Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπερεργασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπερεργασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Η μοναδική αξία που το κεφάλαιο παράγει σε μια δοσμένη παραγωγή είναι η αξία που προσθέτει η νέα ποσότητα εργασίας (v+s)

Η μοναδική αξία που το
κεφάλαιο παράγει σε μια δοσμένη παραγωγή είναι η αξία που προσθέτει η
νέα ποσότητα εργασίας. Αυτή όμως η αξία αποτελείται από την αναγκαία
εργασία, που αναπαράγει τον μισθό - την προκαταβολή του κεφαλαίου με τη
μορφή του μισθού - και από την υπερεργασία, άρα υπεραξία, πέρα και
πάνω απ' αυτή την αναγκαία εργασία. Οι
{453} προκαταβολές σε υλικό και μηχανή απλά μετατοπίζονται από τη μια στην
άλλη μορφή. Το εργαλείο μεταβαίνει στο προϊόν εξίσου όπως και η πρώτη
ύλη, και η φθορά του με τη χρήση είναι ταυτόχρονα μορφοποίηση του
προϊόντος. Όταν η πρώτη ύλη και το εργαλείο δεν κοστίζουν τίποτα, όπως σε
μερικές εξακτικές βιομηχανίες υπολογίζονται ακόμα σχεδόν =0 (η /πρώτη
ύλη /πάντα =0 σε κάθε εξακτική βιομηχανία: μεταλλωρυχία, ανθρακωρυχία,
αλιεία, κυνήγι, υλοτομία σε παρθένα δάση κλπ.), τότε και δεν προσθέτουν
απολύτως τίποτα στην αξία της παραγωγής. Η αξία τους είναι το αποτέλεσμα
προηγούμενης παραγωγής, όχι της άμεσης παραγωγής όπου χρησιμεύ-
ουν σαν εργαλείο και υλικό. Ώστε η /υπεραξία /μπορεί να υπολογιστεί
μόνο σε σχέση με την αναγκαία εργασία. Το κέρδος δεν είναι παρά μια
/δευτερογενής, /παράγωγη, και μεταλλαγμένη μορφή της υπεραξίας - η
αστική μορφή, όπου τα ίχνη της γένεσης της υπεραξίας έχουν εξαφανιστεί.
Ο ίδιος ο Ρικάρντο δεν το κατάλαβε αυτό ποτέ· γιατί εκείνος 1) μιλά
πάντοτε για τη
διανομή ενός /έτοιμου /ποσού, όχι για την αρχική τοποθέτηση αυτής της
διαφοράς· 2) γιατί αυτή η κατανόηση θα τον είχε αναγκάσει να δει πως
ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία μεσολαβεί μια σχέση ολότελα
διαφορετική από εκείνη της ανταλλαγής· και δεν του επιτρεπόταν να
διαβλέψει ότι το αστικό σύστημα της ισοδυναμίας μεταστρέφεται σε
ιδιοποίηση χωρίς ισοδύ-
ναμο και βασίζεται στην τελευταία· 3) <nb/>η πρόταση του Ρικάρντο για την
αναλογία ανάμεσα σε κέρδη και μισθούς αναφέρεται αποκλειστικά στο ότι
[αν] μια καθορισμένη συνολική αξία διαιρεθεί σε δυο μερίδια - αν γενικά
ένα ποσό διαιρεθεί στα δυο - τότε το μέγεθος των δυο μερών υποχρεωτικά
βρίσκεται σε αντίστροφη αναλογία. Και σωστά στη συνέχεια η σχολή του
περιόρισε το ζήτημα σ' αυτή την κενολογία. Το ενδιαφέρον που τον
οδήγησε να διατυπώσει την αναλογία μισθών και κερδών δεν είταν να
ερευνήσει ώς το βάθος τη δημιουργία της υπεραξίας - γιατί ξεκινά
προϋποθέτοντας μια δοσμένη αξία που πρόκειται να μοιραστεί ανάμεσα σε
μισθό και κέρδος, ανάμεσα σε εργασία και κεφάλαιο, προϋποθέτει λοιπόν
αυτή τη διαίρεση
σαν αυτονόητη - αλλά /πρώτο, /απέναντι στο συνηθισμένο τρόπο
καθορισμού των τιμών να επιβάλει τον σωστό - αυτόν που οικοδόμησε πάνω
στη βάση της αξίας - <nb/>δείχνοντας ότι το όριο της αξίας δεν επηρεάζεται το
ίδιο από τη διανομή του, από τον διαφορετικό του καταμερισμό ανάμεσα σε
κέρδη και μισθούς· /δεύτερο: /να εξηγήσει την όχι απλά παροδική, αλλά
αδιάκοπη πτώ-
ση του ποσοστού του κέρδους, που του είταν ανεξήγητη πάνω στη βάση
της παραδοχής ότι στην εργασία αναλογεί σταθερό μερίδιο της αξίας·
/τρίτο: /εξηγώντας αυτή την πτώση του κέρδους με την άνοδο του εργατικού
μισθού, την ίδια όμως αυτή την άνοδο με την άνοδο της /αξίας /των
γεωργικών προϊόντων, δηλαδή την ολοένα μεγαλύτερη δυσκολία στην παραγωγή
τους, σκο-
πός του είταν να εξηγήσει ταυτόχρονα τη /γαιοπρόσοδο /σαν
εναρμονισμένη με την αρχή του για τον καθορισμό της αξίας. Αυτό έδινε
ταυτόχρονα κι ένα όπλο στην πολεμική του βιομηχανικού κεφαλαίου ενάντια
στη γαιοκτησία, που εκμεταλλεύεται τις προόδους της βιομηχανίας.
Ταυτόχρονα όμως, σπρωγμένος από την απλή λογική, διακήρυξε έτσι την
αντιθετική φύση του
κέρδους, της εργασίας και του κεφαλαίου - όσο κι αν προσπαθεί ύστερα
να αποδείξει στον εργάτη πως ο αντιθετικός αυτός χαρακτήρας κέρδους και
μισθού δεν ενδιαφέρει το πραγματικό του εισόδημα, και μάλιστα ότι μια
/αναλογική /(όχι απόλυτη) άνοδος του εργατικού μισθού είναι /επιζήμια,
/γιατί εμποδίζει τη συσσώρευση, και τότε η πρόοδος της βιομηχανίας
ωφελεί μο-
νάχα τον τεμπέλη γαιοκτήμονα. Παρόλ' αυτά, η αντιθετική μορφή είχε δια-

