Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Eugen Fink. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Eugen Fink. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Ο Χούσερλ τείνει να εγκαταλείψει την ονομασία «αποβλεπτικότητα» για τη συγκρότηση του εσωτερικού χρόνου

Συνομιλία με τον Χούσερλ και τον Φινκ, 15/7/32

Ο Χούσερλ τείνει να εγκαταλείψει την ονομασία «αποβλεπτικότητα» για τη συγκρότηση του εσωτερικού χρόνου. Η αποβλεπτικότητα είναι δραστηριότητα του εγώ, είτε πρωτογενής είτε τροποποιημένη. Οι κιναισθητικές διεργασίες είναι δραστηριότητες του εγώ, και κάθε υπερβατική αντικειμενικότητα, ξεκινώντας από τέτοιου είδους πράγματα όπως κηλίδες συγκροτημένες οφθαλμοκινητικά, είναι επιτεύγματα της ενέργειας του εγώ. Γενετικά, αυτές οι μη πλέον συλλαμβανόμενες αντικειμενικότητες έχουν αναπτυχθεί από ένα στάδιο στην ανάπτυξη της συνείδησης κατά το οποίο συλλαμβάνονταν πράγματι. Αυτό που ο Χούσερλ αποκαλεί δευτερογενή παθητικότητα είναι πράγματι μια τροποποίηση της ενεργού αποβλεπτικότητας. Η κιναισθητική διαδικασία είναι δραστηριότητα του εγώ ακόμη και όταν δεν είναι άμεση βούληση αλλά συνήθεια.

Η δραστηριότητα του εγώ παράγει κάθε αντικειμενοποίηση. Στη δραστηριότητα του αναστοχασμού, η εμμενής σφαίρα και οι προ-κοσμικές αντικειμενικότητες αντικειμενοποιούνται, και τους αποδίδονται ταυτότητα και είναι. Στη δραστηριότητα της υπερβατολογικής αναστοχαστικότητας, στο εμμενές αποδίδεται υπερβατολογικό είναι· το ήδη αντικειμενοποιημένο κοσμικό και προ-κοσμικό λαμβάνει μια τροποποίηση του είναι του, ως φαινομενικό. Αλλά ο ίδιος ο αναστοχασμός λαμβάνει είναι μόνο όταν γίνεται αντικείμενο ενός άλλου αναστοχασμού.

Η ροή του εμμενούς χρόνου — το πρωταρχικό «τώρα» και το συγκρατημένο {93} παρελθόν — είναι η μορφή κάθε δραστηριότητας του εγώ και αντικειμενοποιείται όταν οι ίδιες οι δραστηριότητες του εγώ νοηματοδοτούνται σε ανώτερα αναστοχαστικά ενεργήματα. Αλλά ως μορφή δεν είναι δραστηριότητα, και αν εννοούμε με τον όρο αποβλεπτικότητα την δραστηριότητα, τότε δεν είναι αποβλεπτικότητα.

Και ο Φινκ και εγώ αντιταχθήκαμε σε αυτόν τον περιορισμό της σημασίας της αποβλεπτικότητας.

[Conversations with Husserl and Fink: 92-3]

Το έσχατο πρόβλημα της φαινομενολογίας είναι η αποσαφήνιση της δομής του ζώντος παρόντος.

LXIII

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 29/6/32

Είπα στον Χούσερλ ότι εργαζόμουν πάνω στα χωρία του χειρογράφου των Logische Studien όπου πραγματεύεται η ενότητα της Anschauung <εποπτείας>. Εξέφρασε έκπληξη που το θέμα πραγματεύεται εκεί καθόλου και είπε ότι η επεξεργασία του εκεί πρέπει να είναι πολύ πρωτόγονη.

