαν φίλους και χρηματοδότες ανάμεσα στους καπιταλιστές, και σημαντικούς συμμάχους στους πολιτικούς τους. Οι σοσιαλιστές και οι φασίστες συγκρούονταν μεταξύ τους ως κόμματα κατά τις εκλογές, αλλά και στους δρόμους και στις εργατικές απεργίες. Οι καπιταλιστές προτιμούσαν ξεκάθαρα τη συμμαχία άμυνας που προσέφεραν οι φασίστες, από τους σοσιαλιστές, τους οποίους φοβούνταν επειδή θεωρούσαν ότι ευνοούσαν μια εργατική τάξη με νέα ενδυνάμωση, ικανή να κυριαρχήσει οικονομικά και πολιτικά. Όσο περισσότερο οι σοσιαλιστές πλησίαζαν την εξουσία μέσω των συνδικάτων στους χώρους εργασίας και της πολιτικής εξουσίας στην κυβέρνηση, τόσο περισσότερο οι καπιταλιστές καλωσόριζαν τους φασίστες. Η αυξανόμενη ισχύς του σοσιαλισμού καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα ώθησε τους καπιταλιστές στη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Ιαπωνία να αποδεχθούν τις φασιστικές προσκλήσεις. Και οι καπιταλιστές άλλων χωρών μπήκαν στον πειρασμό και φλέρταραν με τους φασίστες ηγέτες και τα κόμματά τους.

Οι φασίστες έμαθαν ότι έπρεπε να καλύψουν το χαμένο έδαφος εάν ήθελαν να κερδίσουν την αφοσίωση των εργαζομένων από τα παλαιότερα και συνήθως καλύτερα οργανωμένα σοσιαλιστικά κινήματα. Οι Ναζί το πέτυχαν, εν μέρει, ενσωματώνοντας τη λέξη «σοσιαλισμός» στο επίσημο όνομα του κόμματός τους και προσελκύοντας ενεργά εργάτες να ενταχθούν στο Ναζιστικό Κόμμα. Ορισμένοι φασίστες ηγέτες (όπως ο Μουσολίνι) ήταν πρώην στελέχη σοσιαλιστικών κομμάτων, τα οποία αποχώρησαν για να ενταχθούν στους φασίστες. Ο καπιταλισμός προκαλεί επικριτές τόσο από τα αριστερά όσο και από τα δεξιά· πάντα το έκανε.

Ο καπιταλισμός παράγει τον φασισμό περιοδικά: μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, αυτό συνέβη στην Ιταλία, τη Γερμανία, την Ισπανία και την Ιαπωνία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οικονομικά και κοινωνικά τραύματα είχαν ταράξει τις καπιταλιστικές οικονομίες και {137} κοινωνίες και τις είχαν βγάλει από την προηγούμενη κανονικότητά τους. Το βασικό παράδειγμα, η Γερμανία του Χίτλερ, αναδύθηκε από την αγωνία μιας πεσμένης αυτοκρατορίας. Μετά την ενοποίηση της Γερμανίας υπό την εποχή του Μπίσμαρκ, η χώρα εξελίχθηκε σε μια αυτοκρατορία που γνώριζε επιτυχή ανάπτυξη. Ωστόσο, τα συσσωρευμένα πλήγματα από την ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ανατροπή του Κάιζερ (του Γερμανού αυτοκράτορα), καθώς και τις επακόλουθες πολεμικές αποζημιώσεις και την υπερπληθωριστική κρίση, οδήγησαν τη χώρα σε κατάσταση γενικευμένης κρίσης.

Ο υπερπληθωρισμός στη Γερμανία είδε την ισοτιμία μεταξύ του αμερικανικού δολαρίου και του γερμανικού μάρκου να εκτοξεύεται από 160 μάρκα ανά δολάριο το 1922 σε 4,2 τρισεκατομμύρια μάρκα ανά δολάριο έως τον Νοέμβριο του 1923. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, οι αποταμιεύσεις και η αυτοεκτίμηση των Γερμανών εξανεμίστηκαν. Όταν το Κραχ του 1929 χτύπησε, η Γερμανία πέρασε το κατώφλι της κατάρρευσης. Το ήδη εύθραυστο πολιτικό κέντρο κατέρρευσε. Οι Γερμανοί καπιταλιστές αντιμετώπιζαν την πραγματική πιθανότητα μιας εργατικής τάξης που θα τους θεωρούσε υπεύθυνους — αυτούς και το καπιταλιστικό σύστημα — για τα δεινά της. Το 1932, η γερμανική Αριστερά (τόσο οι σοσιαλδημοκράτες - SPD όσο και οι ταχέως αναπτυσσόμενοι κομμουνιστές - KPD) συγκέντρωναν μαζί το ήμισυ των ψήφων του έθνους, ενώ η ύφεση συνεχιζόταν. Μια καταστροφή για τους καπιταλιστές διαφαινόταν στον ορίζοντα.

