**[αλλοτρίωση {γερμ. *Entäusserung* ή *Entfremdung* (αποξένωση)}]**
Ακραίος αποχωρισμός από την ίδια τη φύση του ανθρώπου, από τα προϊόντα της εργασίας του ή από την κοινωνική πραγματικότητα, ο οποίος συχνά καταλήγει σε αδιαφορία ή ακόμη και σε ανοιχτή αποστροφή απέναντι σε κάποια όψη της ζωής που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσε να είναι ελκυστική και ουσιώδης. Ο Χέγκελ εισήγαγε τον όρο, επισημαίνοντας ότι η ανθρώπινη ζωή, εφόσον δεν συλλαμβάνεται μέσω του Απολύτου, καθίσταται εύκολα αποξενωμένη από τον φυσικό κόσμο. Ο Φόιερμπαχ, από την άλλη, τόνισε τις επικίνδυνες πρακτικές συνέπειες μιας ακραίας απομάκρυνσης από την ίδια τη φύση και τις ίδιες τις δραστηριότητες του ανθρώπου. Ο Μαρξ προχώρησε περαιτέρω αυτή τη γραμμή σκέψης, επισημαίνοντας ότι οι συνθήκες μιας καπιταλιστικής κοινωνίας καθιστούν αδύνατο για τους εργαζόμενους να ζουν με ουσιαστικό τρόπο σε σχέση μεταξύ τους, με τα προϊόντα της εργασίας τους ή ακόμη και με τον ίδιο τους τον εαυτό. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ και άλλες φεμινίστριες στοχάστριες υπογραμμίζουν ότι οι γυναίκες σε μια πατριαρχική κουλτούρα υφίστανται πρόσθετες μορφές αλλοτρίωσης, όταν αντιμετωπίζονται συστηματικά ως αντικείμενα της ανδρικής σεξουαλικής επιθυμίας και εξαναγκάζονται, στην πράξη, να υποτάσσονται σε πολιτικούς, κοινωνικούς και διανοητικούς κανόνες με ανδρική μεροληψία.
**Προτεινόμενη βιβλιογραφία:**
István Mészáros, *Marx’s Theory of Alienation* (Merlin, 1986)·
Bertell Ollman, *Alienation: Marx’s Conception of Man in Capitalist Society* (Cambridge, 1977)·
Richard Moran, *Authority and Estrangement* (Princeton, 2001)·
Arthur G. Neal & Sara F. Collas, *Intimacy and Alienation: Forms of Estrangement in Female/Male Relationships* (Garland, 2000).
[alienation {Ger. Entäusserung or Entfremdung}
Extreme separation from one's own nature, from the products of one's labor, or from social reality, which often results in an indifference or outright aversion toward some aspect of life that might otherwise be attractive and significant. Hegel introduced the term, pointing out that human life, unless comprehended through the Absolute, easily becomes estranged from the natural world. Feuerbach, on the other hand, emphasized the dangerous practical consequences of an extreme detachment from one's own nature and activities. Marx carried this line of thought further, by noting that conditions in a capitalist society make it impossible for workers to live meaningfully in relation to each other, to the products of their labor, or even to themselves. Simone de Beauvoir and other feminist thinkers point out that women in a patriarchal culture undergo additional forms of alienation when they are pervasively treated as the objects of male sexual desire and effectively coerced into submitting to male-biased political, social, and intellectual norms.
Recommended Reading: Istvan Meszaros, Marx's Theory of Alienation (Merlin, 1986); Bertell Ollman, Alienation: Marx's Conception of Man in Capitalist Society (Cambridge, 1977); Richard Moran, Authority and Estrangement (Princeton, 2001); and Arthur G. Neal and Sara F. Collas, Intimacy and Alienation: Forms of Estrangement in Female/Male Relationships (Garland, 2000).
Also see EB. ](http://www.philosophypages.com/dy/a2.htm)
Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026
αλλοτρίωση {γερμ. Entäusserung ή Entfremdung (αποξένωση)}
Κυριακή 3 Μαΐου 2026
behaviorism (συμπεριφορισμός)
[behaviorism (συμπεριφορισμός)
Belief that all mental phenomena can be explained by reference to publicly observable behavior or dispositions to behave. Modern psychology, exemplified by Watson and Skinner, is founded on the methodological principle that only overt human conduct (as opposed to introspection) is available for objective study, including scientific prediction and confirmation. In a more radical metaphysical form, behaviorism may deny the reality of mental entities or processes, all of which are held to be reducible to physical things or events. Logical or linguistic behaviorism, like that of Gilbert Ryle, holds that assertions about mental events can always be analyzed in behavioral terms. Contemporary functionalism is often regarded as a modest form of philosophical behaviorism.
