Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ορίζοντας (horizon)

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ (HORIZON). Ο όρος «ορίζοντας» έχει τόσο νοητική (*noetic*) όσο και νοηματική (*noematic*) σημασία. Από νοητική άποψη, ο ορίζοντας είναι η *αποβλεπτική* αναφορά σε άλλα *ενεργήματα* ή φάσεις ενεργημάτων, των οποίων τα *νοήματα* συμβάλλουν τόσο στην παρούσα *σύλληψη* του άμεσου *αντικειμένου* της *συνείδησης* όσο και στην παρουσίαση ενός περισσότερο ή λιγότερο απροσδιόριστου πλαισίου εμμέσως αποβλεπόμενων, συμπαρεχόμενων αντικειμένων. Η *χρονικότητα* της συνείδησης είναι κεντρικής σημασίας για την κατανόηση του ορίζοντα από νοητική σκοπιά. Κάθε *βίωμα* έχει έναν ορίζοντα του πριν και του μετά, και τα προγενέστερα και μεταγενέστερα βιώματα περιλαμβάνουν το *αποβλεπτικό τους περιεχόμενο*, δυνάμει του οποίου μπορούμε να μιλάμε για ορίζοντες και από νοηματική σκοπιά. Από νοηματική άποψη, ο ορίζοντας είναι ό,τι δίδεται στο βίωμα —αλλά δεν θεματοποιείται άμεσα— ως συμβάλλον στο νόημα του αντικειμένου που θεματοποιείται ή της *εμφάνισης* που δίδεται άμεσα στη *στιγμιαία φάση* της συνείδησης· είναι τόσο εκείνο που υπερβαίνει ό,τι γνήσια δίδεται σε οποιαδήποτε στιγμιαία *παρουσίαση* του αντικειμένου όσο και εκείνο που συμβάλλει στο *νόημά* μας τόσο του αντικειμένου όσο και του περιβάλλοντός του ή του συμφραζομένου του.

Πιο συγκεκριμένα, ο Χούσσερλ διακρίνει ανάμεσα σε αυτό που αποκαλεί εσωτερικό και εξωτερικό ορίζοντα. Ο εσωτερικός ορίζοντας —δυνάμει της τριμερούς δομής του *ζώντος παρόντος*— αναφέρεται αποβλεπτικά σε άλλες εμφανίσεις ή παρουσιάσεις του ταυτόσημου *αποβλεπόμενου αντικειμένου*. Για παράδειγμα, η στιγμιαία αντιληπτική φάση της όρασης παρουσιάζει μία πλευρά ή όψη του αντικειμένου από μια συγκεκριμένη προοπτική. Αυτή η στιγμιαία φάση, ωστόσο, έχει αποβλεπτικές συνδέσεις με παρελθούσες παρουσιάσεις άλλων πλευρών του ίδιου αντικειμένου, και έχει επίσης αποβλεπτικές συνδέσεις με δυνατές παρουσιάσεις του αντικειμένου που θα μπορούσαν να ανακύψουν κατά τη διάρκεια μιας συνεχιζόμενης αντιληπτικής εξέτασης. Αυτή η νοητική δομή επιτρέπει να λεχθεί, από νοηματική σκοπιά, ότι η γνήσια και άμεσα εμφανιζόμενη πλευρά παραπέμπει πέρα από τον εαυτό της στις άλλες πλευρές και όψεις της. Ο εσωτερικός ορίζοντας, με άλλα λόγια, ενοποιεί σε μία ενιαία επίγνωση μια πολλαπλότητα διαφοροποιημένων νοημάτων, εσωτερικών προς τη συνολική *σημασία* που έχει για εμάς το ταυτόσημο αντικείμενο. Το βίωμα {97}, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών του οριζόντων, παρουσιάζει έτσι το αντικείμενο που αποτελεί την καθαυτό ταυτότητα αυτών των ενοποιημένων νοημάτων.

