Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα fiat. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα fiat. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Έτσι ανασυγκροτούμε μια περίοδο στη ζωή του ατόμου κατά την οποία δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει θεσμίζοντα (stiftende) ενεργήματα, αλλά όπου υπήρχε αφενός ένα αντικειμενικό αυτοσυγκροτούμενο υλαισθητικό ρεύμα και αφετέρου μια υποκειμενική «κιναισθητική» ορμή, η οποία ήταν ενστικτώδης, χωρίς συνείδηση σκοπού.

XLIII

Συνομιλία με τον Husserl, 13/1/32

Το Sich auskennen <να γνωρίζει κανείς διεξοδικά κάτι, να είναι ειδήμων ή καλά εκπαιδευμένος σε κάτι>, όπως π.χ. στο παίξιμο του πιάνου, δεν είναι ζήτημα απλών νευρικών συνηθειών [nerve-habits], αλλά μάλλον ζήτημα ιζηματοποιημένων βουλητικών ενεργημάτων [precipitated voluntary acts], όλα ενωμένα σε μια σύνθετη δομή, στην οποία, ως σύνολο, αποδίδω τη συγκατάθεσή [fiat] μου όταν αρχίζω να παίζω. Δεν χρειάζεται να αποδώσω τη συγκατάθεσή μου άμεσα σε καθένα από τα υπαγόμενα ενεργήματα.

{65} Μέσω της μεθόδου της Abbau <αποδόμηση> οδηγούμαστε όχι μόνο στη διάκριση δομικών επιπέδων αλλά και στην «ανακατασκευή» μιας πραγματικής χρονικής διαδικασίας στην οποία τα κατώτερα επίπεδα προηγήθηκαν των ανώτερων. Έτσι ανασυγκροτούμε μια περίοδο στη ζωή του ατόμου κατά την οποία δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει θεσμίζοντα (stiftende) ενεργήματα, αλλά όπου υπήρχε αφενός ένα αντικειμενικό αυτοσυγκροτούμενο υλαισθητικό ρεύμα και αφετέρου μια υποκειμενική «κιναισθητική» ορμή, η οποία ήταν ενστικτώδης, χωρίς συνείδηση σκοπού. Υπήρχαν επίσης πρωτογενή στοιχεία αισθήματος, μη προσδεδεμένα σε αντικείμενα, αφού δεν υπήρχαν ακόμη αντικείμενα. Αυτή η ενορμητική δραστηριότητα [conative activity] κατευθύνεται προς το υλαισθητικό ρεύμα [hyletic flux] και προσδιορίζεται προς την ταυτοποίηση και τη διατήρηση του ευχάριστου. Όταν τυχαία εγκαθιδρύει έναν «επιτυχή» (προκαλούντα ευχαρίστηση, διατηρητικό, ενισχυτικό) τύπο διεργασιών (Verlaufstypus), τότε γίνεται σκοποθετημένη (zielbewusst) και γίνεται μια ορμή περισσότερο όμοια με εκείνη που γνωρίζουμε.

Η διάκριση ύλης και μορφής εμφανίζεται στον ήδη αυτοσυγκροτημένο άνθρωπο μέσα στον κόσμο τον οποίο έχει συγκροτήσει, ως η διάκριση μεταξύ φύσης και νου. Η φαινομενολογία, αποκαλύπτοντας το έργο του νου στη συγκρότηση της φύσης και του νου, μεταφέρει τη διάκριση πίσω στο πιο πρωτογενές επίπεδο που αναφέρθηκε παραπάνω, αλλά εκεί η διάκριση πρέπει να παραμείνει ως θεμελιώδης.

[Conversations with Husserl and Fink: 64-5] 

καθολικός βουλησιαρχισμός (universal voluntarism)

XL

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 28/12/31

[Conversations with Husserl and Fink: 61-63]

Ο Χούσερλ είπε ότι εργαζόταν πάνω στην πραγμάτωση ενός καθολικού βουλησιαρχισμού [universal voluntarism]. Αντιτίθεται στο να θεωρούνται ταξινομήσεις ενεργημάτων όπως εκείνες του Brentano ως αληθείς θεμελιώδεις διακρίσεις. Κάθε ενέργημα, καθόσον εκτελείται από το εγώ, είναι μια απόφαση, μια Bejahung, <κατάφαση>, και επιπλέον υπάρχει μία βουλητική όψη στα φαινόμενα υποβάθρου του νου. Υπάρχει ένα είδος Hintergrundsentscheidung <απόφαση υποβάθρου>, η οποία δεν είναι πλήρης εγω-απόφαση.

