Τρίτον, η χρηματική οικονομία είναι κοινή σε κάθε εμπορευματική παραγωγή και το προϊόν εμφανίζεται ως εμπόρευμα στους πιο διαφορετικούς οργανισμούς κοινωνικής παραγωγής. Κατά συνέπεια, εκείνο που θα χαρακτήριζε την καπιταλιστική παραγωγή θα ήταν τότε μόνο ο βαθμός στον οποίο το προϊόν δημιουργείται ως αντικείμενο εμπορίου, ως εμπόρευμα, και, επομένως, επίσης ο βαθμός στον οποίο τα ίδια τα συστατικά του στοιχεία πρέπει να εισέλθουν εκ νέου, ως αντικείμενα εμπορίου, ως εμπορεύματα, στην οικονομία από την οποία προέρχεται.
Στην πραγματικότητα, η καπιταλιστική παραγωγή είναι εμπορευματική παραγωγή ως η γενική μορφή της παραγωγής. Είναι όμως τέτοια και γίνεται ολοένα και περισσότερο τέτοια κατά την πορεία της ανάπτυξής της μόνο επειδή εδώ η ίδια η εργασία εμφανίζεται ως εμπόρευμα, επειδή ο εργάτης πουλά την εργασία του, δηλαδή τη λειτουργία της εργατικής του δύναμης, και η προϋπόθεσή μας είναι ότι την πουλά στην αξία της, η οποία καθορίζεται από το κόστος αναπαραγωγής της. Στον βαθμό που η εργασία γίνεται μισθωτή εργασία, ο παραγωγός γίνεται βιομηχανικός καπιταλιστής. Για τον λόγο αυτό η καπιταλιστική παραγωγή (και επομένως επίσης η εμπορευματική παραγωγή) δεν αποκτά την πλήρη έκτασή της παρά μόνο όταν και ο άμεσος αγροτικός παραγωγός γίνεται επίσης μισθωτός εργάτης.
Στη σχέση καπιταλιστή και μισθωτού εργάτη, η χρηματική σχέση, η σχέση μεταξύ αγοραστή και πωλητή, γίνεται μια σχέση εγγενής στην ίδια την παραγωγή. Όμως αυτή η σχέση έχει το θεμέλιό της στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και όχι στον τρόπο ανταλλαγής. Ο τελευταίος, αντίθετα, απορρέει από τον πρώτο. Είναι, ωστόσο, απολύτως σύμφωνο με τον αστικό ορίζοντα —όπου ο καθένας είναι απορροφημένος στις συναλλαγές και στις ύποπτες εμπορικές δοσοληψίες— να μην αντιλαμβάνεται ότι η βάση του τρόπου ανταλλαγής που του αντιστοιχεί βρίσκεται στον χαρακτήρα του τρόπου παραγωγής, αλλά να θεωρεί το αντίστροφο.^7)
[MECW 36, σσ. 121-122]
In the third place the money economy is common to all commodity
production and the product appears as a commodity in the most varied
organisms of social production. Consequently what characterises
capitalist production would then be only the extent to which the product
is created as an article of commerce, as a commodity, and hence the
extent also to which its own constituent elements must enter again as
articles of commerce, as commodities, into the economy from which it
emerges.
As a matter of fact capitalist production is commodity production as the
general form of production. But it is so and becomes so more and more in
the course of its development only because labour itself appears here as
a commodity, because the labourer sells his labour, that is, the
function of his labour power, and our assumption is that he sells it at
its value, determined by its cost of reproduction. To the extent that
labour becomes wage labour, the producer becomes an industrial
capitalist. For this reason capitalist production (and hence also
commodity production) does not reach its full scope until the direct
agricultural producer also becomes a wage labourer. In the relation of
capitalist and wage labourer, the money relation, the relation between
the buyer and the seller, becomes a relation inherent in production. But
this relation has its foundation in the social character of production,
not in the mode of exchange. The latter conversely emanates from the
former. It is, however, quite in keeping with the bourgeois horizon,
everyone being engrossed in the transaction of shady
business, not to see in the character of the mode of production the
basis of the mode of exchange corresponding to it, but vice versa.^7)
[vol. 36, pp. 121-22]
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026
Στην πραγματικότητα, η καπιταλιστική παραγωγή είναι εμπορευματική παραγωγή ως η γενική μορφή της παραγωγής. Είναι όμως τέτοια και γίνεται ολοένα και περισσότερο τέτοια κατά την πορεία της ανάπτυξής της μόνο επειδή εδώ η ίδια η εργασία εμφανίζεται ως εμπόρευμα, επειδή ο εργάτης πουλά την εργασία του, δηλαδή τη λειτουργία της εργατικής του δύναμης, και η προϋπόθεσή μας είναι ότι την πουλά στην αξία της, η οποία καθορίζεται από το κόστος αναπαραγωγής της. Στον βαθμό που η εργασία γίνεται μισθωτή εργασία, ο παραγωγός γίνεται βιομηχανικός καπιταλιστής. Για τον λόγο αυτό η καπιταλιστική παραγωγή (και επομένως επίσης η εμπορευματική παραγωγή) δεν αποκτά την πλήρη έκτασή της παρά μόνο όταν και ο άμεσος αγροτικός παραγωγός γίνεται επίσης μισθωτός εργάτης.
Σάββατο 18 Ιουλίου 2026
Η διαδικασία γίνεται μόνο μια καπιταλιστική διαδικασία, και το χρήμα μετατρέπεται σε κεφάλαιο μόνο εάν...