Το έσχατο πρόβλημα της φαινομενολογίας είναι η αποσαφήνιση της δομής του ζώντος παρόντος. Εδώ βρίσκουμε μια παθητικά συγκροτημένη δομή, υλητική από τη μια πλευρά και εγωλογική ‒ αλλά παθητική ‒ από την άλλη, η οποία προηγείται κάθε δραστηριότητας του εγώ. Μέσα σε αυτή βρίσκουμε τη συγκρότηση της ενότητας, αλλά όχι της ταυτότητας. Η τελευταία απαιτεί ενεργή επανενθύμηση. Η παθητική συγκεκριμένη ροή του ζώντος παρόντος περιλαμβάνει όχι μόνο ένα ρέον εντυπωσιακό τώρα, με τις {92} συνεπαγόμενες συγκρατήσεις και προκρατήσεις άλλων περιεχομένων-τώρα ‒ που σχηματίζουν τη βάση για τη συγκρότηση του εμμενούς χρόνου ‒ αλλά επίσης και μια ταυτόχρονη ροή Vergegenwärtigungen <αναπαρουσιάσεων> παρελθοντικών περιεχομένων, «μνημών» παθητικά συγκροτημένων χωριστά από την ενεργό προσοχή του εγώ, ακριβώς όπως και οι εντυπώσεις και οι συγκρατήσεις. Δυνάμει της συνάφειάς τους, μέσα στον έναν χρόνο του ζώντος παρόντος, με πρωτογενή εντυπωσιακά περιεχόμενα, αυτές οι αναπαρουσιάσεις (εξίσου υλητικές αλλά μη πρωτογενείς) έχουν μια Deckungsrelation <σχέση επικάλυψης> με αυτά και ‒ παθητικά ‒ συγκροτούν μια αντιπαλότητα η οποία, εντελώς ανεξάρτητα από κάθε προσοχή του εγώ, απωθεί είτε το ένα είτε το άλλο για κάποιο χρονικό διάστημα. Συγκρούονται πράγματι μέσα στα αισθητηριακά πεδία, δυνάμει της ταυτόσημης θέσης τους μέσα σε εκείνο το δισδιάστατο πολλαπλό.

Αυτή η εξαιρετική περιγραφή προκάλεσε ζωηρές αντιρρήσεις τόσο από τον Φινκ όσο και από εμένα.

[Conversations with Husserl and Fink: 89-90]

Ο Χούσερλ μίλησε για την αναγωγή της υπερβατολογικής συνείδησης στο ζων παρόν, τη «stehender Strömung» <στάσιμη, ή ακίνητη ροή> του Τώρα.

LXI

Συνομιλία με τον Χούσερλ και τον Φινκ, 23/6/32

Ο Χούσερλ μίλησε για την αναγωγή της υπερβατολογικής συνείδησης στο ζων παρόν, τη «stehender Strömung» <στάσιμη, ή ακίνητη ροή> του Τώρα. Πρόκειται για ένα είδος δεύτερης αναγωγής, μετά τη φαινομενολογική αναγωγή στην υπερβατολογική συνείδηση, και κινητοποιείται από τη διορατικότητα ότι η υπερβατολογική συνείδηση, στην πλήρη της έκταση πέρα από το παρόν, είναι ένα Geltungsphänomen <φαινόμενο ισχύος, εγκυρότητας> για το παρόν. Το παρόν, από την άλλη πλευρά, δεν είναι αναγώγιμο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως φαινόμενο. Είναι το «das Urtümliche» <το πρωταρχικό>. Ο Φινκ επέστησε την προσοχή στη διαφορετική σημασία με την οποία ο Χάιντεγκερ χρησιμοποιεί τη λέξη «φαινόμενο»: εκείνο που δείχνει τον εαυτό του. Η φαινομενολογία είναι ο λόγος του dem Sich-zeigenden <αυτού-που-δείχνεται>, για τον Χάιντεγκερ. (Ο Φινκ έχει αποδώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη χουσερλιανή σημασία του φαινομένου (και συσχετικά, της φαινομενολογίας) στο Entwurf <σχέδιο> του για τη νέα πρώτη μελέτη.) Παρ’ όλα αυτά, ο Χούσερλ φαινόταν διατεθειμένος να αποκαλέσει το υπερβατολογικό παρόν «Urphänomen» <πρωταρχικό φαινόμενο>, προφανώς οδηγούμενος από το γεγονός ότι αυτό είναι κατά κάποια έννοια ένα Geltungsphänomen για το αναστοχαζόμενο υπερβατολογικό εγώ. Το αναστοχαστικό ενέργημα μέσα στο οποίο δίδεται το υπερβατολογικό παρόν είναι το ίδιο «ανώνυμο» και πρέπει πρώτα να αντικειμενοποιηθεί μέσα σε έναν νέο υπερβατολογικό αναστοχασμό. Προχωρώντας έτσι, δημιουργούμε τη δυνατότητα ενόρασης μέσα στην πιθανή ατέρμονη επανάληψη τέτοιων υψηλότερων επιπέδων αναστοχασμού. Αλλά εδώ ο Χούσερλ έβλεπε μια δυσκολία.

Μια άλλη δυσκολία σχετικά με την παρούσα υπερβατολογική συνείδηση είναι ότι, μόλις επιχειρούμε να τη συλλάβουμε εννοιολογικά, την υπερβαίνουμε.

