Η γλώσσα εδώ είναι εντελώς διαφορετική. Πρόκειται πραγματικά για την
ανθρωπολογία, την ψυχολογία που συνδέεται με το φετίχ του χρήματος και
τι σημαίνει αυτό. Η γλώσσα είναι επίσης κάπως μπερδεμένη, οπότε θα
προσπαθήσω να απομονώσω τα βασικά σημεία. Το χρήμα αντιπροσωπεύει, λέει ο Μαρξ, «τη
θεία ύπαρξη των εμπορευμάτων, ενώ αυτά [τα εμπορεύματα] αντιπροσωπεύουν
τη γήινη μορφή του. Πριν αντικατασταθεί από ανταλλακτική αξία, κάθε μορφή
φυσικού πλούτου προϋποθέτει μια ουσιαστική σχέση μεταξύ του ατόμου
και των αντικειμένων, στα οποία το άτομο, και μια από τις πτυχές του,
αντικειμενοποιεί τον εαυτό του στο πράγμα» (221). Το χρήμα, από την άλλη, έχει
μια ανεξάρτητη ύπαρξη εκτός κυκλοφορίας. Ως «ατομικό,
απτό αντικείμενο», το χρήμα μπορεί να «βρεθεί, κλαπεί, ανακαλυφθεί» και ως εκ τούτου
«να τεθεί χειροπιαστά στην κατοχή ενός συγκεκριμένου ατόμου». Μακριά από το
να επιτελεί τους «δουλοπρεπείς» ρόλους του ως μέτρο και μέσο κυκλοφορίας, αυτό
«ξαφνικά αλλάζει σε κύριο και θεό του κόσμου των εμπορευμάτων»
(221). Ενώ η αρχική του σχέση με το άτομο εμφανίζεται ως καθαρά
τυχαία, αποδίδει ωστόσο λόγω του χαρακτήρα του «μια
γενική εξουσία πάνω στην κοινωνία, σε ολόκληρο τον κόσμο των ικανοποιήσεων,
εργασιών κ.λπ.». (222).
The language here is completely different. It is really about the
anthropology, the psychology that is attached to the money fetish and
what that means. The language is also somewhat convoluted, so I shall
try to isolate the essential points. Money represents, Marx says, “the
divine existence of commodities, while they [the commodities] represent
its earthly form. Before it is replaced by exchange value, every form of
natural wealth presupposes an essential relation between the individual
and the objects, in which the individual, and one of his aspects,
objectifies himself in the thing” (221). Money, on the other hand, has
an independent existence outside circulation. As “an individuated,
tangible object,” money may be “found, stolen, discovered” and thereby
“tangibly brought into the possession of a particular individual.” From
performing its “servile” roles as measure and medium of circulation, it
“suddenly changes into the lord and god of the world of commodities”
(221). While its initial relation to the individual appears as purely
accidental, it nevertheless confers by virtue of its character “a
general power over society, over the whole world of gratifications,
labours, etc.” (222).
[David Harvey, A Companion to Marx’s Grundrisse, Verso 2023]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.