{454} Τετράδιο VI,13

κηρυχτεί· και ο Κάρεϋ, που δεν καταλαβαίνει τον Ρικάρντο, μπόρεσε άρα να
τον βρίζει σαν πατέρα των κομμουνιστών κλπ. - κι εδώ έχει πάλι δίκιο, με
μια έννοια που ο ίδιος δεν καταλαβαίνει. Οι άλλοι όμως οικονομολόγοι,
που - όπως ο Μάλθους - δε θέλουν ούτε ν' ακούσουν για την αναλογική (και
άρα αντιθετική) φύση του εργατικού μισθού, /επιθυμούν, /από τη μια
μεριά, να συγκαλύψουν την αντίθεση· από την άλλη, επιμένουν πως ο
εργάτης απλά ανταλλάζει με το κεφάλαιο μια ορισμένη αξία χρήσης, το
εργατικό του δυναμικό, άρα παραιτείται από την παραγωγική δύναμη, τη
δύναμη που έχει η εργασία να δημιουργεί νέα αξία, δεν έχει καμιά /σχέση
με το προϊόν, /και άρα στην ανταλλαγή ανάμεσα σε καπιταλιστές και
εργάτες, στο μισθό, όπως και σε κάθε απλή ανταλλαγή όπου
προϋποθέτονται οικονομικά /ισοδύναμα, /μοναδικό ζήτημα είναι η
/ποσότητα, /το μέγεθος της αξίας χρήσης. Όσο σωστό κι αν είναι αυτό από
μια μεριά, άλλο τόσο η φαινομενική μορφή του αντιπραγματισμού, της
ανταλλαγής, συνεπάγεται πως ο εργάτης - όταν βέβαια ο ανταγωνισμός τού
επιτρέπει να παζαρεύει και να αντιδικεί με τον καπιταλιστή - μετρά
τις αξιώσεις του πάνω στο κέρδος του καπιταλιστή και απαιτεί ένα
ορισμένο μερίδιο από την υπεραξία που ο ίδιος δημιούργησε· κι έτσι η
/αναλογία /γίνεται πραγματικό συνθετικό στοιχείο της ίδιας της
οικονομικής ζωής. <nb/>Παραπέρα, στην πάλη ανάμεσα στις δυο τάξεις - που
αναγκαστικά εμφανίζεται, με την ανάπτυξη της εργατικής τάξης - η μέτρηση
της αμοιβαίας απόστασης, που ακριβώς ο ίδιος ο εργατικός μισθός
εκφράζει σαν αναλογία, αποκτά αποφασιστική σημασία. Η /επίφαση της
ανταλλαγής /εξαφανίζεται στην πορεία του τρόπου παραγωγής που βασίζεται
στο κεφάλαιο. Η ίδια αυτή η διαδικασία και η επανάληψη της τοποθετούν
αυτό που ισχύει καθαυτό, ότι δηλαδή ο εργάτης παίρνει σαν μισθό από τον
καπιταλιστή απλά και μόνο ένα μέρος της ίδιας του της εργασίας.
Αυτό τότε περνά και στη συνείδηση τόσο των εργατών όσο και των
καπιταλιστών. Για τον /Ρικάρντο ουσιαστικά το μόνο ζήτημα είναι: ποια
αναλογία της συνολικής αξίας αποτελεί, στην πορεία της εξέλιξης, ο
αναγκαίος μισθός; /Μένει πάντα /αναγκαίος μισθός /και μόνο· ώστε η
αναλογική του φύση δεν ενδιαφέρει τον εργάτη - αυτός παίρνει το ίδιο
μίνιμουμ όπως και πριν - αλλά μόνο τον καπιταλιστή, που οι κρατήσεις από
το καθαρό του εισόδημα μεταβάλλονται, χωρίς οι εργάτες να παίρνουν
περισσότερες αξίες χρήσης. Το ότι όμως ο Ρικάρντο, αν και για ολότελα
διαφορετικούς σκοπούς, διατύπωσε την αντιθετική φύση κέρδους και μισθού,
αυτό ήδη δείχνει ότι στον καιρό του ο θεμελιωμένος στο κεφάλαιο
τρόπος παραγωγής είχε προσλάβει μια μορφή ολοένα πιο πρόσφορη να
εκφράσει την φύση του. Ο Μάλθους παρατηρεί σχετικά με τη θεωρία του
Ρικάρντο για την αξία, στους /«Ορισμούς» /που προαναφέραμε (Τετράδιο IX,
σ. 49, 50): «Ο ισχυρισμός του Ρικάρντο ότι με την άνοδο της αξίας των
μισθών τα κέρδη αναλογικά μειώνονται [»], και vice versa
[αντίστροφα], [«] δεν αληθεύει παρά μόνο αν υποτεθεί ότι εμπορεύματα που
περιέχουν την ίδια ποσότητα εργασίας έχουν πάντα την ίδια αξία, πράγμα
που [δεν] αληθεύει [ούτε] μια φορά στις πεντακόσιες· και μάλιστα [...]
υποχρεωτικά, γιατί με την πρόοδο του πολιτισμού και των βελτιώσεων
αυξάνεται αδιάκοπα η ποσότητα του απασχολούμενου πάγιου κεφαλαίου,
και κάνει περισσότερο ποικίλους και άνισους τους χρόνους απόδοσης του
κυκλοφορούντος κεφαλαίου.» (ό.π. 31, 32.) (Αυτό αφορά τις /τιμές, /όχι
την /αξία.) /Σχετικά με τη δική του, ολοδική του ανακάλυψη του αληθινού
μέτρου της αξίας ο Μάλθους παρατηρεί: /«Πρώτο: /Πουθενά δεν είχα δει
διατυπωμένο πως η συνηθισμένη /ποσότητα εργασίας που ένα εμπό- /
