Ο Μαρξ έγραψε πολύ λίγα για την κομμουνιστική κοινωνία που επιδίωκε. Προτιμούσε να αναλύει το παρόν παρά να εικάζει για το μέλλον. Οι λιγοστές παρατηρήσεις του σχετικά με τον κομμουνισμό αντανακλούν τη δια βίου εστίασή του στις κοινωνικές τάξεις. Η κομμουνιστική κοινωνία που οραματιζόταν θα οργάνωνε την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών ως εξής: οι εργαζόμενοι που παρήγαν το πλεόνασμα θα ήταν επίσης εκείνοι που θα το λάμβαναν και θα το διένειμαν. Με άλλα λόγια, η κοινωνική διαίρεση ανάμεσα στους εργάτες και τους καπιταλιστές θα καταργούνταν. Όλοι όσοι εργάζονταν θα είχαν, δικαιωματικά, ισότιμο λόγο στο πόσο πλεόνασμα θα παραγόταν, ποιοι θα το λάμβαναν και με ποιον τρόπο θα χρησιμοποιούνταν.
Marx wrote very little about the communist society he sought. He preferred
to analyze the present rather than speculate on the future. His few
remarks on
communism reflect his life-long focus on class. The communist society
he envisioned would organize the production of goods and services as
follows:
the working people who produced the surplus would also receive and
distribute
it. That is, the social division between workers and capitalists would be
abolished. Everyone who labored would, by rights, also have an equal say in
how much surplus was produced, who was to get it, and what was to be done
with it.
Richard D. Wolff and Stephen A. Resnick, Contending Economic Theories: Neoclassical, Keynesian, and Marxian , The MIT Press , p. 29
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026
οι εργαζόμενοι που παρήγαν το πλεόνασμα θα ήταν επίσης εκείνοι που θα το λάμβαναν και θα το διένειμαν. Με άλλα λόγια, η κοινωνική διαίρεση ανάμεσα στους εργάτες και τους καπιταλιστές θα καταργούνταν. Όλοι όσοι εργάζονταν θα είχαν, δικαιωματικά, ισότιμο λόγο στο πόσο πλεόνασμα θα παραγόταν, ποιοι θα το λάμβαναν και με ποιον τρόπο θα χρησιμοποιούνταν.
Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026
Ο Richard Wolff για τα Νέα Ανοίγματα της Αριστεράς το 2026
Ο Richard Wolff για τα Νέα Ανοίγματα της Αριστεράς το 2026
----------------------------------------------------------
[Richard Wolff on the Left’s New Openings in 2026](https://jacobin.com/2026/07/american-empire-capitalism-crisis-socialism)
July 16, 2026
By Richard D. Wolff (https://jacobin.com/author/richard-d-wolff)
Καθώς η αμερικανική ηγεμονία κλονίζεται και μια νέα παγκόσμια τάξη αναδύεται, ο Richard Wolff υποστηρίζει ότι οι κρίσεις γύρω από το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ αποκαλύπτουν πως ο καπιταλισμός εισέρχεται σε μια ακόμη εποχή ιστορικών αναταράξεων — και αναδεικνύουν την ανάγκη για μια σοσιαλιστική εναλλακτική.

*Διαδηλωτές κρατούν κόκκινες σημαίες κατά τη διάρκεια αντικυβερνητικής πορείας που διοργάνωσε η People's Assembly την πρώτη ημέρα του ετήσιου συνεδρίου του Συντηρητικού Κόμματος στο Μάντσεστερ, την 1η Οκτωβρίου 2017.*
Πολλοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο θέτουν και πάλι το παλιό ερώτημα: «Τι πρέπει να κάνουμε;» Και πολύ σωστά το θέτουν. *(Oli Scarff / AFP μέσω Getty Images).*
*****
Στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, καθώς η φεουδαρχία στη Ρωσία έφθανε στο τέλος της και η αυτοκρατορία της κλονιζόταν, ο μεγάλος Ρώσος μυθιστοριογράφος Νικολάι Τσερνισέφσκι αποτύπωσε τις ολοένα εντονότερες ανησυχίες και αγωνίες της εποχής στο μυθιστόρημά του *Τι πρέπει να κάνουμε;* (1863). Το έργο αυτό πρότεινε μια σοσιαλιστική απάντηση. Σαράντα χρόνια αργότερα, ένας ωμός και αρπακτικός καπιταλισμός είχε ορμήσει να αντικαταστήσει τη ρωσική φεουδαρχία. Οι πρώην δουλοπάροικοι άρχισαν τότε να αντιλαμβάνονται ότι δεν είχαν απαλλαγεί από την εκμετάλλευση, όπως είχαν ελπίσει και ονειρευτεί. Αντίθετα, υπέφεραν πλέον από μια νέα μορφή της ως βιομηχανικοί εργάτες.
Ο Βλαντίμιρ Λένιν εξέφρασε τις ανησυχίες και τις αγωνίες αυτής της νέας πραγματικότητας στο φυλλάδιό του με τον σκόπιμα επαναλαμβανόμενο τίτλο *Τι πρέπει να κάνουμε;*. Και αυτό προσέφερε μια σοσιαλιστική απάντηση. Σήμερα, η παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας αναστατώνει και υπονομεύει τον αμερικανικό καπιταλισμό, καθώς προκαλεί ισχυρούς κραδασμούς στην παγκόσμια οικονομία. Το διεθνές δίκαιο αγνοείται ολοένα και περισσότερο, ενώ οι ωμές μορφές αυταρχισμού στοιχειώνουν όλο και συχνότερα την εσωτερική πολιτική. Πολλοί άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο θέτουν και πάλι εκείνο το παλιό ερώτημα. Και πολύ σωστά το κάνουν. Ακολουθεί μία ακόμη σοσιαλιστική απάντηση.
### Η κατάρρευση των παλαιών αυτοκρατοριών και η άνοδος της αμερικανικής αυτοκρατορίας
Μέσα από την ομίχλη της πολιτικής και του πολέμου —που αποτελούν, άλλωστε, τη συνέχιση το ένα του άλλου με διαφορετικά μέσα— βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη μια ιστορική παγκόσμια αναδιάταξη. Στην επιφάνεια, ο κόσμος είναι άμεσα ή έμμεσα απορροφημένος από τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν, από τον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας–ΝΑΤΟ και από τις συνέπειές τους. Κάτω όμως από την επιφάνεια, καθώς γίνονται ορατά τα περιγράμματα αυτής της αναδιάταξης, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα την ίδια μας την ιστορία και, κατ' επέκταση, να διαμορφώσουμε πιο συνειδητά την πορεία μας από εδώ και πέρα.
Η εγελιανή οπτική του Καρλ Μαρξ τού επέτρεψε να διακρίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο η Βρετανία υπέταξε την Ινδία, τη Βόρεια Αμερική και το υπόλοιπο της αυτοκρατορίας της προκάλεσε ταυτόχρονα τη σύγχρονη ανάπτυξή τους με τρόπους που τελικά υπονόμευσαν την ίδια τη βρετανική αυτοκρατορία. Για παράδειγμα, οι πόλεμοι ανεξαρτησίας που διεξήγαγε μία από τις αποικίες της οδήγησαν αρχικά στη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών και αργότερα στο Δόγμα Μονρόε. Και τα δύο περιόρισαν τη βρετανική αυτοκρατορία και τις φιλοδοξίες της. Ωστόσο, οι αναπτυσσόμενες Ηνωμένες Πολιτείες προμήθευαν επίσης τη Βρετανία με βαμβάκι που παραγόταν από σκλάβους, επιτρέποντας στην κλωστοϋφαντουργία να αποτελέσει τη βάση της βρετανικής ισχύος και ανάπτυξης κατά τον δέκατο ένατο αιώνα. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν στη Βρετανία τόσο μια μεγάλη αγορά όσο και ιδιαίτερα επικερδείς επενδυτικές ευκαιρίες.
Καθώς τόσο οι ευρωπαϊκές δυνάμεις όσο και η Ιαπωνία ανταγωνίζονταν κατά τον δέκατο ένατο και τις αρχές του εικοστού αιώνα για την επέκταση και εκμετάλλευση των αντίστοιχων αυτοκρατοριών τους, η διαδικασία αυτή κορυφώθηκε με δύο παγκόσμιους πολέμους που κατέστρεψαν όλες αυτές τις αυτοκρατορίες. Μερική εξαίρεση αποτέλεσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, προστατευμένες από δύο ωκεανούς και από τα όρια της στρατιωτικής τεχνολογίας της εποχής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βγήκαν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914–1918) με ελάχιστες ζημιές σε σύγκριση με τους άλλους εμπόλεμους. Το ίδιο συνέβη και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939–1945), όταν η αναγκαία στρατιωτική κινητοποίηση συνέβαλε στην έξοδο από τη Μεγάλη Ύφεση (1929–1939), ενώ παράλληλα επέτρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες να αντικαταστήσουν τις προηγούμενες αυτοκρατορίες με τη δική τους. Πολλές από τις μεγάλες αντιφάσεις που διαμορφώνουν την παγκόσμια ιστορία από το 1945 και μετά γεννήθηκαν ακριβώς από αυτή την ταχεία κατάρρευση των παλαιών αυτοκρατοριών και την εκρηκτική άνοδο της νέας αμερικανικής αυτοκρατορίας.
Ωστόσο, η αμερικανική «άτυπη» αυτοκρατορία αποδείχθηκε παραγωγικότερη και ισχυρότερη από τις «τυπικές» αυτοκρατορίες του παρελθόντος. Ενοποιήθηκε γύρω από μία και μοναδική αποστολή: να υποτάξει τον υπόλοιπο κόσμο ώστε να υπηρετεί πρωτίστως τα συμφέροντα των Αμερικανών καπιταλιστών. Όπως είχε προβλέψει ο Μαρξ, η άνοδος των Ηνωμένων Πολιτειών οδήγησε, μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών τους —ιδίως στην αεροπορία και τις τηλεπικοινωνίες—, στη συγκρότηση μιας ενοποιημένης παγκόσμιας οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό συσσώρευσαν πρωτοφανή επίπεδα πλούτου.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες καθόρισαν για όλους τους αποικιοκρατούμενους λαούς έναν νέο δρόμο προς το μέλλον. Θα έπρεπε να αντιγράψουν τις τεχνολογίες των αποικιοκρατών, να διαφοροποιήσουν τη βιομηχανική τους παραγωγή και να συμμετάσχουν κερδοφόρα στις παγκόσμιες αγορές. Πριν από το 1945, τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που βρίσκονταν υπό άμεση ή έμμεση αποικιακή κυριαρχία είχαν περιοριστεί στις χειρότερες και πιο περιθωριακές θέσεις μέσα στον παγκόσμιο καπιταλισμό: ως προμηθευτές πρώτων υλών και φθηνής εργασίας. Η πολιτική ανεξαρτησία, την οποία επιδίωξαν επειγόντως, απογοήτευσε όσους πίστευαν ότι θα τους απελευθέρωνε από αυτή την αποικιακή περιθωριοποίηση.
