##### ii. Κατ’ ουσίαν περιστασιακές εκφράσεις: Δεικτικοί όροι
Ο Χούσσερλ αναγνώρισε με σαφήνεια την ανάγκη να διακριθούν, αφενός, οι λεγόμενες «αντικειμενικές» εκφράσεις και, αφετέρου, εκείνες που ονόμασε «κατ’ ουσίαν περιστασιακές» (*wesentlich okkasionelle Ausdrücke*). Παράδειγμα αντικειμενικής έκφρασης θα ήταν μια πρόταση που αφορά τη λογική, τα μαθηματικά ή τις επιστήμες και της οποίας η σημασία παραμένει σταθερή ανεξάρτητα από το πλαίσιο μέσα στο οποίο χρησιμοποιείται (για παράδειγμα, «Το Πυθαγόρειο Θεώρημα είναι θεώρημα της γεωμετρίας» ή «7+5=12»). Παράδειγμα κατ’ ουσίαν περιστασιακής έκφρασης θα ήταν μια πρόταση όπως «Πεινάω», η οποία φαίνεται, κατά μία έννοια, να μεταβάλλει τη σημασία της σε διαφορετικές περιστάσεις εκφοράς, ανάλογα με το ποιος μιλά.
Σύμφωνα με τον Χούσσερλ, οι κατ’ ουσίαν περιστασιακές εκφράσεις περιλαμβάνουν τόσο τους δεικτικούς όρους (*indexicals*) («εγώ», «εσύ», «εδώ», «τώρα» κ.λπ.) όσο και τις δεικτικές αντωνυμίες (*demonstratives*) («αυτό», «εκείνο» κ.λπ.). Τέτοιες εκφράσεις διαθέτουν δύο όψεις της σημασίας.
Η πρώτη είναι αυτό που ο Χούσσερλ αποκαλεί σταθερή «σημασιολογική λειτουργία» (*semantische Funktion*), η οποία συνδέεται με συγκεκριμένες δεικτικές εκφράσεις. Για παράδειγμα:
> «Η καθολική σημασιολογική λειτουργία της λέξης “εγώ” είναι να υποδηλώνει όποιον μιλά...» (LI, I §26, σ. 315).
Ο Χούσσερλ αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι οι προτάσεις που εκφράζουν αυτές τις σημασιολογικές λειτουργίες δεν μπορούν απλώς να υποκαταστήσουν τους δεικτικούς όρους χωρίς να μεταβληθεί η σημασία των προτάσεων στις οποίες αυτοί περιέχονται. Ένα υποκείμενο που πιστεύει ότι «όποιος μιλά τώρα πεινάει» έχει ουσιαστικά μια υπαρξιακά ποσοδεικτική πεποίθηση, σύμφωνα με την οποία το πρόσωπο —όποιο κι αν είναι αυτό— που μιλά τώρα πεινάει. Για να αποδοθεί όμως αυτό που εννοεί ένα τέτοιο υποκείμενο όταν λέει «Πεινάω», είναι αναγκαίο να καταστεί σαφές ότι το άτομο στο οποίο αναφέρεται η ποσοδείκτηση είναι πράγματι το πρόσωπο που μιλά εκείνη τη στιγμή. Φαίνεται όμως ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να επιτευχθεί αυτό παρά μόνο με την επανεισαγωγή του ίδιου του δεικτικού όρου «εγώ» μέσα στην πρόταση. Αυτό καθιστά αναγκαία την αναγνώριση μιας δεύτερης όψης ή συνιστώσας του δεικτικού περιεχομένου.
Για να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, ο Χούσσερλ προτείνει τη διάκριση μεταξύ της σημασιολογικής λειτουργίας ή της **«υποδεικτικής σημασίας»** (*indicating meaning*) των δεικτικών όρων, η οποία παραμένει σταθερή από χρήση σε χρήση, και της **«υποδεικνυόμενης σημασίας»** (*indicated meaning*), η οποία εξαρτάται ουσιωδώς από ορισμένα χαρακτηριστικά του ομιλητή και του πλαισίου της εκφοράς.
Έτσι, η υποδεικτική σημασία του «εγώ» είναι πάντοτε «όποιος μιλά τώρα», ενώ η **υποδεικνυόμενη σημασία** της χρήσης του σε μια συγκεκριμένη περίσταση συνδέεται με την «αυτοσυνείδηση» ή «αυτοπαρουσίαση» του ομιλητή σε εκείνη την περίσταση.
Γενικά, η υποδεικτική σημασία ενός δεικτικού όρου καθορίζει μια γενική σχέση μεταξύ της εκφοράς μιας πρότασης και κάποιου χαρακτηριστικού της συνειδησιακής επίγνωσης ή του αντιληπτικά δοσμένου περιβάλλοντος του ομιλητή, ενώ η υποδεικνυόμενη σημασία καθορίζεται από αυτό το οποίο ο ομιλητής πραγματικά έχει ενώπιόν του στη συνείδηση κατά το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκφέρει την πρόταση.