{455} /ρευμα ελέγχει στην αγορά /πρέπει να αντιπροσωπεύει και να μετρά την
/ποσότητα εργασίας που περιέχει, συν τα κέρδη... /Αντιπροσωπεύοντας την
εργασία που περιέχεται σ' ένα εμπόρευμα συν τα κέρδη, η εργασία
αντιπροσωπεύει τους φυσικούς και αναγκαίους όρους της προσφοράς της, δηλαδή
το στοιχειώδες κόστος της παραγωγής της. [...] /Δεύτερο: /Πουθενά δεν
είχα δει διατυπωμένο ότι, όπως και να μεταβάλλεται η γονιμότητα του
εδάφους, το στοιχειώδες κόστος παραγωγής του μισθού μιας δοσμένης
ποσότητας εργασίας υποχρεωτικά μένει πάντα το ίδιο.» (196, [19]7.)
Σημαίνει απλά: ο μισθός είναι πάντα ίσος με τον αναγκαίο για την
παραγωγή του χρόνο, που
μεταβάλλεται με την παραγωγικότητα της εργασίας. Η ποσότητα
εμπορευμάτων μένει η ίδια. «Αν υποθέσουμε ότι ορίζουμε την
[ανταλλακτική] αξία σαν την γενική αγοραστική δύναμη ενός εμπορεύματος,
τότε αυτή αναφέρεται στην αγορά [»] όλων των εμπορευμάτων, [...] της
γενικής μάζας των εμπορευμάτων. Αυτή όμως είναι πέρα για πέρα δύσχρηστη
ποσότητα. [...]
Τώρα, δεν μπορεί κανείς ούτε στιγμή να αρνηθεί πως η εργασία είναι
αυτή που καλύτερα απ' όλα τα αντικείμενα αντιπροσωπεύει ένα μέσο όρο της
γενικής μάζας των προϊόντων. [»] (205.) [«] Μια μεγάλη κατηγορία
εμπορευμάτων, όπως τα ακατέργαστα προϊόντα, ανεβαίνουν με την πρόοδο της
κοινωνίας, ενώ τα βιομηχανικά είδη πέφτουν. Ώστε μπορεί να μη βρίσκεται
μακριά από την αλήθεια η παρατήρηση ότι η μέση μάζα εμπορευμάτων που
μια δοσμένη ποσότητα εργασίας, στην ίδια χώρα, είναι σε θέση να αγοράσει
μπορεί να μένει για αιώνες χωρίς πολύ ουσιαστικές μεταβολές.» (206.)
«Αξία [...] πρέπει πάντα να εννοούμε αξία στην ανταλλαγή με εργασία.»
(224 σημείωση ό.π.) Μ' άλλα λόγια, το δόγμα είναι: η αξία ενός εμπορεύμα-
τος, η συσσωρευμένη μέσα του εργασία, αντιπροσωπεύεται από τις
ζωντανές ημέρες εργασίας που μπορούν να το αγοράσουν, με τις οποίες
μπορεί να ανταλλαγεί· άρα αντιπροσωπεύεται από τους /μισθούς. /Οι
ζωντανές ημέρες εργασίας περιέχουν χρόνο εργασίας όπως και χρόνο
υπερεργασίας. Ας κάνουμε στον Μάλθους τη μεγαλύτερη χάρη που μπορούμε να
του κάνουμε. Ας
υποθέσουμε δηλαδή πως η αναλογία υπερεργασίας προς αναγκαία εργασία,
και άρα η αναλογία μισθού προς κέρδος, μένει πάντα σταθερή.
Πρώτα-πρώτα, το ότι ο κ. Μάλθους μιλά για τη συσσωρευμένη στο εμπόρευμα
εργασία /συν τα κέρδη /αποδείχνει ήδη τη σύγχυση του· γιατί ακριβώς τα
κέρδη δεν μπορούν να αποτελούν παρά ένα μέρος από τη συσσωρευμένη
εργασία. Στο
νου του έχει εδώ τα /κέρδη πέρα και πάνω από τη συσσωρευμένη εργασία,
που /τάχα προέρχονται /από το πάγιο κεφάλαιο /κλπ. Αυτό μπορεί να αφορά
μόνο την κατανομή του συνολικού κέρδους ανάμεσα στους διάφορους μετόχους
του, όχι το συνολικό ποσό του κέρδους· γιατί αν όλοι έπαιρναν για το
εμπόρευμα τους τη συσσωρευμένη σ' αυτό εργασία + κέρδη, <nb/>από πού θά-
βγαιναν αυτά, κύριε Μάλθους; Όταν ο ένας παίρνει συσσωρευμένη στο
εμπόρευμα του εργασία + κέρδος, πρέπει ο άλλος να παίρνει συσσωρευμένη
εργασία - κέρδος, θεωρώντας εδώ το κέρδος σαν πρόσθετο πάνω στην
πραγματική υπεραξία. Πάει αυτό λοιπόν. Ας υποθέσουμε τώρα πως η
συσσωρευμένη εργασία είναι = 3 ημέρες εργασίας· έτσι, αν η αναλογία του
χρόνου υπερεργασίας είναι 1:2, αυτές εισπράχθηκαν σαν πληρωμή για
1 1/2 ημέρα εργασίας. Οι εργάτες δούλεψαν πραγματικά 3 μέρες, καθένας
τους όμως πληρώθηκε μονάχα μισή μέρα δουλειάς. Μ' άλλα λόγια, το
εμπόρευμα που πήραν για 3 μέρες δουλειάς περιείχε μόνο 1 1/2 δουλεμένη
μέρα. Για τις 3 λοιπόν δουλεμένες εργάσιμες [μέρες] στο προϊόν του, ο
καπιταλιστής, με
όλες τις άλλες σχέσεις αμετάβλητες, θα έπαιρνε 6 ημέρες εργασίας. (Αυτό