Ο εξωτερικός ορίζοντας, από την άλλη πλευρά, αναφέρεται αποβλεπτικά σε άλλα αντικείμενα που βρίσκονται στο «περιβάλλον» του αντικειμένου το οποίο αποτελεί τη θεματική μέριμνα της συνείδησης. Αυτό το περιβάλλον μπορεί να είναι ένα χωρικό πεδίο — ένα υπόβαθρο άλλων αντικειμένων — μέσα και απέναντι στο οποίο προβάλλει το αντιλαμβανόμενο αντικείμενο. Μπορεί όμως επίσης να είναι, λόγου χάριν, ένα συμφραζόμενο για μια *κρίση*· ένα συμφραζόμενο που περιλαμβάνει, για παράδειγμα, σχετικές κρίσεις για παρόμοια αντικείμενα ή άλλες κρίσεις που ανήκουν σε μια θεωρία μέσα στην οποία θα λάβει τη θέση της η παρούσα κρίση. Στο γενικότερο επίπεδο, ο εξωτερικός ορίζοντας περιλαμβάνει αποβλέψεις που παρουσιάζουν άλλα αντικείμενα τα οποία συγκατοικούν στον *κόσμο* μαζί με το αποβλεπόμενο αντικείμενο. Αυτή η αντίληψη των εξωτερικών οριζόντων έχει επίσης το νοηματικό της αντίστοιχο στην άποψη ότι ο κόσμος είναι ο ύστατος ορίζοντας όλων των αποβλεπόμενων *αντικειμενικοτήτων*.

Συνοπτικά, ο εσωτερικός ορίζοντας, θεωρούμενος νοηματικά, είναι το σύνολο των νοημάτων που παρουσιάζουν ένα αντικείμενο ταυτόσημο με το αντικείμενο που παρουσιάζεται άμεσα στη στιγμιαία φάση της συνείδησης· τα νοήματα αυτά συνδυάζονται με την άμεσα παρουσιαζόμενη εμφάνιση για να προσδιορίσουν το *αντικειμενικό νόημα* του αποβλεπόμενου αντικειμένου ως όλου. Ο εξωτερικός ορίζοντας, αντιθέτως, είναι το σύνολο των νοημάτων που παρουσιάζουν άλλα αντικείμενα, μερικά από τα οποία συνδέονται με δεσμούς συνάφειας προς το αποβλεπόμενο αντικείμενο και μερικά όχι. Ο ύστατος εξωτερικός ορίζοντας του βιώματος είναι ο κόσμος, θεωρούμενος φαινομενολογικά ως ο ορίζοντας νοήματος μέσα στον οποίο τοποθετούνται όλες οι νοηματικά έγκυρες οντότητες.

*Βλ. επίσης:* ΝΟΗΜΑ (NOEMA)· ΝΟΗΣΗ (NOESIS)· ΘΕΜΑ (THEME).

*HORIZON.* The term “horizon” has both a noetic and noematic
significance. Noetically, the horizon is the *intentional *reference to
other *acts *or act-phases whose *senses *both contribute to the present
*apprehension *of the direct *object *of *consciousness *and present a
more or less indeterminate context of indirectly intended, co-given
objects. The *temporality *of consciousness is central to understanding
the horizon from a noetic perspective. Every *experience *has a horizon
of the before and after, and the before and after experiences include
their *intentional content*, by virtue of which we can speak of horizons
as well from a noematic perspective. Noematically, the horizon is what
is given in experience—but not directly thematized— as contributing to
the sense of the object thematized or the *appearance *directly given in
the *momentary phase *of consciousness; it is both what transcends the
genuinely given in any momentary *presentation *of the object and
contributes to our *sense *of both the object and its surroundings or
context.

More specifically, Husserl distinguishes between what he calls the inner
and outer horizons. The inner horizon—by virtue of the three-fold
structure of the *living present*—intentionally refers to other
appearances or presentations of the identical *intended object*. For
example, the momentary perceptual phase in vision presents one side or
aspect of the object from a particular perspective. This momentary
phase, however, has intentional connections to past presentations of
other sides of this same object, and it has intentional connections as
well to possible presentations of the object that might arise in the
course of a continued perceptual inspection. This noetic structure
allows one to say from a noematic standpoint that the genuinely and
directly appearing side refers beyond itself to its other sides and
aspects. The inner horizon, in other words, unites in a single awareness
a multiplicity of differentiated senses internal to the total
*significance *the identical object has for us. The experience
{97} including its inner horizons thereby presents the object that is the
identity proper to these unified senses.

The outer horizon, on the other hand, intentionally refers to other
objects in the “surroundings” of the object that is the thematic concern
of consciousness. These surroundings may be a spatial field—a background
of other objects—in and against which the perceived object stands out.
But it might also be, say, a context for a *judgment*, a context, for
example, comprising relevant judgments about similar objects or
comprising other judgments belonging to a theory in which the present
judgment will take its place. At the most general level, the outer
horizon comprises intentions presenting other objects that co-inhabit
the *world *with the intended object. This view of outer horizons also
has its noematic counterpart in the view that the world is the ultimate
horizon of all intended *objectivities*.

