Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα iep. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα iep. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Όταν το υποκείμενο έχει μια αντιληπτική εμπειρία, βρίσκεται σε άμεση επίγνωση ή σε σχέση άμεσης εξοικείωσης (acquaintance) με ένα αισθητηριακό δεδομένο, ακόμη και αν η εμπειρία είναι ψευδαισθητική ή παραισθητική.

Οι εμπειρίες κάθε είδους έχουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα που τις καθιστά εγγενώς διαφορετικές από καταστάσεις της συνείδησης, όπως η σκέψη. Μια εύλογη άποψη είναι ότι αυτή η διαφορά εξηγείται από το γεγονός ότι, όταν ένα υποκείμενο έχει μια εμπειρία, έχει κατά κάποιον τρόπο άμεση επίγνωση ενός συνόλου **φαινομενικών ποιοτήτων** (*phenomenal qualities*). Για παράδειγμα, όταν βλέπει, πιάνει και γεύεται ένα μήλο, το υποκείμενο μπορεί να έχει άμεση επίγνωση ενός ερυθροπράσινου σφαιρικού σχήματος, μιας ορισμένης αίσθησης λειότητας στην αφή και μιας γλυκιάς γευστικής αίσθησης.

Τέτοιες φαινομενικές ποιότητες είναι επίσης άμεσα παρούσες στις παραισθήσεις. Σύμφωνα με τη θεωρία των αισθητηριακών δεδομένων (*sense-data theory*), οι φαινομενικές ποιότητες ανήκουν σε οντότητες που ονομάζονται **αισθητηριακά δεδομένα** (*sense-data*). Όταν το υποκείμενο έχει μια αντιληπτική εμπειρία, βρίσκεται σε άμεση επίγνωση ή σε σχέση **άμεσης εξοικείωσης** (*acquaintance*) με ένα αισθητηριακό δεδομένο, ακόμη και αν η εμπειρία είναι ψευδαισθητική ή παραισθητική. Το αισθητηριακό δεδομένο είναι ένα αντικείμενο που είναι άμεσα παρόν στην εμπειρία και διαθέτει τις ιδιότητες με τις οποίες εμφανίζεται.

Experiences of all kinds have a distinctive character, which marks them
out as intrinsically different from states of consciousness
<https://www.iep.utm.edu/consciou/> such as thinking. A plausible view
is that the difference should be accounted for by the fact that, in
having an experience, the subject is somehow immediately aware of a
range of phenomenal qualities. For example, in seeing, grasping and
tasting an apple, the subject may be aware of a red and green spherical
shape, a certain feeling of smoothness to touch, and a sweet sensation.
Such phenomenal qualities are also immediately present in
hallucinations. According to the sense-data theory, phenomenal qualities
belong to items called “sense-data.” In having a perceptual experience
the subject is directly aware of, or acquainted with, a sense-datum,
even if the experience is illusory or hallucinatory. The sense-datum is
an object immediately present in experience. It has the qualities it
appears to have.
[Sense-Data | Internet Encyclopedia of Philosophy](https://www.iep.utm.edu/sense-da/)


Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

φαινομενολογική αναγωγή / ειδητική αναγωγή (Andrew D. Spear)

Η φαινομενολογική αναγωγή περιλαμβάνει την επιτέλεση αυτού που ο Χούσσερλ ονομάζει εποχή (*epoché*), η οποία πραγματοποιείται μέσω της «παρένθεσης», της αναστολής ή της «ουδετεροποίησης» της υπαρξιακής θέσης της «φυσικής στάσης». Η ιδέα πίσω από αυτό είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι τις περισσότερες φορές δεν εστιάζουν την προσοχή τους στη δομή της ίδιας της εμπειρίας τους, αλλά αντιθέτως υπερβαίνουν αυτή την εμπειρία και κατευθύνουν την προσοχή και τα ενδιαφέροντά τους στα αντικείμενα και τα συμβάντα του κόσμου, τα οποία θεωρούν ως αδιαμφισβήτητα πραγματικά ή υπαρκτά.

Αυτή η παραδοχή περί της αδιαμφισβήτητης ύπαρξης των αντικειμένων της εμπειρίας είναι η «υπαρξιακή θέση» της φυσικής στάσης. Σκοπός της εποχής δεν είναι να αμφισβητήσει ή να απορρίψει αυτή τη θέση, αλλά απλώς να την παραμερίσει ή να την θέσει εκτός λειτουργίας, ώστε το υποκείμενο που εμπλέκεται στη φαινομενολογική έρευνα να μπορεί να επαναπροσανατολίσει την εστίαση της προσοχής του στις εμπειρίες του ως εμπειρίες και όπως ακριβώς βιώνονται.

Αυτό συνιστά έναν επαναπροσανατολισμό της αποβλεπτικής κατεύθυνσης του υποκειμένου από τη φυσική στη φαινομενολογική στάση. Ένα υποκείμενο που έχει επιτελέσει την εποχή και έχει υιοθετήσει τη φαινομενολογική στάση βρίσκεται σε θέση να περιγράψει αντικειμενικά τα χαρακτηριστικά της εμπειρίας του όπως αυτά βιώνονται, δηλαδή τα φαινόμενα. Ερωτήματα σχετικά με την πραγματική ύπαρξη επιμέρους αντικειμένων της εμπειρίας, αλλά ακόμη και του ίδιου του κόσμου ή του σύμπαντος, τίθενται έτσι σε αναστολή, προκειμένου να καταστεί δυνατή η συστηματική μελέτη της πρωτο-πρόσωπης συνείδησης (Ideas, §§ 27—32; Natanson 1973, chapters 2 & 3).