{456} Τετράδιο VI,14

είναι σωστό μονάχα επειδή ο χρόνος υπερεργασίας υποτέθηκε = με τον
αναγκαίο, ώστε στη δεύτερη περίπτωση /απλά /επαναλαμβάνεται η πρώτη.)
/(Η σχετική υπεραξία, ολοφάνερα, δεν περιορίζεται μόνο από τη σχέση που
αναφέραμε πιο πάνω, αλλά και από την αναλογία του προϊόντος στη συνολική
κατανάλωση του εργάτη. /Αν ο καπιταλιστής με την ανάπτυξη των παρα-
γωγικών δυνάμεων μπορούσε να βγάλει διπλάσιο αριθμό /μαντήλια από
κασμήρι, /και αν αυτά πουλιούνταν στην /αξία /τους, ο καπιταλιστής δεν
θα είχε δημιουργήσει καθόλου σχετική υπεραξία· γιατί οι εργάτες δεν
καταναλώνουν τέτοια μαντήλια, άρα ο χρόνος που είναι αναγκαίος για την
αναπαραγωγή του εργατικού τους δυναμικού θα έμενε ο ίδιος. Αυτό δεν
συμβαίνει στην πράξη, γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις η τιμή ανεβαίνει
πάνω από την αξία. Εδώ στη θεωρία δεν μας ενδιαφέρει ακόμα αυτό, γιατί
εξετάζουμε το κεφάλαιο καθαυτό, όχι σ' ένα ξεχωριστό κλάδο.) Θα πληρώσει
δηλαδή εργατικό μισθό για 3 ημέρες και θα βάλει να του δουλέψουν 6· με
κάθε 1/2 μέρα αγοράζει 1 μέρα· ώστε με 6/2 ημέρες = 3 ημέρες,
αγοράζει 6 μέρες. Το να υποστηρίζει λοιπόν κανείς ότι οι μέρες
εργασίας που ένα εμπόρευμα ελέγχει στην αγορά, ή οι μισθοί που πληρώνει,
εκφράζουν την αξία του, σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει απολύτως τίποτα
για τη φύση του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας. Το ότι οι
αντικειμενοποιημένες ημέρες εργασίας αγοράζουν περισσότερες ζωντανές
είναι η ουσία κάθε αξιοδημιουργίας όπως και της δημιουργίας
κεφαλαίου. Σωστό θα είταν όμως, αν ο κ. Μάλθους έλεγε πως ο ζωντανός
χρόνος εργασίας που ένα εμπόρευμα ελέγχει στην αγορά εκφράζει το μέτρο
της /αξιοποίησης /αυτού του εμπορεύματος, το μέτρο της /υπερεργασίας
/που το εμπόρευμα τοποθετεί. Αλλά αυτό θάταν απλή ταυτολογία - ότι στο
μέτρο που τοποθετεί περισσότερη εργασία τοποθετεί περισσότερη
εργασία - ή θα έκφραζε το αντίθετο απ' αυτό που θέλει ο Μάλθους, ότι
δηλαδή η υπεραξία προέρχεται από το ότι ο ζωντανός χρόνος εργασίας που
ένα εμπόρευμα ελέγχει ποτέ δεν αντιπροσωπεύει τον χρόνο που έχει
συσσωρευτεί μέσα σ' αυτό.} (Τώρα τελειώσαμε οριστικά με τον Μάλθους.)

[Karl Marx, Grundrisse, Μτφ. Διονύσης Διβάρης]

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

γιατί ο πλούτος που έχει καταστεί ανεξάρτητος γενικά υπάρχει μόνο είτε μέσω της άμεσης εξαναγκασμένης εργασίας, δουλείας ή μέσω της διαμεσολαβούμενης εξαναγκασμένης εργασίας, της μισθωτής εργασίας. Ο πλούτος αντιμετωπίζει την άμεση εξαναγκασμένη εργασία όχι ως κεφάλαιο αλλά ως σχέση κυριαρχίας.

[248] Τώρα, πώς καθορίζεται η αξία του εργάτη; Με την αντικειμενοποιημένη εργασία
που περιέχεται στο εμπόρευμά του. Αυτό το εμπόρευμα υπάρχει στη [249]
ζωτικότητα του. Για να τη διατηρήσει από μέρα σε μέρα (δεν ασχολούμαστε ακόμα
με την εργατική τάξη, δηλαδή με την αποζημίωση για τη φθορά με την οποία μπορεί να διατηρηθεί ως τάξη, αφού εδώ ο εργάτης
αντιμετωπίζει το κεφάλαιο ως *εργάτης*, ως το προυποτιθέμενο αιώνιο υποκείμενο σε
αντίθεση προς το κεφάλαιο, όχι ακόμη ως ένα παροδικό άτομο του τύπου
«εργάτης») πρέπει να καταναλώσει μια ορισμένη ποσότητα προμηθειών, να αντικαταστήσει το
καταναλωθέν αίμα κλπ. Λαμβάνει μόνο ένα ισοδύναμο. Ως εκ τούτου, αύριο,
μετά την ολοκλήρωση της ανταλλαγής — και μόνο αφού έχει
ολοκληρώσει τυπικά την ανταλλαγή που την πραγματοποιεί στη διαδικασία της
παραγωγής - η εργασιακή του ικανότητα θα υπάρχει με τον ίδιο τρόπο όπως πριν· αυτός
έχει λάβει ένα ακριβές ισοδύναμο, καθώς η τιμή που έχει λάβει τον αφήνει
στην κατοχή της ίδιας ανταλλακτικής αξίας που είχε πριν. Το κεφάλαιο
του έχει καταβάλει την ποσότητα της αντικειμενοποιημένης εργασίας που περιέχεται στη δική του
ζωτικότητα. Την έχει καταναλώσει, και αφού δεν υπήρχε ως πράγμα αλλά
ως ικανότητα σε ένα ζωντανό ον, μπορεί να ανανεώσει την ανταλλαγή εν όψει
της *ειδικής* φύσης του εμπορεύματός του—τη συγκεκριμένη φύση της ζωικής
διαδικασίας. Εφόσον εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με *ειδικά* εξειδικευμένη εργασία,
αλλά με την εργασία καθαρή και απλή, δεν μας απασχολεί ακόμη το γεγονός
ότι εκτός από τον εργασιακό χρόνο που αντικειμενοποιείται στη ζωτικότητά του — δηλ. τον
χρόνο εργασίας που απαιτείται για την πληρωμή των προϊόντων που απαιτούνται για την
διατήρηση της ζωτικότητάς του—περισσότερη εργασία αντικειμενοποιείται στο άμεσο του
είναι, δηλαδή οι αξίες που έχει καταναλώσει για να παράγει μια συγκεκριμένη
*εργασιακή ικανότητα*, μια συγκεκριμένη *δεξιότητα*, η αξία της οποίας δίνεται από
το κόστος παραγωγής μιας παρόμοιας ειδικής δεξιότητας.

