Ο Richard Wolff για τα Νέα Ανοίγματα της Αριστεράς το 2026
----------------------------------------------------------
[Richard Wolff on the Left’s New Openings in 2026](https://jacobin.com/2026/07/american-empire-capitalism-crisis-socialism)
July 16, 2026
By Richard D. Wolff (https://jacobin.com/author/richard-d-wolff)
Καθώς η αμερικανική ηγεμονία κλονίζεται και μια νέα παγκόσμια τάξη αναδύεται, ο Richard Wolff υποστηρίζει ότι οι κρίσεις γύρω από το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ αποκαλύπτουν πως ο καπιταλισμός εισέρχεται σε μια ακόμη εποχή ιστορικών αναταράξεων — και αναδεικνύουν την ανάγκη για μια σοσιαλιστική εναλλακτική.

*Διαδηλωτές κρατούν κόκκινες σημαίες κατά τη διάρκεια αντικυβερνητικής πορείας που διοργάνωσε η People's Assembly την πρώτη ημέρα του ετήσιου συνεδρίου του Συντηρητικού Κόμματος στο Μάντσεστερ, την 1η Οκτωβρίου 2017.*
Πολλοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο θέτουν και πάλι το παλιό ερώτημα: «Τι πρέπει να κάνουμε;» Και πολύ σωστά το θέτουν. *(Oli Scarff / AFP μέσω Getty Images).*
*****
Στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, καθώς η φεουδαρχία στη Ρωσία έφθανε στο τέλος της και η αυτοκρατορία της κλονιζόταν, ο μεγάλος Ρώσος μυθιστοριογράφος Νικολάι Τσερνισέφσκι αποτύπωσε τις ολοένα εντονότερες ανησυχίες και αγωνίες της εποχής στο μυθιστόρημά του *Τι πρέπει να κάνουμε;* (1863). Το έργο αυτό πρότεινε μια σοσιαλιστική απάντηση. Σαράντα χρόνια αργότερα, ένας ωμός και αρπακτικός καπιταλισμός είχε ορμήσει να αντικαταστήσει τη ρωσική φεουδαρχία. Οι πρώην δουλοπάροικοι άρχισαν τότε να αντιλαμβάνονται ότι δεν είχαν απαλλαγεί από την εκμετάλλευση, όπως είχαν ελπίσει και ονειρευτεί. Αντίθετα, υπέφεραν πλέον από μια νέα μορφή της ως βιομηχανικοί εργάτες.
Ο Βλαντίμιρ Λένιν εξέφρασε τις ανησυχίες και τις αγωνίες αυτής της νέας πραγματικότητας στο φυλλάδιό του με τον σκόπιμα επαναλαμβανόμενο τίτλο *Τι πρέπει να κάνουμε;*. Και αυτό προσέφερε μια σοσιαλιστική απάντηση. Σήμερα, η παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας αναστατώνει και υπονομεύει τον αμερικανικό καπιταλισμό, καθώς προκαλεί ισχυρούς κραδασμούς στην παγκόσμια οικονομία. Το διεθνές δίκαιο αγνοείται ολοένα και περισσότερο, ενώ οι ωμές μορφές αυταρχισμού στοιχειώνουν όλο και συχνότερα την εσωτερική πολιτική. Πολλοί άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο θέτουν και πάλι εκείνο το παλιό ερώτημα. Και πολύ σωστά το κάνουν. Ακολουθεί μία ακόμη σοσιαλιστική απάντηση.
### Η κατάρρευση των παλαιών αυτοκρατοριών και η άνοδος της αμερικανικής αυτοκρατορίας
Μέσα από την ομίχλη της πολιτικής και του πολέμου —που αποτελούν, άλλωστε, τη συνέχιση το ένα του άλλου με διαφορετικά μέσα— βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη μια ιστορική παγκόσμια αναδιάταξη. Στην επιφάνεια, ο κόσμος είναι άμεσα ή έμμεσα απορροφημένος από τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν, από τον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας–ΝΑΤΟ και από τις συνέπειές τους. Κάτω όμως από την επιφάνεια, καθώς γίνονται ορατά τα περιγράμματα αυτής της αναδιάταξης, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα την ίδια μας την ιστορία και, κατ' επέκταση, να διαμορφώσουμε πιο συνειδητά την πορεία μας από εδώ και πέρα.