Διακριτή από τη φαινομενολογική αναγωγή, αλλά σημαντική για το συνολικό εγχείρημα της χουσσερλιανής Φαινομενολογίας, είναι αυτό που μερικές φορές αποκαλείται «ειδητική αναγωγή». Η ειδητική αναγωγή δε συνίσταται απλώς στην περιγραφή των ιδιοσυγκρασιακών χαρακτηριστικών του τρόπου με τον οποίο τα πράγματα εμφανίζονται σε κάποιον, όπως θα μπορούσε να συμβεί στην ενδοσκοπική ψυχολογία, αλλά στην εστίαση στα ουσιώδη χαρακτηριστικά των φαινομένων και στις δομικές τους σχέσεις και συσχετίσεις.

Ο Χούσσερλ ονομάζει τις εποπτείες των ουσιωδών χαρακτηριστικών των ειδών των πραγμάτων «ειδητικές εποπτείες» (*eidetic intuitions*). Τέτοιες εποπτείες της ουσίας είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που ο Χούσσερλ ονομάζει «ειδητική» ή «ελεύθερη παραλλαγή» στη φαντασία. Αυτή συνίσταται στην εστίαση σε ένα είδος αντικειμένου, όπως ένα τρίγωνο, και στη συστηματική παραλλαγή των χαρακτηριστικών αυτού του αντικειμένου, με αναστοχασμό σε κάθε βήμα για το αν το αντικείμενο, παρά την τροποποίηση των χαρακτηριστικών του, εξακολουθεί να αποτελεί περίπτωση του υπό εξέταση είδους.

Κάθε φορά που το αντικείμενο εξακολουθεί να ανήκει στο είδος παρά την τροποποίηση, το αντίστοιχο χαρακτηριστικό αποκαλύπτεται ως μη ουσιώδες. Αντίθετα, κάθε χαρακτηριστικό του οποίου η αφαίρεση οδηγεί στο να παύσει το αντικείμενο να αποτελεί περίπτωση του είδους (όπως η προσθήκη τέταρτης πλευράς σε ένα τρίγωνο) αποκαλύπτεται ως αναγκαίο χαρακτηριστικό του είδους.

Ο Χούσσερλ υποστήριζε ότι αυτή η διαδικασία μπορεί σταδιακά να αποκαλύψει τα στοιχεία της ουσίας ενός είδους πράγματος, με ιδεατή περίπτωση εκείνη στην οποία επιτυγχάνεται η εποπτική σύλληψη της πλήρους ουσίας του είδους. Η ειδητική αναγωγή συμπληρώνει τη φαινομενολογική αναγωγή, στο μέτρο που κατευθύνεται ειδικά προς την ανάλυση των ουσιωδών χαρακτηριστικών της συνείδησης και της αποβλεπτικότητας.

Οι θεωρήσεις που οδηγούν στην αρχική θέση της διάκρισης μεταξύ αποβλεπτικού ενεργήματος, αποβλεπτικού αντικειμένου και αποβλεπτικού περιεχομένου θα αποτελούσαν, κατά τον Χούσσερλ, παραδείγματα αυτής της μεθόδου εν δράσει και ορισμένα από τα αποτελέσματά της στο πεδίο του ψυχικού.

Ενώ σκοπός της φαινομενολογικής αναγωγής είναι η αποκάλυψη και θεματοποίηση της πρωτο-πρόσωπης συνείδησης ώστε να μπορεί να περιγραφεί και να αναλυθεί, σκοπός της ειδητικής αναγωγής είναι η εστίαση της φαινομενολογικής έρευνας με μεγαλύτερη ακρίβεια στα ουσιώδη ή αναλλοίωτα χαρακτηριστικά της συνειδησιακής αποβλεπτικής εμπειρίας (Ideas, §§ 34 & 69—71; Natanson 1973, chapter 4).

The phenomenological reduction involves performing what Husserl calls
the /epoché, /which is carried out by “bracketing”, setting in abeyance,
or “neutralizing” the existential thesis of the “natural attitude”. The
idea behind this is that most people most of the time do not focus their
attention on the structure of their experience itself but rather look
past this experience and focus their attention and interests on objects
and events in the world, which they take to be unproblematically real or
existent. <nb/>This assumption about the unproblematic existence of the
objects of experience is the “existential thesis” of the natural
attitude. The purpose of the epoché is not to doubt or reject this
thesis, but simply to set it aside or put it out of play so that the
subject engaging in phenomenological investigation can reorient the
focus of her attention to her experiences qua experiences and just as
they are experienced. This amounts to a reorienting of the subject’s
intentional focus from the natural to the phenomenological attitude. A
subject who has performed the epoché and adopted the phenomenological
attitude is in a position to objectively describe the features of her
experience as she experiences them, the phenomena. Questions of the real
existence of particular objects of experience and even of the world or
universe themselves are thus set aside in order to make way for the
systematic study of first person conscious experience (Ideas, §§ 27—32;
Natanson 1973, chapters 2 & 3).