Αν χρειαζόταν μια ολόκληρη εργάσιμη ημέρα για να κρατηθεί στη ζωή ένας εργάτης
μια εργάσιμη ημέρα, το κεφάλαιο δεν θα υπήρχε, γιατί μια εργάσιμη μέρα θα
ανταλλασσόταν με το δικό της προϊόν. Ως αποτέλεσμα, το κεφάλαιο δεν θα μπορούσε να αξιοποιήσει
τον εαυτό του ως κεφάλαιο και έτσι δεν θα μπορούσε να διατηρήσει τον εαυτό του. Η
αυτοσυντήρηση του κεφαλαίου είναι η αυτοαξιοποίησή του. Αν το κεφάλαιο έπρεπε
να εργάζεται για να ζήσει, δεν θα διατηρούσε τον εαυτό του ως κεφάλαιο αλλά ως
εργασία. Η ιδιοκτησία των πρώτων υλών και των εργαλείων της εργασίας
θα ήταν καθαρά *ονομαστική*· [III-23] οικονομικά, θα ανήκαν ακριβώς
τόσο στον εργάτη όσο και στον καπιταλιστή, αφού θα παρήγαγαν
*αξία* για τον καπιταλιστή μόνο στο βαθμό που ήταν ο ίδιος εργάτης. Αυτός
δεν θα τα αντιμετώπιζε επομένως ως κεφάλαιο αλλά ως απλή φυσική ύλη
και μέσα εργασίας, όπως ακριβώς κάνει ο ίδιος ο εργάτης στη διαδικασία της
παραγωγής.

Αν, αντίθετα, π.χ. χρειάζεται μόνο μισή εργάσιμη ημέρα για να κρατηθεί ένα
εργάτης ζωντανός για μια ολόκληρη εργάσιμη ημέρα, μια υπεραξία του προϊόντος είναι
το αυτόματο αποτέλεσμα, γιατί ο καπιταλιστής έχει πληρώσει [250]
στην τιμή [της εργασίας] μόνο μισή εργάσιμη ημέρα και έχει λάβει μια
ολόκληρη εργάσιμη ημέρα αντικειμενοποιημένη στο προϊόν· ως εκ τούτου δεν έχει ανταλλάξει
*τίποτα* για το δεύτερο μισό της εργάσιμης ημέρας. Δεν είναι ανταλλαγή αλλά
μια διαδικασία κατά την οποία αποκτά χωρίς ανταλλαγή *αντικειμενοποιημένο χρόνο εργασίας*,
δηλ. *αξία*, που μόνη αυτή μπορεί να τον κάνει καπιταλιστή. Η μισή
εργάσιμη ημέρα κοστίζει στο κεφάλαιο *τίποτα*· λαμβάνει επομένως μια αξία για
την οποία δεν έχει δώσει ισοδύναμο. Και η αύξηση των αξιών μπορεί
συμβεί μόνο επειδή λαμβάνεται, και ως εκ τούτου *δημιουργείται*, μια αξία πάνω από την ισοδύναμη.

Μιλώντας γενικά, η υπεραξία είναι αξία πάνω από το
ισοδύναμο. Το ισοδύναμο, εξ ορισμού, είναι μόνο η ταυτότητα της αξίας
με τον εαυτό της. Επομένως, η υπεραξία δεν μπορεί ποτέ να πηγάζει από το
ισοδύναμο· ούτε, επομένως, μπορεί να πηγάζει αρχικά από την κυκλοφορία.
Πρέπει να πηγάζει από τη διαδικασία παραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου.
Το ζήτημα μπορεί επίσης να εκφραστεί ως εξής: εάν ο εργάτης χρειάζεται μόνο μισή
εργάσιμη μέρα για να ζήσει μια ολόκληρη μέρα, χρειάζεται να εργάζεται μόνο μισή μέρα για να
να εξασφαλίσει την ύπαρξη του ως εργάτης. Το δεύτερο μισό της εργάσιμης ημέρας είναι
καταναγκαστική εργασία· υπερεργασία. Αυτό που εμφανίζεται στην πλευρά του κεφαλαίου ως
υπεραξία, εμφανίζεται από την πλευρά του εργάτη ακριβώς ως υπερεργασία
πέρα και πάνω από τις ανάγκες του ως εργάτη, άρα πέρα ​​και πάνω από τις δικές του
άμεσες ανάγκες για τη διατήρηση της ζωτικότητάς του.