### Ο αναπτυσσόμενος κόσμος αντεπιτίθεται
Ορισμένοι από αυτά τα δισεκατομμύρια ανθρώπων επιχείρησαν να υπερβούν την υποτελή θέση τους προσαρμόζοντας τον ευρωπαϊκό σοσιαλισμό στις δικές τους συνθήκες. Οι εργατικές τάξεις της Ευρώπης είχαν προσδοκήσει έναν κόσμο «ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης» υποστηρίζοντας τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Το αποτέλεσμα όμως αυτής της μετάβασης —ο πραγματικά υπάρχων καπιταλισμός— δεν πραγματοποίησε αυτές τις υποσχέσεις. Αντίθετα, ως απάντηση αναδύθηκε ο σοσιαλισμός. Ο Μαρξ αποδείχθηκε καθοριστικός, επειδή η ανάλυσή του εντόπισε το εμπόδιο στην πραγματοποίηση αυτών των υποσχέσεων μέσα στον ίδιο τον καπιταλισμό, στη θεμελιώδη δομή των σχέσεων παραγωγής που χωρίζει την κοινωνία σε εργοδότες και εργαζομένους. Εκείνοι οι αγωνιστές που κατανόησαν τη διδασκαλία του Μαρξ επιχείρησαν να οικοδομήσουν ένα κίνημα που θα ήταν ταυτόχρονα αντι-αποικιοκρατικό και σοσιαλιστικό: ο Kwame Nkrumah στη Γκάνα, ο Ahmed Sékou Touré στη Γουινέα, ο Fidel Castro στην Κούβα, ο Ho Chi Minh στο Βιετνάμ, ο Patrice Lumumba στο Κονγκό και τόσοι άλλοι.
> «Ακόμη και εκεί όπου και όταν ο καπιταλισμός επέτρεπε τη δημοκρατία στην πολιτική σφαίρα, με βάση την κατοικία του πολίτη, την αρνιόταν στην οικονομική σφαίρα.»
Οι προσπάθειές τους, όσο βαθιά εμπνευστικές και όσο μεγάλη επιρροή κι αν άσκησαν σε όσα ακολούθησαν, αποδείχθηκαν εντούτοις πρόωρες. Ο αντιιμπεριαλισμός είχε στέρεη βάση στη μαζική αποφασιστικότητα να τερματιστεί η περιθωριακή θέση των πρώην αποικιών, οι οποίες πλέον ήταν μόνο κατ' όνομα «ανεξάρτητες». Η υποστήριξη προς τον σοσιαλισμό ήταν λιγότερο βαθιά ριζωμένη· υπήρχε και αναπτυσσόταν, αλλά παρέμενε σχετικά ανώριμη. Έτσι, ο βασικός προγραμματικός στόχος των πρώην αποικιοκρατούμενων χωρών έγινε η όσο το δυνατόν ταχύτερη ένταξή τους στον παγκόσμιο καπιταλισμό που, μετά το 1945, βρισκόταν υπό την ηγεμονία της αμερικανικής αυτοκρατορίας.
Μετά το 1945, η αμερικανική αυτοκρατορία αντικατέστησε την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία με μια αμερικανική μορφή οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής κυριαρχίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενέταξαν τα πλέον πολιτικά ανεξάρτητα αυτά κράτη στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, έναν θεσμό που οι ίδιες κυριαρχούσαν και χρηματοδοτούσαν. Παράλληλα, τα υπέταξαν στενά μέσω του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), του Οργανισμού Συνθήκης Νοτιοανατολικής Ασίας (SEATO) και παρόμοιων συμμαχιών σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα πρώτα είκοσι πέντε χρόνια μετά το 1945 αποτέλεσαν περίοδο ανάκαμψης για τις οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης και της Ιαπωνίας, που είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο. Παρέχοντας στην Ευρώπη κεφάλαια μέσω πρωτοβουλιών όπως το Σχέδιο Μάρσαλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες οδήγησαν τη μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη να αγοράζει από αμερικανικές επιχειρήσεις όσα χρειάζονταν για την ανασυγκρότησή της, εξασφαλίζοντας έτσι στους Αμερικανούς καπιταλιστές μια κεϋνσιανά τροφοδοτούμενη περίοδο ευημερίας.
Η ευημερία αυτή γέννησε μια πρωτοφανή και άκριτη εξύμνηση καθετί αμερικανικού ως έκφρασης μιας «εξαιρετικής» κοινωνίας. Όμως αυτή η «εξαιρετικότητα» ήταν προσωρινή, μια ιστορική ιδιομορφία που διαμορφώθηκε από τις εξαιρετικά άνισες συνέπειες των δύο παγκοσμίων πολέμων. Η αυτοεξύμνηση των Ηνωμένων Πολιτειών συσκότισε τη βαθύτερη πορεία της ιστορίας, καθώς αυτή μετασχημάτιζε τόσο την ίδια τη χώρα όσο και ολόκληρο τον κόσμο. Όταν η αμερικανική αυτοκρατορία έφτασε στο απόγειό της στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, ελάχιστοι φαίνεται να το αντιλήφθηκαν. Ακόμη λιγότεροι διέκριναν την απαρχή της παρακμής της.
### Η μεταπολεμική αμερικανική ευημερία προσκρούει στα όριά της και η Κίνα αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο
Μέχρι τη δεκαετία του 1970, η ανάκαμψη των μεγάλων οικονομιών που είχαν καταστραφεί από τους παγκόσμιους πολέμους είχε σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί. Μαζί της τερματίστηκε και η πρώτη φάση της μεταπολεμικής αμερικανικής ευημερίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν πλέον ο μοναδικός μεγάλος βιομηχανικός παραγωγός της Δύσης, ούτε η μοναδική πυρηνική δύναμη. Παρέμεναν, βέβαια, η κυρίαρχη *καπιταλιστική* δύναμη παγκοσμίως, με εξαίρεση τις χώρες που απέρριπταν την κυριαρχία τους — εκείνες που ηγούνταν η Σοβιετική Ένωση και η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Το αμερικανικό δολάριο είχε πλέον καταστεί το κυρίαρχο παγκόσμιο νόμισμα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν τη μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά και τις μεγαλύτερες κεφαλαιαγορές στον κόσμο. Στην πορεία, όμως, είχαν μετατραπεί και στον μεγαλύτερο οφειλέτη του πλανήτη. Παρότι αυτό δημιουργούσε μια νέα ευπάθεια για το δολάριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατόρθωσαν ταυτόχρονα να συνδέσουν ακόμη στενότερα ολόκληρο τον κόσμο με αυτό μέσω του συστήματος του πετροδολαρίου.
Για να συνεχιστεί η αμερικανική ευημερία, η τάξη των εργοδοτών στις Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να βρει έναν νέο τρόπο διατήρησης της κερδοφορίας μέσα στις μεταβαλλόμενες παγκόσμιες συνθήκες. Το πέτυχε μέσω δύο μεγάλων οικονομικών εξελίξεων.
Η πρώτη ήταν η μαζική μεταφορά της μεταποιητικής παραγωγής από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς την Κίνα, την Ινδία, τη Βραζιλία και άλλες χώρες. Η Κίνα βρισκόταν στην ευνοϊκότερη θέση για να υποδεχθεί αυτή τη μεταφορά, καθώς η νίκη της κομμουνιστικής επανάστασης το 1949 της είχε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις να αξιοποιήσει αυτή την ευκαιρία για την επιτάχυνση της βιομηχανικής της ανάπτυξης. Στην πράξη, η Κίνα προσέφερε στους καπιταλιστές εκτός της Λαϊκής Δημοκρατίας πρόσβαση σε μια τεράστια νέα δεξαμενή εργαζομένων με μισθούς πολύ, πολύ χαμηλότερους από οπουδήποτε αλλού. Μετά από λίγα χρόνια, καθώς ο αριθμός των διαθέσιμων εργαζομένων αυξανόταν και οι πραγματικοί μισθοί τους ανέβαιναν, η Κίνα έκανε την προσφορά ακόμη πιο ελκυστική χάρη στη μεγάλη και διαρκώς αναπτυσσόμενη εσωτερική καταναλωτική της αγορά.
Υπό τον έλεγχο και την εποπτεία ενός ισχυρού κεντρικού κράτους και του μηχανισμού του Κομμουνιστικού Κόμματος, η Κίνα οικοδόμησε μια οικονομία δύο τομέων. Ο ένας αποτελούνταν από ιδιωτικές επιχειρήσεις, που ανήκαν και λειτουργούσαν τόσο από Κινέζους όσο και από ξένους καπιταλιστές. Ο άλλος περιλάμβανε δημόσιες επιχειρήσεις, ιδιοκτησίας και διαχείρισης του κινεζικού κράτους. Μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες, η χώρα αύξησε με εξαιρετικά ταχύ ρυθμό την παραγωγή, αρχικά καταναλωτικών και στη συνέχεια κεφαλαιουχικών αγαθών. Συνεργαζόμενη με τη Walmart και άλλους μεγάλους διανομείς, διείσδυσε γρήγορα σχεδόν σε όλες τις καταναλωτικές αγορές του κόσμου. Έτσι, οι εργοδότες διεθνώς μπορούσαν να συγκρατούν τις αυξήσεις των μισθών, αφού οι εργαζόμενοι είχαν πλέον πρόσβαση στα φθηνά κινεζικά προϊόντα, που αύξαναν την αγοραστική δύναμη του εισοδήματός τους.
> «Οι οικονομικές μεταβάσεις του προηγούμενου αιώνα συνοδεύτηκαν από ορισμένες από τις χειρότερες εκδηλώσεις βίας, γενοκτονιών και πολέμων στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. Σήμερα, μια παρόμοια δίνη σχηματίζεται στα Στενά του Ορμούζ.»
Η δεύτερη μεγάλη εξέλιξη που επέτρεψε τη συνέχιση της αμερικανικής ευημερίας μετά τη δεκαετία του 1970 ήταν το λεγόμενο σύστημα του πετροδολαρίου. Η Σαουδική Αραβία, τότε ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο, και οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν ότι όλες οι διεθνείς συναλλαγές πετρελαίου θα τιμολογούνται αποκλειστικά σε αμερικανικά δολάρια. Αυτό σήμαινε ότι κάθε χώρα που επιθυμούσε να αγοράσει πετρέλαιο όφειλε να διατηρεί συνεχώς αυξανόμενα αποθέματα δολαρίων για να το πληρώνει. Οι χώρες που πωλούσαν το πετρέλαιο συσσώρευαν έτσι τεράστια κέρδη σε δολάρια. Τα αποθέματα αυτά διακρατούνταν και τα κέρδη επενδύονταν σε περιουσιακά στοιχεία εκφρασμένα σε δολάρια, κυρίως σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα, αλλά και σε ιδιωτικές μετοχές, εταιρικά ομόλογα και ακίνητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα δολάρια που έφευγαν στο εξωτερικό για να χρηματοδοτήσουν τις αμερικανικές εισαγωγές —οι οποίες γίνονταν ολοένα μεγαλύτερες από τις εξαγωγές— επέστρεφαν έτσι στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω του συστήματος του πετροδολαρίου, σε μεγάλο βαθμό ως δάνεια προς το αμερικανικό Δημόσιο.
Με αυτόν τον τρόπο το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών μπόρεσε να χρηματοδοτήσει τους πολυάριθμους πολέμους του, μικρούς και μεγάλους, χωρίς να χρειαστεί να αυξήσει τη φορολογία και, συνεπώς, χωρίς να προκαλέσει έντονες εσωτερικές αντιδράσεις. Καθώς η προσφορά πετρελαίου αυξανόταν και το πετρέλαιο αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη σημασία ως πηγή ενέργειας, η δεξαμενή των κεφαλαίων του πετροδολαρίου διογκωνόταν, τροφοδοτώντας συνεχώς νέο αμερικανικό δανεισμό. Ήταν ένας κύκλος που προκάλεσε πολύ λιγότερη ανησυχία απ' όση πραγματικά δικαιολογούσε.