Όπως και αλλού στη φαινομενολογία, έτσι και εδώ η μέθοδος είναι εκείνη της περιγραφής των πιο προφανών φαινομένων του είδους που μας ενδιαφέρει και της Rückfrage <αναδρομικής διερώτησης, ερώτησης προς τα πίσω> προς τη συγκρότησή τους. Παραμερίζοντας τη φαινομενολογική αναγωγή μπορεί κανείς να πει ότι ζούμε συνεχώς μέσα σε έναν ήδη συγκροτημένο κόσμο πραγματικότητας και ότι συνεχώς «αναμιγνυόμαστε» μέσα σε αυτόν τον κόσμο, μεταβάλλοντάς τον ως αποτέλεσμα εκούσιων αποφάσεων. Ο κόσμος, ή μάλλον κάποιο μέρος του, δίδεται ως πραγματικά έτσι-και-έτσι. Εμείς αποφασίζουμε να τον κάνουμε διαφορετικό. Όταν λαμβάνουμε μια τέτοια απόφαση, η επιθυμητή κατάσταση schwebt vor uns60 ως πρακτική δυνατότητα, την οποία μέσω ενός εκούσιου fiat αποφασίζουμε να πραγματώσουμε. Αυτή η συνείδηση μιας Zustand <κατάστασης> ως πρακτικής δυνατότητας πρέπει να διακριθεί από μια απλή {62} συνείδηση μιας δυνατότητας μέσα στη φαντασία. Τη λέξη «fiat» ο Χούσερλ, είπε, την οφείλει στον William James, ο οποίος είχε την ικανότητα να εντοπίζει σημαντικά φαινομενολογικά δεδομένα, αλλά δεν έκανε πολλά με την αποβλεπτικότητα και έτσι έχασε το ουσιώδες στοιχείο του νου.

60 «Βρίσκεται σε εκκρεμότητα, αιωρείται μπροστά μας.»

Τα πιο προφανή βουλητικά φαινόμενα είναι εκείνα των παρόντων αποφάσεων. Μια πρώτη διάκριση που μπορούμε να κάνουμε μεταξύ των παρόντων αποφάσεων είναι η διάκριση ανάμεσα σε εκείνες που εκτελούνται αμέσως, π.χ. μια απόφαση να καπνίσω ένα τσιγάρο, και σε εκείνες που εκτελούνται στο μέλλον, π.χ. μια απόφαση να συναντήσω έναν φίλο αύριο στον σταθμό στις πέντε η ώρα. Στη δεύτερη τάξη αποφάσεων, η ήδη ληφθείσα απόφαση παραμένει σε ισχύ κατά τη διάρκεια του μεσοδιαστήματος, ακόμη κι αν δεν υπάρχει ενεργή εκτέλεση της απόφασης κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος. Το μεσοδιάστημα είναι ουσιώδες μέρος της βουλητικής διαδικασίας.

Εγώ είχα παρερμηνεύσει το νόημα αυτής της διαίρεσης μεταξύ μεσολαβημένα και αμέσως εκτελούμενων αποφάσεων, και έτσι αντέτεινα ότι μια διαδικασία όπως η απόφαση να πάρω ένα τσιγάρο και κατόπιν το να το πάρω, δεν ήταν μια άμεση εκτέλεση μιας απόφασης, αφού προϋπέθετε την εκτέλεση κινήσεων του χεριού και των δακτύλων πριν από την πραγματική λήψη. Αυστηρά μιλώντας, οι μόνες άμεσες εκτελέσεις αποφάσεων ήταν οι κινήσεις των σωματικών μας οργάνων. Αλλά ακόμη κι αυτές δεν είναι, υποστήριξα, άμεσες με αυστηρή έννοια, αφού αποτελούν τα μεσολαβημένα αποτελέσματα του πιο αληθινά άμεσου ελέγχου μας πάνω στη σειρά με την οποία προχωρούν ορισμένες σειρές κιναισθήσεων. Η διάκριση του Χούσερλ ήταν ανάμεσα σε διαδικασίες που περιλαμβάνουν μια αμέσως εκκινούμενη δραστηριότητα προς την πραγματοποίηση μιας απόφασης και σε διαδικασίες όπου η πραγματωτική δραστηριότητα [realizing activity] προηγείται από ένα διάστημα στο οποίο δεν υπάρχει καμία δραστηριότητα προς την πραγματοποίηση εκείνης της συγκεκριμένης απόφασης.

Ο Χούσερλ απάντησε ότι, καθόσον ζούμε μέσα στη φυσική στάση, δεν έχουμε άμεση συνείδηση των ήδη beherrschte <κυριαρχημένων, ελεγχόμενων> κιναισθητικών πεδίων. Στις αποφάσεις μας δεν κατευθύνουμε την ενεργή συνειδητή βούλησή μας προς την πρόκληση ορισμένων ακολουθιών κιναισθήσεων, αλλά μάλλον προς τις μεταβολές στη φύση που επιθυμούμε να επιφέρουμε. Μόνο μέσω της Rückfrage <αναδρομικής διερώτησης, ερώτησης προς τα πίσω> φθάνουμε στις κιναισθήσεις.

Όταν κάποιος έχει εκτελέσει μια απόφαση, δεν υπάρχει περαιτέρω δραστηριότητα σε σχέση με εκείνη την απόφαση. Αυτό δε σημαίνει ότι το ενέργημα έπαψε πλέον να είναι ενέργημα βούλησης, αλλά μάλλον ότι έχει καταστεί ένα ιδιότυπα τροποποιημένο ενέργημα βούλησης, ένα ίζημα το οποίο {63} παραμένει ως διαρκής στάση και μπορεί να επανενεργοποιηθεί. Ως επανενεργοποιημένο μπορεί να ακυρωθεί από ένα νέο ενέργημα βούλησης, οπότε στο εξής διατηρείται ως ακυρωμένο. Εδώ ανήκουν τα φαινόμενα της μεταμέλειας.