Οι Γερμανοί καπιταλιστές αισθάνονταν ότι αντιμετώπιζαν μια υπαρξιακή απειλή. Αποτελούσαν ένα πολύ μικρό ποσοστό του εκλογικού σώματος της Γερμανίας σε σύγκριση με τις ευρείες λαϊκές μάζες που στήριζαν τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές. Δεδομένου ότι η μόνη άλλη μαζική κοινωνική βάση συγκρίσιμη σε μέγεθος στη Γερμανία εκείνη την εποχή ήταν αυτή των Ναζί, ο πρόεδρος της Γερμανίας προσκάλεσε τον Χίτλερ να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο φασισμός του Χίτλερ κατέστρεψε άμεσα και κυριολεκτικά τα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα — τις κοινωνικές τους δομές, τη νομική τους υπόσταση και τα ηγετικά τους στελέχη. Μόλις ανήλθε στην εξουσία, το Ναζιστικό Κόμμα ουσιαστικά συγχωνεύθηκε στα ανώτερα κλιμάκιά του με τα αντίστοιχα της γερμανικής καπιταλιστικής ελίτ, σχηματίζοντας μια ενοποιημένη, κρατικά διαχειριζόμενη τάξη εργοδοτών. Ο φασιστικός συνασπισμός που εγκαθιδρύθηκε στην κορυφή της γερμανικής κοινωνίας διασφάλισε την επιβίωση του καπιταλισμού απέναντι στους σοσιαλιστικούς και κομμουνιστικούς του αντιπάλους.

{138} Για να εξασφαλίσουν μια μαζική κοινωνική βάση, οι Γερμανοί φασίστες έπρεπε να προσελκύσουν εργαζομένους και αυτοαπασχολούμενους σε σημαντικούς αριθμούς. Για να το επιτύχουν αυτό, έπρεπε να ανταγωνιστούν τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές. Εκεί όπου οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές εστίαζαν την κριτική τους στην καπιταλιστική τάξη και τον καπιταλισμό ως σύστημα, ο Χίτλερ στόχευσε τους Εβραίους. Οι Ναζί παρουσίαζαν διαρκώς τους Εβραίους ως πλούσιους και εκμεταλλευτές, χωρίς διάκριση. Στην πράξη, ο Χίτλερ υποκατέστησε την καπιταλιστική τάξη με τους Εβραίους, ώστε να οικειοποιηθεί τις στρατηγικές των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών. Ελάχιστη σημασία είχε το γεγονός ότι οι περισσότεροι Γερμανοί καπιταλιστές δεν ήταν Εβραίοι και ότι οι περισσότεροι Εβραίοι δεν ήταν εργοδότες καπιταλιστές. Η ενοχοποίηση των Γερμανοεβραίων εξυπηρετούσε μια κεντρική ανάγκη της καπιταλιστικής τάξης: απέσπασε την προσοχή της εργατικής τάξης από το να αναγνωρίσει τους καπιταλιστές και τον ίδιο τον καπιταλισμό ως τους πραγματικούς της αντιπάλους.

Αξιοποιώντας μια μαζική βάση, ένας φασίστας ηγέτης όπως ο Χίτλερ μπορούσε να διαπραγματευτεί μια ανταλλαγή: την αφοσίωση, τις ψήφους και τη στήριξη του Ναζιστικού Κόμματος προς το γερμανικό κεφάλαιο και τον καπιταλισμό, με αντάλλαγμα τη στήριξη των καπιταλιστών προς το Κόμμα και την κυβέρνησή του, μόλις αυτή αναλάμβανε την εξουσία. Ο γερμανικός φασισμός ήταν το τελικό αποτέλεσμα αυτής της συμφωνίας. Ο φασισμός βοήθησε τον γερμανικό καπιταλισμό να επιβιώσει των κρίσεών του (της ήττας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, του υπερπληθωρισμού το 1923 και της Μεγάλης Ύφεσης το 1929) χωρίς να μεταβληθεί η βασική δομή του καπιταλιστικού συστήματος. Ο φασισμός βοήθησε και άλλα καπιταλιστικά καθεστώτα να ξεπεράσουν τις κρίσεις τους· παραμένει μια ενδεχόμενη επιλογή σε περιόδους κρίσης των καπιταλιστικών οικονομιών.

Η εμβάθυνση των ανισοτήτων και η παρακμή των αυτοκρατοριών προκαλούν σήμερα κρίσεις και σε άλλα καπιταλιστικά συστήματα: για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όλο και περισσότεροι πολίτες θέτουν υπό αμφισβήτηση και επικρίνουν τη δυνατότητα ανάδυσης του φασισμού. Πρόσφατες εκλογές και οι εντεινόμενες κοινωνικές διαιρέσεις έχουν αναδείξει το ερώτημα: θα κινηθεί ο αμερικανικός καπιταλισμός προς μια φασιστική κατεύθυνση; Δεν έχουμε ακόμη φασισμό στις ΗΠΑ. Και αν αρκετοί Αμερικανοί κατανοήσουν αυτή τη δυνατότητα και κινητοποιηθούν για να την αποτρέψουν, ίσως να μην έρθει ποτέ.

Βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο φασισμός σημαίνει έναν πληθυσμό ελεγχόμενο από μια συγχώνευση κυβέρνησης και καπιταλιστών, με στόχο τη διάσωση του καπιταλισμού {139} μέσω της επιβολής των όρων του. Ο σοσιαλισμός σημαίνει ένα κοινωνικό σύστημα που υπερβαίνει τον καπιταλισμό. Αυτές είναι ασταθείς εποχές για την οικονομία, την πολιτική και τον κοινωνικό ιστό της ζωής μας. Σήμερα, δύο μεγάλα πολιτικά ερωτήματα τίθενται: Πρώτον, θα συγκροτηθεί και θα επικρατήσει μια αποτελεσματική αντιπολίτευση απέναντι στη φασιστική λύση; Και δεύτερον, θα αναδυθεί και θα διαμορφώσει το μέλλον του έθνους ένα αποτελεσματικό κοινωνικό κίνημα για τη μετάβαση πέρα από τον καπιταλισμό;

[Richard D. Wolff, Understanding Capitalism]

[Richard D Wolff – Κατανοώντας τον Καπιταλισμό | social and political theory](https://volontegenerale.wordpress.com/richard-d-wolff-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%b9%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c/)