### Πώς όλα αυτά συγκλίνουν στον πόλεμο του Τραμπ με το Ιράν
Λίγοι αναρωτήθηκαν τι θα μπορούσε να συμβεί αν η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου διακοπτόταν για φυσικούς ή κοινωνικούς λόγους. Πώς θα επηρέαζε το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ το σύστημα του πετροδολαρίου, το οποίο ήδη αντιμετώπιζε και άλλες προκλήσεις; Μήπως η μείωση του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου θα δυσχέραινε ή θα εμπόδιζε τον δανεισμό του αμερικανικού Δημοσίου, το οποίο προσπαθεί να χρηματοδοτήσει χρέη ύψους τρισεκατομμυρίων δολαρίων; Και μήπως, υπό αυτές τις συνθήκες, η ανάγκη του αμερικανικού κράτους να δανειστεί θα οδηγούσε σε άνοδο των επιτοκίων ακριβώς τη στιγμή που μια ύφεση θα καθιστούσε μια τέτοια εξέλιξη ιδιαίτερα καταστροφική;
Αυτές είναι οι αντιφάσεις του καπιταλισμού σήμερα, οι συνέπειες παλαιότερων διαμορφώσεων που φτάνουν τώρα στο αποκορύφωμά τους. Ο καπιταλισμός κάποτε περιοριζόταν, για παράδειγμα στην Ευρώπη, σε μικρές περιοχές μέσα σε ένα φεουδαρχικό πλαίσιο. Τελικά αναπτύχθηκε, ανέτρεψε τη φεουδαρχία και ολοκλήρωσε μια μετάβαση προς μια νέα και διαφορετική οργάνωση της παραγωγής. Στην αρχή αυτές ήταν ατομικές και στη συνέχεια ομάδες επιχειρήσεων, εργαστήρια και χώροι παραγωγής όπου οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι είχαν αντικαταστήσει τους φεουδάρχες και τους δουλοπάροικους. Τελικά, οι μεμονωμένοι καπιταλιστικοί χώροι εργασίας αναπτύχθηκαν περαιτέρω και οργανώθηκαν ως εθνικοί καπιταλισμοί. Οι εθνικοί καπιταλισμοί, από τη φύση τους επεκτατικοί, προκάλεσαν την αποικιοκρατία και στη συνέχεια, τελικά, έναν παγκόσμιο καπιταλισμό. Οι κινήσεις αγαθών, υπηρεσιών, δανείων και επενδύσεων ενίσχυσαν την παραγωγικότητα, τον πλούτο και την ισχύ.
Παράλληλα, δημιούργησαν και νέα σύνολα αντιφάσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που πρόσφατα οδήγησαν στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, στην αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον Οργανισμό Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών (OPEC), στην ολοένα μεγαλύτερη αντικατάσταση της ενέργειας που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα από την ηλιακή τεχνολογία και στην κατασκευή αγωγών που μειώνουν την εξάρτηση από τα πετρελαιοφόρα πλοία. Επιπλέον, υπάρχει και η συρρίκνωση της πολιτικής υποστήριξης προς την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι υψηλές τιμές του πετρελαίου, όπως και η τεχνητή νοημοσύνη (AI), επιδεινώνουν τις οικονομικές ανισότητες.
### Τι πρέπει να κάνουμε το 2026;
Μια οικονομική επανάσταση μεταμόρφωσε τη φεουδαρχική Ευρώπη από ένα πρώιμο, μικρής κλίμακας και αποκεντρωμένο κοινωνικό σύστημα σε μια ύστερη φεουδαρχία, οργανωμένη γύρω από απόλυτες μοναρχίες και μια ακόρεστη επιθυμία για αποικίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια αντίστοιχη μετάβαση στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού καπιταλισμού τον μεταμόρφωσε από ένα πρώιμο, αποκεντρωμένο κοινωνικό σύστημα σε έναν ύστερο καπιταλισμό, οργανωμένο γύρω από παγκοσμιοποιημένες μεγάλες εταιρείες.
Τόσο οι φεουδαρχικές όσο και οι καπιταλιστικές περίοδοι, καθώς και οι μεταβάσεις μεταξύ τους, χαρακτηρίστηκαν από ορισμένες από τις χειρότερες μορφές βίας, γενοκτονιών και πολέμων στην ιστορία του ανθρώπινου είδους.
Σήμερα μια παρόμοια δίνη αναπτύσσεται στα Στενά του Ορμούζ. Κοινό στοιχείο τόσο στη φεουδαρχία όσο και στον καπιταλισμό, καθώς και στις μεταβάσεις μεταξύ και εντός αυτών των συστημάτων, ήταν μια σταθερά: οι χώροι εργασίας οργανώνονταν στη βάση ανταγωνιστικών σχέσεων. Στη φεουδαρχία, οι δουλοπάροικοι και οι φεουδάρχες βρίσκονταν σε μια διαρκή σύγκρουση. Στον καπιταλισμό, το ίδιο συνέβαινε με τους εργαζομένους και τους εργοδότες.
Η εξέγερση των δουλοπάροικων ενάντια στη φεουδαρχία —με στόχους όπως η ελευθερία, η ισότητα και η αδελφοσύνη— κατέληξε σε έναν καπιταλισμό που, αντί να εξαλείψει την αντιπαράθεση, αντικατέστησε μία ανταγωνιστική σύγκρουση με μια άλλη. Ίσως η λύση σήμερα να είναι ένα εντελώς διαφορετικό είδος μετάβασης, μια μετάβαση που θα έρθει σε οριστική ρήξη με όλες αυτές τις αντιθέσεις, όπως εκείνες μεταξύ κυρίου και δούλου, φεουδάρχη και δουλοπάροικου, εργοδότη και εργαζομένου.
Η μετάβαση που ενδέχεται σύντομα να χρειαστούμε θεμελιώνεται στην απόρριψη τέτοιων ανταγωνιστικών διαχωρισμών. Ας εξετάσουμε την πιθανότητα μιας μετάβασης των χώρων εργασίας —εργοστασίων, γραφείων, καταστημάτων, αγροκτημάτων κ.λπ.— προς δημοκρατικά οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Ας υποθέσουμε ότι κάθε πρόσωπο που συμμετέχει σε κάθε χώρο εργασίας διαθέτει μία ψήφο, με τις πλειοψηφίες να αποφασίζουν τι θα παραχθεί, πώς θα παραχθεί και πού θα πραγματοποιείται η εργασιακή δραστηριότητα.
Τι θα συνέβαινε αν οι δημοκρατικές αποφάσεις καθόριζαν επίσης τον τρόπο διάθεσης των προϊόντων ή, στην περίπτωση που αυτά εντάσσονται σε συστήματα αγοράς, τα έσοδα από την πώλησή τους; Οι δημοκρατικές αποφάσεις θα καθόριζαν και τη διανομή του εισοδήματος που προέρχεται από τον χώρο εργασίας.
Η μεγιστοποίηση του κέρδους σε τέτοιους χώρους εργασίας θα αποτελούσε μόνο έναν από πολλούς στόχους. Το πλαίσιο της τοπικής κοινότητας, της περιφέρειας, του έθνους και της κοινωνίας θα μπορούσε να παρέχει πρόσθετους στόχους και κριτήρια αξιολόγησης.
Οι χώροι εργασίας που οργανώνονται υπό τον καπιταλισμό ρυθμίζουν την αλληλεξάρτησή τους με το περιβάλλον τους έτσι ώστε να αναπαράγουν την οργάνωση εργοδότη–εργαζομένου. Οι εκδημοκρατισμένοι χώροι εργασίας θα οργάνωναν αυτή την αλληλεξάρτηση διαφορετικά, δηλαδή με τρόπο που να αναπαράγει τη διαφορετική τους μορφή οργάνωσης.
Αυτή η δεύτερη μορφή αλληλεξάρτησης σημαίνει ότι η δημοκρατική λήψη αποφάσεων θα μπορούσε να γίνει πολύ πιο κοινωνικά διαδεδομένη από οτιδήποτε πέτυχε ποτέ ο καπιταλισμός.
Ακόμη και εκεί όπου και όταν ο καπιταλισμός επέτρεψε τη δημοκρατία στην πολιτική σφαίρα, με βάση την ιδιότητα του κατοίκου ή του πολίτη, την αρνήθηκε στην οικονομική σφαίρα. Οι εργαζόμενοι μέσα στους καπιταλιστικούς χώρους εργασίας δεν είχαν δικαίωμα ψήφου για τις βασικές αποφάσεις της επιχείρησης. Οι εργοδότες διατηρούσαν αποκλειστικά για τον εαυτό τους αυτές τις αποφάσεις. Τα συμφέροντα των εργοδοτών καθόριζαν τις επιλογές τους.
Όταν ξεπεραστεί ο διαχωρισμός εργοδότη–εργαζομένου, κάθε άτομο που εργάζεται μέσα σε μια εκδημοκρατισμένη επιχείρηση θα συμβάλλει αναγνωρισμένα στη λειτουργία της. Κάθε εργαζόμενος θα μοιράζεται επίσης ισότιμη ευθύνη.
Αυτό που χρειάζεται να γίνει εδώ και τώρα είναι αυτού του είδους η μετάβαση. Ο στόχος είναι οι δημοκρατικά οργανωμένοι εργατικοί συνεταιρισμοί. Μια τέτοια μετάβαση τιμά την έννοια της δημοκρατίας προσθέτοντας την οικονομική επιχείρηση ως έναν *αναγκαίο* χώρο εφαρμογής της.
Για να είμαστε σαφείς, αυτή η μετάβαση θα ήταν παγκόσμια και θα αφορούσε τόσο τις ιδιωτικές όσο και τις κρατικές επιχειρήσεις. Ο καπιταλισμός οικοδόμησε μια παγκόσμια οικονομία. Η σοσιαλιστική μετάβαση που προτείνεται εδώ μπορεί να οικοδομήσει μια καλύτερη παγκόσμια οικονομία — μια οικονομία πραγματικά προσηλωμένη στην επίτευξη της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφοσύνης και της δημοκρατίας, τις οποίες ο καπιταλισμός υποσχέθηκε αλλά ποτέ δεν πραγματοποίησε.
### Συντελεστές
Ο Richard D. Wolff είναι ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Άμχερστ, συνιδρυτής του περιοδικού *Rethinking Marxism* και συγγραφέας πολλών βιβλίων, με πιο πρόσφατο το *Understanding Capitalism* (*Κατανοώντας τον Καπιταλισμό* [[Richard D Wolff – Κατανοώντας τον Καπιταλισμό | social and political theory](https://volontegenerale.wordpress.com/richard-d-wolff-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%b9%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c/)]).
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026
Η αντιδημοκρατική πραγματικότητα του καπιταλισμού (Richard D. Wolff)
**Η αντιδημοκρατική πραγματικότητα του καπιταλισμού**
[The Undemocratic Reality of Capitalism | Richard D. Wolff](https://www.filmsforaction.org/articles/the-undemocratic-reality-of-capitalism/)
Η ιεραρχία του καπιταλισμού μέσα στους χώρους εργασίας αντιφάσκει με τα δημοκρατικά ιδεώδη. Στην πράξη, η οικονομική εξουσία υπονομεύει την πραγματική δημοκρατία και ελευθερία για τους περισσότερους ανθρώπους.