In summary, the inner horizon considered noematically is the set of
senses that present an object identical to the object directly presented
in the momentary phase of consciousness, which senses combine with the
directly presented appearance in determining the *objective sense *of
the intended object as a whole. The outer horizon, on the other hand, is
the set of senses that present other objects, some of which are
connected by bonds of relevance to the intended object and some of which
are not. The ultimate outer horizon of experience is the world, considered
phenomenologically as the horizon of sense in which all meaningful entities
are situated. /See also NOEMA/; /NOESIS/; THEME.

[John J. Drummond, *Historical Dictionary of Husserl’s Philosophy*]

--------------------
[Πέρα από το νόημα (noema) μιας εμπειρίας, ο Χούσσερλ λέει ότι βρίσκεται «ένα ακόμη θεμελιώδες γνώρισμα της αποβλεπτικότητας»: αυτό που αποκαλεί ορίζοντα της εμπειρίας. Ενεργήματα που κατευθύνονται προς ορισμένα είδη αντικειμένων – κατεξοχήν προς φυσικά αντικείμενα – παριστούν τα αντικείμενά τους ως «υπερβατικά» (transcendent), ως όντα που είναι κάτι «περισσότερο» από όσα το Sinn του ενεργήματος ρητώς προσδιορίζει. Μια τέτοια αποβλεπτική εμπειρία παραπέμπει έτσι σε έναν «ορίζοντα» περαιτέρω δυνατοτήτων σχετικά με το αντικείμενο και, συνεπώς, σε έναν αντίστοιχο «ορίζοντα» περαιτέρω δυνατών εμπειριών αυτού του αντικειμένου. Και χάρη σε μια ορισμένη «απροσδιοριστία» στο νοηματικό Sinn ενός ενεργήματος διαθέτει αυτό έναν τέτοιο ορίζοντα.

Τα δέντρα, για παράδειγμα, είναι υπερβατικά αντικείμενα. Όταν βλέπω ένα δέντρο, πολλά γνωρίσματα της πίσω πλευράς του παραμένουν κρυμμένα από την όρασή μου και δεν προσδιορίζονται στην αντίληψή μου. Επιπλέον, γνωρίζω ελάχιστα για την εσωτερική χημεία του δέντρου και ακόμη λιγότερα για την ιστορία αυτού του συγκεκριμένου δέντρου. Παρ’ όλα αυτά, το ίδιο το δέντρο έχει μια πίσω πλευρά, μια εσωτερική χημεία και μια ιστορία· έτσι, το δέντρο που βλέπω υπερβαίνει ή «ξεπερνά» την αντίληψή μου γι’ αυτό. Υπό αυτή την έννοια, όπως λέει ο Χούσσερλ, το δέντρο όπως παρουσιάζεται στην αντίληψή μου είναι ατελώς «καθορισμένο» ή εν μέρει «απροσδιόριστο». Ή, ακριβέστερα, υπάρχει μια «απροσδιοριστία» στο κατηγορηματικό περιεχόμενο του Sinn της αντίληψής μου: το Sinn προσδιορίζει ορισμένες ιδιότητες του δέντρου, αλλά αφήνει ανοικτή ή απροσδιόριστη την πλήρη φύση του αντικειμένου που προσδιορίζει. (Ideas, §44· CM, §§19–20· EJ, §§8, 21c.)

… … …

Δυνάμει της αίσθησης απροσδιοριστίας που ενυπάρχει στο νοηματικό της Sinn, μια εμπειρία όπως η αντίληψη «προδιαγράφει» ένα σύνολο περαιτέρω δυνατών ιδιοτήτων του αντικειμένου της, οι οποίες μπορούν να δοθούν σε περαιτέρω δυνατές αντιλήψεις του ίδιου αντικειμένου. Αυτές τις περαιτέρω ιδιότητες του αντικειμένου – οι οποίες αφήνονται ανοικτές, αλλά ταυτόχρονα οριοθετούνται από το Sinn – ο Χούσσερλ τις αποκαλεί ορίζοντα του αντικειμένου όπως αυτό παρίσταται στην εμπειρία. Αντιστοίχως, αποκαλεί ορίζοντα της εμπειρίας τις περαιτέρω δυνατές αντιλήψεις – συμβατές με ό,τι προσδιορίζεται στην εμπειρία και «κινητοποιούμενες» από αυτό. Αν και αυτή η έννοια του ορίζοντα, ή αυτό το ζεύγος εννοιών, μπορεί να γενικευθεί, ο Χούσσερλ την αναπτύσσει κυρίως στην περίπτωση της αντίληψης. (Πρβλ. CM, §§19, 20· EJ, §8.)

