Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

E. K. Hunt - Ο Μαρξ ως κοινωνικός οικονομολόγος: Η εργασιακή θεωρία της αξίας

E. K. Hunt - Ο Μαρξ ως κοινωνικός οικονομολόγος: Η εργασιακή θεωρία της αξίας
-----------------------------------------------------------------------------

Source: /Review of Social Economy/, December, 1979, Vol. 37, No. 3, KARL
MARX, SOCIAL ECONOMIST (December, 1979), pp. 275-294

Published by: Taylor & Francis, Ltd.

Stable URL: (https://www.jstor.org/stable/29768980)

Στο δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος Δεκεμβρίου 1978 του περιοδικού *Review of Social Economy* [Hunt, 1978, σσ. 285-309], υποστήριξα ότι τα κριτήρια για τον ορισμό της κοινωνικής οικονομικής επιστήμης θα πρέπει να επικεντρώνονται στο κατά πόσον ο οικονομολόγος θεωρητικός αποδίδει σημασία στο γεγονός ότι, σε οποιαδήποτε πραγματική, συγκεκριμένη, εμπειρική κατάσταση, η οικονομική συμπεριφορά αποτελεί τομή ανάμεσα στα εγγενή χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης — τις καθολικές ανθρώπινες ανάγκες, τις δυνατότητες ανάπτυξης και τον βαθμό πλαστικότητας — και στους ιδιαίτερους ή ειδικούς κοινωνικούς θεσμούς, κοινωνικές σχέσεις και κοινωνικές διαδικασίες που χαρακτηρίζουν το υπό εξέταση κοινωνικοοικονομικό σύστημα.

Στο ίδιο δοκίμιο υποστήριξα ότι ο Veblen και ο Marx αποτελούν δύο από τα σαφέστερα παραδείγματα κοινωνικών οικονομολόγων. Στο παρόν δοκίμιο θα αναπτύξω περαιτέρω αυτή την άποψη για τον Marx. Για λόγους που έχω συζητήσει εκτενώς αλλού, θεωρώ ότι μια θεωρία της αξίας αποτελεί την ίδια την καρδιά μιας γενικής οικονομικής θεωρίας [Hunt, 1977, σσ. 11-26· και Hunt, 1979, κεφ. 3-12]. Συνεπώς, θα εξετάσω την εργασιακή θεωρία της αξίας του Marx, με την πεποίθηση ότι αποτελεί τον πιο ουσιώδη πυρήνα της κοινωνικής οικονομικής του.

### Η ΓΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ RICARDO ΚΑΙ ΤΟΝ MARX

Ίσως το καλύτερο σημείο εκκίνησης είναι μια σύντομη περίληψη της εργασιακής θεωρίας της αξίας του Ricardo. Ο Marx παρουσιάζεται γενικά ως μαθητής του Ricardo. Στην πραγματικότητα, ο Paul A. Samuelson έχει αναφερθεί στον Marx ως «έναν δευτερεύοντα μετα-ρικαρδιανό» και έχει υποστηρίξει ότι «είναι κρίμα που ο Marx δεν μπόρεσε να κάνει συστηματικές μεταπτυχιακές σπουδές ... υπό τον John Stuart Mill» [Samuelson, σ. 616].

Μια σύγκριση των θεωριών της αξίας του Ricardo και του Marx μπορεί να αποτελέσει μια πολύτιμη προσέγγιση για την κατανόηση του γιατί ο Marx ήταν κοινωνικός οικονομολόγος ενώ ο Ricardo δεν ήταν.

Ο Ricardo άρχισε τις *Αρχές* του (*Principles*) δηλώνοντας ότι «τα εμπορεύματα αντλούν την ανταλλακτική τους αξία από δύο πηγές: από τη σπανιότητά τους και από την ποσότητα εργασίας που απαιτείται για την απόκτησή τους» [Ricardo, σ. 5].

Περαιτέρω υποστήριξε ότι η σπανιότητα είχε σημασία μόνο στην περίπτωση εμπορευμάτων που δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν ελεύθερα. Αυτά τα εμπορεύματα είχαν αμελητέα οικονομική σημασία. Για τα υπόλοιπα, «η [276] ποσότητα εργασίας που ενσωματώνεται στα εμπορεύματα ρυθμίζει την ανταλλακτική τους αξία...». Επιπλέον, «το ότι αυτό αποτελεί πράγματι το θεμέλιο της ανταλλακτικής αξίας όλων των πραγμάτων, εξαιρουμένων εκείνων που δεν μπορούν να αυξηθούν μέσω της ανθρώπινης βιομηχανίας, είναι ένα δόγμα ύψιστης σημασίας στην πολιτική οικονομία» [Ricardo, σ. 7].

Για τον Ricardo η εργασιακή θεωρία της αξίας ήταν σημαντική επειδή του επέτρεπε να κατανοήσει την πηγή και το μέγεθος των κερδών που αποκομίζουν οι καπιταλιστές. Η συσσώρευση κεφαλαίου, η οποία χρηματοδοτούνταν από τα κέρδη, αποτελούσε τον σημαντικότερο προσδιοριστικό παράγοντα της κοινωνικής ευημερίας [Ricardo, σ. 85]. Η κατανόηση, επομένως, της φύσης και των αιτίων της διανομής «του προϊόντος της γης ανάμεσα στις τρεις τάξεις της κοινωνίας» αποτελούσε το κλειδί για την κατανόηση της κοινωνικής ευημερίας [Ricardo, σ. 1].

Ωστόσο, για τον Ricardo, οι κοινωνικοί θεσμοί του καπιταλισμού θεωρούνταν απλώς καθολικές εκδηλώσεις της καθολικής ανθρώπινης φύσης. Αυτή η ανιστορική οπτική φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με πολλά συμπεράσματα της εργασιακής του θεωρίας. Η προοπτική που ενυπάρχει στην εργασιακή θεωρία αναπόφευκτα επικεντρώνεται ή αναδεικνύει την κοινωνική σύγκρουση.

Μεταξύ των πολλών συμπερασμάτων που συνήγαγε ο Ricardo από την εργασιακή του θεωρία και τα οποία την καταδεικνύουν, βρίσκονται η αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου («Μπορεί να υπάρχει κάποιο σημείο που να έχει αποδειχθεί πιο ξεκάθαρα από το ότι τα κέρδη πρέπει να μειώνονται με την αύξηση των μισθών;») [Ricardo, σ. 68] και η αντίθεση ανάμεσα στα συμφέροντα των γαιοκτημόνων και εκείνα των άλλων τάξεων της κοινωνίας («Το συμφέρον του γαιοκτήμονα βρίσκεται πάντοτε σε αντίθεση με εκείνο του καταναλωτή και του βιομηχάνου») [Ricardo, σ. 225].

Το μεγαλύτερο μέρος των *Αρχών* του είναι αφιερωμένο στην ανάλυση των παραγόντων που βρίσκονται πίσω από αυτές τις συγκρούσεις.

Όμως οι κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες αποτελούν τα συμπερασματικά πορίσματα της εργασιακής θεωρίας, υποδηλώνουν αλλαγή. Οι συγκρούσεις πρέπει είτε να επιλυθούν είτε η κοινωνική αλλαγή είναι αναπόφευκτη. Και η κοινωνική αλλαγή συνεπάγεται ότι τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα, όπως η φεουδαρχία ή ο καπιταλισμός, διαθέτουν μια δική τους διαδικασία ζωής. Γεννιούνται, φτάνουν στην ωριμότητα, και στη συνέχεια παρακμάζουν και πεθαίνουν.

Ακριβώς αυτή την πλευρά της οπτικής της εργασιακής θεωρίας αρνήθηκε ο Ricardo. Σε ένα από τα πιο διαφωτιστικά αποσπάσματά του έγραψε:

> «Πρέπει να θυμόμαστε ... ότι η κατάσταση οπισθοδρόμησης αποτελεί πάντοτε μια αφύσικη κατάσταση της κοινωνίας. Ο άνθρωπος από την παιδική ηλικία αναπτύσσεται προς την ενηλικίωση, κατόπιν παρακμάζει και πεθαίνει· όμως αυτή δεν είναι η πορεία των εθνών. Όταν φτάσουν σε μια κατάσταση μέγιστης ακμής, τότε η περαιτέρω πρόοδος μπορεί πράγματι να ανακοπεί, αλλά η φυσική τους τάση είναι να συνεχίσουν για αιώνες να διατηρούν αμείωτο τον πλούτο και τον πληθυσμό τους» [Ricardo, σ. 177].

[277] Μέσα σε αυτό το ανιστορικό πλαίσιο ο Ricardo έβλεπε μόνο δύο καταστάσεις της κοινωνίας: την φτωχή και απολίτιστη κατάσταση και την πλούσια και πολιτισμένη κατάσταση. Και στις δύο καταστάσεις ακριβώς οι ίδιες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις (που αντανακλούν την ανθρώπινη φύση) υφίσταντο.

Στην πλούσια και πολιτισμένη κοινωνία οι οικονομικές σχέσεις ήταν απλώς περισσότερο ορατές απ’ ό,τι στην λιγότερο ανεπτυγμένη κοινωνία. <nb/>Έτσι, το κεφάλαιο δεν θεωρούνταν ως έκφραση ή ενσωμάτωση μιας κοινωνικής σχέσης ιδιάζουσας στον καπιταλισμό, αλλά ως καθολική όψη κάθε παραγωγής. Και τα εμπορεύματα, οι τιμές και οι αγορές θεωρούνταν επίσης καθολικές όψεις της ανθρώπινης κοινωνίας.

Κατά τη συζήτηση του περίφημου παραδείγματος του Adam Smith με τους κυνηγούς ελαφιών και καστόρων στην «πρώιμη και πρωτόγονη κατάσταση της κοινωνίας», ο Ricardo έγραψε:

> Ακόμη και σε εκείνη την πρώιμη κατάσταση στην οποία αναφέρεται ο Adam Smith, κάποιο κεφάλαιο, παρόλο που πιθανώς είχε κατασκευαστεί και συσσωρευτεί από τον ίδιο τον κυνηγό, θα ήταν αναγκαίο για να του επιτρέψει να σκοτώσει τα θηράματά του. Χωρίς κάποιο όπλο, ούτε ο κάστορας ούτε το ελάφι θα μπορούσαν να θανατωθούν, και επομένως η αξία αυτών των ζώων δεν θα καθοριζόταν αποκλειστικά από τον χρόνο και την εργασία που απαιτούνταν για τη θανάτωσή τους, αλλά επίσης από τον χρόνο και την εργασία που απαιτούνταν για την παροχή του κεφαλαίου του κυνηγού, δηλαδή του όπλου, με τη βοήθεια του οποίου πραγματοποιούνταν η θανάτωσή τους....