Η μεγάλη ιστορική πτυχή του κεφαλαίου είναι η *δημιουργία* αυτής της
*υπερεργασίας*, περιττής από την άποψη της απλής αξίας χρήσης,
της απλής επιβίωσης, και η ιστορική του αποστολή εκπληρώνεται όταν,
από τη μια πλευρά, οι ανάγκες αναπτύσσονται σε σημείο όπου η υπερεργασία
πέρα από αυτό που είναι αναγκαίο έχει γίνει η ίδια γενική ανάγκη και προκύπτει
από τις ίδιες τις ατομικές ανάγκες· και από την άλλη, όταν, από το
αυστηρή πειθαρχία του κεφαλαίου στην οποία διαδοχικές γενιές
έχουν υποταχθεί, η γενική εργατικότητα έχει αναπτυχθεί ως το καθολικό
περιουσιακό στοιχείο της νέας γενιάς· και, τέλος, όταν οι παραγωγικές δυνάμεις της
εργασίας, που συνεχώς παροτρύνονται (whipped on) από το κεφάλαιο στην απεριόριστη επιθυμία του για
πλουτισμό, και στις συνθήκες υπό τις οποίες μόνο μπορεί να ικανοποιήσει αυτό
τον πόθο, έχουν αναπτυχθεί στο στάδιο όπου η κατοχή και
η διατήρηση του γενικού πλούτου απαιτεί από ολόκληρη την κοινωνία
συγκριτικά μικρότερο χρόνο εργασίας αφενός και αφετέρου
η εργατική κοινωνία τηρεί επιστημονική στάση απέναντι στη διαδικασία της
συνεχούς αναπαραγωγής της, της αναπαραγωγής της σε όλο και μεγαλύτερη αφθονία. Έτσι
η εργασία στην οποία ο άνθρωπος κάνει ό,τι μπορεί να κάνει τα πράγματα να κάνουν για αυτόν έχει παύσει.

Κατά συνέπεια, το κεφάλαιο και η εργασία σχετίζονται μεταξύ τους εδώ όπως το χρήμα και το
εμπόρευμα: αν το ένα είναι η γενική μορφή πλούτου, [251]
το άλλο είναι απλώς η ουσία που επιδιώκει την άμεση κατανάλωση. Όπως η
αδιάκοπη προσπάθεια για τη γενική μορφή πλούτου, ωστόσο, το κεφάλαιο
εξαναγκάζει την εργασία πέρα ​​από τα όρια της φυσικής ανάγκης και έτσι δημιουργεί τα
υλικά στοιχεία για την ανάπτυξη της πλούσιας ατομικότητας, που
είναι τόσο ποικίλη και ολοκληρωμένη στην παραγωγή της όσο και στην
κατανάλωση της, και της οποίας η εργασία επομένως δεν εμφανίζεται πλέον ως εργασία αλλά
ως η πλήρης ανάπτυξη της ίδιας της δραστηριότητας, στην οποία η φυσική αναγκαιότητα
έχει εξαφανιστεί στην άμεση μορφή της· γιατί η φυσική ανάγκη
έχει αντικατασταθεί από την ιστορικά παραγόμενη ανάγκη. Γι' αυτό το *κεφάλαιο είναι*
*παραγωγικό*, δηλ. μια *ουσιαστική σχέση για την ανάπτυξη των*
*παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας*. Παύει να είναι τέτοιο μόνο όπου
η ανάπτυξη των ίδιων αυτών των παραγωγικών δυνάμεων συναντά ένα εμπόδιο
στο ίδιο το κεφάλαιο.

Οι *Times* του Νοεμβρίου [21,] 1857 περιέχουν την πιο ελκυστική κραυγή
οργής από έναν φυτευτή των Δυτικών Ινδιών. Με μεγάλη ηθική αγανάκτηση αυτός
ο συνήγορος — υπό μορφή έκκλησης για την επανεισαγωγή της νέγρικης δουλείας — εξηγεί
πώς οι *Quashees* (οι ελεύθεροι μαύροι της Τζαμάικα) ικανοποιούνται με το να
παράγουν μόνο ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο για τη δική τους κατανάλωση και
πέρα από αυτή την «αξία χρήσης», θεωρούν την ίδια την τεμπελιά (απόλαυση και
αδράνεια) ως το πραγματικό είδος πολυτελείας· πώς δεν δίνουν δεκάρα για
τη ζάχαρη και το πάγιο κεφάλαιο που έχει επενδυθεί στις φυτείες, αλλά μάλλον
αντιδρούν με κακόβουλη ευχαρίστηση και σαρδόνια χαμόγελα όταν ένας φυτευτής
καταστρέφεται, και ακόμα εκμεταλλεύονται τον επίκτητο χριστιανισμό τους ως κάλυμμα γι' αυτή
τη σαρδόνια διάθεση και νωθρότητα.

Έχουν πάψει να είναι δούλοι, όχι για να γίνουν μισθωτοί εργάτες, αλλά
αυτοσυντηρούμενοι αγρότες, που εργάζονται για τη δική τους πενιχρή κατανάλωση.
Το κεφάλαιο ως κεφάλαιο δεν υπάρχει γι' αυτούς, γιατί ο πλούτος που έχει καταστεί ανεξάρτητος γενικά υπάρχει *μόνο* είτε μέσω της *άμεσης* εξαναγκασμένης
εργασίας, δουλείας ή μέσω της *διαμεσολαβούμενης* εξαναγκασμένης εργασίας, της *μισθωτής εργασίας*.
Ο πλούτος αντιμετωπίζει την άμεση εξαναγκασμένη εργασία όχι ως κεφάλαιο αλλά ως
*σχέση κυριαρχίας*. Με βάση την άμεση εξαναγκασμένη εργασία,
επομένως μόνο η σχέση κυριαρχίας αναπαράγεται για την οποία
ο ίδιος ο πλούτος έχει αξία μόνο ως ικανοποίηση, όχι ως πλούτος καθαυτός,
και η οποία [III-24] δεν μπορεί επομένως ποτέ να δημιουργήσει *γενική εργατικότητα*.
(Θα επανέλθουμε αργότερα σε αυτή τη σχέση μεταξύ δουλείας και μισθωτής εργασίας.)