Η εγελιανή οπτική του Καρλ Μαρξ τού επέτρεψε να διακρίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο η Βρετανία υπέταξε την Ινδία, τη Βόρεια Αμερική και το υπόλοιπο της αυτοκρατορίας της προκάλεσε ταυτόχρονα τη σύγχρονη ανάπτυξή τους με τρόπους που τελικά υπονόμευσαν την ίδια τη βρετανική αυτοκρατορία. Για παράδειγμα, οι πόλεμοι ανεξαρτησίας που διεξήγαγε μία από τις αποικίες της οδήγησαν αρχικά στη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών και αργότερα στο Δόγμα Μονρόε. Και τα δύο περιόρισαν τη βρετανική αυτοκρατορία και τις φιλοδοξίες της. Ωστόσο, οι αναπτυσσόμενες Ηνωμένες Πολιτείες προμήθευαν επίσης τη Βρετανία με βαμβάκι που παραγόταν από σκλάβους, επιτρέποντας στην κλωστοϋφαντουργία να αποτελέσει τη βάση της βρετανικής ισχύος και ανάπτυξης κατά τον δέκατο ένατο αιώνα. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν στη Βρετανία τόσο μια μεγάλη αγορά όσο και ιδιαίτερα επικερδείς επενδυτικές ευκαιρίες.
Καθώς τόσο οι ευρωπαϊκές δυνάμεις όσο και η Ιαπωνία ανταγωνίζονταν κατά τον δέκατο ένατο και τις αρχές του εικοστού αιώνα για την επέκταση και εκμετάλλευση των αντίστοιχων αυτοκρατοριών τους, η διαδικασία αυτή κορυφώθηκε με δύο παγκόσμιους πολέμους που κατέστρεψαν όλες αυτές τις αυτοκρατορίες. Μερική εξαίρεση αποτέλεσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, προστατευμένες από δύο ωκεανούς και από τα όρια της στρατιωτικής τεχνολογίας της εποχής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βγήκαν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914–1918) με ελάχιστες ζημιές σε σύγκριση με τους άλλους εμπόλεμους. Το ίδιο συνέβη και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939–1945), όταν η αναγκαία στρατιωτική κινητοποίηση συνέβαλε στην έξοδο από τη Μεγάλη Ύφεση (1929–1939), ενώ παράλληλα επέτρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες να αντικαταστήσουν τις προηγούμενες αυτοκρατορίες με τη δική τους. Πολλές από τις μεγάλες αντιφάσεις που διαμορφώνουν την παγκόσμια ιστορία από το 1945 και μετά γεννήθηκαν ακριβώς από αυτή την ταχεία κατάρρευση των παλαιών αυτοκρατοριών και την εκρηκτική άνοδο της νέας αμερικανικής αυτοκρατορίας.
Ωστόσο, η αμερικανική «άτυπη» αυτοκρατορία αποδείχθηκε παραγωγικότερη και ισχυρότερη από τις «τυπικές» αυτοκρατορίες του παρελθόντος. Ενοποιήθηκε γύρω από μία και μοναδική αποστολή: να υποτάξει τον υπόλοιπο κόσμο ώστε να υπηρετεί πρωτίστως τα συμφέροντα των Αμερικανών καπιταλιστών. Όπως είχε προβλέψει ο Μαρξ, η άνοδος των Ηνωμένων Πολιτειών οδήγησε, μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών τους —ιδίως στην αεροπορία και τις τηλεπικοινωνίες—, στη συγκρότηση μιας ενοποιημένης παγκόσμιας οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό συσσώρευσαν πρωτοφανή επίπεδα πλούτου.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες καθόρισαν για όλους τους αποικιοκρατούμενους λαούς έναν νέο δρόμο προς το μέλλον. Θα έπρεπε να αντιγράψουν τις τεχνολογίες των αποικιοκρατών, να διαφοροποιήσουν τη βιομηχανική τους παραγωγή και να συμμετάσχουν κερδοφόρα στις παγκόσμιες αγορές. Πριν από το 1945, τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που βρίσκονταν υπό άμεση ή έμμεση αποικιακή κυριαρχία είχαν περιοριστεί στις χειρότερες και πιο περιθωριακές θέσεις μέσα στον παγκόσμιο καπιταλισμό: ως προμηθευτές πρώτων υλών και φθηνής εργασίας. Η πολιτική ανεξαρτησία, την οποία επιδίωξαν επειγόντως, απογοήτευσε όσους πίστευαν ότι θα τους απελευθέρωνε από αυτή την αποικιακή περιθωριοποίηση.