> Όλα τα εργαλεία που ήταν αναγκαία για τη θανάτωση του κάστορα και του ελαφιού θα μπορούσαν να ανήκουν σε μια τάξη ανθρώπων, ενώ η εργασία που απαιτούνταν για τη θανάτωσή τους θα μπορούσε να παρέχεται από μια άλλη τάξη· παρ’ όλα αυτά, οι συγκριτικές τους τιμές θα βρίσκονταν σε αναλογία προς την πραγματική εργασία που είχε δαπανηθεί τόσο για τη δημιουργία του κεφαλαίου όσο και για τη θανάτωση των ζώων [Ricardo, σσ. 13-14].

Ο Ricardo όρισε το κεφάλαιο ως «εκείνο το μέρος του πλούτου μιας χώρας το οποίο χρησιμοποιείται στην παραγωγή» [Ricardo, σ. 53]. Είναι σαφές ότι, με αυτόν τον ορισμό, το κεφάλαιο υπάρχει σε κάθε κοινωνία. Επιπλέον, είναι σαφές από το παραπάνω απόσπασμα ότι ο Ricardo πίστευε πως η παραγωγή σε όλες τις κοινωνίες είχε ανταλλακτική αξία που καθοριζόταν από την εργασία, ακόμη και αν η κοινωνία ήταν τόσο καθυστερημένη ώστε δεν είχε αναπτυχθεί μια τάξη μισθωτών εργατών και μια τάξη καπιταλιστών.

Σε αυτή την καθυστερημένη κοινωνία, η απόδοση στον παραγωγό θα περιλάμβανε τόσο έναν μισθό για την προσπάθειά του όσο και ένα κέρδος από το κεφάλαιό του. Έτσι, για τον Ricardo, οι κατηγορίες **εμπόρευμα**, **τιμές**, **μισθωτή εργασία**, **μισθοί**, **κεφάλαιο** και **κέρδη** ήταν καθολικές, αιώνιες κατηγορίες που περιέγραφαν ολόκληρη την κοινωνική ζωή.

Ο Ricardo όχι μόνο θεωρούσε όλες αυτές τις οικονομικές κατηγορίες ως αντανακλάσεις καθολικών γνωρισμάτων όλων των κοινωνιών, αλλά πίστευε επίσης ότι σε όλες τις κοινωνίες οι τιμές, σε κατάσταση ισορροπίας, ήταν περίπου ανάλογες προς τις ποσότητες εργασίας που ενσωματώνονταν στα εμπορεύματα. Αυτό, κατά τη γνώμη του, ήταν ένα σαφώς παρατηρήσιμο [278] γεγονός.

Παραδεχόταν βέβαια ότι, καθώς η κοινωνία προχωρούσε και το κεφάλαιο γινόταν πιο σύνθετο και παρουσίαζε διαφορετικούς βαθμούς ανθεκτικότητας, οι τιμές θα αποκλίναν από την αυστηρή αναλογικότητα. Συνήγαγε αρχές μέσω των οποίων μπορούσε κανείς να προσδιορίσει τόσο την κατεύθυνση όσο και τα σχετικά μεγέθη αυτών των αποκλίσεων [Ricardo, σσ. 18-27].

Όμως επανειλημμένα επέμενε ότι «θα ήταν ... εσφαλμένο να αποδίδεται μεγάλη σημασία σε αυτές» τις αποκλίσεις [Ricardo, σ. 23]. Με άλλα λόγια, έβλεπε την εργασιακή θεωρία της αξίας (δηλαδή την αναλογία μεταξύ ποσοτήτων εργασίας και τιμών) περίπου όπως θα βλέπαμε τον νόμο της βαρύτητας. Όπως θα θεωρούσαμε τον νόμο της βαρύτητας έναν καθολικό νόμο που χρειάζεται να τροποποιηθεί μόνο ελαφρά από κάποια αρχή η οποία λαμβάνει υπόψη την αντίσταση του αέρα, έτσι και ο Ricardo θεωρούσε τον νόμο της αξίας ως έναν καθολικό κοινωνικό νόμο, ο οποίος χρειαζόταν μόνο μικρές τροποποιήσεις για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές στις αναλογίες κεφαλαίου προς εργασία στις διάφορες παραγωγικές διαδικασίες.

Σε αντίθεση με τον Ricardo, ο Marx τόνισε τη σημασία του να διαχωρίζονται νοητικά εκείνα τα χαρακτηριστικά της οικονομικής ζωής που είναι κοινά σε όλες τις κοινωνίες και εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι ιδιόμορφα στον καπιταλισμό. Ήταν η τάση των κλασικών οικονομολόγων να συγχέουν αυτές τις διαφορές που προκάλεσε την εντονότερη κριτική του Marx, ιδιαίτερα όταν (όπως στην περίπτωση του Ricardo) θεωρούσαν το κεφάλαιο ως ένα καθολικό χαρακτηριστικό όλων των κοινωνιών:

> Όποτε μιλάμε για παραγωγή, αυτό που εννοούμε πάντοτε είναι παραγωγή σε ένα ορισμένο στάδιο κοινωνικής ανάπτυξης — παραγωγή από κοινωνικά άτομα. Θα μπορούσε επομένως να φαίνεται ότι, για να μιλήσουμε γενικά για παραγωγή, πρέπει είτε να ακολουθήσουμε τη διαδικασία της ιστορικής ανάπτυξης μέσα από τις διαφορετικές φάσεις της, είτε να δηλώσουμε εκ των προτέρων ότι ασχολούμαστε με μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή, όπως, για παράδειγμα, τη σύγχρονη αστική παραγωγή, η οποία αποτελεί πράγματι το ιδιαίτερο θέμα μας.

> Ωστόσο, όλες οι εποχές παραγωγής έχουν ορισμένα κοινά γνωρίσματα, κοινά χαρακτηριστικά. *Η παραγωγή γενικά* είναι μια αφαίρεση, αλλά μια ορθολογική αφαίρεση, στον βαθμό που πράγματι αναδεικνύει και σταθεροποιεί το κοινό στοιχείο και έτσι μας απαλλάσσει από την επανάληψη....

> [Ορισμένα χαρακτηριστικά] θα είναι κοινά στη σύγχρονη εποχή και στην αρχαιότερη. Καμία παραγωγή δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς αυτά· ... παρ’ όλα αυτά, ακριβώς εκείνα τα στοιχεία που καθορίζουν την ανάπτυξή τους, δηλαδή τα στοιχεία που δεν είναι γενικά και κοινά, πρέπει να διαχωριστούν από τους προσδιορισμούς που ισχύουν για την παραγωγή ως τέτοια, ώστε μέσα στην ενότητά τους — η οποία προκύπτει ... από την ταυτότητα του υποκειμένου, της ανθρωπότητας, και του αντικειμένου, της φύσης — να μην ξεχνιέται η ουσιώδης διαφορά τους.

> Όλο το βάθος εκείνων των σύγχρονων οικονομολόγων που αποδεικνύουν την αιωνιότητα και την αρμονικότητα [279] των υπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων βρίσκεται σε αυτή τη λήθη. Για παράδειγμα, καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς ένα μέσο παραγωγής.... Καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς αποθηκευμένη, παρελθούσα εργασία.... <nb/>Το κεφάλαιο είναι, μεταξύ άλλων, επίσης ένα μέσο παραγωγής, επίσης αντικειμενοποιημένη, παρελθούσα εργασία. Επομένως, το κεφάλαιο είναι μια γενική, αιώνια σχέση της φύσης· δηλαδή, εφόσον παραλείψω ακριβώς εκείνη την ειδική ιδιότητα που μόνη της μετατρέπει το «μέσο παραγωγής» και την «αποθηκευμένη εργασία» σε κεφάλαιο.
> [Marx, 1973, σσ. 85-86]

Η κριτική του Marx προς τον Ricardo και γενικότερα προς την κλασική πολιτική οικονομία επικεντρωνόταν στον ισχυρισμό του ότι οι οικονομικοί θεσμοί που είναι ιδιάζοντες στον καπιταλισμό αποτελούν, ταυτόχρονα, μόνο μία από τις πολλές διαφορετικές ιστορικές μορφές που μπορούν να λάβουν τα καθολικά, κοινά στοιχεία κάθε ανθρώπινης κοινωνικής παραγωγής.

Οι κλασικοί οικονομολόγοι, αποτυγχάνοντας να κάνουν αυτή τη διάκριση, έβλεπαν τόσο τα ιστορικά ειδικά γνωρίσματα όσο και τα καθολικά γνωρίσματα μέσα στους καπιταλιστικούς θεσμούς και είχαν την τάση να συγχωνεύουν εννοιολογικά τα δύο, έτσι ώστε οι καπιταλιστικοί θεσμοί να εμφανίζονται ως καθολικοί.

Το πιο κραυγαλέο σφάλμα αυτού του τύπου ήταν η ταύτιση των ήδη παραχθέντων μέσων παραγωγής με το κεφάλαιο.