Από τον [Richard D. Wolff](https://www.filmsforaction.org/author/richard-d-dot--wolff/) / [observatory.wiki](https://observatory.wiki/The_Undemocratic_Reality_of_Capitalism)
Οι φίλοι του καπιταλισμού συνηθίζουν να λένε ότι είναι δημοκρατικός ή ότι υποστηρίζει τη δημοκρατία. Κάποιοι έχουν επεκτείνει καταχρηστικά τη χρήση της γλώσσας τόσο πολύ ώστε να ταυτίζουν κυριολεκτικά τον καπιταλισμό με τη δημοκρατία, χρησιμοποιώντας τους όρους εναλλακτικά. Όσο κι αν επαναλαμβάνεται αυτό, απλώς δεν είναι αληθές και ποτέ δεν ήταν. Πράγματι, είναι πολύ πιο ακριβές να πούμε ότι ο καπιταλισμός και η δημοκρατία είναι αντίθετα.
Για να δούμε γιατί, αρκεί να εξετάσουμε τον καπιταλισμό ως σύστημα παραγωγής στο οποίο οι εργαζόμενοι εισέρχονται σε μια σχέση με τους εργοδότες, όπου λίγοι είναι τα αφεντικά και οι περισσότεροι απλώς εργάζονται κάνοντας ό,τι τους λένε. Αυτή η σχέση δεν είναι δημοκρατική· είναι δεσποτική/αυταρχική.
Όταν περνάς το κατώφλι ενός χώρου εργασίας (π.χ. εργοστάσιο, γραφείο ή κατάστημα), αφήνεις πίσω όποια δημοκρατία μπορεί να υπάρχει έξω. Εισέρχεσαι σε έναν χώρο εργασίας από τον οποίο η δημοκρατία αποκλείεται. Παίρνουν οι εργαζόμενοι τις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους; Η απάντηση είναι ένα σαφές όχι. Όποιος διευθύνει την επιχείρηση στο καπιταλιστικό σύστημα (ιδιοκτήτης ή διοικητικό συμβούλιο) παίρνει όλες τις βασικές αποφάσεις: τι θα παραχθεί, ποια τεχνολογία θα χρησιμοποιηθεί, πού θα γίνει η παραγωγή και τι θα γίνει με τα κέρδη. Οι εργαζόμενοι αποκλείονται από αυτές τις αποφάσεις αλλά ζουν με τις συνέπειές τους.
Ο εργοδότης είναι ένας δεσπότης (autocrat) μέσα στην καπιταλιστική επιχείρηση, σαν βασιλιάς σε μοναρχία. Στους τελευταίους αιώνες, οι μοναρχίες ανατράπηκαν και αντικαταστάθηκαν από αντιπροσωπευτικές, εκλογικές «δημοκρατίες». Όμως οι βασιλιάδες δεν εξαφανίστηκαν· απλώς μετακινήθηκαν και άλλαξαν τίτλους, περνώντας από την πολιτική εξουσία στην οικονομική εξουσία μέσα στις επιχειρήσεις. Εκεί ονομάζονται αφεντικά, ιδιοκτήτες ή CEO, ασκώντας βασιλικές εξουσίες χωρίς λογοδοσία.
Η δημοκρατία έχει μείνει έξω από την καπιταλιστική επιχείρηση για αιώνες. Πολλοί άλλοι θεσμοί σε καπιταλιστικές κοινωνίες —όπως κυβερνητικές υπηρεσίες, πανεπιστήμια, θρησκείες και φιλανθρωπίες— είναι επίσης δεσποτικοί/αυταρχικοί και συχνά μιμούνται τη σχέση εργοδότη–εργαζόμενου, προσπαθώντας να «λειτουργήσουν επιχειρηματικά».
Η αντιδημοκρατική οργάνωση των καπιταλιστικών επιχειρήσεων μεταδίδει επίσης στους εργαζομένους το μήνυμα ότι η συμβολή τους δεν είναι πραγματικά ευπρόσδεκτη ούτε ζητείται από τα αφεντικά τους. Έτσι, οι εργαζόμενοι συχνά συμβιβάζονται με την ανίσχυρη θέση τους απέναντι στον CEO στον χώρο εργασίας τους. Αναμένουν επίσης το ίδιο στις σχέσεις τους με τους πολιτικούς ηγέτες, τους αντίστοιχους των CEO στο κράτος. Η αδυναμία τους να συμμετέχουν στη διοίκηση των χώρων εργασίας τους εκπαιδεύει τους πολίτες να θεωρούν δεδομένη και να αποδέχονται την ίδια κατάσταση και στη διοίκηση των τοπικών τους κοινοτήτων. Οι εργοδότες γίνονται ανώτατοι πολιτικοί αξιωματούχοι (και αντίστροφα), εν μέρει επειδή έχουν συνηθίσει να είναι «σε θέση εξουσίας». Τα πολιτικά κόμματα και οι κρατικές γραφειοκρατίες αντανακλούν τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, καθώς διοικούνται δεσποτικά/αυταρχικά ενώ ταυτόχρονα αυτοπαρουσιάζονται ως δημοκρατικές.
Οι περισσότεροι ενήλικες εργάζονται τουλάχιστον οκτώ ώρες για πέντε ή περισσότερες ημέρες την εβδομάδα σε καπιταλιστικούς χώρους εργασίας, υπό την εξουσία και την αρμοδιότητα του εργοδότη τους. Η αντιδημοκρατική πραγματικότητα του καπιταλιστικού χώρου εργασίας αφήνει πολύπλοκες και πολυεπίπεδες επιπτώσεις σε όλους όσοι συμμετέχουν σε αυτόν, είτε μερικώς είτε πλήρως. Το πρόβλημα του καπιταλισμού με τη δημοκρατία —δηλαδή ότι οι δύο αυτές έννοιες ουσιαστικά αντιφάσκουν— διαμορφώνει τη ζωή πολλών ανθρώπων. Ο Ίλον Μασκ, ο Τζεφ Μπέζος και η οικογένεια Γουόλτον (απόγονοι του ιδρυτή της Walmart), μαζί με μερικούς άλλους μεγάλους μετόχους, αποφασίζουν πώς θα δαπανηθούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια. Οι αποφάσεις μερικών εκατοντάδων δισεκατομμυριούχων οδηγούν στην ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, βιομηχανιών και επιχειρήσεων σε ορισμένες περιοχές και στην οικονομική παρακμή άλλων περιοχών. Τα δισεκατομμύρια άνθρωποι που επηρεάζονται από αυτές τις αποφάσεις δαπανών αποκλείονται από τη συμμετοχή στη λήψη τους. Αυτοί οι αμέτρητοι άνθρωποι στερούνται την οικονομική και κοινωνική δύναμη που κατέχει μια μικρή, μη εκλεγμένη, εξαιρετικά πλούσια μειονότητα. Αυτό είναι το αντίθετο της δημοκρατίας.
Οι εργοδότες ως τάξη, συχνά υπό την καθοδήγηση μεγάλων μετόχων και των CEO που αυτοί πλουτίζουν, χρησιμοποιούν επίσης τον πλούτο τους για να «αγοράζουν» (όπως προτιμούν να λένε «να δωρίζουν σε») πολιτικά κόμματα, υποψηφίους και προεκλογικές εκστρατείες. Οι πλούσιοι πάντα κατανοούσαν ότι η καθολική ή έστω ευρεία ψήφος ενέχει τον κίνδυνο μια μη πλούσια πλειοψηφία να ψηφίσει για την ανατροπή της κοινωνικής ανισότητας πλούτου. Έτσι, επιδιώκουν τον έλεγχο των υπαρχουσών μορφών δημοκρατίας, ώστε να διασφαλίσουν ότι δεν θα μετατραπούν σε πραγματική δημοκρατία, με την έννοια ότι η εργαζόμενη πλειοψηφία θα μπορεί να υπερψηφίσει τη μειοψηφία των εργοδοτών.
Τα τεράστια πλεονάσματα που ιδιοποιούνται οι εργοδότες της «μεγάλης επιχειρηματικότητας» —συνήθως οι εταιρείες— τους επιτρέπουν να ανταμείβουν πλουσιοπάροχα τα ανώτερα στελέχη τους. Αυτά τα στελέχη, που τεχνικά είναι επίσης «εργαζόμενοι», χρησιμοποιούν τον εταιρικό πλούτο και την ισχύ για να επηρεάζουν την πολιτική. Στόχος τους είναι να αναπαράγουν το καπιταλιστικό σύστημα και, κατά συνέπεια, τα προνόμια και τις ανταμοιβές που αυτό τους προσφέρει. Οι καπιταλιστές και τα ανώτατα στελέχη τους καθιστούν το πολιτικό σύστημα περισσότερο εξαρτημένο από τα χρήματά τους παρά από τις ψήφους των πολιτών.
Πώς κάνει ο καπιταλισμός τα μεγάλα πολιτικά κόμματα και τους υποψηφίους εξαρτημένους από δωρεές εργοδοτών και πλουσίων; Οι πολιτικοί χρειάζονται τεράστια χρηματικά ποσά για να κερδίσουν, κυριαρχώντας στα μέσα ενημέρωσης στο πλαίσιο δαπανηρών εκστρατειών. Βρίσκουν πρόθυμους χρηματοδότες υποστηρίζοντας πολιτικές που ωφελούν είτε τον καπιταλισμό συνολικά είτε συγκεκριμένες βιομηχανίες, περιοχές και επιχειρήσεις. Μερικές φορές, οι χρηματοδότες βρίσκουν τους πολιτικούς. Οι εργοδότες προσλαμβάνουν λομπίστες —άτομα που εργάζονται πλήρους απασχόλησης, όλο τον χρόνο, για να επηρεάζουν τους εκλεγμένους υποψηφίους. Χρηματοδοτούν επίσης «δεξαμενές σκέψης» που παράγουν και διαχέουν εκθέσεις για κάθε τρέχον κοινωνικό ζήτημα, με σκοπό τη διαμόρφωση γενικής υποστήριξης προς ό,τι επιθυμούν οι χρηματοδότες. Με αυτούς και άλλους τρόπους, οι εργοδότες και όσοι πλουτίζουν από αυτούς διαμορφώνουν το πολιτικό σύστημα προς όφελός τους.
Οι περισσότεροι εργαζόμενοι δεν διαθέτουν αντίστοιχο πλούτο ή ισχύ. Για να ασκήσουν πραγματική πολιτική δύναμη απαιτείται μαζική οργάνωση, ενεργοποίηση και κινητοποίηση, ώστε ο αριθμός τους να μετατραπεί σε πραγματική ισχύ. Αυτό συμβαίνει σπάνια και με μεγάλη δυσκολία. Επιπλέον, στις ΗΠΑ, το πολιτικό σύστημα έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες ώστε να περιορίζεται σε δύο μεγάλα κόμματα. Και τα δύο υποστηρίζουν ανοιχτά και υπερήφανα τον καπιταλισμό. Συνεργάζονται ώστε να καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την ανάδυση τρίτου κόμματος και ακόμη δυσκολότερη την εμφάνιση οποιουδήποτε αντικαπιταλιστικού πολιτικού κόμματος. Οι ΗΠΑ επαναλαμβάνουν συνεχώς τη δέσμευσή τους στη μέγιστη ελευθερία επιλογών, αλλά αποκλείουν τα πολιτικά κόμματα από αυτή τη δέσμευση.