### Ο αναπτυσσόμενος κόσμος αντεπιτίθεται
Ορισμένοι από αυτά τα δισεκατομμύρια ανθρώπων επιχείρησαν να υπερβούν την υποτελή θέση τους προσαρμόζοντας τον ευρωπαϊκό σοσιαλισμό στις δικές τους συνθήκες. Οι εργατικές τάξεις της Ευρώπης είχαν προσδοκήσει έναν κόσμο «ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης» υποστηρίζοντας τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Το αποτέλεσμα όμως αυτής της μετάβασης —ο πραγματικά υπάρχων καπιταλισμός— δεν πραγματοποίησε αυτές τις υποσχέσεις. Αντίθετα, ως απάντηση αναδύθηκε ο σοσιαλισμός. Ο Μαρξ αποδείχθηκε καθοριστικός, επειδή η ανάλυσή του εντόπισε το εμπόδιο στην πραγματοποίηση αυτών των υποσχέσεων μέσα στον ίδιο τον καπιταλισμό, στη θεμελιώδη δομή των σχέσεων παραγωγής που χωρίζει την κοινωνία σε εργοδότες και εργαζομένους. Εκείνοι οι αγωνιστές που κατανόησαν τη διδασκαλία του Μαρξ επιχείρησαν να οικοδομήσουν ένα κίνημα που θα ήταν ταυτόχρονα αντι-αποικιοκρατικό και σοσιαλιστικό: ο Kwame Nkrumah στη Γκάνα, ο Ahmed Sékou Touré στη Γουινέα, ο Fidel Castro στην Κούβα, ο Ho Chi Minh στο Βιετνάμ, ο Patrice Lumumba στο Κονγκό και τόσοι άλλοι.
> «Ακόμη και εκεί όπου και όταν ο καπιταλισμός επέτρεπε τη δημοκρατία στην πολιτική σφαίρα, με βάση την κατοικία του πολίτη, την αρνιόταν στην οικονομική σφαίρα.»
Οι προσπάθειές τους, όσο βαθιά εμπνευστικές και όσο μεγάλη επιρροή κι αν άσκησαν σε όσα ακολούθησαν, αποδείχθηκαν εντούτοις πρόωρες. Ο αντιιμπεριαλισμός είχε στέρεη βάση στη μαζική αποφασιστικότητα να τερματιστεί η περιθωριακή θέση των πρώην αποικιών, οι οποίες πλέον ήταν μόνο κατ' όνομα «ανεξάρτητες». Η υποστήριξη προς τον σοσιαλισμό ήταν λιγότερο βαθιά ριζωμένη· υπήρχε και αναπτυσσόταν, αλλά παρέμενε σχετικά ανώριμη. Έτσι, ο βασικός προγραμματικός στόχος των πρώην αποικιοκρατούμενων χωρών έγινε η όσο το δυνατόν ταχύτερη ένταξή τους στον παγκόσμιο καπιταλισμό που, μετά το 1945, βρισκόταν υπό την ηγεμονία της αμερικανικής αυτοκρατορίας.