Το χρήμα πράγματι δε μετατρέπεται σε κεφάλαιο ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι
ανταλλάσσεται έναντι των υλικών συνθηκών που απαιτούνται για την
παραγωγή του εμπορεύματος, και του γεγονότος ότι στην εργασιακή διαδικασία αυτές οι
συνθήκες—υλικά εργασίας, μέσα εργασίας και εργασία—αρχίζουν να
ζυμώνονται, ενεργούν η μία με την άλλη, συνδυάζονται μεταξύ τους, υποβάλλονται σε μια
χημική διαδικασία και σχηματίζουν το εμπόρευμα σαν κρύσταλλο ως αποτέλεσμα
αυτής της διαδικασίας. Το αποτέλεσμα αυτού δε θα ήταν κανένα κεφάλαιο, καμία υπεραξία.
Αυτή η αφηρημένη μορφή της εργασιακής διαδικασίας είναι κοινή σε όλους τους τρόπους
παραγωγής ανεξάρτητα από την κοινωνική τους μορφή ή τον ιδιαίτερο ιστορικό τους
χαρακτήρα. Η διαδικασία γίνεται μόνο μια καπιταλιστική διαδικασία, και το χρήμα
μετατρέπεται σε κεφάλαιο μόνο: 1) εάν η *εμπορευματική παραγωγή*, δηλ. η
παραγωγή προϊόντων με τη μορφή εμπορευμάτων, γίνεται η γενική
μορφή παραγωγής· 2) εάν το εμπόρευμα (χρήμα) ανταλλάσσεται έναντι
της εργασιακής ικανότητας (δηλαδή στην πραγματικότητα έναντι της εργασίας) ως
εμπόρευμα, και κατά συνέπεια αν η εργασία είναι μισθωτή εργασία. 3) Αυτό ισχύει μόνο
όταν οι αντικειμενικές συνθήκες, δηλαδή (λαμβάνοντας υπόψη την παραγωγική
διαδικασία ως σύνολο), τα προϊόντα, αντιμετωπίζουν την εργασία ως ανεξάρτητες
δυνάμεις, όχι ως ιδιοκτησία της εργασίας αλλά ως ιδιοκτησία κάποιου
άλλου, και επομένως με τη μορφή *κεφαλαίου*. Η εργασία ως μισθωτή εργασία και οι
συνθήκες εργασίας ως κεφάλαιο (δηλαδή, ως ιδιοκτησία
του καπιταλιστή· είναι οι ίδιες ιδιότητες που προσωποποιούνται στον
καπιταλιστή και του οποίου η ιδιοκτησία σε αυτές, η ιδιοκτησία τους,
αντιπαρατίθεται κατά της εργασίας) είναι εκφράσεις της ίδιας
σχέσης, που φαίνεται μόνο από αντίθετους πόλους. Αυτή η συνθήκη της
καπιταλιστικής παραγωγής είναι το αμετάβλητο αποτέλεσμα της. Είναι το *προηγούμενο* της
που τίθεται από την ίδια. Η καπιταλιστική παραγωγή είναι προγενέστερη του εαυτού της και
ως εκ τούτου τίθεται με τις συνθήκες της μόλις εξελιχθεί και
λειτουργήσει στις κατάλληλες συνθήκες. Ωστόσο, η *καπιταλιστική*
*διαδικασία παραγωγής* δεν είναι απλώς μια παραγωγική διαδικασία καθαρή και απλή.
Το αντιφατικό, κοινωνικά καθορισμένο γνώρισμα των στοιχείων της εξελίσσεται,
γίνεται πραγματικότητα μόνο στην ίδια τη διαδικασία, και αυτό το γνώρισμα είναι το
κυρίαρχο χαρακτηριστικό της διαδικασίας, στο οποίο μετατρέπεται ακριβώς
αυτός ο κοινωνικά καθορισμένος τρόπος παραγωγής, η *καπιταλιστική διαδικασία*
*παραγωγής*. [MECW 32, σελ. 491]
Money is indeed not converted into capital as a result of the fact that
it is exchanged against the material conditions required for the
production of the commodity, and that in the labour process these
conditions—materials of labour, means of labour and labour—begin to
ferment, act on one another, combine with one another, undergo a
chemical process and form the commodity like a crystal as a result of
this process. The outcome of this would be no capital, no surplus value.
This abstract form of the labour process is common to all modes of
production whatever their social form or their particular historical
character. The process only becomes a capitalist process, and money is
converted into capital only: 1) if /commodity production, /i.e. the
production of products in the form of commodities, becomes the general
form of production; 2) if the commodity (money) is exchanged against
labour capacity (that is, actually against labour) as a commodity, and
consequently if labour is wage labour; 3) this is the case however only
when the objective conditions, that is (considering the production
process as a whole), the products, confront labour as independent
forces, not as the property of labour but as the property of someone
else, and thus in the form of /capital. /Labour as wage labour and the
conditions of labour as capital (that is, consequently, as the property
of the capitalist; they are themselves properties personified in the
capitalist and whose property in them, their property in themselves,
they represent as against labour) are expressions of the same
relationship, only seen from opposite poles. This condition of
capitalist production is its invariable result. It is its /antecedent
/posited by itself. Capitalist production is antecedent to itself and is
therefore posited with its conditions as soon as it has evolved and
functions in circumstances appropriate to it. However, the /capitalist
production process /is not just a production process pure and simple.
The contradictory, socially determined feature of its elements evolves,
becomes reality only in the process itself, and this feature is the
predominant characteristic of the process, which it turns precisely into
that socially determined mode of production, the /capitalist process of
production./ [vol. 32, p. 491]