Distinct from the phenomenological reduction, but important for the
project of Husserl’s Phenomenology as a whole, is what is sometimes
called the/“eidetic reduction”/. The eidetic reduction involves not just
describing the idiosyncratic features of how things appear to one, as
might occur in introspective psychology, but focusing on the essential
characteristics of the appearances and their structural relationships
and correlations with one another. Husserl calls insights into essential
features of kinds of things /“eidetic intuitions”. Such eidetic
intuitions, or intuitions into essence, /are the result of a process
Husserl calls ‘eidetic’ or ‘free’ variation in imagination. It involves
focusing on a kind of object, such as a triangle, and systematically
varying features of that object, reflecting at each step on whether the
object being reflected upon remains, in spite of its altered feature(s),
an instance of the kind under consideration. Each time the object /does/
survive imaginative feature alteration that feature is revealed as
inessential, while each feature the removal of which results in the
object intuitively ceasing to instantiate the kind (such as addition of
a fourth side to a triangle) is revealed as a necessary feature of that
kind. Husserl maintained that this procedure can incrementally reveal
elements of the essence of a kind of thing, the ideal case being one in
which intuition of the full essence of a kind occurs. The eidetic
reduction compliments the phenomenological reduction insofar as it is
directed specifically at the task of analyzing essential features of
conscious experience and intentionality. The considerations leading to
the initial positing of the distinction between intentional act,
intentional object and intentional content would, according to Husserl,
be examples of this method at work and of some of its results in the
domain of the mental. <nb/>Whereas the purpose of the phenomenological
reduction is to disclose and thematize first person consciousness so
that it can be described and analyzed, the purpose of the eidetic
reduction is to focus phenomenological investigations more precisely on
the essential or invariant features of conscious intentional experience.
(Ideas, §§ 34 & 69—71; Natanson 1973, chapter 4).

[Husserl, Edmund: Intentionality and Intentional Content | Internet Encyclopedia of Philosophy](https://iep.utm.edu/huss-int/)

Κατ’ ουσίαν περιστασιακές εκφράσεις: Δεικτικοί όροι (Andrew D. Spear)

##### ii. Κατ’ ουσίαν περιστασιακές εκφράσεις: Δεικτικοί όροι

Ο Χούσσερλ αναγνώρισε με σαφήνεια την ανάγκη να διακριθούν, αφενός, οι λεγόμενες «αντικειμενικές» εκφράσεις και, αφετέρου, εκείνες που ονόμασε «κατ’ ουσίαν περιστασιακές» (*wesentlich okkasionelle Ausdrücke*). Παράδειγμα αντικειμενικής έκφρασης θα ήταν μια πρόταση που αφορά τη λογική, τα μαθηματικά ή τις επιστήμες και της οποίας η σημασία παραμένει σταθερή ανεξάρτητα από το πλαίσιο μέσα στο οποίο χρησιμοποιείται (για παράδειγμα, «Το Πυθαγόρειο Θεώρημα είναι θεώρημα της γεωμετρίας» ή «7+5=12»). Παράδειγμα κατ’ ουσίαν περιστασιακής έκφρασης θα ήταν μια πρόταση όπως «Πεινάω», η οποία φαίνεται, κατά μία έννοια, να μεταβάλλει τη σημασία της σε διαφορετικές περιστάσεις εκφοράς, ανάλογα με το ποιος μιλά.

Σύμφωνα με τον Χούσσερλ, οι κατ’ ουσίαν περιστασιακές εκφράσεις περιλαμβάνουν τόσο τους δεικτικούς όρους (*indexicals*) («εγώ», «εσύ», «εδώ», «τώρα» κ.λπ.) όσο και τις δεικτικές αντωνυμίες (*demonstratives*) («αυτό», «εκείνο» κ.λπ.). Τέτοιες εκφράσεις διαθέτουν δύο όψεις της σημασίας.

Η πρώτη είναι αυτό που ο Χούσσερλ αποκαλεί σταθερή «σημασιολογική λειτουργία» (*semantische Funktion*), η οποία συνδέεται με συγκεκριμένες δεικτικές εκφράσεις. Για παράδειγμα:

> «Η καθολική σημασιολογική λειτουργία της λέξης “εγώ” είναι να υποδηλώνει όποιον μιλά...» (LI, I §26, σ. 315).

Ο Χούσσερλ αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι οι προτάσεις που εκφράζουν αυτές τις σημασιολογικές λειτουργίες δεν μπορούν απλώς να υποκαταστήσουν τους δεικτικούς όρους χωρίς να μεταβληθεί η σημασία των προτάσεων στις οποίες αυτοί περιέχονται. Ένα υποκείμενο που πιστεύει ότι «όποιος μιλά τώρα πεινάει» έχει ουσιαστικά μια υπαρξιακά ποσοδεικτική πεποίθηση, σύμφωνα με την οποία το πρόσωπο —όποιο κι αν είναι αυτό— που μιλά τώρα πεινάει. Για να αποδοθεί όμως αυτό που εννοεί ένα τέτοιο υποκείμενο όταν λέει «Πεινάω», είναι αναγκαίο να καταστεί σαφές ότι το άτομο στο οποίο αναφέρεται η ποσοδείκτηση είναι πράγματι το πρόσωπο που μιλά εκείνη τη στιγμή. Φαίνεται όμως ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να επιτευχθεί αυτό παρά μόνο με την επανεισαγωγή του ίδιου του δεικτικού όρου «εγώ» μέσα στην πρόταση. Αυτό καθιστά αναγκαία την αναγνώριση μιας δεύτερης όψης ή συνιστώσας του δεικτικού περιεχομένου.