Μετά το 1945, η αμερικανική αυτοκρατορία αντικατέστησε την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία με μια αμερικανική μορφή οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής κυριαρχίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενέταξαν τα πλέον πολιτικά ανεξάρτητα αυτά κράτη στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, έναν θεσμό που οι ίδιες κυριαρχούσαν και χρηματοδοτούσαν. Παράλληλα, τα υπέταξαν στενά μέσω του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), του Οργανισμού Συνθήκης Νοτιοανατολικής Ασίας (SEATO) και παρόμοιων συμμαχιών σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα πρώτα είκοσι πέντε χρόνια μετά το 1945 αποτέλεσαν περίοδο ανάκαμψης για τις οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης και της Ιαπωνίας, που είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο. Παρέχοντας στην Ευρώπη κεφάλαια μέσω πρωτοβουλιών όπως το Σχέδιο Μάρσαλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες οδήγησαν τη μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη να αγοράζει από αμερικανικές επιχειρήσεις όσα χρειάζονταν για την ανασυγκρότησή της, εξασφαλίζοντας έτσι στους Αμερικανούς καπιταλιστές μια κεϋνσιανά τροφοδοτούμενη περίοδο ευημερίας.
Η ευημερία αυτή γέννησε μια πρωτοφανή και άκριτη εξύμνηση καθετί αμερικανικού ως έκφρασης μιας «εξαιρετικής» κοινωνίας. Όμως αυτή η «εξαιρετικότητα» ήταν προσωρινή, μια ιστορική ιδιομορφία που διαμορφώθηκε από τις εξαιρετικά άνισες συνέπειες των δύο παγκοσμίων πολέμων. Η αυτοεξύμνηση των Ηνωμένων Πολιτειών συσκότισε τη βαθύτερη πορεία της ιστορίας, καθώς αυτή μετασχημάτιζε τόσο την ίδια τη χώρα όσο και ολόκληρο τον κόσμο. Όταν η αμερικανική αυτοκρατορία έφτασε στο απόγειό της στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, ελάχιστοι φαίνεται να το αντιλήφθηκαν. Ακόμη λιγότεροι διέκριναν την απαρχή της παρακμής της.
### Η μεταπολεμική αμερικανική ευημερία προσκρούει στα όριά της και η Κίνα αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο
Μέχρι τη δεκαετία του 1970, η ανάκαμψη των μεγάλων οικονομιών που είχαν καταστραφεί από τους παγκόσμιους πολέμους είχε σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί. Μαζί της τερματίστηκε και η πρώτη φάση της μεταπολεμικής αμερικανικής ευημερίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν πλέον ο μοναδικός μεγάλος βιομηχανικός παραγωγός της Δύσης, ούτε η μοναδική πυρηνική δύναμη. Παρέμεναν, βέβαια, η κυρίαρχη *καπιταλιστική* δύναμη παγκοσμίως, με εξαίρεση τις χώρες που απέρριπταν την κυριαρχία τους — εκείνες που ηγούνταν η Σοβιετική Ένωση και η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Το αμερικανικό δολάριο είχε πλέον καταστεί το κυρίαρχο παγκόσμιο νόμισμα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν τη μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά και τις μεγαλύτερες κεφαλαιαγορές στον κόσμο. Στην πορεία, όμως, είχαν μετατραπεί και στον μεγαλύτερο οφειλέτη του πλανήτη. Παρότι αυτό δημιουργούσε μια νέα ευπάθεια για το δολάριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατόρθωσαν ταυτόχρονα να συνδέσουν ακόμη στενότερα ολόκληρο τον κόσμο με αυτό μέσω του συστήματος του πετροδολαρίου.
Για να συνεχιστεί η αμερικανική ευημερία, η τάξη των εργοδοτών στις Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να βρει έναν νέο τρόπο διατήρησης της κερδοφορίας μέσα στις μεταβαλλόμενες παγκόσμιες συνθήκες. Το πέτυχε μέσω δύο μεγάλων οικονομικών εξελίξεων.
