[Ordeal | Encyclopedia.com](https://www.encyclopedia.com/social-sciences-and-law/law/law/ordeal)
[Trial by ordeal - Wikipedia](https://en.wikipedia.org/wiki/Trial_by_ordeal)
ordeal = δοκιμασία δια πυρός και σιδήρου, θεοκρισία, κρίση διά δοκιμασίας
Στο εθιμικό δίκαιο, δοκιμασία για την εξακρίβωση της ενοχής ή της αθωότητας, κατά την οποία ο κατηγορούμενος υποβάλλεται σε επικίνδυνες ή επώδυνες δοκιμές, οι οποίες θεωρείται ότι τελούν υπό υπερφυσικό έλεγχο. Οι δοκιμασίες διά πυρός ή ύδατος είναι οι συνηθέστερες. Τα εγκαύματα που υφίσταται κάποιος κατά τη διέλευσή του από τη φωτιά (όπως στο ινδουιστικό έθιμο) ή η απόρριψή του από ένα σώμα νερού (δηλαδή η επίπλευσή του, όπως στις δίκες μαγισσών) θεωρούνταν αποδείξεις ενοχής. Στη δοκιμασία διά μονομαχίας, όπως στη μεσαιωνική δικαστική μονομαχία, ο νικητής θεωρείται ότι επικρατεί όχι χάρη στη δική του δύναμη, αλλά επειδή υπερφυσικές δυνάμεις έχουν επέμβει υπέρ του δικαίου και της ορθής πλευράς.
ordeal (δοκιμασία, βάσανος, δεινοπάθημα)
In customary law, a test of guilt or innocence in which the accused undergoes dangerous or painful tests believed to be under supernatural control. Ordeals by fire or water are the most common. Burns suffered while passing through fire (as in Hindu custom) or rejection (i.e., being buoyed up) by a body of water (as in witch trials) would be regarded as proof of guilt. In ordeal by combat, as in the medieval duel, the victor is said to win not by his own strength but because supernatural powers have intervened on the side of the right.
--------------------
δοκιμασία διά θεοκρισίας (ordeal)
μέθοδος δικαστικής δοκιμασίας
Επίσης γνωστή ως: δοκιμασία διά θεοκρισίας (trial by ordeal)
Η δοκιμασία διά θεοκρισίας (ordeal) είναι μια διαδικασία δίκης ή εξακρίβωσης της αλήθειας ενός ισχυρισμού ή μιας κατηγορίας μέσω διαφόρων μέσων, η οποία βασίζεται στην πεποίθηση ότι η έκβασή της αντανακλά την κρίση υπερφυσικών δυνάμεων και ότι οι δυνάμεις αυτές θα εξασφαλίσουν την επικράτηση του δικαίου. Αν και μια τέτοια δοκιμασία συχνά συνεπάγεται θανατηφόρες συνέπειες, ο σκοπός της δεν είναι η τιμωρία.
Οι κυριότεροι τύποι δοκιμασίας είναι η δοκιμασία μέσω μαντείας, η δοκιμασία μέσω σωματικής δοκιμής και η δοκιμασία μέσω μάχης. Μια βερμανική δοκιμασία μέσω μαντείας συνίσταται στο να δοθούν σε δύο αντιδίκους κεριά ίσου μεγέθους, τα οποία ανάβονται ταυτόχρονα· ο κάτοχος του κεριού που θα καεί περισσότερο από το άλλο θεωρείται ότι κερδίζει την υπόθεσή του. Μια άλλη μορφή δοκιμασίας μέσω μαντείας είναι η επίκληση του πτώματος για την αποκάλυψη του δολοφόνου του. Η δοκιμασία της νεκρικής κλίνης (bier ordeal) στη μεσαιωνική Ευρώπη βασιζόταν στην πεποίθηση ότι μια συμπαθητική ενέργεια του αίματος το προκαλεί να ρεύσει όταν το αγγίζει ή το πλησιάζει ο δολοφόνος.
Η δοκιμασία μέσω σωματικής δοκιμής, ιδίως διά πυρός ή ύδατος, είναι η συνηθέστερη. Στους ινδουιστικούς κώδικες μια σύζυγος μπορεί να υποχρεωθεί να περάσει μέσα από φωτιά προκειμένου να αποδείξει την πίστη της σε έναν ζηλότυπο σύζυγο· ίχνη εγκαυμάτων θεωρούνται απόδειξη ενοχής. Η πρακτική της βύθισης υπόπτων για μαγεία στο νερό βασιζόταν στην αντίληψη ότι το νερό, ως μέσο του βαπτίσματος, θα «δεχόταν» τον αθώο και θα «απέρριπτε» τον ένοχο, κρατώντας τον στην επιφάνεια.
Στη δοκιμασία διά μάχης ή τελετουργικής μονομαχίας, ο νικητής θεωρείται ότι επικρατεί όχι χάρη στη δική του δύναμη αλλά επειδή υπερφυσικές δυνάμεις έχουν επέμβει υπέρ της δίκαιης πλευράς. Αυτό συνέβαινε, για παράδειγμα, στη μονομαχία του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, όπου πιστευόταν ότι η «κρίση του Θεού» (judgment of God) καθόριζε τον νικητή. Εάν ο ηττημένος επιζούσε από τη μονομαχία, μπορούσε να απαγχονιστεί ή να καεί στην πυρά για ποινικό αδίκημα ή, σε αστικές υποθέσεις, να υποστεί ακρωτηριασμό του χεριού και δήμευση της περιουσίας του.