Now, how is the worker's value determined? By the objectified labour
contained in his commodity. This commodity exists in his

249

vitality. In order to maintain it from day to day (we are not yet
dealing with the working class, i.e. not with compensation for wear and
tear by which it can maintain itself as a class, since here the worker
faces capital as /worker, /as the presupposed perennial subject in
antithesis to capital, not yet as a transient individual of the type
"worker") he must consume a certain quantity of provisions, replace the
consumed blood, etc. He receives only an equivalent. Hence tomorrow,
after the conclusion of the exchange—and it is only after he has
formally concluded the exchange that he carries it out in the process of
production—his labour capacity will exist in the same way as before; he
has received an exact equivalent, as the price he has received leaves
him in possession of the same exchange value as he had before. Capital
has paid him the quantity of objectified labour contained in his
vitality. He has consumed it, and since it did not exist as a thing but
as a capacity in a living being, he can renew the exchange in view of
the /specific /nature of his commodity—the specific nature of the life
process. Since we are not dealing here with /specially /skilled labour,
but with labour pure and simple, we are not yet concerned with the fact
that in addition to the labour time objectified in his vitality—i.e. to
the labour time necessary to pay for the products required for the
maintenance of his vitality—more labour is objectified in his immediate
being, namely the values he has consumed in order to produce a specific
/labour capacity, /a particular /skill, /the value of which is given by
the costs of production of a similar specific skill.

If a whole working day were required in order to keep a worker alive for
a working day, capital would not exist, because one working day would
exchange for its own product. As a result, capital could not valorise
itself as capital and thus could not preserve itself. The
self-preservation of capital is its self-valorisation. If capital had to
work in order to live, it would not preserve itself as capital but as
labour. The ownership of raw materials and the instruments of labour
would be purely /nominal; /[III-23] economically, they would belong just
as much to the worker as to the capitalist, since they would produce
/value /for the capitalist only in so far as he was himself a worker. He
would therefore not treat them as capital but as mere physical matter
and means of labour, just as the worker himself does in the process of
production.

If, on the contrary, e.g. only half a working day is needed to keep a
worker alive for a whole working day, a surplus value of the product is
the automatic result, because the capitalist has paid


*****

250

Outlines of the Critique of Political Economy

in the price [of labour] only half a working day and he has received a
whole working day objectified in the product; therefore has exchanged
/nothing /for the second half of the working day. It is not exchange but
a process in which he obtains without exchange /objectified labour time,
/i.e. /value, /which alone can make him into a capitalist. Half the
working day costs capital /nothing; /it therefore receives a value for
which it has given no equivalent. And the augmentation of values can
occur only because a value over and above the equivalent is obtained,
hence /created./

Speaking generally, surplus value is value over and above the
equivalent. The equivalent, by definition, is only the identity of value
with itself. Surplus value can never, therefore, spring from the
equivalent; nor, therefore, can it spring originally from circulation.
It must spring from the process of production of capital itself. The
matter can also be expressed thus: if the worker requires only half a
working day to live for a whole day, he needs to work only half a day to
eke out his existence as a worker. The second half of the working day is
forced labour; surplus labour.^98 What appears on the side of capital as
surplus value, appears on the worker's side precisely as surplus labour
over and above his requirements as worker, hence over and above his
immediate requirements to sustain his vitality.

The great historical aspect of capital is the /creation /of this
/surplus labour, /superfluous from the point of view of mere use value,
of mere subsistence, and its historical mission is fulfilled when, on
the one hand, needs are developed to the point where surplus labour
beyond what is necessary has itself become a general need and arises
from the individual needs themselves; and on the other, when, by the
strict discipline of capital to which successive generations have been
subjected, general industriousness has been developed as the universal
asset of the new generation; and, lastly, when the productive forces of
labour, constantly whipped on by capital in its unbounded lust for
enrichment, and in the conditions in which alone it can satisfy this
lust, have been developed to the stage where the possession and
preservation of general wealth requires from the whole of society only
comparatively little labour time on the one hand, and on the other
labouring society takes a scientific attitude towards the process of its
continuing reproduction, its reproduction in ever greater abundance; so
that labour in which man does what he can make things do for him has ceased.

Accordingly, capital and labour relate to each other here like money and
commodity: if the one is the general form of wealth,


*****

Chapter on Capital

251

the other is merely the substance seeking immediate consumption. As the
ceaseless striving for the general form of wealth, however, capital
forces labour beyond the limits of natural need and thus creates the
material elements for the development of the rich individuality, which
is as varied and comprehensive in its production as it is in its
consumption, and whose labour therefore no longer appears as labour but
as the full development of activity itself, in which natural necessity
has disappeared in its immediate form; because natural need has been
replaced by historically produced need. This is why /capital is
productive, /i.e. an /essential relationship for the development of the
productive forces of society. /It ceases to be such only where the
development of these productive forces themselves encounters a barrier
in capital itself.

/The Times /of November [21,] 1857 contains a most endearing scream of
rage from a West Indian planter.^a With great moral indignation this
advocate—by way of plea for the reintroduction of Negro slavery—explains
how the /Quashees /(the free blacks of Jamaica) content themselves to
produce only what is strictly necessary for their own consumption and
apart from this "use value", regard loafing itself (indulgence and
idleness) as the real luxury article; how they don't give a damn about
sugar and the fixed capital invested in the plantations, but rather
react with malicious pleasure and sardonic smiles when a planter goes to
ruin, and even exploit their acquired Christianity as a cover for this
sardonic mood and indolence.

