Ο Χούσερλ θεωρεί ως παραδειγματική περίπτωση ενός επιτυχημένου αποβλεπτικού ενεργήματος, ένα ενέργημα κατά το οποίο η σημασία πληρώνεται μέσω της παρουσίας στην εποπτεία του αποβλεπόμενου αντικειμένου με πλήρη «σωματική παρουσία» (*Leibhaftigkeit*). Έτσι, όταν πράγματι βλέπω κάτι μπροστά στα μάτια μου, έχω μια πληρωμένη εποπτεία. Αργότερα, μπορώ να αναβιώσω αυτή την εποπτεία, αλλά τώρα πρόκειται για μια ανάμνηση: εξακολουθεί να είναι προσανατολισμένη προς το αντικείμενο, όμως το αντικείμενο δεν παρουσιάζεται πλέον με την ίδια παρουσία ή αμεσότητα.
Στη μνήμη ή σε άλλες μορφές «ανάκλησης στον νου» ή «επαναπαρουσίασης» (*Vergegenwärtigung*) μπορούμε ακόμη να έχουμε μια πλήρη εποπτεία του αντικειμένου, αλλά τώρα χωρίς την ιδιαίτερη σωματική παρουσία που χαρακτηρίζει την αντίληψη. Υπάρχουν και άλλες μορφές απόβλεψης, οι οποίες είναι απλώς «κενές» (*Leermeinen*), όπως, για παράδειγμα, όταν χρησιμοποιώ λέξεις με έναν επιπόλαιο τρόπο, χωρίς να σκέφτομαι πραγματικά αυτό που λέω, όταν μιλώ για κάτι χωρίς να το έχω πραγματικά στον νου μου κ.ο.κ.
Οι κενές ή «σημειωτικές» (*signitive*) αποβλέψεις, βέβαια, αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία των συνειδησιακών μας ενεργημάτων, και ήδη από την αρχή της φιλοσοφικής του σταδιοδρομίας ο Χούσερλ γοητευόταν από το ερώτημα πώς αυτού του είδους οι αποβλέψεις μπορούν να λειτουργούν ως γνώση.
Husserl sees the paradigm case of a successful intentional act as an act where the meaning is fulfilled by the presence in intuition of the intended object with full 'bodily presence' (Leibhaftigkeit). Thus, when I actually see something before my eyes, I have a fulfilled intuition. Later, I can relive this intuition but it is now a memory, still oriented to the object, but not presented with the same presence or immediacy. In memory or in other forms of 'calling to mind' or 're-presenting' ( Vergegenwärtigung) we still may have a full intuition of the object, but now no longer with the distinctive bodily presence that characterises perception. There are other forms of intending which are merely 'empty' (Leermeinen), e.g., when I use words in a casual way without really thinking about what I am saying, when I talk about something without really thinking about it and so on. Empty or 'signitive' intendings, of course, constitute the largest class of our conscious acts, and, from the beginning of his career, Husserl had been fascinated as to how these kinds of intentions can function as knowledge.
[Introduction by Dermot Moran, Edmund Husserl's /Logical Investigations/, Ix]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.