Η πρώτη ήταν η μαζική μεταφορά της μεταποιητικής παραγωγής από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς την Κίνα, την Ινδία, τη Βραζιλία και άλλες χώρες. Η Κίνα βρισκόταν στην ευνοϊκότερη θέση για να υποδεχθεί αυτή τη μεταφορά, καθώς η νίκη της κομμουνιστικής επανάστασης το 1949 της είχε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις να αξιοποιήσει αυτή την ευκαιρία για την επιτάχυνση της βιομηχανικής της ανάπτυξης. Στην πράξη, η Κίνα προσέφερε στους καπιταλιστές εκτός της Λαϊκής Δημοκρατίας πρόσβαση σε μια τεράστια νέα δεξαμενή εργαζομένων με μισθούς πολύ, πολύ χαμηλότερους από οπουδήποτε αλλού. Μετά από λίγα χρόνια, καθώς ο αριθμός των διαθέσιμων εργαζομένων αυξανόταν και οι πραγματικοί μισθοί τους ανέβαιναν, η Κίνα έκανε την προσφορά ακόμη πιο ελκυστική χάρη στη μεγάλη και διαρκώς αναπτυσσόμενη εσωτερική καταναλωτική της αγορά.
Υπό τον έλεγχο και την εποπτεία ενός ισχυρού κεντρικού κράτους και του μηχανισμού του Κομμουνιστικού Κόμματος, η Κίνα οικοδόμησε μια οικονομία δύο τομέων. Ο ένας αποτελούνταν από ιδιωτικές επιχειρήσεις, που ανήκαν και λειτουργούσαν τόσο από Κινέζους όσο και από ξένους καπιταλιστές. Ο άλλος περιλάμβανε δημόσιες επιχειρήσεις, ιδιοκτησίας και διαχείρισης του κινεζικού κράτους. Μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες, η χώρα αύξησε με εξαιρετικά ταχύ ρυθμό την παραγωγή, αρχικά καταναλωτικών και στη συνέχεια κεφαλαιουχικών αγαθών. Συνεργαζόμενη με τη Walmart και άλλους μεγάλους διανομείς, διείσδυσε γρήγορα σχεδόν σε όλες τις καταναλωτικές αγορές του κόσμου. Έτσι, οι εργοδότες διεθνώς μπορούσαν να συγκρατούν τις αυξήσεις των μισθών, αφού οι εργαζόμενοι είχαν πλέον πρόσβαση στα φθηνά κινεζικά προϊόντα, που αύξαναν την αγοραστική δύναμη του εισοδήματός τους.
> «Οι οικονομικές μεταβάσεις του προηγούμενου αιώνα συνοδεύτηκαν από ορισμένες από τις χειρότερες εκδηλώσεις βίας, γενοκτονιών και πολέμων στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. Σήμερα, μια παρόμοια δίνη σχηματίζεται στα Στενά του Ορμούζ.»
Η δεύτερη μεγάλη εξέλιξη που επέτρεψε τη συνέχιση της αμερικανικής ευημερίας μετά τη δεκαετία του 1970 ήταν το λεγόμενο σύστημα του πετροδολαρίου. Η Σαουδική Αραβία, τότε ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο, και οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν ότι όλες οι διεθνείς συναλλαγές πετρελαίου θα τιμολογούνται αποκλειστικά σε αμερικανικά δολάρια. Αυτό σήμαινε ότι κάθε χώρα που επιθυμούσε να αγοράσει πετρέλαιο όφειλε να διατηρεί συνεχώς αυξανόμενα αποθέματα δολαρίων για να το πληρώνει. Οι χώρες που πωλούσαν το πετρέλαιο συσσώρευαν έτσι τεράστια κέρδη σε δολάρια. Τα αποθέματα αυτά διακρατούνταν και τα κέρδη επενδύονταν σε περιουσιακά στοιχεία εκφρασμένα σε δολάρια, κυρίως σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα, αλλά και σε ιδιωτικές μετοχές, εταιρικά ομόλογα και ακίνητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα δολάρια που έφευγαν στο εξωτερικό για να χρηματοδοτήσουν τις αμερικανικές εισαγωγές —οι οποίες γίνονταν ολοένα μεγαλύτερες από τις εξαγωγές— επέστρεφαν έτσι στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω του συστήματος του πετροδολαρίου, σε μεγάλο βαθμό ως δάνεια προς το αμερικανικό Δημόσιο.