Ας εξετάσουμε ξανά την περίπτωση όπου βλέπω αυτή την ανθισμένη μηλιά. Όπως τονίζει ο Χούσσερλ, ένα πράγμα μπορεί να ιδωθεί κάθε φορά μόνο από μία πλευρά ή «υπό μία όψη». Ωστόσο, ό,τι είναι «αυθεντικά δοσμένο», ή δοσμένο με αισθητηριακή ενάργεια, βιώνεται ως περιβαλλόμενο από έναν «ορίζοντα» όσων είναι «συνδοσμένα» (co-given) χωρίς αισθητηριακή ενάργεια – όπως, για παράδειγμα, τα φύλλα και τα χρώματά τους που αναμένω ότι θα μπορούσαν να βρίσκονται στην πίσω πλευρά του δέντρου. Αυτός ο ορίζοντας περαιτέρω όψεων ή ιδιοτήτων του δέντρου είναι ο ίδιος απροσδιόριστος: το ακριβές σχήμα, το χρώμα και η πυκνότητα των φύλλων στην πίσω πλευρά του δέντρου, για παράδειγμα, δεν προδιαγράφονται με ακρίβεια από το Sinn της παρούσας εμπειρίας μου. Και ο ορίζοντας είναι ανοικτός: καθώς περπατώ γύρω από το δέντρο και ανακαλύπτω με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιες είναι οι περαιτέρω ιδιότητές του, το Sinn κάθε νέας εμπειρίας θα προδιαγράφει νέες δυνατότητες που δεν κινητοποιούνταν από τις προηγούμενες αντιλήψεις. (Πρβλ. Ideas, §44· CM, §19.)

Ο ορίζοντας του δέντρου, όπως δίνεται στην αντίληψή μου, περιλαμβάνει αυτό που ο Χούσσερλ αποκαλεί «εσωτερικό» και «εξωτερικό» ορίζοντα (EJ, §§8, 22). Ο εσωτερικός ορίζοντας συνίσταται σε δυνατές περαιτέρω μη σχεσιακές ιδιότητες του αντικειμένου. Περιλαμβάνει ιδιότητες που θα μπορούσαν να δοθούν σε περαιτέρω αντιλήψεις, όπως τα χρώματα των φύλλων και των ανθών στην πίσω πλευρά του δέντρου, αλλά και – αν υπερβούμε το αυστηρά αντιληπτικό τμήμα του ορίζοντα – μη παρατηρήσιμες ιδιότητες, όπως εκείνες που αφορούν τη χημική σύσταση του δέντρου. Ο εξωτερικός ορίζοντας συνίσταται στις δυνατές σχέσεις του αντικειμένου με άλλα πράγματα, συμπεριλαμβανομένων πραγμάτων που δεν παρίστανται ρητώς στην αντίληψη. Ο εξωτερικός ορίζοντας είναι σημαντικός, διότι αντανακλά το γεγονός ότι τα αντικείμενα δεν γίνονται αντιληπτά ως απομονωμένα πράγματα αλλά ως πράγματα που υπάρχουν μέσα στον φυσικό κόσμο και, ως εκ τούτου, ως σχετιζόμενα με κάθε άλλο φυσικό πράγμα. Έτσι, ο εξωτερικός ορίζοντας μπορεί να περιλαμβάνει πολλά είδη σχεσιακών ιδιοτήτων: το να βρίσκεται δίπλα στη ροδακινιά, το να βρίσκεται πέρα από τον λόφο σε σχέση με μια άλλη ανθισμένη μηλιά, το να φιλοξενεί ένα ζευγάρι πένθιμων τρυγονιών, το να έχει φυτευθεί από τον Johnny Appleseed, και ούτω καθεξής· το «και ούτω καθεξής» δηλώνει τον έσχατο εξωτερικό ορίζοντα του δέντρου, δηλαδή τις σχέσεις του προς «τον κόσμο», όπως αυτές προδιαγράφονται πολύ αόριστα και απροσδιόριστα στην αντίληψη.

… … …

Η έννοια του ορίζοντα επεκτείνει τη φαινομενολογία του Χούσσερλ και τη θεωρία του περί αποβλεπτικότητας μέσω του νοήματος (noema). Στην πραγματικότητα, ο Χούσσερλ συγκροτεί μια διακλαδωμένη θεωρία της αποβλεπτικότητας: το πρώτο επίπεδο της θεωρίας αφορά τα ενεργήματα, τον αποβλεπτικό χαρακτήρα και τις αποβλεπτικές σχέσεις· το δεύτερο επίπεδο αφορά το νόημα (noema) και τον τρόπο με τον οποίο το Sinn προσδιορίζει ένα αντικείμενο· και το τρίτο επίπεδο αφορά τον ορίζοντα των δυνατοτήτων του αντικειμένου που αφήνονται ανοικτές από το Sinn. Για να αποσαφηνίσουμε, λοιπόν, την αποβλεπτικότητα μιας εμπειρίας, πρέπει να εξετάσουμε όχι μόνο την εμπειρία, τον αποβλεπτικό της χαρακτήρα και το νοηματικό της Sinn, αλλά και τον ορίζοντά της από περαιτέρω δυνατές εμπειρίες του αντικειμένου όπως αυτό συγκροτείται μέσα στην εμπειρία.]