Για να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, ο Χούσσερλ προτείνει τη διάκριση μεταξύ της σημασιολογικής λειτουργίας ή της **«υποδεικτικής σημασίας»** (*indicating meaning*) των δεικτικών όρων, η οποία παραμένει σταθερή από χρήση σε χρήση, και της **«υποδεικνυόμενης σημασίας»** (*indicated meaning*), η οποία εξαρτάται ουσιωδώς από ορισμένα χαρακτηριστικά του ομιλητή και του πλαισίου της εκφοράς.

Έτσι, η υποδεικτική σημασία του «εγώ» είναι πάντοτε «όποιος μιλά τώρα», ενώ η **υποδεικνυόμενη σημασία** της χρήσης του σε μια συγκεκριμένη περίσταση συνδέεται με την «αυτοσυνείδηση» ή «αυτοπαρουσίαση» του ομιλητή σε εκείνη την περίσταση.

Γενικά, η υποδεικτική σημασία ενός δεικτικού όρου καθορίζει μια γενική σχέση μεταξύ της εκφοράς μιας πρότασης και κάποιου χαρακτηριστικού της συνειδησιακής επίγνωσης ή του αντιληπτικά δοσμένου περιβάλλοντος του ομιλητή, ενώ η υποδεικνυόμενη σημασία καθορίζεται από αυτό το οποίο ο ομιλητής πραγματικά έχει ενώπιόν του στη συνείδηση κατά το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκφέρει την πρόταση.

Στην περίπτωση πολλών δεικτικών όρων, όπως το «εσύ» και το «εδώ», η υποδεικτική σημασία μπορεί να παρέχεται εν μέρει μέσω δεικτικής χειρονομίας προς στοιχεία του άμεσου αντιληπτικού περιβάλλοντος. Έτσι ο Χούσσερλ γράφει:

> «Η σημασία του “εδώ” είναι εν μέρει καθολική και εννοιακή [σημασιολογική λειτουργία/υποδεικτική σημασία], εφόσον πάντοτε κατονομάζει έναν τόπο ως τέτοιο· σε αυτό όμως το καθολικό στοιχείο προσκολλάται η άμεση παρουσίαση του τόπου [υποδεικνυόμενη σημασία], η οποία μεταβάλλεται από περίπτωση σε περίπτωση» (LI I §26, σσ. 317–318).

Ο Χούσσερλ διαθέτει, συνεπώς, μια σχετικά σαφή κατανόηση ορισμένων από τα βασικά ζητήματα που αφορούν τη δεικτική σκέψη και αναφορά, ζητήματα τα οποία συζητήθηκαν εκ νέου στη σύγχρονη φιλοσοφία της γλώσσας από φιλοσόφους όπως ο John Perry (1977, 1979). Παράλληλα, προσφέρει μια θεωρία για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν η δεικτική σκέψη και η δεικτική αναφορά.

Το ερώτημα, ωστόσο, κατά πόσον αυτή η θεωρία επαρκεί για να επιλύσει όλα τα προβλήματα που έχουν αναδείξει οι σύγχρονες συζητήσεις γύρω από τους δεικτικούς όρους και τις δεικτικές αντωνυμίες υπερβαίνει τα όρια του παρόντος άρθρου (για σχετική συζήτηση στη φιλοσοφία του Χούσσερλ βλ. Smith και McIntyre 1982, σσ. 194–226).

##### ii. Essentially Occasional Expressions: Indexicals

Husserl recognized clearly the need for a distinction between what he
called “objective” expressions on the one hand, and those that are
“essentially occasional” on the other. An example of an objective
expression would be a statement concerning logic, mathematics or the
sciences whose meaning is fixed regardless of the context in which it is
used (for example ‘The Pythagorean Theorem is a theorem of geometry’ or
‘7+5=12’). An example of an essentially occasional expression would be a
sentence such as ‘I am hungry’, which seems to in some sense change its
meaning on different occasions of utterance, depending on who is
speaking. According to Husserl, essentially occasional expressions
include both indexicals (‘I’, ‘you’, ‘here’, ‘now’, and so forth) and
demonstratives (‘this’, ‘that’ , and so forth). Such expressions have /
two/ facets of meaning. The first is what Husserl calls a constant
“semantic function” associated with particular indexical expressions.
For example, “It is the universal semantic function of the word ‘I’ to
designate whoever is speaking…” (LI, I §26, p. 315). Husserl recognizes,
however, that the sentences expressing these semantic functions cannot
simply be substituted for indexicals without affecting the meaning of
sentences containing them. A subject who believes “whoever is now
speaking is hungry” effectively has an existentially quantified belief
to the effect that the person, whoever he or she is, who is now speaking
is hungry. In order to capture what such a subject would mean when he
says ‘I am hungry’ it is necessary to somehow make it clear that the
individual quantified over is indeed the person now speaking, but there
seems to be no way to do this other than to re-insert the indexical ‘I’
itself in the sentence. This makes it necessary to identify a second
facet or component of indexical content.