Ο Marx αντιλήφθηκε ότι τα εργαλεία και τα άλλα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής αποτελούσαν καθολικά γνωρίσματα της παραγωγής σε όλες τις κοινωνίες. Όμως το κεφάλαιο δεν ήταν κάτι τέτοιο. Το σημείο του Marx είναι τόσο θεμελιώδες για ολόκληρη τη θεωρία του και τόσο συχνά παραποιείται ή παρερμηνεύεται, ώστε θα παραθέσω εκτενώς αρκετά αποσπάσματα:

> Η χρησιμοποίηση των προϊόντων της προηγούμενης εργασίας ... ως υλικών, εργαλείων, μέσων διαβίωσης, είναι αναγκαία εάν ο εργάτης θέλει να χρησιμοποιήσει τα προϊόντα του για νέα παραγωγή .... Αλλά τι σχέση έχει, άραγε, αυτού του είδους η χρησιμοποίηση ... με την κυριαρχία του προϊόντος του πάνω σε αυτόν, με την ύπαρξή του ως κεφάλαιο;
> [Marx, 1971, σ. 274]

> Σαν να μην ήταν εξίσου δυνατός ο καταμερισμός της εργασίας εάν οι όροι του ανήκαν στους συνεταιρισμένους εργάτες ... και θεωρούνταν από αυτούς ως δικά τους προϊόντα και ως τα υλικά στοιχεία της δικής τους δραστηριότητας, πράγμα που είναι από την ίδια τους τη φύση.
> [Marx, 1971, σ. 273]

> Ένα πράγμα ... είναι σαφές — η Φύση δεν παράγει από τη μία πλευρά ιδιοκτήτες χρήματος ή εμπορευμάτων [μέσων παραγωγής] και από την άλλη ανθρώπους που δεν κατέχουν τίποτε άλλο παρά μόνο την εργατική τους δύναμη. Αυτή η σχέση δεν έχει καμία φυσική βάση, ούτε η κοινωνική της βάση είναι κάτι που είναι κοινό σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Είναι σαφώς το αποτέλεσμα μιας παρελθούσας ιστορικής ανάπτυξης, το προϊόν πολλών οικονομικών επαναστάσεων, της εξαφάνισης μιας ολόκληρης σειράς παλαιότερων μορφών κοινωνικής παραγωγής.
> [Marx, 1961, σ. 169]

> Το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα, αλλά μάλλον μια καθορισμένη κοινωνική παραγωγική σχέση, η οποία ανήκει σε έναν καθορισμένο ιστορικό κοινωνικό σχηματισμό, και η οποία εκδηλώνεται μέσα σε ένα πράγμα και προσδίδει σε αυτό το πράγμα έναν συγκεκριμένο κοινωνικό χαρακτήρα .... Είναι τα μέσα παραγωγής που μονοπωλούνται από ένα ορισμένο τμήμα της κοινωνίας, τα οποία αντιπαρατίθενται προς τη ζωντανή εργατική δύναμη ως προϊόντα και συνθήκες εργασίας που έχουν καταστεί ανεξάρτητα από την ίδια αυτή εργατική δύναμη.
> [Marx, 1962, σσ. 794-795]

> Το κεφάλαιο εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως μια κοινωνική δύναμη, της οποίας φορέας είναι ο καπιταλιστής. Αυτή η κοινωνική δύναμη δεν βρίσκεται πλέον σε καμία δυνατή σχέση με εκείνο που μπορεί να δημιουργήσει η εργασία ενός μεμονωμένου ατόμου. Γίνεται μια αλλοτριωμένη, ανεξάρτητη, κοινωνική δύναμη, η οποία αντιτίθεται στην κοινωνία ως αντικείμενο, και ως αντικείμενο που αποτελεί την πηγή δύναμης του καπιταλιστή.
> [Marx, 1962, σ. 259]

Όπως συμβαίνει με το κεφάλαιο και το κέρδος, έτσι και οι οικονομικές κατηγορίες των εμπορευμάτων, της μισθωτής εργασίας, των μισθών και των τιμών δεν είχαν για τον Marx καθολική εφαρμογή. Όλες αυτές ήταν ιδιάζουσες σε ορισμένους συγκεκριμένους ιστορικούς κοινωνικούς σχηματισμούς.

Ακόμη και ο πλούτος είχε διαφορετικές σημασίες σε διαφορετικές κοινωνίες. Υπήρχε, ωστόσο, ένα κοινό, καθολικό γνώρισμα του πραγματικού πλούτου, όπως αυτός εμφανιζόταν σε οποιαδήποτε κοινωνία:

> Όταν αφαιρεθεί η περιορισμένη αστική μορφή, τι είναι ο πλούτος πέρα από την καθολικότητα των ατομικών αναγκών, ικανοτήτων, απολαύσεων, παραγωγικών δυνάμεων κ.λπ....; Η πλήρης ανάπτυξη της ανθρώπινης κυριαρχίας πάνω στις δυνάμεις της φύσης, τόσο εκείνες της λεγόμενης εξωτερικής φύσης όσο και εκείνες της ίδιας της ανθρώπινης φύσης; Η απόλυτη ανάπτυξη των δημιουργικών δυνατοτήτων του ανθρώπου ... η οποία καθιστά αυτή την ολότητα της ανάπτυξης, δηλαδή την ανάπτυξη όλων των ανθρώπινων δυνάμεων καθαυτών, αυτοσκοπό, και όχι κάτι που μετριέται με ένα προκαθορισμένο μέτρο; Όπου ο άνθρωπος δεν αναπαράγει τον εαυτό του σε μία μόνο ειδικότητα, αλλά παράγει την ολότητά του;
> [Marx, 1973, σ. 488]

Στον καπιταλισμό, όμως, ο πλούτος εμφανιζόταν ως «μια τεράστια συσσώρευση εμπορευμάτων, με μονάδα της ένα μόνο εμπόρευμα» [Marx, 1961, σ. 35].

Επιπλέον, τα εμπορεύματα δεν ήταν κοινά σε όλους τους τρόπους παραγωγής:

> Ο τρόπος παραγωγής στον οποίο το προϊόν [της εργασίας] παίρνει τη μορφή εμπορεύματος, ή παράγεται άμεσα για ανταλλαγή, είναι η πιο γενική και η πιο εμβρυακή μορφή της αστικής παραγωγής.
> [Marx, 1961, σ. 82]

Το προϊόν της ανθρώπινης εργασίας γινόταν [281] εμπόρευμα μόνο κάτω από εκείνες τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες η παραγωγή προοριζόταν για πώληση στην αγορά και όχι για τη χρήση του ίδιου του παραγωγού ή οποιουδήποτε προσώπου συνδεόταν άμεσα ή στενά μαζί του.

Όταν μια κοινωνία κυριαρχούνταν «σε όλο το μήκος και το πλάτος της» από την εμπορευματική παραγωγή, ο Marx ονόμαζε μια τέτοια κοινωνία κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής (η οποία αποτελούσε την εμβρυακή μορφή του καπιταλισμού):

> Απαιτούνται ορισμένες συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες ώστε ένα προϊόν να γίνει εμπόρευμα. Δεν πρέπει να παράγεται ως το άμεσο μέσο διαβίωσης του ίδιου του παραγωγού .... Η παραγωγή και η κυκλοφορία εμπορευμάτων μπορούν να λάβουν χώρα, παρόλο που η μεγάλη μάζα των παραγόμενων αντικειμένων προορίζεται για τις άμεσες ανάγκες των παραγωγών, δεν μετατρέπεται σε εμπορεύματα, και επομένως η κοινωνική παραγωγή δεν κυριαρχείται ακόμη, σε όλο το μήκος και το πλάτος της, από την ανταλλακτική αξία.
> [Marx, 1961, σσ. 169-170]

Για να έχει μια κοινωνία «κυριαρχηθεί σε όλο το μήκος και το πλάτος της από την ανταλλακτική αξία», δηλαδή για να αποτελεί πρωτίστως μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, ήταν αναγκαίες τρεις ιστορικές προϋποθέσεις:

Πρώτον, έπρεπε να έχει αναπτυχθεί ένας τέτοιος βαθμός παραγωγικής εξειδίκευσης ώστε κάθε μεμονωμένος παραγωγός να παράγει συνεχώς το ίδιο προϊόν (ή ένα μέρος ενός προϊόντος).

Δεύτερον, αυτή η εξειδίκευση απαιτούσε αναγκαστικά τον πλήρη «διαχωρισμό της αξίας χρήσης από την ανταλλακτική αξία» [Marx, 1961, σ. 170]. Εφόσον η ζωή ήταν αδύνατη χωρίς την κατανάλωση αναρίθμητων αξιών χρήσης, ο παραγωγός μπορούσε να σχετίζεται με το δικό του προϊόν μόνο ως ανταλλακτική αξία και μπορούσε να αποκτήσει τις αναγκαίες αξίες χρήσης του μόνο από τα προϊόντα άλλων παραγωγών.

Τρίτον, μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής απαιτούσε μια εκτεταμένη και ανεπτυγμένη αγορά, η οποία με τη σειρά της απαιτούσε τη γενικευμένη χρήση του χρήματος ως καθολικού ισοδύναμου της αξίας, το οποίο μεσολαβούσε σε κάθε ανταλλαγή.

Σε μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, κάθε δεδομένος παραγωγός εργαζόταν απομονωμένος από όλους τους άλλους παραγωγούς. Φυσικά, ήταν κοινωνικά και οικονομικά συνδεδεμένος ή σχετιζόταν με άλλους παραγωγούς· πολλοί από αυτούς δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν τα συνηθισμένα καθημερινά πρότυπα κατανάλωσής τους χωρίς ο συγκεκριμένος παραγωγός να δημιουργεί το εμπόρευμά του, το οποίο κατανάλωναν οι άλλοι παραγωγοί· και ο ίδιος ο παραγωγός δεν θα μπορούσε να συνεχίσει το δικό του πρότυπο κατανάλωσης, εκτός εάν οι αμέτρητοι άλλοι παραγωγοί δημιουργούσαν συνεχώς τα εμπορεύματα που χρειαζόταν. Επομένως, υπήρχε μια καθορισμένη, απαραίτητη κοινωνική σχέση μεταξύ των παραγωγών.

Κάθε παραγωγός, ωστόσο, παρήγαγε αποκλειστικά για πώληση στην αγορά. Με τα έσοδα από την πώλησή του αγόραζε τα εμπορεύματα που χρειαζόταν. Η ευημερία του φαινόταν να εξαρτάται αποκλειστικά από τις ποσότητες άλλων εμπορευμάτων για τις οποίες μπορούσε να ανταλλάξει το δικό του εμπόρευμα.

«Αυτές οι ποσότητες μεταβάλλονται συνεχώς», έγραψε ο Marx, «ανεξάρτητα από τη βούληση, την πρόβλεψη και τη δράση των παραγωγών. Για αυτούς η ίδια τους η κοινωνική δράση παίρνει τη μορφή δράσης αντικειμένων, τα οποία κυριαρχούν πάνω στους παραγωγούς, αντί να κυριαρχούνται από αυτούς» [Marx, 1961, σ. 75].