Η δημοκρατία αφορά το «ένα άτομο, μία ψήφος» — την ιδέα ότι όλοι έχουμε ίσο λόγο στις αποφάσεις που μας επηρεάζουν. Αυτό δεν ισχύει σήμερα. Το να μπαίνεις σε ένα παραβάν και να επιλέγεις έναν υποψήφιο μία ή δύο φορές τον χρόνο είναι ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο επιρροής από εκείνο της οικογένειας Ροκφέλερ ή του Τζορτζ Σόρος. Όταν θέλουν να επηρεάσουν τους ανθρώπους, χρησιμοποιούν τα χρήματά τους. Αυτό δεν είναι δημοκρατία.
Στον καπιταλισμό, η δημοκρατία είναι ανεπιθύμητη επειδή απειλεί τον άνισα κατανεμημένο πλούτο της μειοψηφίας με μια ψήφο της πλειοψηφίας. Με ή χωρίς τυπικούς δημοκρατικούς θεσμούς (όπως εκλογές με καθολική ψήφο), ο καπιταλισμός υπονομεύει την ουσιαστική δημοκρατία, επειδή οι εργοδότες ελέγχουν την παραγωγή, την υπεραξία και τη διανομή της. Για τους ηγέτες του καπιταλισμού, η δημοκρατία είναι αυτό που λένε, όχι αυτό που κάνουν.
---
Ο Richard D. Wolff είναι ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο University of Massachusetts Amherst και επισκέπτης καθηγητής στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Διεθνών Υποθέσεων του The New School, στη Νέα Υόρκη.
[Richard D Wolff – Κατανοώντας τον Καπιταλισμό | social and political theory](https://volontegenerale.wordpress.com/richard-d-wolff-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%b9%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c/)
----
The Undemocratic Reality of Capitalism
[The Undemocratic Reality of Capitalism | Richard D. Wolff](https://www.filmsforaction.org/articles/the-undemocratic-reality-of-capitalism/)
Jul 2, 2026 6 min read
Capitalism’s hierarchy within workplaces contradicts democratic ideals.
In practice, economic power undermines real democracy and freedom for
most people.
By Richard D. Wolff <https://www.filmsforaction.org/author/richard-d-dot--wolff/> / observatory.wiki <https://observatory.wiki/The_Undemocratic_Reality_of_Capitalism>
Fans of capitalism like to say it is democratic or that it supports
democracy. Some have stretched language so far as to literally equate
capitalism with democracy, using the terms interchangeably. No matter
how many times that is repeated, it is simply not true and never was.
Indeed, it is much more accurate to say that capitalism and democracy
are opposites. To see why, you have only to look at capitalism as a
production system where employees enter into a relationship with
employers, where a few people are the boss, and most people simply work
doing what they are told to do. That relationship is not democratic; it
is autocratic.
When you cross the threshold into a workplace (e.g., a factory, an
office, or a store), you leave whatever democracy might exist outside.
You enter a workplace from which democracy is excluded. Are the majority
—the employees—making the decisions that affect their lives? The answer
is an unambiguous no. Whoever runs the enterprise in a capitalist system
(owner[s] or a board of directors) makes all the key decisions: what the
enterprise produces, what technology it uses, where production takes
place, and what to do with enterprise profits. The employees are
excluded from making those decisions but must live with the
consequences, which affect them deeply. The employees must either accept
the effects of their employers’ decisions or quit their jobs to work
somewhere else (most likely organized in the same undemocratic way).
The employer is an autocrat within a capitalist enterprise, like a king
in a monarchy. Over the past few centuries, monarchies were largely
“overthrown” and replaced by representative, electoral “democracies.”
But kings remained. They merely changed their location and their titles.
They moved from political positions in government to economic positions
inside capitalist enterprises. Instead of kings, they are called bosses
or owners or CEOs. There they sit, atop the capitalist enterprise,
exercising many king-like powers, unaccountable to those over whom they
reign.
Democracy has been kept out of capitalist enterprise for centuries. Many
other institutions in societies where capitalist enterprises prevail—
government agencies, universities and colleges, religions, and charities
—are equally autocratic. Their internal relationships often copy or
mirror the employer/employee relationship inside capitalist enterprises.
Those institutions try thereby to “function in a businesslike manner.”
The anti-democratic organization of capitalist firms also conveys to
employees that their input is not genuinely welcomed or sought by their
bosses. Employees thus mostly resign themselves to their powerless
position relative to the CEO at their workplace. They also expect the
same in their relationships with political leaders, the CEOs’
counterparts in government. Their inability to participate in running
their workplaces trains citizens to presume and accept the same in
relation to running their residential communities. Employers become top
political officials (and vice versa) in part because they are used to
being /“/in charge.” Political parties and government bureaucracies
mirror capitalist enterprises by being run autocratically while
constantly describing themselves as democratic.
Most adults experience working at least eight hours for five or more
days per week in capitalist workplaces, under the power and authority of
their employer. The undemocratic reality of the capitalist workplace
leaves its complex, multilayered impacts on all who collaborate there,
part time and full time. Capitalism’s problem with democracy—/that/ the
two basically contradict one another—shapes many people’s lives. Elon
Musk, Jeff Bezos, and the Walton family (descendants of Walmart’s
founder), along with a handful of other major shareholders, decide how
to spend hundreds of billions. The decisions of a few hundred
billionaires bring economic development, industries, and enterprises to
some regions and lead to the economic decline of other regions. The many
billions of people affected by those spending decisions are excluded
from participating in making them. Those countless people lack the
economic and social power wielded by a tiny, unelected, obscenely
wealthy minority of people. That is the opposite of democracy.
Employers as a class, often led by major shareholders and the CEOs they
enrich, also use their wealth to buy (they would prefer to say “donate”
to) political parties, candidates, and campaigns. The rich have always
understood that universal or even widespread suffrage risks a nonwealthy
majority voting to undo society’s wealth inequality. So, the rich seek
control of existing /forms/ of democracy to make sure they do not become
a real democracy in the sense of enabling the employee majority to
outvote the employer minority.
The enormous surpluses appropriated by “big business” employers—usually
corporations—allow them to reward their upper-level executives lavishly.
These executives, technically also “employees,” use corporate wealth and
power to influence politics. Their goals are to reproduce the capitalist
system and thus the favors and rewards it gives them. Capitalists and
their top employees make the political system depend on their money more
than it depends on the people’s votes.
How does capitalism make the major political parties and candidates
dependent on donations from employers and the rich? Politicians need
vast sums of money to win by dominating the media as part of costly
campaigns. They find willing donors by supporting policies that benefit
capitalism as a whole, or else particular industries, regions, and
enterprises. Sometimes, the donors find the politicians. Employers hire
lobbyists—people who work full time, all year round, to influence the
candidates that get elected. Employers fund “think tanks” to produce and
spread reports on every current social issue. The purpose of those
reports is to build general support for what the funders want. In these
and other ways, employers and those they enrich shape the political
system to work for them.
Most employees have no comparable wealth or power. To exert real
political power requires massive organization to activate, combine, and
mobilize employees so their numbers can add up to real strength. That
happens rarely and with great difficulty. Moreover, in the U.S., the
political system has been shaped over the decades to leave only two
major parties. /Both of them/ loudly and /proudly/ endorse and support /
capitalism/. They collaborate to make it very difficult for any third
party to gain a foothold, and for /any/ anti-capitalist political party
to emerge. The U.S. endlessly repeats its commitment to maximum freedom
of choice for its citizens, but it excludes political parties from that
commitment.
Democracy is about “one person, one vote”—the notion that we all have an
equal say in the decisions that affect us. That is not what we have now.
Going into a voting booth once or twice a year and picking a candidate
is a very different level of influence than that of the Rockefeller
family or George Soros. When they want to influence people, they use
their money. That’s not democracy.
In capitalism, democracy is unacceptable because it threatens the
unequally distributed wealth of the minority with a majority vote. With
or without formal institutions of democracy (such as elections with
universal suffrage), capitalism undermines genuine democracy because
employers control production, surplus value, and that surplus value’s
distributions. For capitalism’s leaders, democracy is what they say, not
what they do.
/This adapted excerpt from Richard D. Wolff’s book/ _Understanding
Capitalism_ <https://www.democracyatwork.info/books> /(Democracy at
Work, 2024) was produced by //_Economy for All_/ <https://independentmediainstitute.org/economy-for-all/>/, a project of the
Independent Media Institute./
/“//The Undemocratic Reality of Capitalism/ <https://observatory.wiki/The_Undemocratic_Reality_of_Capitalism>/” by //Richard D. Wolff/
<https://www.filmsforaction.org/Richard_D._Wolff>/is licensed by //the
Observatory/ <https://observatory.wiki/>/under a //Creative Commons
Attribution-NonCommercial-ShareAlike 4.0 International License (CC BY-
NC-SA 4.0)/ <https://creativecommons.org/licenses/by-nc-sa/4.0/>/./
------------------------------------------------------------------------
Richard D. Wolff <https://www.filmsforaction.org/Richard_D._Wolff> is
professor of economics emeritus at the University of Massachusetts,
Amherst, and a visiting professor in the Graduate Program in
International Affairs of the New School University, in New York.
Economics <https://www.filmsforaction.org/library?quality=best&topic=1590> Politics <https://www.filmsforaction.org/library?quality=best&topic=1587>
*SUPPORT OUR WORK*
We have no big donors and we don't run on ads. Help us by committing $5
a month. Subscribe here. <https://www.filmsforaction.org/about/subscribe?utm_campaign=filmsforaction-inline-message>
More by Richard D. Wolff
<https://www.filmsforaction.org/articles/economic-crisis-and-globalization-richard-d-wolff-lecture-1-youtube/>
Economic Crisis and Globalization - Richard D. Wolff Lecture 1 - Youtube
<https://www.filmsforaction.org/articles/economic-crisis-and-globalization-richard-d-wolff-lecture-1-youtube/>
Τρίτη 2 Ιουνίου 2026
Καπιταλισμός και Ρατσισμός (Richard D. Wolff)
Image: "You can't have capitalism without racism." Source: Peter James Hudson on “The African Origins of Racial Capitalism.”
==== Καπιταλισμός και Ρατσισμός ====
*Στις ΗΠΑ, όπως και αλλού, ο ρατσισμός και ο καπιταλισμός συνήψαν μια συμφωνία. Ο καπιταλισμός θα διαιωνίζει τον ρατσισμό, εφόσον οι ρατσιστές ανταποκρίνονται γιορτάζοντας τον καπιταλισμό.*
Στα προηγούμενα οικονομικά συστήματα της δουλείας και της φεουδαρχίας, μικρές κυρίαρχες μειονότητες (δεσπότες και άρχοντες αντίστοιχα) συγκέντρωναν δυσανάλογο πλούτο και εξουσία σε σχέση με τις πλειοψηφίες (δούλους και δουλοπάροικους). Ορισμένες φεουδαρχικές και δουλοκτητικές κοινωνίες χρησιμοποίησαν τον ρατσισμό για να δικαιολογήσουν, να διαχειριστούν και να διατηρήσουν τις ταξικές τους διαφορές. Το έκαναν αυτό χαρακτηρίζοντας κάποιες ή όλες τις ομάδες σκλάβων ή δουλοπαροίκων ως φυλές ξεχωριστές, διαφορετικές και κατώτερες σε σχέση με τις φυλές των ιδιοκτητών και αρχόντων. Όπως και αυτά τα άλλα οικονομικά συστήματα, ο καπιταλισμός προσαρμόζει τον ρατσισμό στις δικές του ανάγκες. Οι καπιταλιστές και οι υπερασπιστές τους διαμόρφωσαν συγκεκριμένες εκδοχές ρατσισμού για να αντιμετωπίσουν ορισμένες από τις βασικές αντιφάσεις του συστήματός τους.