{90} Μπορεί να προσδιοριστεί μόνο στη σχέση της προς τις ίδιες τις αποβλεπτικές της τροποποιήσεις, ένα συνεχώς τροποποιούμενο συγκρατησιακό παρελθόν [continuously modalized retentional past]. Τώρα, δηλαδή σε σχέση προς αυτό που παράγει, ένα νέο σταθερό σημείο στον υπερβατολογικό χρόνο ‒ ή σε σχέση προς τα άλλα παρελθοντικά και μελλοντικά τώρα, τα οποία είναι επίσης αποβλεπτικά οιονεί-αντικείμενα του παρόντος τώρα. Και πάλι, το Τώρα είναι πάντοτε παρόν, αλλά πάντοτε διαφοροποιεί τον εαυτό του μέσω της τροποποίησης του περιεχομένου του, έτσι ώστε αποκτούμε παρελθοντικά και μελλοντικά περιεχόμενα-τώρα, μέσα στη χρονική δομή του εμμενούς χρόνου. Ακριβώς όπως η υπερβατολογική συνείδηση, στην εμμενή χρονική της έκταση, είναι η πηγή της Zeitigung <χρονικοποίησης> των υπερβατικών αντικειμένων, έτσι και η stehend fliessende Gegenwart <σταθερή ρέουσα παρουσία> είναι η πηγή της Zeitigung των εμμενών αντικειμένων.

Για να φτάσει στη λύση αυτών των προβλημάτων, ο Χούσερλ είπε ότι πρέπει να μελετήσει τα δικά του παλαιά χειρόγραφα. Δεν τα θυμάται πρόχειρα. Είναι υπερβολικά δύσκολα.

[...] [Conversations with Husserl and Fink: 89-90]

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Παρότι αρχικά ανεξέλεγκτη, η κιναισθησία είναι ουσιωδώς ένα υποκειμενικό, βουλητικό ζήτημα

XLII

Συνομιλία με τον Husserl και τον Fink, 5/1/32

Μιλώντας πάνω στο γενικό θέμα του καθολικού βουλησιαρχισμού, το οποίο είχε ανοίξει στις 28/12/31, ο Husserl παρατήρησε ότι κάθε ενέργεια (Handeln), όπως τη συναντούμε, είναι ένα πράττειν που προϋποθέτει μια κατάσταση η οποία η ίδια προκύπτει από προηγούμενες ενέργειες, από προηγούμενα πράττειν. Αυτό φαίνεται να μας οδηγεί σε μια άπειρη παλινδρόμηση, αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί στην αναγκαία συγκρότηση καταστάσεων όπου υπάρχει μια δραστηριότητα, ένα πράττειν, το οποίο δεν προϋπέθετε προηγούμενα πράττειν. Τέτοιες καταστάσεις είναι εκείνες στις οποίες το εγώ, ας πούμε στην πρώιμη βρεφική ηλικία, έρχεται αντιμέτωπο με το αυτοσυγκροτούμενο υλαισθητικό ρεύμα (hyletic flux), αλλά δεν έχει ακόμη συγκροτήσει ενεργητικά αντικείμενα, δεν έχει ακόμη συγκροτήσει κανένα από τα αντικειμενικά στρώματα που προϋποτίθενται για τη συγκρότηση των αντικειμένων. Το παιδί έχει, απέναντι στο υλαισθητικό ρεύμα, ένα λίγο-πολύ οργανωμένο κιναισθητικό ρεύμα, το οποίο εμφανίζει συσχετίσεις με το κιναισθητικό* ρεύμα. Παρότι αρχικά ανεξέλεγκτη, η κιναισθησία είναι ουσιωδώς ένα υποκειμενικό, βουλητικό ζήτημα. Αυτό που εννοεί ο Husserl με τον όρο κιναισθησία δεν είναι οι σωματικές αισθήσεις που συνοδεύουν την κίνηση ή τη μυϊκή ένταση, ούτε οι εσωτερικές αισθήσεις, αλλά μάλλον κάτι βουλητικό ή οιονεί βουλητικό που απομένει όταν αφαιρέσει κανείς τέτοιες αισθήσεις. Αυτό δε μου ήταν σαφές προηγουμένως, όπως πιθανόν δείχνουν οι αναφορές μου από προηγούμενες συνομιλίες πάνω στο ζήτημα. Το βρέφος, όπως και ο ενήλικας, ωθείται στο να προκαλεί ενεργά εκείνες τις κιναισθητικές ακολουθίες οι οποίες φαίνεται να επιφέρουν τη διατήρηση ή την επανεμφάνιση κάποιου αξιολογημένου, κατ’ αρχάς κάποιου ευχάριστου. Όχι όμως ενός ευχάριστου «αντικειμένου» με την πλήρη έννοια — τέτοια αντικείμενα δεν έχουν ακόμη συγκροτηθεί — αλλά ενός ευχάριστου αισθήματος. Ολόκληρη η ψυχική ζωή καθορίζεται από μια τάση προς την πρόκληση ή τη συγκρότηση του διαρκούς, του ταυτόσημου με τον εαυτό του, του επαναλαμβανόμενου.

^* Πιθανότατα εννοούσα «υλαισθητικό» (hyletic).

[Conversations with Husserl and Fink: 63-4]