Έτσι, εκείνο που αποτελούσε κοινωνικές σχέσεις μεταξύ παραγωγών εμφανιζόταν στον κάθε παραγωγό απλώς ως μια σχέση ανάμεσα στον ίδιο και έναν απρόσωπο, αμετάβλητο κοινωνικό θεσμό — την αγορά. Η αγορά φαινόταν να περιλαμβάνει απλώς ένα σύνολο σχέσεων μεταξύ υλικών πραγμάτων — εμπορευμάτων.

«Επομένως, οι σχέσεις που συνδέουν την εργασία του ενός ατόμου με εκείνη όλων των άλλων», κατέληξε ο Marx, «δεν εμφανίζονται ως άμεσες κοινωνικές σχέσεις μεταξύ εργαζόμενων ατόμων, αλλά ως ... σχέσεις μεταξύ πραγμάτων» [Marx, 1961, σ. 73].

Μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, όμως, δεν ήταν αναγκαστικά καπιταλιστική κοινωνία· οι «ιστορικές συνθήκες της [ύπαρξης του καπιταλισμού] δεν δίνονται σε καμία περίπτωση απλώς με την κυκλοφορία χρήματος και εμπορευμάτων» [Marx, 1961, σ. 170].

Για να υπάρξει ο καπιταλισμός ήταν αναγκαίες δύο ακόμη προϋποθέσεις. Πρώτον, τα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής, τα οποία υπήρχαν ως εμπορεύματα, έπρεπε να μονοπωληθούν από την καπιταλιστική τάξη. Δεύτερον, η ικανότητα προς εργασία, ή εργατική δύναμη, έπρεπε να γίνει εμπόρευμα, του οποίου η ανταλλακτική αξία ήταν το ύψος του μισθού.

Η ύπαρξη της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος εξαρτιόταν από δύο ουσιώδεις όρους.

> Πρώτον, η εργατική δύναμη μπορεί να εμφανιστεί στην αγορά ως εμπόρευμα μόνο εάν, και στον βαθμό που, ο κάτοχός της, το άτομο του οποίου είναι η εργατική δύναμη, την προσφέρει προς πώληση ή την πουλά ως εμπόρευμα. Για να μπορέσει να το κάνει αυτό, πρέπει ... να είναι ο ελεύθερος ιδιοκτήτης της ικανότητάς του για εργασία, δηλαδή του ίδιου του προσώπου του.... Ο ιδιοκτήτης της εργατικής δύναμης ... πρέπει να την πουλά μόνο για μια ορισμένη χρονική περίοδο, διότι αν την πουλούσε ολοκληρωτικά, μια για πάντα, θα πουλούσε τον ίδιο του τον εαυτό, μετατρέποντας τον εαυτό του από ελεύθερο άνθρωπο σε δούλο, από ιδιοκτήτη εμπορεύματος σε εμπόρευμα....

> Ο δεύτερος ουσιώδης όρος ... είναι ... ότι ο εργάτης, αντί να βρίσκεται στη θέση να πουλά εμπορεύματα στα οποία έχει ενσωματωθεί η εργασία του, πρέπει να είναι υποχρεωμένος να προσφέρει προς πώληση ως εμπόρευμα αυτήν ακριβώς την εργατική δύναμη, η οποία υπάρχει μόνο μέσα στον ζωντανό εαυτό του.

> Για να μπορεί ένας άνθρωπος να πουλά εμπορεύματα άλλα από την εργατική δύναμη, πρέπει φυσικά να διαθέτει τα μέσα παραγωγής, όπως πρώτες ύλες, εργαλεία κ.λπ. Κανένα ζευγάρι μπότες [283] δεν μπορεί να κατασκευαστεί χωρίς δέρμα. Χρειάζεται επίσης τα μέσα συντήρησης.

> ...

> Για τη μετατροπή, επομένως, του χρήματός του σε κεφάλαιο, ο κάτοχος χρήματος πρέπει να συναντήσει στην αγορά τον ελεύθερο εργάτη, ελεύθερο με τη διπλή έννοια: ότι, από τη μια πλευρά, ως ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να διαθέτει την εργατική του δύναμη ως δικό του εμπόρευμα, και ότι, από την άλλη πλευρά, δεν έχει κανένα άλλο εμπόρευμα προς πώληση, στερείται όλων των αναγκαίων πραγμάτων για την πραγματοποίηση της εργατικής του δύναμης.
> [Marx, 1961, σσ. 168-169]

Αυτό, λοιπόν, ήταν το καθοριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού, το οποίο τον διαφοροποιούσε από μια απλή κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής. Ο καπιταλισμός υπήρχε όταν, μέσα σε μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, μια μικρή τάξη ανθρώπων — οι καπιταλιστές — είχε μονοπωλήσει τα μέσα παραγωγής, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των άμεσων παραγωγών — οι εργάτες — δεν μπορούσε να παράγει ανεξάρτητα επειδή δεν διέθετε μέσα παραγωγής.

Οι εργάτες ήταν «ελεύθεροι» να κάνουν μία από δύο επιλογές: να πεθάνουν από την πείνα ή να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ως εμπόρευμα [Marx, 1961, σ. 170].

Έτσι, ο καπιταλισμός δεν ήταν ούτε αναπόφευκτος ούτε φυσικός και αιώνιος. Ήταν ένας συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής, ο οποίος αναπτύχθηκε κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και ο οποίος είχε μια άρχουσα τάξη που κυβερνούσε χάρη στον έλεγχό της πάνω στις υλικές προϋποθέσεις της παραγωγής.

Σε αντίθεση με εκείνη του Ricardo, η εργασιακή θεωρία της αξίας του Marx αφορούσε αποκλειστικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η θεμελιώδης σημασία αυτής της διάκρισης μεταξύ των δύο θεωριών σχεδόν πάντοτε παραβλέπεται.

Στην επόμενη ενότητα θα δείξω τη σημασία αυτής της γενικά αγνοημένης διάκρισης.

### Η ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΟΥ MARX

Στη θεωρία της αξίας του Marx, ο διαχωρισμός εκείνων των πλευρών της οικονομικής ζωής που υπάρχουν καθολικά σε κάθε οικονομική ζωή από εκείνες τις μορφές με τις οποίες αυτές εκδηλώνονται στον καπιταλισμό έχει κεντρική σημασία.

Σε κάθε κοινωνία η εργασία κατανεμόταν κοινωνικά έτσι ώστε το φυσικό περιβάλλον να μετασχηματίζεται σε προϊόντα εργασίας τα οποία διέθεταν τα φυσικά χαρακτηριστικά που ήταν απαραίτητα για την ικανοποίηση ατομικών και κοινωνικών αναγκών και επιθυμιών (ο Marx ονόμαζε αυτή τη διαδικασία παραγωγή αξιών χρήσης).

Στον καπιταλισμό, ωστόσο, αυτή η κοινωνική κατανομή δεν πραγματοποιούνταν συνειδητά ή εκούσια από κάποιο άτομο ή ομάδα ατόμων. Η εργασία εμφανιζόταν ως μια καθαρά ατομική υπόθεση και η κοινωνική διασύνδεση των εργαζομένων εμφανιζόταν απλώς ως η πράξη ανταλλαγής εμπορευμάτων.

Ο κύριος σκοπός της εργασιακής θεωρίας της αξίας του Marx ήταν να δείξει ότι οι τιμές, οι οποίες [284] στον καπιταλισμό εμφανίζονταν ως σχέσεις μεταξύ εμπορευμάτων, αντανακλούσαν την πραγματική κοινωνική φύση των αλληλεξαρτώμενων εργαζομένων, των οποίων η κοινωνική κατανομή της εργασίας πραγματοποιούνταν μέσω της αγοράς και των οποίων η αλληλεξάρτηση διαμεσολαβούνταν πάντοτε από την αγορά.

Μόνο αποδεικνύοντας ότι οι τιμές αποτελούσαν την καπιταλιστική μορφή της καθολικής κοινωνικής αναγκαιότητας του συντονισμού της κοινωνικής εργασίας μπορούσε ο Marx να αποδείξει ότι η κοινωνικά ειδική φύση του κεφαλαίου δεν ήταν η καθολική αναγκαιότητα χρησιμοποίησης ήδη παραχθέντων μέσων παραγωγής, αλλά μάλλον μια ιδιαίτερη, εξαναγκαστική κοινωνική σχέση μοναδική στον καπιταλισμό.

Τα ακόλουθα αποσπάσματα συνοψίζουν ορισμένες από τις σημαντικότερες καθολικές πλευρές της ανθρώπινης παραγωγικής δραστηριότητας:

> Η αξία χρήσης, ως πλευρά του εμπορεύματος, συμπίπτει με την υλική, απτή ύπαρξη του εμπορεύματος.... Όποια και αν είναι η κοινωνική μορφή της, ο πλούτος *πάντοτε* αποτελείται από αξίες χρήσης, οι οποίες αρχικά δεν επηρεάζονται από αυτή τη μορφή.... [Στον καπιταλισμό] η αξία χρήσης είναι η άμεση υλική οντότητα μέσα στην οποία εκφράζεται μια καθορισμένη οικονομική σχέση — η *ανταλλακτική αξία*.
> [Marx, 1970, σσ. 27-28]

> Θα ήταν εσφαλμένο να πούμε ότι η εργασία που παράγει αξίες χρήσης είναι η *μόνη* πηγή του πλούτου που παράγεται από αυτήν, δηλαδή του υλικού πλούτου. Δεδομένου ότι η εργασία είναι μια δραστηριότητα η οποία προσαρμόζει την ύλη για κάποιον σκοπό, χρειάζεται την ύλη ως προϋπόθεση. Οι διαφορετικές αξίες χρήσης περιέχουν πολύ διαφορετικές αναλογίες εργασίας και φυσικών προϊόντων, αλλά η αξία χρήσης πάντοτε περιλαμβάνει ένα φυσικό στοιχείο. Ως χρήσιμη δραστηριότητα που κατευθύνεται προς την οικειοποίηση φυσικών παραγόντων με τη μία ή την άλλη μορφή, η εργασία αποτελεί έναν φυσικό μεταβολισμό ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, ανεξάρτητα από τη μορφή της κοινωνίας.
> [Marx, 1970, σ. 36]

> Η παραγωγή της ζωής ... [πάντοτε] εμφανίζεται ως μια διττή σχέση: από τη μία πλευρά ως φυσική [δηλαδή ως σχέση με τη φύση], και από την άλλη ως κοινωνική σχέση — κοινωνική με την έννοια ότι δηλώνει τη συνεργασία πολλών ατόμων, ανεξάρτητα από τις συνθήκες, τον τρόπο και τον σκοπό υπό τον οποίο αυτή πραγματοποιείται.
> [Marx, 1976, σ. 42]

Η ανθρώπινη παραγωγή ήταν πάντοτε κοινωνική. Πάντοτε περιλάμβανε κάποιου είδους καταμερισμό της εργασίας και κάποιον κοινωνικό μηχανισμό για τον συντονισμό της κοινωνικής εργασίας.