Με αυτόν τον τρόπο το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών μπόρεσε να χρηματοδοτήσει τους πολυάριθμους πολέμους του, μικρούς και μεγάλους, χωρίς να χρειαστεί να αυξήσει τη φορολογία και, συνεπώς, χωρίς να προκαλέσει έντονες εσωτερικές αντιδράσεις. Καθώς η προσφορά πετρελαίου αυξανόταν και το πετρέλαιο αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη σημασία ως πηγή ενέργειας, η δεξαμενή των κεφαλαίων του πετροδολαρίου διογκωνόταν, τροφοδοτώντας συνεχώς νέο αμερικανικό δανεισμό. Ήταν ένας κύκλος που προκάλεσε πολύ λιγότερη ανησυχία απ' όση πραγματικά δικαιολογούσε.
### Πώς όλα αυτά συγκλίνουν στον πόλεμο του Τραμπ με το Ιράν
Λίγοι αναρωτήθηκαν τι θα μπορούσε να συμβεί αν η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου διακοπτόταν για φυσικούς ή κοινωνικούς λόγους. Πώς θα επηρέαζε το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ το σύστημα του πετροδολαρίου, το οποίο ήδη αντιμετώπιζε και άλλες προκλήσεις; Μήπως η μείωση του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου θα δυσχέραινε ή θα εμπόδιζε τον δανεισμό του αμερικανικού Δημοσίου, το οποίο προσπαθεί να χρηματοδοτήσει χρέη ύψους τρισεκατομμυρίων δολαρίων; Και μήπως, υπό αυτές τις συνθήκες, η ανάγκη του αμερικανικού κράτους να δανειστεί θα οδηγούσε σε άνοδο των επιτοκίων ακριβώς τη στιγμή που μια ύφεση θα καθιστούσε μια τέτοια εξέλιξη ιδιαίτερα καταστροφική;
Αυτές είναι οι αντιφάσεις του καπιταλισμού σήμερα, οι συνέπειες παλαιότερων διαμορφώσεων που φτάνουν τώρα στο αποκορύφωμά τους. Ο καπιταλισμός κάποτε περιοριζόταν, για παράδειγμα στην Ευρώπη, σε μικρές περιοχές μέσα σε ένα φεουδαρχικό πλαίσιο. Τελικά αναπτύχθηκε, ανέτρεψε τη φεουδαρχία και ολοκλήρωσε μια μετάβαση προς μια νέα και διαφορετική οργάνωση της παραγωγής. Στην αρχή αυτές ήταν ατομικές και στη συνέχεια ομάδες επιχειρήσεων, εργαστήρια και χώροι παραγωγής όπου οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι είχαν αντικαταστήσει τους φεουδάρχες και τους δουλοπάροικους. Τελικά, οι μεμονωμένοι καπιταλιστικοί χώροι εργασίας αναπτύχθηκαν περαιτέρω και οργανώθηκαν ως εθνικοί καπιταλισμοί. Οι εθνικοί καπιταλισμοί, από τη φύση τους επεκτατικοί, προκάλεσαν την αποικιοκρατία και στη συνέχεια, τελικά, έναν παγκόσμιο καπιταλισμό. Οι κινήσεις αγαθών, υπηρεσιών, δανείων και επενδύσεων ενίσχυσαν την παραγωγικότητα, τον πλούτο και την ισχύ.
Παράλληλα, δημιούργησαν και νέα σύνολα αντιφάσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που πρόσφατα οδήγησαν στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, στην αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον Οργανισμό Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών (OPEC), στην ολοένα μεγαλύτερη αντικατάσταση της ενέργειας που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα από την ηλιακή τεχνολογία και στην κατασκευή αγωγών που μειώνουν την εξάρτηση από τα πετρελαιοφόρα πλοία. Επιπλέον, υπάρχει και η συρρίκνωση της πολιτικής υποστήριξης προς την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι υψηλές τιμές του πετρελαίου, όπως και η τεχνητή νοημοσύνη (AI), επιδεινώνουν τις οικονομικές ανισότητες.