Πρώτη και βασική ανάμεσά τους είναι η διαίρεση των δύο βασικών τάξεων του καπιταλισμού: εργοδότες και εργαζόμενοι. Τι καθόριζε ποιοι θα ανέβαιναν και θα παρέμεναν στην κυρίαρχη τάξη; Με βάση μια ρατσιστική λογική, αν μια φυλή «φυσικά» διέθετε εγγενή χαρακτηριστικά που την καθιστούσαν κατάλληλη για εργοδότες (ευφυΐα, ηγεσία, πειθαρχία κ.ά.), ενώ τα χαρακτηριστικά άλλων φυλών την καθιστούσαν κατάλληλη για εργαζόμενους, τότε οι ταξικές {140} διαφορές στον καπιταλισμό μπορούσαν να εξηγηθούν επίσης ως «φυσικές». Με ανάλογη λογική, αν μια φυλή ήταν αποκλειστικά προικισμένη με τις ικανότητες και τις επιθυμίες να ασκεί κοινωνική εξουσία πάνω σε άλλους, τότε οι ταξικές διαφορές στην κοινωνία απλώς ακολουθούσαν ως αναγκαίες για την κοινωνική τάξη. Σε αυτή τη λογική, η «φύση» ταξινομεί τις φυλές σε ανώτερες και κατώτερες. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αλλάξουν τη φυσική τάξη. Για τους ρατσιστές, συνεπώς, είναι άγνοια ή και χειρότερο να προσπαθεί κανείς να το κάνει αυτό.
Όταν ο καπιταλισμός επεκτάθηκε και ο ανταγωνισμός μεταξύ των καπιταλιστών έγινε παγκόσμιος, οι καπιταλιστές αναδιαμόρφωσαν την αποικιοκρατία που κληρονόμησαν από προηγούμενες εποχές για να εξυπηρετήσουν τις δικές τους ανάγκες. Εδάφη που δεν είχαν ακόμη αποικιστεί ενσωματώθηκαν στα καπιταλιστικά αυτοκρατορικά συστήματα. Το κεφάλαιο έρρεε προς αυτά για την παραγωγή πρώτων υλών και τροφίμων, προοριζόμενων για τους καπιταλιστές και τους εργαζόμενους στις αποικιοκρατούμενες χώρες. Μερικές φορές, κοινότητες εποίκων κυριαρχούσαν στις τοπικές οικονομίες, ενώ άλλες φορές οι αποικιακές διοικήσεις διαμόρφωναν την τοπική οικονομική ανάπτυξη. Οι παλαιές έννοιες της φυλής προσαρμόστηκαν και αναπτύχθηκαν μορφές ρατσισμού για να διευκολύνουν την καπιταλιστική αποικιοκρατία. Συχνά χρησιμοποιώντας διάφορα σωματικά χαρακτηριστικά (χρώμα δέρματος, σωματότυπο κ.ά.) για να οριοθετήσουν τις «φυλές» σε ανώτερες και κατώτερες, τα κέντρα του καπιταλισμού τότε (κυρίως στην Ευρώπη, αλλά και στη Βόρεια Αμερική και την Ιαπωνία) επέβαλαν ρατσιστικές αποικιακές υποτέλειες στο μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου κόσμου. Αυτός ο ρατσισμός βοήθησε να δικαιολογηθεί η καπιταλιστική αποικιοκρατία προς τους αποικιοκράτες και προς εκείνους ανάμεσα στους αποικισμένους που συνήργησαν μαζί του.
Η ρατσιστική δικαιολόγηση της αποικιοκρατίας υπήρχε πολύ πριν οι Ευρωπαίοι φέρουν αφρικανούς δούλους στο Δυτική Ημισφαίριο. Αρχικά, οι Ευρωπαίοι έποικοι εκεί σφαγίαζαν και έκαναν διακρίσεις σε βάρος των ιθαγενών, συχνά χρησιμοποιώντας ρατσιστικές αιτιολογήσεις για αυτή τη συμπεριφορά. Αυτός ο ρατσισμός μεταφέρθηκε και στους αφρικανούς δούλους. Οι Ευρωπαίοι διαφοροποιούσαν τους εαυτούς τους από τους αφρικανούς δούλους βάσει της απομακρυσμένης καταγωγής τους από την Αφρική, των διαφορετικών τους πολιτισμών, γλωσσών και χρωμάτων δέρματος. Οι Ευρωπαίοι είχαν {141} αιώνες να αναπτύξουν πολλών ειδών ρατσισμούς για να δικαιολογήσουν τη δουλεία, τη φεουδαρχία και αργότερα τον καπιταλισμό.
Ωστόσο, ο ρατσισμός στις ΗΠΑ κατά των Αφροαμερικανών έχει εξελιχθεί με δικούς του ιδιαίτερους μηχανισμούς και μορφές μέσα από τις γενιές του αμερικανικού καπιταλισμού. Μία από αυτές τις μορφές συμβάλλει στην ικανότητα του καπιταλισμού να αντιμετωπίζει και να επιβιώνει της δικής του αστάθειας. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο αμερικανικός καπιταλισμός γενικά διανέμει τις συνέπειες των επαναλαμβανόμενων οικονομικών υφέσεων άνισα. Ο λευκός πληθυσμός χάνει σχετικά λιγότερο πλούτο και εισόδημα σε σύγκριση με τους συμπολίτες τους άλλων χρωμάτων. Οι Αφροαμερικανοί επωμίζονται δυσανάλογα μεγαλύτερο μέρος του κόστους και των συνεπειών της αστάθειας του καπιταλισμού.
Οι λευκοί Αμερικανοί μπορούν να κάνουν και να υλοποιήσουν σχέδια ζωής (όπως να παντρευτούν, να μεγαλώσουν οικογένεια, να συσσωρεύσουν αποταμιεύσεις, να χτίσουν κοινότητα, να αναπτύξουν δεξιότητες, επαγγελματικές επαφές και προσόντα κ.ά.) με πολύ μικρότερες πιθανότητες να διακοπούν από την αστάθεια του καπιταλισμού. Η ανεργία που επιβάλλεται στους λευκούς συμβαίνει γενικά λιγότερο συχνά και διαρκεί λιγότερο σε σχέση με την ανεργία που επιβάλλεται στους Αφροαμερικανούς. Οι λευκοί απολαμβάνουν σχετική ασφάλεια από τις καταστροφές που προκαλεί η αστάθεια του συστήματος, επειδή αυτές οι καταστροφές κατανέμονται άνισα μέσα στην εργατική τάξη. Εδώ βρίσκεται μία αιτία για τη μεγαλύτερη παραδοσιακή συμπάθεια των λευκών Αμερικανών προς τον καπιταλισμό. Για να καλλιεργήσει και να ενισχύσει αυτή τη συμπάθεια, ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί (και κατ’ επέκταση διατηρεί) τον ρατσισμό.
Με απλά λόγια — όπως συχνά εκφράζεται — η μεγαλύτερη θυματοποίηση των Αφροαμερικανών σε σχέση με τους λευκούς εντός του αμερικανικού καπιταλισμού αποδίδεται στην φυλετική τους ταυτότητα. Αυτό το είδος επιχειρήματος αποδίδει τις διαφορές στην οικονομική συμμετοχή και τις συνθήκες εργασίας μεταξύ λευκών και μαύρων εργαζομένων στα διαφορετικά φυλετικά τους χαρακτηριστικά. Υποστηρίζει ότι οι μαύροι πληρώνονται λιγότερο, απολύονται συχνότερα και τους αρνούνται πιο συχνά την πίστωση επειδή η εργασία τους είναι λιγότερο πολύτιμη, η πιστοληπτική τους ικανότητα είναι κακή κ.ο.κ. Ο ρατσισμός είναι ο τρόπος με τον οποίο πολλοί αμερικανοί καπιταλιστές εργοδότες έχουν «διαχειριστεί» την άνιση μεταχείριση των μαύρων και λευκών εργαζομένων στο σύστημα. Παράλληλα, {142} παρόμοιος ρατσισμός υπήρξε και ο τρόπος με τον οποίο πολλοί εργαζόμενοι ερμήνευσαν τις διαφορές μεταξύ των θέσεων εργασίας και των συνθηκών ζωής λευκών και μαύρων εργαζομένων. Και καθ’ όλη την ιστορία του αμερικανικού καπιταλισμού, αυτός ο «κοινός» ρατσισμός έχει διευκολύνει πολιτικές συμμαχίες (όπως στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα τις τελευταίες δεκαετίες).
Μια ελαφρώς παραλλαγμένη μορφή αυτού του ρατσισμού εμφανίζεται με τη μορφή αντίθεσης σε αναδιανομές εισοδήματος ή πλούτου. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, τέτοιες αναδιανομές δεν είναι «αξιοκρατικές» ή δικαιολογημένες, επειδή θα τιμωρούσαν μια φυλή που «εργάζεται σκληρά γι’ αυτό» ενώ θα επιβράβευαν μια άλλη φυλή που «δεν εργάστηκε σκληρά». Παρόμοια επιχειρήματα διακρίνουν εναντίον των πρόσφατων μεταναστών ως τεμπέληδων που αναζητούν πρόνοια, σε αντίθεση με τους πρώτους (και συνήθως λευκούς) μετανάστες που «εργάστηκαν σκληρά». Η ιδεολογική εικόνα εδώ είναι μια μορφή αξιοκρατίας που ανταμείβει τους πιο εργατικούς. Ο ρατσισμός στερεοποιείται μέσα σε τέτοιες αξιοκρατικές αυταπάτες.
Οι κοινωνικοί αγώνες για αναδιανομή του πλούτου έχουν επιχειρηθεί επανειλημμένα. Σπάνια αποδίδουν, και όταν το κάνουν, σπάνια διαρκούν. Αν αντιμετωπιζόταν η ρίζα της ανισότητας του πλούτου, οι αγώνες για αναδιανομή θα μπορούσαν και θα αποφεύγονταν. Αν τα εισοδήματα δεν κατανέμονταν άνισα από την αρχή — όπως συμβαίνει στον καπιταλισμό μέσω της διανομής των εσόδων μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών — η ανισότητα δεν θα στοιχειοθετούσε, δεν θα διατάρασσε και δεν θα αποσταθεροποιούσε το σύστημα όπως πάντα συνέβαινε.
Ο καπιταλισμός διανέμει τον πλούτο με συγκεκριμένους τρόπους που διαφέρουν από εκείνους άλλων εναλλακτικών συστημάτων. Η κριτική στην κατανομή του πλούτου από τον καπιταλισμό οφείλει να περιλαμβάνει μια συγκριτική εξέταση και συζήτηση για τις κατανομές άλλων συστημάτων. Οι υπερασπιστές του καπιταλισμού φοβούνται το πού μπορεί να οδηγήσουν τέτοιες συζητήσεις, γι’ αυτό και τείνουν να αποκλείουν την αλλαγή του συστήματος από τη συζήτηση για τα «προβλήματα κατανομής» του καπιταλισμού.