Η κοινωνική παραγωγική εργασία πάντοτε μετασχημάτιζε το φυσικό υλικό περιβάλλον σε προϊόντα τα οποία ήταν κοινωνικά ή ατομικά χρήσιμα. Η κοινωνική οργάνωση της παραγωγής πάντοτε περιλάμβανε έναν μηχανισμό κατανομής, έτσι ώστε ορισμένα προϊόντα να καταναλώνονται κοινωνικά, ενώ άλλα να καταναλώνονται από συγκεκριμένα άτομα.

Όλα αυτά τα οικονομικά στοιχεία ήταν κοινά σε κάθε τρόπο παραγωγής. Επιπλέον, όπως [285] είδαμε στην προηγούμενη ενότητα, σε όλες τις κοινωνίες ορισμένα από τα μέσα παραγωγής που ήταν απαραίτητα για την τρέχουσα εργασία έπρεπε να έχουν παραχθεί από προηγούμενη εργασία, και ορισμένα από τα προϊόντα της τρέχουσας εργασίας έπρεπε να δημιουργούνται και να κατανέμονται ως μέσα παραγωγής για τη μελλοντική εργασία.

Το πιο συνεπές σφάλμα των πολιτικών οικονομολόγων, κατά τη γνώμη του Marx, ήταν η σύγχυση του περιεχομένου αυτών των καθολικά αναγκαίων δραστηριοτήτων με την ιδιαίτερη, ειδική μορφή που αυτές λάμβαναν στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Ιδιαίτερη σημασία είχε η αποτυχία τους να κατανοήσουν τις ειδικές κοινωνικές βάσεις οι οποίες μετασχημάτιζαν:


1. ένα φυσικό προϊόν που διέθετε αξία χρήσης σε ένα εμπόρευμα που διέθετε τόσο αξία χρήσης όσο και ανταλλακτική αξία, και
2. τα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής σε κεφάλαιο.


Στις περισσότερες προκαπιταλιστικές κοινωνίες, η κοινωνική φύση της εργασίας ήταν άμεσα εμφανής στην ίδια τη φύση των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής:

> Υπό το αγροτικό πατριαρχικό σύστημα παραγωγής, όταν η υφάντρια και ο υφαντής ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη — η γυναίκα της οικογένειας έκλωθε και οι άνδρες ύφαιναν, ας πούμε για τις ανάγκες της οικογένειας — το νήμα και το λινό ήταν *κοινωνικά* προϊόντα, και η κλώση και η ύφανση ήταν *κοινωνική* εργασία μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας.

> Όμως ο κοινωνικός τους χαρακτήρας δεν εμφανιζόταν με τη μορφή του νήματος που γινόταν καθολικό ισοδύναμο ανταλλασσόμενο με το λινό ως καθολικό ισοδύναμο, δηλαδή με τη μορφή των δύο προϊόντων που *αντάλλασσαν* το ένα το άλλο ως ίσες και εξίσου έγκυρες εκφράσεις του ίδιου καθολικού χρόνου εργασίας [όπως θα συνέβαινε στον καπιταλισμό].

> Αντίθετα, το προϊόν της εργασίας έφερε το συγκεκριμένο κοινωνικό αποτύπωμα της οικογενειακής σχέσης με τον φυσικά διαμορφωμένο καταμερισμό εργασίας της.

> Ή ας πάρουμε τις υπηρεσίες και τις παροχές σε είδος του Μεσαίωνα. Εκεί ήταν η ξεχωριστή εργασία του ατόμου στην αρχική της μορφή, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εργασίας του και όχι η καθολική της πλευρά, που αποτελούσαν τους κοινωνικούς δεσμούς εκείνης της εποχής.

> Ή, τέλος, ας πάρουμε την κοινοτική εργασία στη φυσικά εξελιγμένη μορφή της, όπως τη βρίσκουμε σε όλα τα πολιτισμένα έθνη κατά την αυγή της ιστορίας τους. Στην περίπτωση αυτή ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας προφανώς δεν δημιουργείται επειδή η εργασία του ατόμου προσλαμβάνει την αφηρημένη μορφή της καθολικής εργασίας....

> Το κοινοτικό σύστημα πάνω στο οποίο βασίζεται αυτός ο τρόπος παραγωγής εμποδίζει την εργασία ενός ατόμου να γίνει ιδιωτική εργασία και το προϊόν του ιδιωτικό προϊόν ενός ξεχωριστού ατόμου· αντίθετα, προκαλεί την εμφάνιση της ατομικής εργασίας ως άμεσης λειτουργίας ενός μέλους της κοινωνικής οργάνωσης.
> [Marx, 1970, σσ. 33-34]

Υπό ένα σύστημα εμπορευματικής παραγωγής όλα αυτά άλλαξαν. Παρόλο [286] που ο πιο εκτεταμένος καταμερισμός της εργασίας, ο οποίος εμφανίστηκε με την εμπορευματική παραγωγή, αύξησε τον βαθμό κοινωνικής αλληλεξάρτησης και κατέστησε τον κοινωνικό συντονισμό της κοινωνικής εργασίας πιο κρίσιμο από ποτέ, η αυξημένη πολυπλοκότητα κατέστησε αυτές τις κοινωνικές αλληλεξαρτήσεις λιγότερο άμεσες και λιγότερο εύκολα βιώσιμες ως τέτοιες.

Με την εμπορευματική παραγωγή να αποτελεί ιδιωτική παραγωγή για πώληση στην αγορά, κάθε παραγωγός βίωνε αυτή την κοινωνική αλληλεξάρτηση απλώς ως τη δική του εξάρτηση από την αγορά. Παρήγαγε το δικό του εμπόρευμα μόνο για να αποκτήσει ανταλλακτική αξία, δηλαδή για να το πουλήσει στην αγορά.

Επομένως, αντιλαμβανόταν το δικό του εμπόρευμα ως ανταλλακτική αξία. Τα εμπορεύματα που χρειαζόταν για τη δική του συντήρηση και ευημερία έπρεπε να αγοραστούν στην αγορά. Αυτά τα εμπορεύματα έπρεπε αρχικά να εμφανιστούν ως ανταλλακτικές αξίες στην αγορά και μόνο μετά την απόκτησή τους από τον καταναλωτή μπορούσαν να θεωρηθούν ως αξίες χρήσης.

Έτσι, η κοινωνική σχέση αμοιβαίας οικονομικής αλληλεξάρτησης μεταξύ ιδιωτών παραγωγών εμφανιζόταν ως σχέσεις αγοράς, δηλαδή ως σχέσεις ανταλλακτικής αξίας μεταξύ εμπορευμάτων. Επομένως:

> «οι σχέσεις που συνδέουν την εργασία του ενός ατόμου με εκείνη όλων των άλλων εμφανίζονται όχι ως άμεσες κοινωνικές σχέσεις μεταξύ εργαζόμενων ατόμων, αλλά ως ... σχέσεις μεταξύ πραγμάτων».
> [Marx, 1961, σ. 73]

Σε μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, οι συγκεκριμένοι παραγωγοί δεν καθοδηγούνταν πλέον από το έθιμο, την κοινωνική παράδοση ή τη γενική κοινωνική τους θέση στη ζωή, ώστε να παράγουν συγκεκριμένα προϊόντα. Ήταν ελεύθεροι να παράγουν και να πωλούν οποιοδήποτε εμπόρευμα.

Με την ελεύθερη είσοδο σχεδόν σε όλα τα επαγγέλματα και τον ελεύθερο ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών, οι διαφορετικές συγκεκριμένες μορφές εργασίας, π.χ. η ξυλουργική ή η υφαντουργία κ.λπ., αντιμετωπίζονταν με κοινωνική αδιαφορία. Οι διαφορετικές μορφές εργασίας προσλάμβαναν μια αφηρημένη ισότητα βασισμένη σε αυτή την αδιαφορία.

Οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ αυτών των επαγγελμάτων αφηρημένης ισότητας (δηλαδή κοινωνικής αδιαφορίας) εκφράζονταν ως οι λόγοι ανταλλακτικών αξιών μεταξύ των προϊόντων που παρήγαγαν.

<nb/>Η ανταλλακτική αξία ή η τιμή ενός εμπορεύματος αντιπροσώπευε την αφηρημένη ποσότητα εργασίας που χρησιμοποιούσε η κοινωνία για την παραγωγή αυτού του εμπορεύματος. Ήταν αφηρημένη, επειδή αντιπροσώπευε έναν κοινωνικό μέσο όρο και δεν επηρεαζόταν από τις ιδιαιτερότητες του ατόμου, οι οποίες θα μπορούσαν να το καθιστούν κάπως περισσότερο ή λιγότερο παραγωγικό από τον κοινωνικό μέσο όρο.

Δημιουργώντας ένα εμπόρευμα με ανταλλακτική αξία, ο παραγωγός δημιουργούσε το εμπόρευμα ως ένα *αφηρημένο καθολικό ισοδύναμο αξίας*, μέσω του οποίου, με την ανταλλαγή, η εργασία του μπορούσε να εισέλθει σε μια κοινωνική σχέση με την εργασία των άλλων.

> [287] Μόνο ως τέτοιο *καθολικό* μέγεθος αντιπροσωπεύει ένα κοινωνικό μέγεθος. Η εργασία ενός ατόμου μπορεί να παράγει ανταλλακτική αξία μόνο εάν παράγει καθολικά ισοδύναμα....

> Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο σαν τα διαφορετικά άτομα να είχαν συνενώσει τον χρόνο εργασίας τους και να είχαν κατανείμει διαφορετικά τμήματα του χρόνου εργασίας που είχαν από κοινού στη διάθεσή τους στις διάφορες αξίες χρήσης.

> Ο χρόνος εργασίας του ατόμου είναι, επομένως, στην πραγματικότητα ο χρόνος εργασίας που απαιτείται από την κοινωνία για την παραγωγή μιας συγκεκριμένης αξίας χρήσης, δηλαδή για την ικανοποίηση μιας συγκεκριμένης ανάγκης.
[Marx, 1970, σ. 32]

Η εργασία «η οποία εκδηλώνεται στην ανταλλακτική αξία εμφανίζεται ως εργασία ενός απομονωμένου ατόμου. Γίνεται κοινωνική εργασία λαμβάνοντας τη μορφή του άμεσου αντίθετού της, της αφηρημένης καθολικής εργασίας».
[Marx, 1970, σ. 34]

Μπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι πολλές από τις αντιρρήσεις που έχουν διατυπωθεί εναντίον της εργασιακής θεωρίας της αξίας του Marx βασίζονται σε παρανοήσεις. Ο Marx *δεν* υποστήριξε ότι μόνο η εργασία δημιουργεί χρήσιμα προϊόντα, όπως είδαμε στο εκτενές απόσπασμα στην αρχή αυτής της ενότητας.

Όμως η ανταλλακτική αξία δεν ήταν μια υλική ιδιότητα ενός προϊόντος. Ένα προϊόν γινόταν εμπόρευμα όταν, μέσα σε ένα ιδιαίτερο είδος κοινωνικού πλαισίου, άρχιζε να συμβολίζει αφηρημένα τη σχέση του παραγωγού του με τους άλλους παραγωγούς.

Η ανταλλακτική αξία ήταν μια νοητική αφαίρεση που συμβολιζόταν από ένα υλικό προϊόν. Ως τέτοια, η αφαίρεση αυτή αντανακλούσε τόσο τις κοινωνικές σχέσεις όσο και ήταν αναγκαία για τον κοινωνικό συντονισμό της εργασίας μέσα σε αυτές τις κοινωνικές σχέσεις.

Η εργασία δεν ήταν η αιτία της ανταλλακτικής αξίας με την έννοια της φυσικής ή υλικής αιτιότητας, επειδή η ανταλλακτική αξία ήταν μια νοητική κατασκευή (κεντρικής σημασίας σε μια οικονομία της αγοράς) και όχι μια φυσική οντότητα.

Ως νοητική αφαίρεση συμβόλιζε την κοινωνική φύση της εργασίας σε μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής.

Ο Marx κατέληγε με πλήρη συνέπεια ότι η τιμή, ως νοητική οντότητα, «υπάρχει αρχικά μόνο στο κεφάλι, ως έννοια, αφού εκφράζει μια σχέση· όπως, γενικά, οι σχέσεις μπορούν να θεωρηθούν ότι υπάρχουν μόνο όταν *νοούνται*, σε διάκριση από τα υποκείμενα τα οποία βρίσκονται μεταξύ τους σε αυτές τις σχέσεις».
[Marx, 1978, σ. 143]

Επομένως:

> «εφόσον η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων δεν είναι πράγματι τίποτε άλλο παρά μια αμοιβαία σχέση ανάμεσα σε διάφορα είδη εργασίας ατόμων που θεωρούνται ως ίση και καθολική εργασία, δηλαδή τίποτε άλλο παρά η υλική έκφραση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής μορφής εργασίας, αποτελεί ταυτολογία να λέμε ότι η εργασία είναι η *μόνη* πηγή της ανταλλακτικής αξίας και, κατά συνέπεια, του πλούτου στον βαθμό που αυτός αποτελείται από ανταλλακτική αξία».
> [Marx, 1970, σ. 35]

[288] Η εργασιακή θεωρία της αξίας του Marx ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη του Ricardo.

Ο τελευταίος πίστευε ότι η αιτιακή σύνδεση ανάμεσα στην εργασία που ενσωματώνεται στα εμπορεύματα και στις τιμές τους ήταν μια άμεση, εύκολα ορατή, εμπειρική σχέση. Οι τροποποιητικές επιδράσεις των διαφορών στις αναλογίες κεφαλαίου προς εργασία θεωρούνταν από αυτόν δευτερεύουσες.

Η πρόταση ότι οι τιμές θα ήταν ανάλογες προς τις ποσότητες εργασίας που ενσωματώνονται στα εμπορεύματα θεωρούνταν ότι προσέγγιζε μια εμπειρική αλήθεια.

Μεγάλο μέρος της κριτικής εναντίον του Marx θα είχε αποφευχθεί, εάν οι επικριτές του είχαν κατανοήσει τη θεμελιώδη διαφορά του από τον Ricardo πάνω σε αυτό το σημείο.

Κατά την άποψη του Marx, οι τιμές δεν αντανακλούσαν άμεσα ή εμπειρικά την πραγματική κοινωνική τους προέλευση και φύση. Αντίθετα, οι τιμές απέκρυπταν, συσκότιζαν και έτειναν να μυστικοποιούν την υποκείμενη κοινωνική τους βάση. Το σημείο αυτό είναι τόσο κεντρικό για την κατανόηση του Marx και τόσο συχνά παρερμηνεύεται, ώστε θα παραθέσω εκτενώς την απάντησή του σε έναν επικριτή, ο οποίος υποστήριζε ότι ο Marx δεν είχε αποδείξει καμία άμεση, παρατηρήσιμη σύνδεση μεταξύ αξιών και τιμών:

> Όλη αυτή η φλυαρία σχετικά με την αναγκαιότητα απόδειξης της έννοιας της αξίας προέρχεται από πλήρη άγνοια τόσο του αντικειμένου που εξετάζεται όσο και της επιστημονικής μεθόδου. Κάθε παιδί γνωρίζει ότι ένα έθνος που θα σταματούσε να εργάζεται, όχι για έναν χρόνο, αλλά έστω και για λίγες εβδομάδες, θα αφανιζόταν. Κάθε παιδί γνωρίζει επίσης ότι οι μάζες προϊόντων που αντιστοιχούν στις διαφορετικές ανάγκες απαιτούν διαφορετικές και ποσοτικά καθορισμένες μάζες της συνολικής κοινωνικής εργασίας. Το ότι αυτή η *αναγκαιότητα της κατανομής* της κοινωνικής εργασίας σε καθορισμένες αναλογίες δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταργηθεί από μια *ιδιαίτερη μορφή* κοινωνικής παραγωγής, αλλά μπορεί μόνο να αλλάξει ο *τρόπος* της *εμφάνισής* της, είναι αυτονόητο. Κανένας φυσικός νόμος δεν μπορεί να καταργηθεί. Αυτό που μπορεί να αλλάξει κάτω από διαφορετικές ιστορικές συνθήκες είναι μόνο η *μορφή* με την οποία αυτοί οι νόμοι επιβάλλονται. Και η μορφή *με την οποία* αυτή η αναλογική κατανομή της εργασίας επιβάλλεται σε μια κοινωνία όπου η διασύνδεση της κοινωνικής εργασίας εκδηλώνεται μέσω της *ιδιωτικής ανταλλαγής* των ατομικών προϊόντων της εργασίας είναι ακριβώς η *ανταλλακτική αξία* αυτών των προϊόντων.

> Η επιστήμη συνίσταται ακριβώς στο να δείχνει *πώς* επιβάλλεται ο νόμος της αξίας.... Ο χυδαίος οικονομολόγος δεν έχει την παραμικρή ιδέα ότι οι πραγματικές καθημερινές σχέσεις ανταλλαγής *δεν μπορούν να ταυτίζονται άμεσα* με τα μεγέθη της αξίας. Η ουσία της αστικής κοινωνίας συνίσταται ακριβώς στο ότι εκ των προτέρων (*a priori*) δεν υπάρχει συνειδητή κοινωνική ρύθμιση της παραγωγής. Το ορθολογικό και φυσικά αναγκαίο επιβάλλεται μόνο ως ένας μέσος όρος που δρα τυφλά. Και τότε ο χυδαίος οικονομολόγος νομίζει ότι έκανε μια μεγάλη ανακάλυψη όταν, απέναντι στην αποκάλυψη της εσωτερικής διασύνδεσης, ισχυρίζεται με υπερηφάνεια ότι στην εμφάνιση [289] τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά. Στην πραγματικότητα, καυχάται ότι προσκολλάται στην εμφάνιση και τη θεωρεί ως την έσχατη πραγματικότητα. Γιατί, λοιπόν, να υπάρχει καθόλου επιστήμη;
> [Marx and Engels, χ.χ., σσ. 251-252]

Η επιφανειακή μορφή εμφάνισης της ανταλλακτικής αξίας ήταν η τιμή. Όμως η κρυμμένη βάση των ανταλλακτικών αξιών ήταν οι αξίες, δηλαδή οι ποσότητες εργασίας που ήταν ενσωματωμένες στα εμπορεύματα (για τον Marx, στην ανάλυση του καπιταλισμού, οι όροι «αξία» και «ενσωματωμένη εργασία» ήταν ισοδύναμοι).

Οι τιμές απέκρυπταν και συσκότιζαν τη σύνδεσή τους με τις αξίες, και αυτό για δύο λόγους.

Πρώτον, όπως ήδη συζητήσαμε, **στον καπιταλισμό οι ανθρώπινες παραγωγικές σχέσεις εμφανίζονται (ως τιμές) ως σχέσεις μεταξύ άψυχων πραγμάτων**:

> «Έτσι, οι συμμετέχοντες στην καπιταλιστική παραγωγή ζουν μέσα σε έναν μαγεμένο κόσμο και οι ίδιες οι σχέσεις τους εμφανίζονται σε αυτούς ως ιδιότητες των πραγμάτων, ως ιδιότητες των υλικών στοιχείων της παραγωγής.»
> [Marx, 1971, σ. 514]

Δεύτερον, η ουσία του κεφαλαίου γενικά ήταν πολύ διαφορετική από την εμφάνιση των πραγματικών, πολυάριθμων κεφαλαίων που ανταγωνίζονται μεταξύ τους.