They have ceased to be slaves, not in order to become wage workers, but
self-sustaining peasants, working for their own meagre consumption.
Capital as capital does not exist for them, because wealth made
independent in general exists /only /either through /direct /forced
labour, slavery, or through /mediated /forced labour, /wage labour.
/Wealth confronts direct forced labour not as capital but as
/relationship of domination. /On the basis of direct forced labour,
therefore, only the relationship of domination is reproduced, for which
wealth itself has value only as gratification, not as wealth as such,
and which [III-24] can therefore never create /general industriousness.
/(We shall come back later to this relationship between slavery and wage
labour.)

[Karl Marx, MECW, vol. 28, pp. 248-51]
 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Είναι λοιπόν εξίσου η τάση του κεφαλαίου να καθιστά την ανθρώπινη εργασία (σχετικά) περιττή, και να την κινεί χωρίς όριο.

Είναι νόμος του κεφαλαίου, όπως είδαμε, να παράγει υπερεργασία,
διαθέσιμο χρόνο. Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο θέτοντας σε κίνηση αναγκαία
εργασία
, δηλ. συνάπτοντας ανταλλαγή με τον εργάτη. Είναι, συνεπώς
η τάση του κεφαλαίου να παράγει όσο το δυνατόν περισσότερη εργασία, ακριβώς όπως
είναι η τάση του να μειώνει την αναγκαία εργασία στο ελάχιστο. Είναι
άρα επίσης η τάση του κεφαλαίου να διευρύνει τον εργατικό
πληθυσμό, καθώς και συνεχώς να κάνει μέρος αυτού του πληθυσμού
πλεονασματικό — που είναι άχρηστο, μέχρις ότου το κεφάλαιο μπορεί να το χρησιμοποιήσει.
(Εξ ου και η ορθότητα της θεωρίας του πλεονασματικού πληθυσμού και του πλεονάσματος
κεφαλαίου.)
Είναι λοιπόν εξίσου η τάση του κεφαλαίου να καθιστά την ανθρώπινη εργασία
(σχετικά) περιττή, και να την κινεί χωρίς όριο. Η αξία είναι μόνο
αντικειμενοποιημένη εργασία και η υπεραξία (αξιοποίηση του κεφαλαίου) είναι μόνο
η περίσσεια πέρα ​​και πάνω από εκείνο το μέρος της αντικειμενοποιημένης εργασίας που είναι
απαραίτητο για την αναπαραγωγή της εργατικής ικανότητας. Αλλά η εργασία ως τέτοια είναι
και παραμένει το προαπαιτούμενο, και η υπερεργασία υπάρχει μόνο σε σχέση
με την αναγκαία εργασία, επομένως μόνο στον βαθμό που η αναγκαία εργασία
υπάρχει. Το κεφάλαιο πρέπει επομένως να θετεί συνεχώς την αναγκαία εργασία
προκειμένου να θέτει την υπερεργασία· πρέπει να την αυξάνει (δηλ
ταυτόχρονες εργάσιμες ημέρες), προκειμένου να αυξάνει το πλεόνασμα· αλλά,
ομοίως, πρέπει να την υπερβαίνει ως αναγκαία εργασία για να τη θέτει
ως υπερεργασία.

It is the law of capital, as we have seen, to produce surplus labour,
disposable time. It can do this only by setting in motion /necessary
labour, /i.e. by entering into exchange with the worker. It is therefore
the tendency of capital to produce as much labour as possible, just as
it is its tendency to reduce necessary labour to a minimum. It is
therefore as much the tendency of capital to enlarge the working
population, as well as constantly to make a part of that population
surplus—that is useless, until such time as capital can utilise it.
(Hence the correctness of the theory of surplus population and surplus
capital.)
It is as much the tendency of capital to render human labour
(relatively) superfluous, as to drive it on without limit. Value is only
objectified labour, and surplus value (valorisation of capital) is only
the excess over and above that part of objectified labour which is
necessary for the reproduction of labour capacity. But labour as such is
and remains the prerequisite, and surplus labour exists only in relation
to necessary labour, therefore only in so far as necessary labour
exists. Capital must therefore constantly posit necessary labour in
order to posit surplus labour; it must increase it (i.e. the
/simultaneous /working days), in order to increase the surplus; but,
equally, it must transcend it as necessary labour in order to posit it
as surplus labour. [Karl Marx, MECW, vol. 28, p. 326]

('Ο πλούτος είναι διαθέσιμος χρόνος και τίποτα περισσότερο. Αν ολόκληρη η εργασία μιας
χώρας ήταν απλώς επαρκής για να αυξήσει την υποστήριξη του συνολικού
πληθυσμού, δε θα υπήρχε υπερεργασία, και κατά συνέπεια τίποτα
που μπορεί να επιτραπεί να συσσωρευτεί ως κεφάλαιο... Ένα έθνος είναι πραγματικά πλούσιο
εάν δεν υπάρχει καθόλου τόκος ή εάν η εργάσιμη ημέρα είναι 6 ώρες αντί
για δώδεκα... Ό,τι μπορεί να οφείλεται στον
καπιταλιστή, αυτός μπορεί να λάβει μόνο την υπερεργασία του εργάτη·
γιατί
ο εργάτης πρέπει να ζήσει».

/("Wealth is disposable time /and nothing more. If the whole labour of a
country were merely sufficient to raise the support of the whole
population, there would be no /surplus labour, /and consequently NOTHING
that CAN BE allowed to accumulate as capital... A nation is truly rich
if /no interest /exists or if the working day is 6 hours rather than
twelve... Whatever may be /due /to the
CAPITALIST, HE CAN ONLY RECEIVE THE /SURPLUS LABOUR /OF THE LABOURER;
FOR THE
labourer MUST live" /(The Source and Remedy of the National Difficulties
/[London, 1821, pp. 6, 4, 6 and 23]) (pp. 27, 28 ^121 )). [Karl Marx, MECW, vol. 28, p. 324]