### Τι πρέπει να κάνουμε το 2026;
Μια οικονομική επανάσταση μεταμόρφωσε τη φεουδαρχική Ευρώπη από ένα πρώιμο, μικρής κλίμακας και αποκεντρωμένο κοινωνικό σύστημα σε μια ύστερη φεουδαρχία, οργανωμένη γύρω από απόλυτες μοναρχίες και μια ακόρεστη επιθυμία για αποικίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια αντίστοιχη μετάβαση στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού καπιταλισμού τον μεταμόρφωσε από ένα πρώιμο, αποκεντρωμένο κοινωνικό σύστημα σε έναν ύστερο καπιταλισμό, οργανωμένο γύρω από παγκοσμιοποιημένες μεγάλες εταιρείες.
Τόσο οι φεουδαρχικές όσο και οι καπιταλιστικές περίοδοι, καθώς και οι μεταβάσεις μεταξύ τους, χαρακτηρίστηκαν από ορισμένες από τις χειρότερες μορφές βίας, γενοκτονιών και πολέμων στην ιστορία του ανθρώπινου είδους.
Σήμερα μια παρόμοια δίνη αναπτύσσεται στα Στενά του Ορμούζ. Κοινό στοιχείο τόσο στη φεουδαρχία όσο και στον καπιταλισμό, καθώς και στις μεταβάσεις μεταξύ και εντός αυτών των συστημάτων, ήταν μια σταθερά: οι χώροι εργασίας οργανώνονταν στη βάση ανταγωνιστικών σχέσεων. Στη φεουδαρχία, οι δουλοπάροικοι και οι φεουδάρχες βρίσκονταν σε μια διαρκή σύγκρουση. Στον καπιταλισμό, το ίδιο συνέβαινε με τους εργαζομένους και τους εργοδότες.
Η εξέγερση των δουλοπάροικων ενάντια στη φεουδαρχία —με στόχους όπως η ελευθερία, η ισότητα και η αδελφοσύνη— κατέληξε σε έναν καπιταλισμό που, αντί να εξαλείψει την αντιπαράθεση, αντικατέστησε μία ανταγωνιστική σύγκρουση με μια άλλη. Ίσως η λύση σήμερα να είναι ένα εντελώς διαφορετικό είδος μετάβασης, μια μετάβαση που θα έρθει σε οριστική ρήξη με όλες αυτές τις αντιθέσεις, όπως εκείνες μεταξύ κυρίου και δούλου, φεουδάρχη και δουλοπάροικου, εργοδότη και εργαζομένου.
Η μετάβαση που ενδέχεται σύντομα να χρειαστούμε θεμελιώνεται στην απόρριψη τέτοιων ανταγωνιστικών διαχωρισμών. Ας εξετάσουμε την πιθανότητα μιας μετάβασης των χώρων εργασίας —εργοστασίων, γραφείων, καταστημάτων, αγροκτημάτων κ.λπ.— προς δημοκρατικά οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Ας υποθέσουμε ότι κάθε πρόσωπο που συμμετέχει σε κάθε χώρο εργασίας διαθέτει μία ψήφο, με τις πλειοψηφίες να αποφασίζουν τι θα παραχθεί, πώς θα παραχθεί και πού θα πραγματοποιείται η εργασιακή δραστηριότητα.
Τι θα συνέβαινε αν οι δημοκρατικές αποφάσεις καθόριζαν επίσης τον τρόπο διάθεσης των προϊόντων ή, στην περίπτωση που αυτά εντάσσονται σε συστήματα αγοράς, τα έσοδα από την πώλησή τους; Οι δημοκρατικές αποφάσεις θα καθόριζαν και τη διανομή του εισοδήματος που προέρχεται από τον χώρο εργασίας.