Αυτό το δεύτερο σημείο έχει αποφασιστική σημασία για την εργασιακή θεωρία της αξίας του Marx και γι’ αυτό θα το εξετάσουμε κάπως εκτενέστερα.

Ο Marx διέκρινε ανάμεσα στο «κεφάλαιο εν γένει» (*capital in general*) και στα «πολλά κεφάλαια σε ανταγωνισμό» (*many capitals in competition*).

Για τον Marx, ο ελεύθερος ανταγωνισμός ήταν η δύναμη μέσω της οποίας οι τρόποι λειτουργίας του καπιταλισμού εμφανίζονταν στους καπιταλιστές ως αιώνιοι, εξαναγκαστικοί νόμοι της φύσης.

Ο ελεύθερος ανταγωνισμός ήταν «η σχέση του κεφαλαίου με τον εαυτό του ως άλλο κεφάλαιο, δηλαδή η πραγματική συμπεριφορά του κεφαλαίου» και, μέσω του ανταγωνισμού, «εκείνο που αντιστοιχεί στην έννοια του κεφαλαίου τίθεται ως εξωτερική αναγκαιότητα για το ατομικό κεφάλαιο» [Marx, 1973, σσ. 650-651].

Ο ελεύθερος ανταγωνισμός ήταν η κοινωνική δύναμη μέσω της οποίας οι νόμοι του κεφαλαίου εν γένει γίνονταν ορατοί στους επιμέρους καπιταλιστές. Ήταν όμως απλώς μια *εκδήλωση* αυτών των νόμων και, ως τέτοια, συσκότιζε την πραγματική εσωτερική φύση του «κεφαλαίου εν γένει»:

> Οι γενικές και αναγκαίες τάσεις του κεφαλαίου πρέπει να διακρίνονται από τις μορφές εμφάνισής τους..., δηλαδή από τον τρόπο με τον οποίο οι νόμοι, που είναι εγγενείς στην καπιταλιστική παραγωγή, εκδηλώνονται στις κινήσεις των επιμέρους μαζών κεφαλαίου, όπου επιβάλλονται ως εξαναγκαστικοί νόμοι του ανταγωνισμού και γίνονται αντιληπτοί από τον ατομικό καπιταλιστή ως τα κατευθυντήρια κίνητρα των ενεργειών του. Είναι όμως σαφές ότι μια επιστημονική ανάλυση του ανταγωνισμού δεν είναι δυνατή πριν αποκτήσουμε μια αντίληψη της εσωτερικής φύσης του κεφαλαίου, όπως ακριβώς οι φαινομενικές κινήσεις των ουράνιων σωμάτων δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές παρά μόνο από εκείνον που γνωρίζει τις πραγματικές τους κινήσεις, κινήσεις που δεν είναι άμεσα αντιληπτές από τις αισθήσεις.
> [Marx, 1961, σ. 316]

[290] Έτσι, η μελέτη του κεφαλαίου εν γένει αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κατανόηση των πολλών κεφαλαίων σε ανταγωνισμό.

Ο πρώτος τόμος του *Κεφαλαίου* ήταν αφιερωμένος στη μελέτη του κεφαλαίου εν γένει. Σε όλη τη διάρκεια αυτού του τόμου υποτίθεται ότι οι τιμές είναι ανάλογες προς τις αξίες (δηλαδή προς τις ποσότητες ενσωματωμένης εργασίας), προκειμένου να αναδειχθεί η γενική φύση του κεφαλαίου.

Ο Marx κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ως προς τη γενική του φύση, το κεφάλαιο είναι μια κοινωνική σχέση ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους μισθωτούς εργάτες, η οποία εκδηλώνεται μέσα σε υλικά πράγματα (τα μέσα παραγωγής) και παρέχει στον καπιταλιστή τη δύναμη να ιδιοποιείται, με τις μορφές του κέρδους, του τόκου και της γαιοπροσόδου, την υπεραξία που δημιουργείται από την υπερεργασία των εργατών.
[Marx, 1961, σ. 169· Marx, 1962, σσ. 794-795· Marx, 1971, σσ. 273-274. Βλ. επίσης Hunt, 1979, σσ. 180-211.]

Μόνο όταν κατανοούσε κανείς ότι οι ανταλλακτικές αξίες ή οι τιμές ήταν μετασχηματισμένες αξίες (ποσότητες ενσωματωμένης εργασίας), μπορούσε να αναγνωρίσει την πραγματική φύση του κεφαλαίου γενικά. Όμως ήταν ακριβώς ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολλών κεφαλαίων που μετασχημάτιζε τις αξίες σε τιμές και, συνεπώς, καθιστούσε την πραγματική φύση των τιμών μη παρατηρήσιμη μέσα στη φαινομενολογική τους εμφάνιση, ενώ καθιστούσε επίσης την υπεραξία μη άμεσα αναγνωρίσιμη στις εκδηλωμένες μορφές της ως κέρδος, τόκος και πρόσοδος.

Μπορούμε να δούμε από την ανάλυση του Μαρξ για τον μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές παραγωγής στον Τόμο ΙΙΙ του *Κεφαλαίου* ότι, εάν η μοναδική θεωρητική του μέριμνα ήταν να εξηγήσει το μέγεθος των τιμών, δεν θα χρειαζόταν καν ένα σημαντικό μέρος της εργασιακής θεωρίας της αξίας του. [Marx, 1962, σσ. 152–169] Είναι σαφές ότι η άμεση αιτία για την οποία οποιαδήποτε ιδιαίτερη τιμή έχει οποιοδήποτε ιδιαίτερο μέγεθος (σε αντίθεση με την κοινωνική βάση των τιμών ή τις τιμές ως νοητικά σύμβολα για τον κοινωνικό συντονισμό της κοινωνικής εργασίας) ήταν το κόστος παραγωγής συν το κοινωνικά μέσο ποσοστό κέρδους:

> Στον ανταγωνισμό των επιμέρους καπιταλιστών μεταξύ τους [...] είναι τα δεδομένα και προϋποτεθειμένα μεγέθη των μισθών, του τόκου και της προσόδου που εισέρχονται στον υπολογισμό ως σταθερά και ρυθμιστικά μεγέθη· σταθερά όχι με την έννοια ότι αποτελούν αμετάβλητα μεγέθη, αλλά με την έννοια ότι είναι δεδομένα σε κάθε επιμέρους περίπτωση και συνιστούν το σταθερό όριο για τις διαρκώς κυμαινόμενες τιμές της αγοράς. [...] Αυτοί οι παράγοντες εισέρχονται στον υπολογισμό ως προσδιοριστικά στοιχεία στον βαθμό που είναι δυνατός ο ανταγωνισμός μεταξύ των καπιταλιστών. Εδώ, λοιπόν, η εμπειρία δείχνει θεωρητικά, και ο ιδιοτελής υπολογισμός του καπιταλιστή δείχνει πρακτικά, ότι οι τιμές των εμπορευμάτων καθορίζονται από τους μισθούς, τον τόκο και την πρόσοδο, από [291] την τιμή της εργασίας, του κεφαλαίου και της γης, και ότι αυτά τα στοιχεία της τιμής αποτελούν πράγματι τον ρυθμιστικό συντελεστή της τιμής. [Marx, 1962, σσ. 852–853]

Μπορούμε τώρα να ολοκληρώσουμε τον προηγούμενο ισχυρισμό μας ότι η θεωρία του Μαρξ για την αξία και την τιμή ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη του Ricardo. Ο τελευταίος υποστήριζε ότι οι αποκλίσεις των τιμών από την αναλογία τους προς τις ποσότητες της ενσωματωμένης εργασίας (τις αξίες του Μαρξ), οι οποίες οφείλονταν στις διαφορετικές αναλογίες κεφαλαίου προς εργασία (ο Μαρξ χρησιμοποιούσε τον όρο «οργανική σύνθεση του κεφαλαίου» για αυτές τις αναλογίες), θα ήταν μικρές και ασήμαντες και ότι εμπειρικά οι τιμές θα αντανακλούσαν σχεδόν πλήρως αυτές τις ποσότητες. Ο Μαρξ, αντίθετα, υποστήριζε ότι οι διαφορές μεταξύ των λόγων των τιμών και των λόγων των αξιών θα ήταν πολύ σημαντικές. Η σημασία τους έγκειται ακριβώς στο ότι συγκαλύπτουν τη σχέση μεταξύ τιμών και αξιών και μυστικοποιούν την κοινωνική φύση των εμπορευμάτων και των τιμών τους. <nb/>Τέτοιες αποκλίσεις των τιμών ήταν αναγκαίες προκειμένου να αναδιανεμηθεί η υπεραξία που δημιουργείται στη διαδικασία της παραγωγής, έτσι ώστε όλοι οι καπιταλιστές να λαμβάνουν το ίδιο ποσοστό κέρδους επί του κεφαλαίου τους:

> Λόγω των διαφορετικών οργανικών συνθέσεων του κεφαλαίου που επενδύεται στους διάφορους κλάδους παραγωγής και, συνεπώς, λόγω του γεγονότος ότι —ανάλογα με το διαφορετικό ποσοστό που αποτελεί το μεταβλητό μέρος ενός συνολικού κεφαλαίου δεδομένου μεγέθους— κεφάλαια ίσου μεγέθους θέτουν σε κίνηση πολύ διαφορετικές ποσότητες εργασίας, ιδιοποιούνται επίσης πολύ διαφορετικές ποσότητες υπεραξίας ή παράγουν πολύ διαφορετικές ποσότητες υπεραξίας. Κατά συνέπεια, τα ποσοστά κέρδους που επικρατούν στους διάφορους κλάδους παραγωγής είναι αρχικά πολύ διαφορετικά. Αυτά τα διαφορετικά ποσοστά κέρδους εξισώνονται μέσω του ανταγωνισμού σε ένα ενιαίο γενικό ποσοστό κέρδους, το οποίο αποτελεί τον μέσο όρο όλων αυτών των διαφορετικών ποσοστών κέρδους. Το κέρδος που αντιστοιχεί, σύμφωνα με αυτό το γενικό ποσοστό κέρδους, σε οποιοδήποτε κεφάλαιο δεδομένου μεγέθους, ανεξάρτητα από την οργανική του σύνθεση, ονομάζεται μέσο κέρδος. Η τιμή ενός εμπορεύματος, η οποία ισούται με το κόστος παραγωγής του συν το μερίδιο του ετήσιου μέσου κέρδους επί του συνολικού κεφαλαίου που επενδύθηκε στην παραγωγή του και του αναλογεί σύμφωνα με τις συνθήκες του κύκλου εργασιών, ονομάζεται τιμή παραγωγής. [Marx, 1962, σσ. 155–156]