[ordeal
trial method
Also known as: trial by ordeal
Britannica Editors
History
ordeal, a trial or judgment of the truth of some claim or accusation by various means based on the belief that the outcome will reflect the judgment of supernatural powers and that these powers will ensure the triumph of right. Although fatal consequences often attend an ordeal, its purpose is not punitive.
The main types of ordeal are ordeals by divination, physical test, and battle. A Burmese ordeal by divination involves two parties being furnished with candles of equal size and lighted simultaneously; the owner of the candle that outlasts the other is adjudged to have won his cause. Another form of ordeal by divination is the appeal to the corpse for the discovery of its murderer. The ordeal of the bier in medieval Europe was founded on the belief that a sympathetic action of the blood causes it to flow at the touch or nearness of the murderer.
The ordeal by physical test, particularly by fire or water, is the most common. In Hindu codes a wife may be required to pass through fire to prove her fidelity to a jealous husband; traces of burning would be regarded as proof of guilt. The practice of dunking suspected witches was based on the notion that water, as the medium of baptism, would “accept,” or receive, the innocent and “reject,” or buoy, the guilty.
In ordeal by combat, or ritual combat, the victor is said to win not by his own strength but because supernatural powers have intervened on the side of the right, as in the duel in the European Middle Ages in which the “judgment of God” was thought to determine the winner. If still alive after the combat, the loser might be hanged or burned for a criminal offense or have a hand cut off and property confiscated in civil actions.](https://www.britannica.com/topic/ordeal)
--------------------
Η δίκη διά θεοκρισίας (*trial by ordeal*) ήταν μια αρχαία δικαστική πρακτική, με την οποία η ενοχή ή η αθωότητα του κατηγορουμένου (που αποκαλείται *proband*) καθοριζόταν μέσω της υποβολής του σε μια επώδυνη ή, τουλάχιστον, δυσάρεστη και συνήθως επικίνδυνη δοκιμασία. Στη μεσαιωνική Ευρώπη, όπως και η δίκη διά μονομαχίας (*trial by combat*), η δίκη διά θεοκρισίας —όπως η δοκιμασία μέσω αιμορραγίας του πτώματος (*cruentation*)— θεωρούνταν ενίοτε «κρίση του Θεού» (λατ. *judicium Dei*, παλαιοαγγλ. *Godes dom*): μια διαδικασία βασισμένη στην παραδοχή ότι ο Θεός θα βοηθούσε τον αθώο επιτελώντας ένα θαύμα προς όφελός του.
Η πρακτική αυτή έχει πολύ αρχαιότερες ρίζες, καθώς μαρτυρείται ήδη στον Κώδικα του Χαμουραμπί και στον Κώδικα του Ουρ-Ναμμού.
Στις προβιομηχανικές κοινωνίες, η δοκιμασία διά θεοκρισίας συγκαταλεγόταν, μαζί με τον όρκο και τη μαρτυρία μαρτύρων, στα βασικά μέσα για την έκδοση δικαστικής απόφασης. Πράγματι, ο ίδιος ο όρος *ordeal* (παλαιοαγγλ. *ordǣl*) σήμαινε «κρίση» ή «δικαστική απόφαση», προερχόμενος από το πρωτοδυτικογερμανικό *uʀdailī* (πρβλ. γερμ. *Urteil*, ολλ. *oordeel*), το οποίο ανάγεται τελικά στο πρωτογερμανικό *uzdailiją*, δηλαδή «αυτό που έχει απονεμηθεί» ή «αυτό που έχει κριθεί».
Η συμμετοχή του κλήρου στις δοκιμασίες διά πυρός και ύδατος απαγορεύθηκε από τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ κατά την Τέταρτη Σύνοδο του Λατερανού το 1215 και αντικαταστάθηκε από τη διαδικασία της συναπόδειξης διά όρκων (*compurgation*). Κατά την ύστερη μεσαιωνική περίοδο οι δίκες διά θεοκρισίας έγιναν ολοένα και σπανιότερες, χωρίς όμως να εγκαταλειφθούν πλήρως πριν από τον 16ο αιώνα. Ορισμένες μορφές τους εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται έως και τον 17ο αιώνα στο πλαίσιο των διώξεων για μαγεία.
[Trial by ordeal was an ancient judicial practice by which the guilt or innocence of the accused (called a "proband"[1]) was determined by subjecting them to a painful, or at least an unpleasant, usually dangerous experience. In medieval Europe, like trial by combat, trial by ordeal, such as cruentation, was sometimes considered a "judgement of God" (Latin: jūdicium Deī, Old English: Godes dōm): a procedure based on the premise that God would help the innocent by performing a miracle on their behalf. The practice has much earlier roots, attested to as far back as the Code of Hammurabi and the Code of Ur-Nammu.
In pre-industrial society, the ordeal typically ranked along with the oath and witness accounts as the central means by which to reach a judicial verdict. Indeed, the term ordeal, Old English ordǣl, has the meaning of "judgment, verdict" from Proto-West Germanic uʀdailī (see German: Urteil, Dutch: oordeel), ultimately from Proto-Germanic *uzdailiją "that which is dealt out".
Priestly cooperation in trials by fire and water was forbidden by Pope Innocent III at the Fourth Council of the Lateran of 1215 and replaced by compurgation. Trials by ordeal became rarer over the Late Middle Ages, but the practice was not discontinued until the 16th century. Certain trials by ordeal would continue to be used into the 17th century in witch-hunts.[2]](https://en.wikipedia.org/wiki/Trial_by_ordeal)
Κυριακή 28 Ιουνίου 2026
ordeal = δοκιμασία δια πυρός και σιδήρου, θεοκρισία, κρίση διά δοκιμασίας
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.