Παραμένει πολύ δύσκολο για πολλούς Αμερικανούς να δουν την τεράστια αδικία και τη μεγάλη σπατάλη ανθρώπινων δυνατοτήτων που προκαλεί ο ρατσισμός κατά των Αφροαμερικανών, των Ιθαγενών και των μεταναστών. Παραμένει {143} επίσης πολύ δύσκολο για τους περισσότερους Αμερικανούς να φανταστούν ένα διαφορετικό οικονομικό σύστημα, ένα σύστημα που *δεν* διαιρεί τους ανθρώπους σε εργοδότες και εργαζόμενους και, συνεπώς, δεν χρειάζεται και δεν επιτρέπει ρατσιστικές δικαιολογίες για τις ανισότητες που προκύπτουν.
Στο μυαλό πολλών, η αμοιβαία ενίσχυση του καπιταλισμού και του ρατσισμού δεν είναι συνειδητή. Η κατανόηση της σχέσης τους αποτελεί σημαντικό στοιχείο του κοινωνικού κινήματος για την κατάργηση και των δύο. Στις ΗΠΑ, η υπέρβαση του ρατσισμού προϋποθέτει την αντιμετώπιση του καπιταλισμού ως ενός από τα θεμέλια της αναπαραγωγής του ρατσισμού. Η υπέρβαση του ρατσισμού απαιτεί μετάβαση σε ένα διαφορετικό οικονομικό σύστημα που αρνείται τον οριστικό διαχωρισμό του καπιταλισμού μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου. Σε άλλες χώρες, η υπέρβαση του ρατσισμού απαιτεί να διερωτηθούμε αν ο καπιταλισμός εκεί διαδραματίζει ανάλογο ρόλο στην αναπαραγωγή κάποιου είδους ρατσισμού. Και, αν ναι, μια παρόμοια στρατηγική μετάβασης θα είναι αναγκαία.
[Richard D. Wolff, Understanding Capitalism]
[Richard D Wolff – Κατανοώντας τον Καπιταλισμό | social and political theory](https://volontegenerale.wordpress.com/richard-d-wolff-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%b9%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c/)
Καπιταλισμός και Φασισμός (Richard D. Wolff)
==== Καπιταλισμός και Φασισμός ====
Εντός του χώρου εργασίας, ο καπιταλισμός βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στους δικούς του μηχανισμούς για την αναπαραγωγή του. Εκτός του χώρου εργασίας, βασίζεται με περισσότερο αμφίσημο τρόπο τόσο στους μηχανισμούς της αγοράς όσο και στους κοινοβουλευτικούς και αστυνομικούς μηχανισμούς του κράτους για την αυτοαναπαραγωγή του. Σε περιόδους που αποκαλούνται «κανονικές», αυτοί οι μηχανισμοί επαρκούν. Όταν όμως οι μηχανισμοί αυτοί αδυνατούν να διαχειριστούν τις εντάσεις και τις δυσκολίες του καπιταλισμού, η αναπαραγωγή του συστήματος {134} τίθεται σε κίνδυνο.
Ο φασισμός συνιστά ένα σύνολο κοινωνικών μεταβολών που επιβάλλονται για να διασφαλιστεί η αναπαραγωγή του καπιταλισμού, όταν οι «κανονικοί» μηχανισμοί στους οποίους βασίζεται για την αναπαραγωγή του αποτυγχάνουν. Ο φασισμός είναι ένα όπλο στο οπλοστάσιο του καπιταλισμού για την αντιμετώπιση των σοβαρότερων κρίσεών του.
Στο πλαίσιο του φασισμού, η ηγεσία του κράτους και τα ανώτατα κλιμάκια των καπιταλιστών συγχωνεύονται για να επιβάλουν τις μεθόδους παραγωγής του καπιταλισμού. Συχνά αυτό συμβαίνει υπό την καθοδήγηση και τον έλεγχο ενός φασιστικού πολιτικού κόμματος, δεσμευμένου στη ρύθμιση, διατήρηση και έλεγχο αυτής της συγχώνευσης. Άλλοτε, ποικίλα είδη «εξωτερικών» απειλών πυροδοτούν τη στροφή προς τον φασισμό. Άλλοτε πάλι, οι «κανονικές» στενές συμμαχίες μεταξύ καπιταλιστών και κρατικών αξιωματούχων διαρρηγνύονται και απειλούν «εσωτερικά» την αναπαραγωγή του συστήματος. Τότε, η ιστορική απάντηση σε εξωτερικές ή/και εσωτερικές απειλές υπήρξε κάποιες φορές η μετάβαση σε μια μορφή φασισμού.
Ενοποιημένοι στον φασισμό, οι καπιταλιστές και η κυβέρνηση επιδιώκουν από κοινού να καταστρέψουν τις ομάδες που αμφισβητούν τον καπιταλισμό — όπως τα εργατικά συνδικάτα, τα σοσιαλιστικά κόμματα, οι αντικαπιταλιστές διανοούμενοι και ούτω καθεξής. Εναλλακτικά, οι συγχωνευμένες ηγεσίες του φασισμού απειλούν πραγματικούς ή εν δυνάμει πολιτικούς αντιπάλους, προκειμένου να τους εξαναγκάσουν να μετασχηματιστούν σε συμμάχους του φασισμού. Στην επιδίωξη αυτών των στόχων, ο φασισμός τείνει να καταργεί τις αστικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των «κανονικών» καπιταλιστικών περιόδων, μέσω της φυλάκισης, των βασανιστηρίων και των δολοφονιών — επίσης σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι σε «κανονικές εποχές».
Ο Χίτλερ στη Γερμανία, ο Μουσολίνι στην Ιταλία και ο Φράνκο στην Ισπανία προσφέρουν πλήθος παραδειγμάτων αυτών των τυπικών φασιστικών μεθόδων. Η οικονομική και πολιτική εξουσία συγκεντρώνονται κάθετα προς τα πάνω, στην υπηρεσία της φασιστικής εξουσίας και του καπιταλιστικού κέρδους. Το κέρδος αυτό κατόπιν επιμερίζεται μεταξύ των καπιταλιστών και των ανώτατων κρατικών αξιωματούχων, προκειμένου να αναπαραχθούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, οι φασιστικοί θεσμοί και η κυβερνητική συμμαχία που τα συνδέει.
Απογοητευμένοι από τις αστάθειες, τις ανισότητες και τις συνεπαγόμενες κοινωνικές διαιρέσεις του καπιταλισμού, κάποιοι εργοδότες και εργαζόμενοι στρέφονται προς τα δεξιά, προς φασίστες πολιτικούς ηγέτες που υπόσχονται να «διορθώσουν» τις χειρότερες συνέπειες του καπιταλισμού.
Ιστορικά, οι φασίστες ηγέτες υποσχέθηκαν την εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης σε ένα πλαίσιο συνολικής κοινωνικής αναγέννησης, η οποία θα επανέφερε την κοινωνία σε μια χρυσή εποχή φυλετικής ή εθνοτικής καθαρότητας (η οποία συνήθως ταυτίζεται με φυλετική ή εθνοτική ανωτερότητα). Για παράδειγμα, ο Χίτλερ επιδίωξε την ανασύσταση μιας Αρίας γερμανικής αυτοκρατορίας, του Τρίτου Ράιχ· ο Μουσολίνι, μιας ανανεωμένης ιταλικής αυτοκρατορίας· και ο Φράνκο, μιας ισπανικής. Χρησιμοποιώντας ισχυρές κεϋνσιανές νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές και μέσα από τη συγχώνευση κράτους και κεφαλαίου σε μια μορφή ημι-κρατικού καπιταλισμού, ο φασισμός μπορεί να κινητοποιεί την κρατική πολιτική και τόσο τους δημόσιους όσο και τους ιδιωτικούς πόρους για να επιτύχει τον στόχο της διασφάλισης της αναπαραγωγής του καπιταλισμού.
Ωστόσο, οι κυκλικές κρίσεις του καπιταλισμού, οι ανισότητες και οι όλο και βαθύτερες κοινωνικές διαιρέσεις μπορούν επίσης να προκαλέσουν μια πολύ διαφορετική στροφή προς τα αριστερά: τον σοσιαλισμό. Οι σοσιαλιστές κινητοποιούν τα θύματα των καπιταλιστικών κύκλων για να συμμαχήσουν με όσους ασκούν κριτική στον καπιταλισμό. Μέσω οργανώσεων όπως τα εργατικά συνδικάτα, τα σοσιαλιστικά πολιτικά κόμματα και οι σύμμαχες κοινωνικές κινήσεις (μεταξύ γυναικών, μεταναστών και κάθε είδους καταπιεσμένων ομάδων), ο σοσιαλισμός αναδείχθηκε σε παγκόσμια δύναμη τα τελευταία 150 χρόνια. Ενώ ο φασισμός αξιοποιεί το συγκεντρωμένο πλούτο και την πολιτική εξουσία για να αναπαράγει τον καπιταλισμό, ο σοσιαλισμός χρησιμοποιεί τη δύναμη του λαού για να τον αμφισβητήσει. Και οι δύο είναι απαντήσεις στις κρίσεις του καπιταλισμού, αλλά με ριζικά διαφορετικούς σκοπούς.
Ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί τους φασίστες και τον φασισμό για να οικοδομήσει ένα πολιτικό αντίβαρο απέναντι στους σοσιαλιστές και τον σοσιαλισμό. Η σοσιαλιστική κριτική έδειξε στους φασίστες ότι οι αδυναμίες του καπιταλισμού —ιδίως η αστάθεια και οι κοινωνικές της επιπτώσεις— έπρεπε να αναγνωριστούν. Έπρεπε επίσης να προταθούν λύσεις. Έτσι, οι φασίστες διαμόρφωσαν τις δικές τους αναλύσεις και λύσεις ώστε να ενισχύσουν και να θωρακίσουν τον καπιταλισμό, αντί να τον αμφισβητήσουν.
Ιστορικά, οι φασιστικές αναλύσεις αποδίδουν τα προβλήματα του καπιταλισμού σε εξωτερικούς υποκινητές, συμπεριλαμβανομένων επιλεγμένων ξένων εθνών και πληθυσμών: Εβραίοι, Σλάβοι, μη Άριοι κ.ο.κ. Οι σημερινοί «πολιτισμικοί πόλεμοι» εντάσσονται επίσης σε αυτή τη στρατηγική, καθώς αποδίδουν τα προβλήματα της κοινωνίας σε εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες, στα δικαιώματα των LGBTQ, στα δικαιώματα των γυναικών κ.λπ. Οι φασίστες συχνά προτείνουν έναν κοινωνικό εξαγνισμό: ένα κυνήγι μαγισσών για την απομάκρυνση των {136} «προβλημάτων» από τον καπιταλισμό.
Οι φασίστες εργάζονται για την καταστροφή του σοσιαλισμού και των σοσιαλιστών. Και πάλι, ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και ο Φράνκο παρέχουν μακροσκελείς καταλόγους σχετικών παραδειγμάτων. Ο φασισμός οραματίζεται έναν «εξαγνισμένο» καπιταλισμό που απασχολεί όλους, εξυψώνει το έθνος και ανακτά το μεγαλείο του παρελθόντος του.