To deal with this, Husserl proposes a distinction between the semantic
function or “indicating meaning” of indexicals, which remains constant
from use to use, and the “indicated” meaning of indexicals, which is
fundamentally cued to certain features of the speaker and context of
utterance. Thus the “indicating meaning” of ‘I’ is always “whoever is
now speaking”, but the /indicated/ meaning of its use on a given
occasion is keyed to the “self-awareness” or “self-presentation” of the
speaker on that occasion. In general, the indicating meaning of an
indexical will specify some general relationship between the utterance
of a sentence and some feature of the speaker’s conscious awareness or
perceptually given environment, while the indicated meaning will be
determined by what the speaker is /actually aware of/ in the context in
which the sentence is uttered. In the case of many indexicals, such as
‘you’ and ‘here’ their indicating meaning may be supplied in part by
demonstrative pointing to features of the immediate perceptual
environment. Thus, Husserl writes, “The meaning of ‘here’ is in part
universal and conceptual [semantic function/indicating meaning],
inasmuch as it always names a place as such, but to this universal
element the direct place-presentation [indicated meaning] attaches,
varying from case to case” (LI I § 26, pp. 317—18). Husserl thus has a
relatively clear understanding of some of the key issues surrounding
indexical thought and reference that have been recently discussed in the
work of philosophers of language such as John Perry (1977, 1979), as
well as an account of how indexical thought and reference works. The
question of whether or not this account is adequate to resolve all of
the issues raised by contemporary discussions of indexicals and
demonstratives, however, is one that goes beyond the scope of this
article (for discussion of this issue in Husserl’s philosophy see Smith
and McIntyre 1982, pp. 194—226).

[Husserl, Edmund: Intentionality and Intentional Content | Internet Encyclopedia of Philosophy](https://iep.utm.edu/huss-int/)

Σημασία και Έκφραση (Andrew D. Spear)

##### i. Σημασία και Έκφραση

Ο Χούσσερλ ενδιαφέρεται να αναλύσει τη σημασία και την αναφορά της γλώσσας ως μέρος του εγχειρήματός του για την ανάπτυξη μιας καθαρής λογικής. Αυτό τον οδηγεί να επικεντρωθεί πρωτίστως στις δηλωτικές προτάσεις της καθημερινής γλώσσας, παρά σε άλλα είδη δυνητικά σημαίνοντων σημείων (όπως ο τρόπος με τον οποίο ο καπνός συνήθως υποδεικνύει ή αποτελεί σημείο φωτιάς) και χειρονομιών (όπως ο τρόπος με τον οποίο μια γκριμάτσα μπορεί να υποδηλώνει ή να μεταδίδει ότι κάποιος αισθάνεται πόνο ή δυσφορία). Ο Χούσσερλ χρησιμοποιεί, επομένως, τον όρο «έκφραση» (Ausdruck) για να αναφερθεί στις δηλωτικές προτάσεις της φυσικής γλώσσας και στα μέρη τους, όπως τα κύρια ονόματα, τα γενικά ουσιαστικά, οι δεικτικοί όροι και τα παρόμοια (LI, I §§ 1–5).

Ο Χούσσερλ υποστηρίζει ότι η σημασία μιας έκφρασης δεν μπορεί να ταυτίζεται με την ίδια την έκφραση για δύο λόγους. Πρώτον, εκφράσεις σε διαφορετικές γλώσσες, όπως «η γάτα είναι φιλική» και «il gatto è simpatico», είναι γλωσσικά διαφορετικές, αλλά έχουν την ίδια σημασία. Επιπλέον, η ίδια γλωσσική έκφραση, όπως "I am going to the bank", μπορεί να έχει διαφορετικές σημασίες σε διαφορετικές περιστάσεις (στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της αμφισημίας της λέξης «bank» (τράπεζα/όχθη)). Συνεπώς, η ταυτότητα της λέξης ή της γλωσσικής έκφρασης δεν αποτελεί ούτε αναγκαία ούτε επαρκή συνθήκη για την ταυτότητα της σημασίας (LI, I §§ 11–12).

Ο Χούσσερλ υποστηρίζει επίσης ότι η σημασία μιας γλωσσικής έκφρασης δεν μπορεί να ταυτίζεται με το αναφερόμενό της αντικείμενο ή αντικείμενα. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης επικαλείται, μεταξύ άλλων, φαινόμενα όπως οι πληροφοριακές ταυτοτικές προτάσεις και οι σημαίνουσες γλωσσικές εκφράσεις που στερούνται αναφοράς. Παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης είναι η περίφημη πρόταση του Φρέγκε «Ο Έσπερος είναι ο Φώσφορος», όπου το «Έσπερος» σημαίνει «το αποσπερίτη άστρο» και το «Φώσφορος» σημαίνει «το πρωινό άστρο». Τόσο ο «Έσπερος» όσο και ο «Φώσφορος» αναφέρονται στον πλανήτη Αφροδίτη· επομένως, αν η σημασία ενός όρου ήταν απλώς το αντικείμενο στο οποίο αυτός αναφέρεται, τότε όποιος γνωρίζει ότι ο Έσπερος είναι ο Έσπερος θα έπρεπε επίσης να γνωρίζει ότι ο Έσπερος είναι ο Φώσφορος. Είναι όμως προφανές ότι αυτό δεν συμβαίνει.

Η εξήγηση που θα έδινε ο ίδιος ο Χούσσερλ είναι ότι ένα υποκείμενο που θεωρεί πληροφοριακή την πρόταση «Ο Έσπερος είναι ο Φώσφορος» το κάνει επειδή συνδέει διαφορετικές υλικές πλευρές ενεργημάτων (Aktmaterien) ή διαφορετικά αποβλεπτικά περιεχόμενα με καθένα από αυτά τα ονόματα. Έτσι, ο Χούσσερλ, όπως και ο Φρέγκε, διακρίνει τη σημασία ενός όρου ή μιας έκφρασης τόσο από τον ίδιο τον όρο όσο και από το αντικείμενο ή τα αντικείμενα στα οποία αυτός αναφέρεται. Ο Χούσσερλ ταυτίζει αυτές τις ιδιαίτερες γλωσσικές σημασίες με είδη αποβλεπτικής ενεργηματικής ύλης (intentional act-matter) (LI, I §§ 13–14).