Στην περίπτωση πολλών δεικτικών όρων, όπως το «εσύ» και το «εδώ», η υποδεικτική σημασία μπορεί να παρέχεται εν μέρει μέσω δεικτικής χειρονομίας προς στοιχεία του άμεσου αντιληπτικού περιβάλλοντος. Έτσι ο Χούσσερλ γράφει:
> «Η σημασία του “εδώ” είναι εν μέρει καθολική και εννοιακή [σημασιολογική λειτουργία/υποδεικτική σημασία], εφόσον πάντοτε κατονομάζει έναν τόπο ως τέτοιο· σε αυτό όμως το καθολικό στοιχείο προσκολλάται η άμεση παρουσίαση του τόπου [υποδεικνυόμενη σημασία], η οποία μεταβάλλεται από περίπτωση σε περίπτωση» (LI I §26, σσ. 317–318).
Ο Χούσσερλ διαθέτει, συνεπώς, μια σχετικά σαφή κατανόηση ορισμένων από τα βασικά ζητήματα που αφορούν τη δεικτική σκέψη και αναφορά, ζητήματα τα οποία συζητήθηκαν εκ νέου στη σύγχρονη φιλοσοφία της γλώσσας από φιλοσόφους όπως ο John Perry (1977, 1979). Παράλληλα, προσφέρει μια θεωρία για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν η δεικτική σκέψη και η δεικτική αναφορά.
Το ερώτημα, ωστόσο, κατά πόσον αυτή η θεωρία επαρκεί για να επιλύσει όλα τα προβλήματα που έχουν αναδείξει οι σύγχρονες συζητήσεις γύρω από τους δεικτικούς όρους και τις δεικτικές αντωνυμίες υπερβαίνει τα όρια του παρόντος άρθρου (για σχετική συζήτηση στη φιλοσοφία του Χούσσερλ βλ. Smith και McIntyre 1982, σσ. 194–226).
##### ii. Essentially Occasional Expressions: Indexicals
Husserl recognized clearly the need for a distinction between what he
called “objective” expressions on the one hand, and those that are
“essentially occasional” on the other. An example of an objective
expression would be a statement concerning logic, mathematics or the
sciences whose meaning is fixed regardless of the context in which it is
used (for example ‘The Pythagorean Theorem is a theorem of geometry’ or
‘7+5=12’). An example of an essentially occasional expression would be a
sentence such as ‘I am hungry’, which seems to in some sense change its
meaning on different occasions of utterance, depending on who is
speaking. According to Husserl, essentially occasional expressions
include both indexicals (‘I’, ‘you’, ‘here’, ‘now’, and so forth) and
demonstratives (‘this’, ‘that’ , and so forth). Such expressions have /
two/ facets of meaning. The first is what Husserl calls a constant
“semantic function” associated with particular indexical expressions.
For example, “It is the universal semantic function of the word ‘I’ to
designate whoever is speaking…” (LI, I §26, p. 315). Husserl recognizes,
however, that the sentences expressing these semantic functions cannot
simply be substituted for indexicals without affecting the meaning of
sentences containing them. A subject who believes “whoever is now
speaking is hungry” effectively has an existentially quantified belief
to the effect that the person, whoever he or she is, who is now speaking
is hungry. In order to capture what such a subject would mean when he
says ‘I am hungry’ it is necessary to somehow make it clear that the
individual quantified over is indeed the person now speaking, but there
seems to be no way to do this other than to re-insert the indexical ‘I’
itself in the sentence. This makes it necessary to identify a second
facet or component of indexical content.
To deal with this, Husserl proposes a distinction between the semantic
function or “indicating meaning” of indexicals, which remains constant
from use to use, and the “indicated” meaning of indexicals, which is
fundamentally cued to certain features of the speaker and context of
utterance. Thus the “indicating meaning” of ‘I’ is always “whoever is
now speaking”, but the /indicated/ meaning of its use on a given
occasion is keyed to the “self-awareness” or “self-presentation” of the
speaker on that occasion. In general, the indicating meaning of an
indexical will specify some general relationship between the utterance
of a sentence and some feature of the speaker’s conscious awareness or
perceptually given environment, while the indicated meaning will be
determined by what the speaker is /actually aware of/ in the context in
which the sentence is uttered. In the case of many indexicals, such as
‘you’ and ‘here’ their indicating meaning may be supplied in part by
demonstrative pointing to features of the immediate perceptual
environment. Thus, Husserl writes, “The meaning of ‘here’ is in part
universal and conceptual [semantic function/indicating meaning],
inasmuch as it always names a place as such, but to this universal
element the direct place-presentation [indicated meaning] attaches,
varying from case to case” (LI I § 26, pp. 317—18). Husserl thus has a
relatively clear understanding of some of the key issues surrounding
indexical thought and reference that have been recently discussed in the
work of philosophers of language such as John Perry (1977, 1979), as
well as an account of how indexical thought and reference works. The
question of whether or not this account is adequate to resolve all of
the issues raised by contemporary discussions of indexicals and
demonstratives, however, is one that goes beyond the scope of this
article (for discussion of this issue in Husserl’s philosophy see Smith
and McIntyre 1982, pp. 194—226).
[Husserl, Edmund: Intentionality and Intentional Content | Internet Encyclopedia of Philosophy](https://iep.utm.edu/huss-int/)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.