Ο φασισμός προσφέρεται στον καπιταλισμό ως μαζική βάση, που λειτουργεί ως αντιστάθμισμα απέναντι στον σοσιαλισμό και τη δική του μαζική βάση. Εκεί όπου οι σοσιαλιστές μάχονταν τους καπιταλιστές και το κράτος που εκείνοι κυριαρχούσαν, οι φασίστες έβρισκαν φίλους και χρηματοδότες ανάμεσα στους καπιταλιστές, και σημαντικούς συμμάχους στους πολιτικούς τους. Οι σοσιαλιστές και οι φασίστες συγκρούονταν μεταξύ τους ως κόμματα κατά τις εκλογές, αλλά και στους δρόμους και στις εργατικές απεργίες. Οι καπιταλιστές προτιμούσαν ξεκάθαρα τη συμμαχία άμυνας που προσέφεραν οι φασίστες, από τους σοσιαλιστές, τους οποίους φοβούνταν επειδή θεωρούσαν ότι ευνοούσαν μια εργατική τάξη με νέα ενδυνάμωση, ικανή να κυριαρχήσει οικονομικά και πολιτικά. Όσο περισσότερο οι σοσιαλιστές πλησίαζαν την εξουσία μέσω των συνδικάτων στους χώρους εργασίας και της πολιτικής εξουσίας στην κυβέρνηση, τόσο περισσότερο οι καπιταλιστές καλωσόριζαν τους φασίστες. Η αυξανόμενη ισχύς του σοσιαλισμού καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα ώθησε τους καπιταλιστές στη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Ιαπωνία να αποδεχθούν τις φασιστικές προσκλήσεις. Και οι καπιταλιστές άλλων χωρών μπήκαν στον πειρασμό και φλέρταραν με τους φασίστες ηγέτες και τα κόμματά τους.
Οι φασίστες έμαθαν ότι έπρεπε να καλύψουν το χαμένο έδαφος εάν ήθελαν να κερδίσουν την αφοσίωση των εργαζομένων από τα παλαιότερα και συνήθως καλύτερα οργανωμένα σοσιαλιστικά κινήματα. Οι Ναζί το πέτυχαν, εν μέρει, ενσωματώνοντας τη λέξη «σοσιαλισμός» στο επίσημο όνομα του κόμματός τους και προσελκύοντας ενεργά εργάτες να ενταχθούν στο Ναζιστικό Κόμμα. Ορισμένοι φασίστες ηγέτες (όπως ο Μουσολίνι) ήταν πρώην στελέχη σοσιαλιστικών κομμάτων, τα οποία αποχώρησαν για να ενταχθούν στους φασίστες. Ο καπιταλισμός προκαλεί επικριτές τόσο από τα αριστερά όσο και από τα δεξιά· πάντα το έκανε.
Ο καπιταλισμός παράγει τον φασισμό περιοδικά: μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, αυτό συνέβη στην Ιταλία, τη Γερμανία, την Ισπανία και την Ιαπωνία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οικονομικά και κοινωνικά τραύματα είχαν ταράξει τις καπιταλιστικές οικονομίες και {137} κοινωνίες και τις είχαν βγάλει από την προηγούμενη κανονικότητά τους. Το βασικό παράδειγμα, η Γερμανία του Χίτλερ, αναδύθηκε από την αγωνία μιας πεσμένης αυτοκρατορίας. Μετά την ενοποίηση της Γερμανίας υπό την εποχή του Μπίσμαρκ, η χώρα εξελίχθηκε σε μια αυτοκρατορία που γνώριζε επιτυχή ανάπτυξη. Ωστόσο, τα συσσωρευμένα πλήγματα από την ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ανατροπή του Κάιζερ (του Γερμανού αυτοκράτορα), καθώς και τις επακόλουθες πολεμικές αποζημιώσεις και την υπερπληθωριστική κρίση, οδήγησαν τη χώρα σε κατάσταση γενικευμένης κρίσης.
Ο υπερπληθωρισμός στη Γερμανία είδε την ισοτιμία μεταξύ του αμερικανικού δολαρίου και του γερμανικού μάρκου να εκτοξεύεται από 160 μάρκα ανά δολάριο το 1922 σε 4,2 τρισεκατομμύρια μάρκα ανά δολάριο έως τον Νοέμβριο του 1923. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, οι αποταμιεύσεις και η αυτοεκτίμηση των Γερμανών εξανεμίστηκαν. Όταν το Κραχ του 1929 χτύπησε, η Γερμανία πέρασε το κατώφλι της κατάρρευσης. Το ήδη εύθραυστο πολιτικό κέντρο κατέρρευσε. Οι Γερμανοί καπιταλιστές αντιμετώπιζαν την πραγματική πιθανότητα μιας εργατικής τάξης που θα τους θεωρούσε υπεύθυνους — αυτούς και το καπιταλιστικό σύστημα — για τα δεινά της. Το 1932, η γερμανική Αριστερά (τόσο οι σοσιαλδημοκράτες - SPD όσο και οι ταχέως αναπτυσσόμενοι κομμουνιστές - KPD) συγκέντρωναν μαζί το ήμισυ των ψήφων του έθνους, ενώ η ύφεση συνεχιζόταν. Μια καταστροφή για τους καπιταλιστές διαφαινόταν στον ορίζοντα.
Οι Γερμανοί καπιταλιστές αισθάνονταν ότι αντιμετώπιζαν μια υπαρξιακή απειλή. Αποτελούσαν ένα πολύ μικρό ποσοστό του εκλογικού σώματος της Γερμανίας σε σύγκριση με τις ευρείες λαϊκές μάζες που στήριζαν τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές. Δεδομένου ότι η μόνη άλλη μαζική κοινωνική βάση συγκρίσιμη σε μέγεθος στη Γερμανία εκείνη την εποχή ήταν αυτή των Ναζί, ο πρόεδρος της Γερμανίας προσκάλεσε τον Χίτλερ να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο φασισμός του Χίτλερ κατέστρεψε άμεσα και κυριολεκτικά τα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα — τις κοινωνικές τους δομές, τη νομική τους υπόσταση και τα ηγετικά τους στελέχη. Μόλις ανήλθε στην εξουσία, το Ναζιστικό Κόμμα ουσιαστικά συγχωνεύθηκε στα ανώτερα κλιμάκιά του με τα αντίστοιχα της γερμανικής καπιταλιστικής ελίτ, σχηματίζοντας μια ενοποιημένη, κρατικά διαχειριζόμενη τάξη εργοδοτών. Ο φασιστικός συνασπισμός που εγκαθιδρύθηκε στην κορυφή της γερμανικής κοινωνίας διασφάλισε την επιβίωση του καπιταλισμού απέναντι στους σοσιαλιστικούς και κομμουνιστικούς του αντιπάλους.
{138} Για να εξασφαλίσουν μια μαζική κοινωνική βάση, οι Γερμανοί φασίστες έπρεπε να προσελκύσουν εργαζομένους και αυτοαπασχολούμενους σε σημαντικούς αριθμούς. Για να το επιτύχουν αυτό, έπρεπε να ανταγωνιστούν τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές. Εκεί όπου οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές εστίαζαν την κριτική τους στην καπιταλιστική τάξη και τον καπιταλισμό ως σύστημα, ο Χίτλερ στόχευσε τους Εβραίους. Οι Ναζί παρουσίαζαν διαρκώς τους Εβραίους ως πλούσιους και εκμεταλλευτές, χωρίς διάκριση. Στην πράξη, ο Χίτλερ υποκατέστησε την καπιταλιστική τάξη με τους Εβραίους, ώστε να οικειοποιηθεί τις στρατηγικές των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών. Ελάχιστη σημασία είχε το γεγονός ότι οι περισσότεροι Γερμανοί καπιταλιστές δεν ήταν Εβραίοι και ότι οι περισσότεροι Εβραίοι δεν ήταν εργοδότες καπιταλιστές. Η ενοχοποίηση των Γερμανοεβραίων εξυπηρετούσε μια κεντρική ανάγκη της καπιταλιστικής τάξης: απέσπασε την προσοχή της εργατικής τάξης από το να αναγνωρίσει τους καπιταλιστές και τον ίδιο τον καπιταλισμό ως τους πραγματικούς της αντιπάλους.
Αξιοποιώντας μια μαζική βάση, ένας φασίστας ηγέτης όπως ο Χίτλερ μπορούσε να διαπραγματευτεί μια ανταλλαγή: την αφοσίωση, τις ψήφους και τη στήριξη του Ναζιστικού Κόμματος προς το γερμανικό κεφάλαιο και τον καπιταλισμό, με αντάλλαγμα τη στήριξη των καπιταλιστών προς το Κόμμα και την κυβέρνησή του, μόλις αυτή αναλάμβανε την εξουσία. Ο γερμανικός φασισμός ήταν το τελικό αποτέλεσμα αυτής της συμφωνίας. Ο φασισμός βοήθησε τον γερμανικό καπιταλισμό να επιβιώσει των κρίσεών του (της ήττας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, του υπερπληθωρισμού το 1923 και της Μεγάλης Ύφεσης το 1929) χωρίς να μεταβληθεί η βασική δομή του καπιταλιστικού συστήματος. Ο φασισμός βοήθησε και άλλα καπιταλιστικά καθεστώτα να ξεπεράσουν τις κρίσεις τους· παραμένει μια ενδεχόμενη επιλογή σε περιόδους κρίσης των καπιταλιστικών οικονομιών.
Η εμβάθυνση των ανισοτήτων και η παρακμή των αυτοκρατοριών προκαλούν σήμερα κρίσεις και σε άλλα καπιταλιστικά συστήματα: για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όλο και περισσότεροι πολίτες θέτουν υπό αμφισβήτηση και επικρίνουν τη δυνατότητα ανάδυσης του φασισμού. Πρόσφατες εκλογές και οι εντεινόμενες κοινωνικές διαιρέσεις έχουν αναδείξει το ερώτημα: θα κινηθεί ο αμερικανικός καπιταλισμός προς μια φασιστική κατεύθυνση; Δεν έχουμε ακόμη φασισμό στις ΗΠΑ. Και αν αρκετοί Αμερικανοί κατανοήσουν αυτή τη δυνατότητα και κινητοποιηθούν για να την αποτρέψουν, ίσως να μην έρθει ποτέ.
Βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο φασισμός σημαίνει έναν πληθυσμό ελεγχόμενο από μια συγχώνευση κυβέρνησης και καπιταλιστών, με στόχο τη διάσωση του καπιταλισμού {139} μέσω της επιβολής των όρων του. Ο σοσιαλισμός σημαίνει ένα κοινωνικό σύστημα που υπερβαίνει τον καπιταλισμό. Αυτές είναι ασταθείς εποχές για την οικονομία, την πολιτική και τον κοινωνικό ιστό της ζωής μας. Σήμερα, δύο μεγάλα πολιτικά ερωτήματα τίθενται: Πρώτον, θα συγκροτηθεί και θα επικρατήσει μια αποτελεσματική αντιπολίτευση απέναντι στη φασιστική λύση; Και δεύτερον, θα αναδυθεί και θα διαμορφώσει το μέλλον του έθνους ένα αποτελεσματικό κοινωνικό κίνημα για τη μετάβαση πέρα από τον καπιταλισμό;
[Richard D. Wolff, Understanding Capitalism]
[Richard D Wolff – Κατανοώντας τον Καπιταλισμό | social and political theory](https://volontegenerale.wordpress.com/richard-d-wolff-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%b9%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c/)