Στις *Λογικές Έρευνες* ο Χούσσερλ περιγράφει την κανονική χρήση μιας έκφρασης, όπως «ο καιρός είναι δροσερός σήμερα», με τον ακόλουθο τρόπο. Ένα υποκείμενο που εκφέρει αυτή την έκφραση σε έναν συνομιλητή βρίσκεται σε μια αποβλεπτική κατάσταση, η οποία περιλαμβάνει μια ενεργηματική ύλη (Aktmaterie) ή αποβλεπτικό περιεχόμενο που παρουσιάζει τον καιρό ως δροσερό σήμερα. Αυτή η ενεργηματική ύλη πραγματώνει ένα ιδεατό είδος ή τύπο ενεργηματικής ύλης, το «ο καιρός είναι δροσερός σήμερα», και, ακριβώς μέσω αυτής της πραγμάτωσης, κατευθύνει την προσοχή του ομιλητή στην πραγματική κατάσταση πραγμάτων που αφορά τον καιρό. Χάρη σε αυτά τα χαρακτηριστικά των αποβλεπτικών καταστάσεων του ομιλητή, οι λέξεις εκφράζουν γι’ αυτόν τη συγκεκριμένη σημασία που εκφράζουν (κάτι που, βεβαίως, δεν αποκλείει την πιθανότητα παρερμηνείας· για τον Χούσσερλ η περιγραφή αυτή αφορά απλώς την τυπική περίπτωση).

Το υποκείμενο που προβαίνει στην εκφορά επιτελεί, κατ’ αρχήν, τρία πράγματα για τον συνομιλητή του.

Πρώτον, η εκφορά του «εκφράζει» την ιδεατή σημασία «ο καιρός είναι δροσερός σήμερα».

Δεύτερον, εφόσον ο συνομιλητής κατανοήσει ότι αυτή είναι η εκφραζόμενη σημασία, η προσοχή του θα κατευθυνθεί και η ίδια στο αναφερόμενο αυτής της ιδεατής σημασίας, δηλαδή στην κατάσταση πραγμάτων που αφορά τον σημερινό καιρό (η ενεργηματική ύλη του θα πραγματώνει τότε επίσης το αντίστοιχο ιδεατό είδος ενεργηματικής ύλης).

Τρίτον, το υποκείμενο, εκφέροντας την πρόταση, «υποδηλώνει» (*kundgibt*, intimation) στον συνομιλητή του ότι κατέχει ορισμένες πεποιθήσεις ή ότι διέρχεται ορισμένες νοητικές καταστάσεις ή εμπειρίες.

Αυτό το τελευταίο σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τον Χούσσερλ. Υποστηρίζει ότι, στις συνήθεις περιπτώσεις, αυτό που ένα υποκείμενο υποδηλώνει εκφέροντας μια έκφραση (ότι πιστεύει πως ο καιρός είναι δροσερός σήμερα ή ότι φοβάται πως η χώρα του θα επέμβει) δεν αποτελεί μέρος της σημασίας της έκφρασης, παρότι είναι κάτι που ο συνομιλητής μπορεί να κατανοήσει βάσει της εκφοράς. Μόνο στις περιπτώσεις όπου το υποκείμενο διατυπώνει έναν ισχυρισμό σχετικά με τις δικές του εμπειρίες, στάσεις ή νοητικές καταστάσεις (όπως «Αμφιβάλλω ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν φέτος») συμπίπτουν η εκφραζόμενη σημασία και η υποδηλούμενη σημασία.

(Για την έννοια της «υποδήλωσης» ή «γνωστοποίησης» (*Kundgabe*), βλ. LI, I §§ 7–8· τα περισσότερα από τα σημεία που συνοψίζονται εδώ προέρχονται από το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου τόμου των *Λογικών Ερευνών*, §§ 1–16.)

##### i. Meaning and Expression

Husserl is interested in analyzing the meaning and reference of language
as part of his project of developing a pure logic. This leads him to
focus primarily on declarative sentences from ordinary language, rather
than on other kinds of potentially meaningful signs (such as the way in
which smoke normally indicates or is a sign of fire) and gestures (such
as the way in which a grimace might indicate or convey that someone
feels pain or is uncomfortable). Husserl thus uses ‘expression’ to refer
to declarative sentences in natural language and to parts thereof, such
as names, general nouns, indexicals, and so forth (LI, I §§ 1—5).

Husserl maintains that the meaning of an expression cannot be identical
to the expression for two reasons. First, expressions in different
languages, such as ‘the cat is friendly’ and ‘il gatto è simpatico’ are
linguistically different, but have the same meaning. Additionally, the
same linguistic expression, such as ‘I am going to the bank’ can have
different meanings on different occasions (due in this case to the
ambiguity of the word ‘bank’). Thus sameness of word or linguistic
expression is neither necessary nor sufficient for sameness of meaning
(LI, I §§ 11 & 12).