Η μεγιστοποίηση του κέρδους σε τέτοιους χώρους εργασίας θα αποτελούσε μόνο έναν από πολλούς στόχους. Το πλαίσιο της τοπικής κοινότητας, της περιφέρειας, του έθνους και της κοινωνίας θα μπορούσε να παρέχει πρόσθετους στόχους και κριτήρια αξιολόγησης.
Οι χώροι εργασίας που οργανώνονται υπό τον καπιταλισμό ρυθμίζουν την αλληλεξάρτησή τους με το περιβάλλον τους έτσι ώστε να αναπαράγουν την οργάνωση εργοδότη–εργαζομένου. Οι εκδημοκρατισμένοι χώροι εργασίας θα οργάνωναν αυτή την αλληλεξάρτηση διαφορετικά, δηλαδή με τρόπο που να αναπαράγει τη διαφορετική τους μορφή οργάνωσης.
Αυτή η δεύτερη μορφή αλληλεξάρτησης σημαίνει ότι η δημοκρατική λήψη αποφάσεων θα μπορούσε να γίνει πολύ πιο κοινωνικά διαδεδομένη από οτιδήποτε πέτυχε ποτέ ο καπιταλισμός.
Ακόμη και εκεί όπου και όταν ο καπιταλισμός επέτρεψε τη δημοκρατία στην πολιτική σφαίρα, με βάση την ιδιότητα του κατοίκου ή του πολίτη, την αρνήθηκε στην οικονομική σφαίρα. Οι εργαζόμενοι μέσα στους καπιταλιστικούς χώρους εργασίας δεν είχαν δικαίωμα ψήφου για τις βασικές αποφάσεις της επιχείρησης. Οι εργοδότες διατηρούσαν αποκλειστικά για τον εαυτό τους αυτές τις αποφάσεις. Τα συμφέροντα των εργοδοτών καθόριζαν τις επιλογές τους.
Όταν ξεπεραστεί ο διαχωρισμός εργοδότη–εργαζομένου, κάθε άτομο που εργάζεται μέσα σε μια εκδημοκρατισμένη επιχείρηση θα συμβάλλει αναγνωρισμένα στη λειτουργία της. Κάθε εργαζόμενος θα μοιράζεται επίσης ισότιμη ευθύνη.
Αυτό που χρειάζεται να γίνει εδώ και τώρα είναι αυτού του είδους η μετάβαση. Ο στόχος είναι οι δημοκρατικά οργανωμένοι εργατικοί συνεταιρισμοί. Μια τέτοια μετάβαση τιμά την έννοια της δημοκρατίας προσθέτοντας την οικονομική επιχείρηση ως έναν *αναγκαίο* χώρο εφαρμογής της.
Για να είμαστε σαφείς, αυτή η μετάβαση θα ήταν παγκόσμια και θα αφορούσε τόσο τις ιδιωτικές όσο και τις κρατικές επιχειρήσεις. Ο καπιταλισμός οικοδόμησε μια παγκόσμια οικονομία. Η σοσιαλιστική μετάβαση που προτείνεται εδώ μπορεί να οικοδομήσει μια καλύτερη παγκόσμια οικονομία — μια οικονομία πραγματικά προσηλωμένη στην επίτευξη της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφοσύνης και της δημοκρατίας, τις οποίες ο καπιταλισμός υποσχέθηκε αλλά ποτέ δεν πραγματοποίησε.
### Συντελεστές
Ο Richard D. Wolff είναι ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Άμχερστ, συνιδρυτής του περιοδικού *Rethinking Marxism* και συγγραφέας πολλών βιβλίων, με πιο πρόσφατο το *Understanding Capitalism* (*Κατανοώντας τον Καπιταλισμό* [[Richard D Wolff – Κατανοώντας τον Καπιταλισμό | social and political theory](https://volontegenerale.wordpress.com/richard-d-wolff-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%b9%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c/)]).
Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026
Ο Richard Wolff για τα Νέα Ανοίγματα της Αριστεράς το 2026
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.