Αυτή η διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών κατέστρεφε κάθε άμεση ομοιότητα μεταξύ αξιών και τιμών. Επιπλέον, επειδή οι πρόσοδοι και τα κέρδη ήταν ανάλογα προς τις αξίες της γης και του κεφαλαίου, δημιουργούσε την εντύπωση ότι αυτά αποτελούν συστατικά στοιχεία της αξίας που δημιουργούνται από τη γη και το κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα, η αξία δημιουργούνταν εξ ολοκλήρου από την εργασία, τόσο την αμειβόμενη όσο και την απλήρωτη. Η απλήρωτη, [292] υπερεργασία δημιουργούσε την υπεραξία, η οποία στη συνέχεια διαιρούνταν σε τόκο, πρόσοδο και κέρδος. «Όμως όλη η υπόθεση μυστικοποιείται, επειδή αυτά τα διαφορετικά μέρη της υπεραξίας αποκτούν μια ανεξάρτητη μορφή, επειδή περιέρχονται σε διαφορετικά πρόσωπα και επειδή οι τίτλοι που τα θεμελιώνουν βασίζονται σε διαφορετικά στοιχεία.» [Marx, 1971, σ. 511]

Με άλλα λόγια, η δυσκολία να διακρίνει κανείς τη σύνδεση μεταξύ τιμών και εργασίας πηγάζει από το γεγονός ότι, στον καπιταλισμό, τα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής εμφανίζονται ως εμπορεύματα που ανήκουν σε μη εργαζόμενους, ενώ η εργατική δύναμη αποτελεί πλέον εμπόρευμα, η πώληση του οποίου αντιπροσωπεύει τη μοναδική πηγή εισοδήματος του εργάτη. Οι κάτοχοι του κεφαλαίου ιδιοποιούνται τα προϊόντα της εργασίας ανάλογα με την αξία του κεφαλαίου τους. Αυτό προκαλεί την απόκλιση των τιμών από τις αξίες και δημιουργεί την εντύπωση ότι οι τιμές καθορίζονται από το κεφάλαιο. Έτσι, η κοινωνική σχέση κεφαλαίου–εργασίας συγκαλύπτει τη σύνδεση μεταξύ αξιών και τιμών, ενώ η συστηματική απόκλιση των τιμών από τις αξίες συγκαλύπτει την πραγματική κοινωνική φύση του κεφαλαίου.

Όταν οι οικονομολόγοι εξέταζαν μόνο τις τιμές, κατέληγε ο Μαρξ, οι δημιουργίες της ανθρώπινης εργασίας εμφανίζονταν ως δημιουργίες του κεφαλαίου, αντί να γίνεται αντιληπτό ότι το ίδιο το κεφάλαιο δεν είναι παρά ένα ακόμη δημιούργημα της κοινωνικής εργασίας. Έτσι, εκείνο που είχε δημιουργηθεί από την εργασία όχι μόνο κυριαρχούσε ολοκληρωτικά πάνω στην εργασία, αλλά έκανε κάθε δημιουργικό επίτευγμα της εργασίας να εμφανίζεται ως δικό του (του κεφαλαίου) επίτευγμα:

> Έτσι, η παραγωγική δύναμη της κοινωνικής εργασίας και οι ιδιαίτερες μορφές της εμφανίζονται τώρα ως παραγωγικές δυνάμεις και μορφές του κεφαλαίου [...] οι οποίες, έχοντας προσλάβει αυτή την ανεξάρτητη μορφή, προσωποποιούνται από τον καπιταλιστή απέναντι στη ζωντανή εργασία. Εδώ συναντούμε και πάλι αυτή την αντιστροφή της σχέσης, την οποία έχουμε ήδη [...] ονομάσει φετιχισμό. [Marx, 1963, σ. 389]

Έτσι, η εργασιακή θεωρία της αξίας του Μαρξ διέφερε σημαντικά από εκείνη του Ricardo. Για τον Μαρξ, η θεωρία του Ricardo, και γενικότερα η ορθόδοξη οικονομική θεωρία, αποτελούσε εκδήλωση του φετιχισμού του εμπορεύματος (ο οποίος, με τη σειρά του, ήταν αποτέλεσμα της αλλοτρίωσης στην καπιταλιστική κοινωνία· πρόκειται όμως για ζήτημα υπερβολικά σύνθετο ώστε να εξεταστεί στο παρόν άρθρο). Κατά τον Μαρξ, ο φετιχισμός προέκυπτε από την αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στις καθολικές οικονομικές δραστηριότητες που είναι κοινές σε κάθε κοινωνία και στις ιδιαίτερες μορφές που προσλαμβάνουν αυτές οι δραστηριότητες στον καπιταλισμό. «Ο φετιχισμός που χαρακτηρίζει την αστική Πολιτική Οικονομία», έγραφε ο Μαρξ, «μεταμορφώνει τον κοινωνικό, οικονομικό χαρακτήρα που αποτυπώνεται στα πράγματα κατά τη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής σε φυσικό χαρακτήρα, που πηγάζει από την υλική φύση των ίδιων των πραγμάτων.» [Marx, 1957, σ. 225]

### Συμπέρασμα

[293] Στη θεωρία του Μαρξ, η διάκριση ανάμεσα στα καθολικά γνωρίσματα που είναι κοινά σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες και στα γνωρίσματα που είναι ιδιόμορφα του καπιταλισμού έχει κεντρική σημασία. Μέσω της εργασιακής θεωρίας της αξίας, κατόρθωσε να δείξει ότι οι μορφές ιδιοκτησίας που είναι χαρακτηριστικές του καπιταλισμού, σε συνδυασμό με την ανταγωνιστική διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών, δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι η άψυχη φύση ή τα προϊόντα της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι εξίσου υπεύθυνα (μαζί με την ανθρώπινη εργασία) για τη δημιουργία της αξίας των εμπορευμάτων. Μπόρεσε να το επιτύχει αυτό μόνο επειδή θεμελίωνε σταθερά την ανάλυσή του στο γεγονός ότι, σε όλες τις κοινωνίες, σε όλους τους χρόνους και σε όλους τους τόπους, μόνο η ανθρώπινη κοινωνική εργασία μετασχηματίζει το προϋπάρχον φυσικό περιβάλλον με τη βοήθεια ήδη παραχθέντων μέσων παραγωγής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, άσκησε κριτική στην α-ιστορική προσέγγιση του Ricardo, διότι, εάν τα μέσα παραγωγής είναι κεφάλαιο εξαιτίας της ίδιας της φυσικής τους υπόστασης, τότε όλες οι κοινωνίες, σε όλους τους τόπους και σε όλες τις εποχές, θα έπρεπε να ονομάζονται καπιταλιστικές, και η έννοια του καπιταλισμού ως ιδιαίτερου κοινωνικού συστήματος θα καθίστατο άνευ νοήματος, ενώ η οικονομική θεωρία θα μετατρεπόταν σε μια απολύτως γενική θεωρία, μέσα στην οποία οι ειδικά καπιταλιστικοί θεσμοί δεν θα είχαν καμία θεωρητική σημασία. Παρότι υπάρχουν πράγματι οικονομολόγοι που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, ο Μαρξ ήταν πάνω απ' όλα κοινωνικός οικονομολόγος, που ενδιαφερόταν για τα ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού.

Έτσι, **αντιλαμβανόταν την ουσία του κεφαλαίου γενικά ως μια καταναγκαστική κοινωνική σχέση, ιδιόμορφη του καπιταλισμού**. Η εργασιακή θεωρία της αξίας τού επέτρεψε να δείξει **πώς η γενικευμένη αδυναμία να γίνονται αντιληπτές οι τιμές ως σύμβολα της κοινωνικής κατανομής της εργασίας συστηματικά συσκότιζε τη γενική φύση του κεφαλαίου και οδηγούσε στον φετιχισμό του εμπορεύματος, δηλαδή στην αντίληψη των κοινωνικών σχέσεων ως σχέσεων μεταξύ εμπορευμάτων**. Επιπλέον, στη θεωρία του, η εσφαλμένη αντίληψη για το κεφάλαιο και ο φετιχισμός του εμπορεύματος επιδείνωναν, με τη σειρά τους, τη συσκότιση της σύνδεσης μεταξύ των τιμών και της κοινωνικής κατανομής της εργασίας. Αυτός ο φετιχισμός και αυτή η συσκότιση ήταν αποτέλεσμα της ανθρώπινης αλλοτρίωσης στον καπιταλισμό και, ταυτόχρονα, συνέβαλλαν σημαντικά στη διαιώνιση αυτής της αλλοτρίωσης.

### Βιβλιογραφικές αναφορές

Hunt, E. K. "Rationalism and Empiricism in Economic Theories of Value,"
/The Social Science Journal, /Vol. 14, No. 3, October, 1977.

------—. "The Normative Foundations of Social Theory: An Essay on the Criteria
Defining Social Economics," /Review of Social Economy, /Vol. XXXVI, No. 3,
December, 1978.

---------. /History of Economic Thought, /Belmont, California, 1979.

Marx, Karl. /Capital, /Volumes 1, 2, and 3, Moscow, 1961, 1957 and 1962.

---------. /A Contribution to the Critique of Political Economy, /New
York, 1970.

---------. /The German Ideology, /in Karl Marx and Frederick Engels,
/Collected/

/Works, /Vol. 5, New York, 1976.

---------. /Grundrisse, /New York, 1973.

---------. /Theories of Social Value, /Parts 1 and 3, Moscow, 1963 and 1971.

Marx, Karl and Frederick Engels. /Selected Correspondence, /Moscow, n.d.
Ricardo, David. /The Principles of Political Economy and Taxation,
/London, 1962. Samuelson, Paul. "Marxian Economics as Economics,"
/American Economic Review,/
Vol. 57, May, 1967.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.