Husserl also maintains that the meaning of a linguistic expression
cannot be identical with its referent or referents. In support of this
Husserl appeals to phenomena such as informative identity statements and
meaningful linguistic expressions that have no referent, among others.
An example of the first sort of case would be Frege’s famous ‘Hesperus
is Phosphorus’, where ‘Hesperus’ means “the evening star” and
‘Phosphorus’ means “the morning star”. Both ‘Hesperus’ and ‘Phosphorus’
refer to the planet Venus and so if the meaning of a term just is the
object that it refers to, then anyone who knows that Hesperus is
Hesperus should also know that Hesperus is Phosphorus, yet clearly this
is not the case. Husserl’s own explanation for this would be that a
subject who found ‘Hesperus is Phosphorus’ informative would do so
because he associated different act-matters or intentional contents with
each of these names. <nb/>Thus Husserl, like Frege, distinguishes the meaning
of a term or expression both from that term itself and from the object
or objects to which the term refers. Husserl identifies these
distinctive linguistic meanings as kinds of intentional act-matter (LI,
I §§ 13 & 14).

In the /Investigations /Husserl describes the normal use of an
expression, such as ‘the weather is cool today’, in the following way. A
subject who utters this expression to a companion is in an intentional
state, which includes an act-matter or intentional content that presents
the weather as being cool today. This act-matter instantiates an ideal
species or act-matter type “the weather is cool today” and in virtue of
doing so directs the utterer’s attention to the actual state of affairs
regarding the weather. It is in virtue of these facts about the
utterer’s intentional states that the words express, for him, the
meaning that they do (which is not, of course, to rule out the
possibility of miscommunication; for Husserl the description here is
just the standard case). The subject performing the utterance does, in
principle, three things for his interlocutor. First, the subject’s
utterance “expresses” the ideal meaning “the weather is cool today”.
Second, assuming the interlocutor grasps that this is what is being
expressed, her attention will itself be directed to the referent of this
ideal sense, namely the state of affairs involving the weather today
(her act-matter will then also instantiate the relevant ideal act-matter
species). Third, the subject will, in making his utterance, “intimate”
to his interlocutor that he has certain beliefs or is undergoing certain
mental states or experiences. This last point is very important for
Husserl. He maintains that in normal cases what a subject intimates in
uttering an expression (that he believes that the weather is cool today
or that he fears that his country will intervene) is not part of the
meaning of that expression, even though it is something that the
interlocutor will be able to understand on the basis of the subject’s
utterance. It is only in cases where a subject is making an assertion
about his experiences, attitudes or mental states (such as ‘I doubt that
things will improve this year’) that expressed meaning and intimated
meaning coincide (on intimation, see LI, I §§ 7 & 8; the majority of the
points summarized here are in the first chapter of LI, I, which is §§ 1—16).

[Husserl, Edmund: Intentionality and Intentional Content | Internet Encyclopedia of Philosophy](https://iep.utm.edu/huss-int/)

Ο Χούσσερλ δεσμεύεται, συνεπώς, στην αντίληψη ότι η αποβλεπτικότητα (Intentionalität) είναι πρωταρχική και η γλώσσα δευτερογενής, και, κατ’ επέκταση, στην άποψη ότι η νοηματικά συγκροτημένη μη γλωσσική αποβλεπτική σκέψη και εμπειρία είναι αμφότερες δυνατές και συνήθεις (LI, I §§ 9–11, 19 και 20).

Παρακινούμενος σε μεγάλο βαθμό από το ενδιαφέρον του να αναπτύξει μια καθαρή λογική, ο Χούσσερλ αφιερώνει ολόκληρη την Πρώτη *Λογική Έρευνα*, «Σημασία και Έκφραση», στην ανάλυση ζητημάτων που αφορούν τη γλώσσα, τη γλωσσική σημασία και τη γλωσσική αναφορά. Η συζήτησή του εδώ είναι συστηματική και ευρείας εμβέλειας, καλύπτοντας πολλά ζητήματα που απασχολούν επίσης τον Gottlob Frege στην ανάλυσή του της γλώσσας και τα οποία εξακολουθούν να τροφοδοτούν τη συζήτηση στη φιλοσοφία της γλώσσας μέχρι σήμερα.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η διάκριση μεταξύ γλωσσικών τύπων (*types*) και γλωσσικών δειγμάτων (*tokens*), η διάκριση μεταξύ λέξεων και προτάσεων και των σημασιών που αυτές εκφράζουν, η διάκριση μεταξύ της σημασίας της πρότασης και της σημασίας που εννοεί ο ομιλητής (*speaker meaning*), η σημασία και η αναφορά των κυρίων ονομάτων, καθώς και η λειτουργία των δεικτικών όρων (*indexicals*) και των δεικτικών αντωνυμιών (*demonstratives*).

Όπως σημειώθηκε προηγουμένως, ο Χούσσερλ θεωρεί την αποβλεπτικότητα της σκέψης θεμελιώδη, ενώ αντιμετωπίζει τις δυνατότητες της γλώσσας να εκφράζει σημασίες και να καθορίζει αναφορές ως παράγωγες και εξαρτημένες από πιο βασικά χαρακτηριστικά της αποβλεπτικότητας. Στη συνέχεια εξετάζονται τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της χουσσερλιανής, θεμελιωμένης στην αποβλεπτικότητα, θεωρίας της γλώσσας.