[Beyond the noema of an experience, Husserl says, lies “another fundamental trait of intentionality”: what he calls the horizon of the experience. Acts directed toward certain sorts of objects – paradigmatically physical objects – represent their objects as “transcendent”, as being “more” than what the Sinn of the act explicitly prescribes. Such an intentional experience thus points toward a “horizon” of further possibilities regarding the object, and hence toward a corresponding “horizon” of further possible experiences of that object. And it is thanks to a certain “indeterminacy” in the noematic Sinn of an act that it has such a horizon.

Trees, for instance, are transcendent objects. When I see a tree, there are many features of its back side that are hidden from my view and not specified in my perception. Moreover, I know little of the internal chemistry of the tree, and even less of this particular tree’s history. Nonetheless, the tree itself has a back side, an internal chemistry, and a history; and so the tree I see outruns or “transcends” my perception of it. In this sense, as Husserl says, the tree as presented in my perception is incompletely “determined”, or partly “indeterminate”. Or better, there is an “indeterminacy” in the predicative content of the Sinn of my perception: the Sinn prescribes certain of the tree’s properties but leaves open, or indeterminate, the full nature of the object it prescribes. (Ideas, §44; CM, §§19-20; EJ, §§8, 21c.)

… … …

By virtue of the sense of indeterminacy in its noematic Sinn, an experience like perception “predelineates” an array of further possible properties of its object, which may be given in further possible perceptions of that same object. These further properties of the object – left open, yet delimited, by the Sinn – Husserl calls the horizon of the object as represented in the experience. Correspondingly, he calls the further possible perceptions – compatible with and “motivated” by what is prescribed in the experience – the horizon of the experience. Although this notion of horizon, or pair of notions, may be generalized, Husserl expounds it for the case of perception. (Cf. CM, §§19, 20; EJ, §8).

Consider again my seeing this blooming apple tree. As Husserl stresses, a thing can be seen only from one side at a time, or “in one aspect”. Yet what is “genuinely given”, or given with sensory evidence, is experienced as surrounded by a “horizon” of what is “co-given” without sensory evidence – such as the leaves and their colors that I expect might be found on the tree’s back side. This horizon of further aspects or properties of the tree is itself indeterminate: the exact shapes, colors, and density of leaves on the back side of the tree, for instance, are not precisely predelineated by the Sinn of my present experience. And the horizon is open-ended: as I walk around the tree and discover more precisely what its further properties are, the Sinn of each new experience will predelineate still further possibilities not motivated by preceding perceptions. (Cf.Ideas, §44; CM, §19.)

The horizon of the tree, as given in my perception, includes what Husserl calls an “internal” and an “external” horizon (EJ, §§8, 22). The internal horizon consists of possible further nonrelational properties of the object. It includes properties that could be given in further perceptions, such as colors of leaves and blossoms on the back side of the tree, and also – if we go beyond the strictly perceptual part of the horizon – non-observable properties such as those concerning the tree’s chemical composition. The external horizon consists of the object’s possible relations to other things, including things not explicitly represented in the perception. The external horizon is important, for it reflects the fact that objects are not perceived as solitary things but as things existing in the natural world and as therefore being related to every other natural thing. Thus, the external horizon could include many kinds of relational properties: being next to the peach tree, being over the hill from another blooming apple tree, harboring a pair of mourning doves, having been planted by Johnny Appleseed, and so on – the ‘and so on’ denoting the tree’s ultimate external horizon, its relations to “the world” as very vaguely and indeterminately predelineated in the perception.

… … …

The notion of horizon extends Husserl’s phenomenology and his theory of intentionality via noema. In effect, Husserl constructs a ramified theory of intentionality: the first level of theory concerns acts, intentional character, and intentional relations; the second level concerns the noema and the Sinn’s prescription of an object; and the third level concerns the horizon of possibilities for the object that are left open by the Sinn. To explicate the intentionality of an experience, then, we must address not only the experience, its intentional character, and its noematic Sinn, but also its horizon of further possible experiences of the object as constituted in the experience.

Ronald McIntyre and David Woodruff Smith - Theory of Intentionality (https://consc.net/event/neh/papers/smith2.pdf)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.