«Η πεποίθηση ότι όλα τα νοητικά φαινόμενα μπορούν να εξηγηθούν με αναφορά σε δημόσια παρατηρήσιμη συμπεριφορά ή σε διαθέσεις για συμπεριφορά. Η σύγχρονη ψυχολογία, όπως εκπροσωπείται από τον John B. Watson και τον B. F. Skinner, θεμελιώνεται στη μεθοδολογική αρχή ότι μόνο η έκδηλη ανθρώπινη συμπεριφορά (σε αντίθεση με την ενδοσκόπηση) είναι διαθέσιμη για αντικειμενική μελέτη, συμπεριλαμβανομένης της επιστημονικής πρόβλεψης και επιβεβαίωσης. Σε μια πιο ριζοσπαστική μεταφυσική εκδοχή, ο συμπεριφορισμός μπορεί να αρνείται την πραγματικότητα των νοητικών οντοτήτων ή διεργασιών, οι οποίες θεωρείται ότι αναγώγονται σε φυσικά πράγματα ή συμβάντα. Ο λογικός ή γλωσσικός συμπεριφορισμός, όπως εκείνος του Gilbert Ryle, υποστηρίζει ότι οι προτάσεις σχετικά με νοητικά συμβάντα μπορούν πάντοτε να αναλυθούν σε όρους συμπεριφοράς. Ο σύγχρονος λειτουργισμός συχνά θεωρείται ως μια μετριοπαθής μορφή φιλοσοφικού συμπεριφορισμού.»
Recommended Reading: John B. Watson, Behaviorism (Transaction, 1998); B. F. Skinner, About Behaviorism (Random House, 1976); Gilbert Ryle, The Concept of Mind (Chicago, 2000); and John Staddon, Behaviorism (Focus, 1993).
Also see SEP, IEP, ISM, EB, Wilfrid Sellars, and DPM. ](http://www.philosophypages.com/dy/b2.htm)
Πέμπτη 30 Απριλίου 2026
ambiguity (αμφισημία) vs. vagueness (αοριστία)
[ambiguity (αμφισημία) vs. vagueness (αοριστία)
ambiguity (αμφισημία): Η παρουσία δύο ή περισσότερων διακριτών σημασιών για μία μόνο λέξη ή έκφραση. Καθεαυτήν, η αμφισημία αποτελεί ένα κοινό, ακίνδυνο και συχνά διασκεδαστικό χαρακτηριστικό της καθημερινής γλώσσας. Όταν όμως δε γίνεται αντιληπτή μέσα στο πλαίσιο κατά τα άλλα προσεκτικού συλλογισμού, μπορεί να οδηγήσει σε μία από τις λεγόμενες άτυπες πλάνες.
Παράδειγμα: "I'll give you a ring tomorrow." μπορεί να σημαίνει είτε την υπόσχεση προσφοράς κοσμήματος είτε απλώς την πρόθεση να τηλεφωνήσει κανείς.
Σημείωσε τη διαφορά μεταξύ ambiguity (αμφισημίας) και vagueness (αοριστίας).
{Η έννοια της αμφισημίας γενικά αντιπαρατίθεται με την αοριστία. Στην αμφισημία επιτρέπονται συγκεκριμένες και διακριτές ερμηνείες (αν και ορισμένες μπορεί να μην είναι άμεσα εμφανείς), ενώ όταν η πληροφορία είναι αόριστη, είναι δύσκολο να διαμορφωθεί οποιαδήποτε ερμηνεία στο επιθυμητό επίπεδο προσδιοριστικότητας (specificity). – Wikipedia}
Recommended Reading: Israel Scheffler, Beyond the Letter: A Philosophical Inquiry into Ambiquity, Vagueness and Metaphor in Language (Routledge, 1981) and Douglas Walton, Fallacies Arising from Ambiguity (Kluwer, 1996)
Also see SEP, EB, and FF. ](http://www.philosophypages.com/dy/a4.htm)