Largely motivated by his concern with developing a pure logic, Husserl
devotes the entire first Logical Investigation, “Meaning and
Expression”, to an analysis of issues of language, linguistic meaning
and linguistic reference. Husserl’s discussion here is systematic and
wide ranging, covering many issues that are also of concern to Frege in
his analysis of language and that have continued to spur discussion in
the philosophy of language up to the present. These include the
distinction between linguistic types and tokens, the distinction between
words and sentences and the meanings that these express, the distinction
between sentence meaning and speaker meaning, the meaning and reference
of proper names and the function of indexicals and demonstratives. As
noted above, Husserl takes the intentionality of thought to be
fundamental and the meaning-expressing and reference fixing capabilities
of language to be parasitic on more basic features of intentionality.
Here the main features of Husserl’s intentionality-based view of
language are discussed.

 [...]

Ο Χούσσερλ δεσμεύεται, συνεπώς, στην αντίληψη ότι η αποβλεπτικότητα (Intentionalität) είναι πρωταρχική και η γλώσσα δευτερογενής, και, κατ’ επέκταση, στην άποψη ότι η νοηματικά συγκροτημένη μη γλωσσική αποβλεπτική σκέψη και εμπειρία είναι αμφότερες δυνατές και συνήθεις (LI, I §§ 9–11, 19 και 20).

Husserl is thus committed to the notion that
intentionality is primary and language secondary, and so also to the
view that meaningful non-linguistic intentional thought and experience
are both possible and common (LI, I §§ 9—11, 19, & 20).

[Husserl, Edmund: Intentionality and Intentional Content | Internet Encyclopedia of Philosophy](https://iep.utm.edu/huss-int/)

[Σημασία και Έκφραση](https://rotenotes.blogspot.com/2026/06/andrew-d-spear.html)

[Κατ’ ουσίαν περιστασιακές εκφράσεις: Δεικτικοί όροι](https://rotenotes.blogspot.com/2026/06/andrew-d-spear_02093324882.html)

 

 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Ο αυστηρός φαινομεναλισμός του Μπέρκλεϋ (iep)

Ο αυστηρός φαινομεναλισμός του Μπέρκλεϋ, σε αντίθεση με τον Λοκ, έθεσε ερωτήματα σχετικά με τη συναγωγή, από τον χαρακτήρα των αισθήσεών μας,  συμπερασμάτων σχετικά με τις πραγματικές ιδιότητες των ανεξάρτητων από το νου αντικειμένων. Δεδομένου ότι ο ανθρώπινος νους περιορίζεται αυστηρά στις αισθήσεις για τις εισροές του, ο Μπέρκλεϋ υποστήριξε, ότι δεν έχει κανένα ανεξάρτητο μέσο με το οποίο να επαληθεύσει την ακρίβεια της αντιστοιχίας μεταξύ των αισθήσεων και των ιδιοτήτων που διαθέτουν τα αντικείμενα καθ΄εαυτά. Στην πραγματικότητα, ο Μπέρκλεϋ απέρριψε την ίδια την ιδέα των ανεξάρτητων από το νου αντικειμένων με το σκεπτικό ότι ένας νους είναι, από τη φύση του, ανίκανος να έχει μια ιδέα για κάτι τέτοιο. Ως εκ τούτου, με τους όρους του Καντ, ο Μπέρκλεϋ ήταν ένας υλικός ιδεαλιστής. Για τον υλικό ιδεαλιστή, η γνώση των υλικών αντικειμένων είναι ιδεατή ή ανέφικτη, όχι πραγματική. Για τον Μπέρκλεϋ, τα ανεξάρτητα από το νου υλικά αντικείμενα είναι αδύνατα και μη γνώσιμα. Στην αισθητηριακή εμπειρία μας, έχουμε πρόσβαση μόνο στις νοητικές μας αναπαραστάσεις, όχι στα ίδια τα αντικείμενα. Ο Μπέρκλεϋ υποστηρίζει ότι οι κρίσεις μας για τα αντικείμενα είναι πραγματικά κρίσεις για αυτές τις νοητικές αναπαραστάσεις μόνο, όχι για την υπόσταση που τις γεννά. Στη διάψευση του υλικού ιδεαλισμού, ο Καντ υποστηρίζει ότι ο υλικός ιδεαλισμός είναι στην πραγματικότητα ασυμβίβαστος με μια θέση που κατείχε ο Μπέρκλεϋ, δηλαδή ότι είμαστε σε θέση να κάνουμε κρίσεις για την εμπειρία μας.

Berkeley’s strict phenomenalism, in contrast to Locke, raised questions about the inference from the character of our sensations to conclusions about the real properties of mind-independent objects. Since the human mind is strictly limited to the senses for its input, Berkeley argued, it has no independent means by which to verify the accuracy of the match between sensations and the properties that objects possess in themselves. In fact, Berkeley rejected the very idea of mind-independent objects on the grounds that a mind is, by its nature, incapable of possessing an idea of such a thing. Hence, in Kant’s terms, Berkeley was a material idealist. To the material idealist, knowledge of material objects is ideal or unachievable, not real. For Berkeley, mind-independent material objects are impossible and unknowable. In our sense experience we only have access to our mental representations, not to objects themselves. Berkeley argues that our judgments about objects are really judgments about these mental representations alone, not the substance that gives rise to them. In the Refutation of Material Idealism, Kant argues that material idealism is actually incompatible with a position that Berkeley held, namely that we are capable of making judgments about our experience. [https://iep.utm.edu/kantmeta/]