Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συντήρηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συντήρηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

η ζωντανή εργασία όχι απλώς προσθέτει νέα αξία, αλλά η ίδια η πράξη της προσθήκης μιας νέας αξίας στην παλιά, το συντηρεί, το διαιωνίζει

[289] Είναι προφανές, λοιπόν, ότι ο καπιταλιστής, μέσω της διαδικασίας της
ανταλλαγής με τον εργάτη — πληρώνοντας πραγματικά στον εργάτη ένα ισοδύναμο για
το κόστος παραγωγής που περιέχεται στην εργατική του ικανότητα, δηλ. με το να του δίνει
τα μέσα για να διατηρήσει την εργασιακή του ικανότητα αλλά οικειοποιούμενος τη ζωντανή
εργασία για τον εαυτό του — αποκτά δύο πράγματα δωρεάν: πρώτον, την
υπερεργασία που αυξάνει [290]
την αξία του κεφαλαίου του, αλλά ταυτόχρονα, δεύτερον, την ποιότητα της
ζωντανής εργασίας που συντηρεί την προηγούμενη εργασία που υλοποιήθηκε στα
συστατικά μέρη του κεφαλαίου και έτσι συντηρεί την προηγούμενη
αξία του κεφαλαίου. Ωστόσο, αυτή η συντήρηση δεν οφείλεται στο ότι η ζωντανή εργασία
/αυξάνει την ποσότητα της αντικειμενοποιημένης εργασίας /και δημιουργεί έτσι αξία,
αλλά απλώς στο γεγονός ότι με την προσθήκη μιας νέας ποσότητας εργασίας υπάρχει
ως /ζωντανή /εργασία, στην ενυπάρχουσα σχέση με το υλικό και
το όργανο εργασίας που τίθεται από την παραγωγική διαδικασία· δηλ. οφείλεται
στην /ποιότητά της /ως ζωντανή εργασία. Αλλά όπως αυτή η ποιότητα, η ζωντανή εργασία είναι
η ίδια μια στιγμή της απλής παραγωγικής διαδικασίας, και ο καπιταλιστής
δεν χρειάζεται να την πληρώσει, όπως το νήμα και ο αργαλειός δεν του κοστίζουν
οτιδήποτε πέρα ​​και πάνω από την τιμή τους για να είναι επίσης στιγμές της
παραγωγικής διαδικασίας.
Αν, π.χ. σε περιόδους στασιμότητας του εμπορίου κλπ, οι μύλοι κλείνουν,
τότε μπορεί πράγματι να φανεί ότι η μηχανή σκουριάζει και το νήμα είναι
άχρηστο έρμα, και σαπίζει, μόλις η σχέση τους με τη ζωντανή εργασία
παύει. Αν ο καπιταλιστής απλώς [III-43] παραγγέλνει εργασία έτσι ώστε να παράγει
υπεραξία —για να παραχθεί αξία που δεν υπάρχει ακόμη—μπορεί να φανεί ότι
μόλις σταματήσει να παραγγέλνει εργασία, το ήδη υπάρχον κεφάλαιό του επίσης
υποτιμάται· δηλ. ότι η ζωντανή εργασία όχι απλώς προσθέτει νέα αξία, αλλά
η ίδια η πράξη της προσθήκης μιας νέας αξίας στην
παλιά, το συντηρεί, το διαιωνίζει.

[289] It is evident, then, that the capitalist, by means of the process of
exchange with the worker—by actually paying the worker an equivalent for
the production costs contained in his labour capacity, i.e. by giving
him the means to preserve his labour capacity but appropriating living
labour for himself—obtains two things free of charge: firstly, the
surplus labour which increases [290]
the value of his capital, but at the same time, secondly, the quality of
living labour which preserves the previous labour materialised in the
component parts of capital and thus preserves the previously existing
value of the capital. Yet this preservation is not due to living labour
/increasing the amount of objectified labour /and thus creating value,
but simply to the fact that in adding a new quantity of labour it exists
as /living /labour, in the immanent relationship to the material and
instrument of labour posited by the production process; i.e. it is due
to its /quality /as living labour. But as this quality, living labour is
itself a moment of the simple production process, and the capitalist
does not have to pay for it, just as the yarn and the loom do not cost
him anything over and above their price for being likewise moments of
the production process.
If, e.g. in time of stagnation of trade, etc., the mills are shut down,
then it can indeed be seen that the machinery rusts and the yarn is
useless ballast, and rots, as soon as their relation to living labour
ceases. If the capitalist merely [III-43] orders work so as to produce
surplus value—to produce value not yet existing—it can be seen that as
soon as he ceases to order work, his already existing capital, too, is
depreciated; i.e. that living labour not merely adds new value, but by
the very act of adding a new value TO
THE OLD ONE, MAINTAINS, ETERNALISES IT.

[Karl Marx, MECW, vol. 28]

 

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Οι φυσιοκράτες υιοθέτησαν εμμέσως αυτό που έχει ονομαστεί «οικονομική ερμηνεία της ιστορίας» (Gianni Vaggi)

Οι φυσιοκράτες υιοθέτησαν εμμέσως αυτό που έχει ονομαστεί «οικονομική ερμηνεία της ιστορίας» (βλ. Georges Weulersse, 1910a, τόμ. II, σ. 132). Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η κατανόησή μας της κοινωνίας πρέπει να βασίζεται στις θεμελιώδεις ανάγκες των ανθρώπινων όντων και στις προσπάθειές τους να τις ικανοποιήσουν (βλ. Luigi Einaudi, 1958, σσ. ix–xi). Οι κοινωνίες διαμορφώνονται σύμφωνα με τους συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι κατορθώνουν να επιλύσουν το πρόβλημα της συντήρησης (subsistence) (βλ. Ronald Meek, 1962, σ. 376).^34 Οι πολιτικοί και νομικοί θεσμοί αντανακλούν τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των ατόμων, τα οποία διαφοροποιούνται ανάλογα με τον ρόλο τους στη διαδικασία της παραγωγής, διανομής, δαπάνης και κατανάλωσης του πλούτου (βλ. Elizabeth Fox-Genovese, 1976, σ. 47· Georges Weulersse, 1910a, τόμ. II, σσ. 37–40, 106–8).

The physiocrats implicitly adopted what has been called the 'economic interpretation of history' (see Weulersse, 1910a, vol. II, p. 132). According to this view, our understanding of society must be based on the fundamental needs of human beings and their attempts to satisfy them (see Einaudi, 1958, pp. ix-xi). Societies are formed according to the specific ways in which people succeed in solving the problem of subsistence (see Meek, 1962, p. 376).^34 Political and juridical institutions reflect the economic relationships between individuals, the latter being differentiated according to their role in the process of production, distribution, expenditure and consumption of wealth (see Fox-Genovese, 1976, p. 47; Weulersse, 1910a, vol. II, pp. 37-40, 106-8). [Gianni Vaggi, The Economics of François Quesnay, Palgrave Macmillan UK, 1987, 20]