Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μισθωτή εργασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μισθωτή εργασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Σχέση εργάτη-καπιταλιστή

Προφανώς, ο εργάτης δεν μπορεί να παράγει χωρίς τις αντικειμενικές
{202} συνθήκες της εργασίας. [VII-41] Αυτές είναι πλέον διαχωρισμένες από
τον ίδιο με τη μορφή κεφαλαίου και αντιπαρατίθενται σε αυτόν
ανεξάρτητα. Μπορεί να σχετίζεται με αυτές ως συνθήκες εργασίας μόνο
στον βαθμό που η ίδια η εργασία του έχει προηγουμένως ιδιοποιηθεί από
το κεφάλαιο. Από τη σκοπιά του κεφαλαίου, οι αντικειμενικές συνθήκες
της εργασίας δεν εμφανίζονται ως αναγκαίες για τον εργάτη. Αυτό που
είναι ουσιώδες γι’ αυτό είναι να υπάρχουν ανεξάρτητα απέναντί του,
να είναι διαχωρισμένες από αυτόν, να ανήκουν στον καπιταλιστή
,
και ότι αυτός ο διαχωρισμός θα μπορούσε να καταργηθεί μόνο με την
παράδοση από τον εργάτη της παραγωγικής του δύναμης στο κεφάλαιο, με
αντάλλαγμα το κεφάλαιο να τον συντηρεί ως αφηρημένη εργασιακή
ικανότητα
, δηλαδή ακριβώς ως μια απλή ικανότητα να αναπαράγει τον
πλούτο ως δύναμη που κυριαρχεί πάνω σε αυτή την ικανότητα και
αντιπαρατίθεται σε αυτήν με τη μορφή του κεφαλαίου.

Obviously, the worker cannot produce without the objective
{202} conditions of labour. [VII-41] These are now separated from him in the
form of capital and independently confront him. He can relate himself to
them as conditions of labour only in so far as his labour itself has
previously been appropriated by capital. From the standpoint of capital,
the objective conditions of labour do not appear as necessary for the
worker. What is essential to it is that they should /exist independently
over against him, that he should be separated from them, that they
should be owned by the capitalist, /and that this separation could only
be abolished by his giving up his productive power to capital, in return
for which capital should maintain him as abstract labour capacity, i.e.,
precisely as a mere capacity to reproduce wealth as a force dominating
that capacity and confronting it in the form of capital.

[Karl Marx, MECW 29: 201] 

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Όπως η εργασία των δούλων, όπως η εργασία των δουλοπάροικων, η μισθωτή εργασία δεν είναι παρά μια παροδική και κατώτερη μορφή, που προορίζεται να εξαφανιστεί από την συνεταιριστική εργασία που κοπιάζει με πρόθυμο χέρι, έτοιμο νου και χαρούμενη καρδιά.

> Όπως η εργασία των δούλων, όπως η εργασία των δουλοπάροικων, η μισθωτή
εργασία δεν είναι παρά μια παροδική και κατώτερη μορφή, που προορίζεται να
εξαφανιστεί από τη συνεταιριστική εργασία που κοπιάζει με πρόθυμο χέρι,
έτοιμο νου και χαρούμενη καρδιά.

> ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την
ίδια την εργατική τάξη...ότι η οικονομική υποταγή του ανθρώπου
της εργασίας στον μονοπωλητή των μέσων εργασίας... βρίσκεται στη
βάση της υποτέλειας σε όλες τις μορφές της κοινωνικής δυστυχίας, ψυχικής
υποβάθμισης και πολιτικής εξάρτησης. Ότι η οικονομική χειραφέτηση
της εργατικής τάξης είναι λοιπόν το μεγάλο τέλος στο οποίο κάθε
πολιτικό κίνημα πρέπει να είναι εξαρτώμενο ως μέσο. Ότι όλες αυτές
οι προσπάθειες που στοχεύουν σε αυτό το σπουδαίο τέλος έχουν αποτύχει
μέχρι στιγμής λόγω έλλειψης
αλληλεγγύης μεταξύ των πολλαπλών διαιρέσεων της εργασίας σε κάθε χώρα,
και λόγω απουσίας ενός αδελφικού δεσμού ένωσης μεταξύ των
εργατικών τάξεων των διάφορων χωρών....για αυτά τα μέσα οι
υπογράφοντες... έχουν λάβει τα αναγκαία βήματα για την ίδρυση της
Διεθνούς Ένωσης των Εργατών. (Ι. Βερολίνο, 185)

Karl Marx, Εναρκτήρια Ομιλία, 1864

[The International after 150 Years: Labor vs capital, then and now](https://www.academia.edu/165265681/The_International_after_150_Years_Labor_vs_capital_then_and_now)

[1864: Η ίδρυση της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών | Ημεροδρόμος](https://www.imerodromos.gr/1864-h-idrush-ths-diethnous-enoshs-ton-ergaton/)

[ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ των ΕΡΓΑΤΩΝ - Μαρξιστικός Χώρος](https://www.maxome.gr/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CE%B5%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%BD/)

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Η καπιταλιστική εποχή χαρακτηρίζεται, επομένως, από το γεγονός ότι η εργατική δύναμη λαμβάνει, στα μάτια του ίδιου του εργάτη, τη μορφή ενός εμπορεύματος που αποτελεί ιδιοκτησία του· κατά συνέπεια, η εργασία του γίνεται μισθωτή εργασία.

Οι ιστορικές προϋποθέσεις της ύπαρξής του [κεφαλαίου] δε δίνονται καθόλου με την απλή κυκλοφορία του χρήματος και των εμπορευμάτων. Το κεφάλαιο μπορεί να εμφανιστεί μόνο όταν ο κάτοχος των μέσων παραγωγής και των μέσων συντήρησης συναντήσει στην αγορά τον ελεύθερο εργάτη που πουλά την εργατική του δύναμη. Και αυτή η μία ιστορική προϋπόθεση συμπυκνώνει μέσα της μια ολόκληρη παγκόσμια ιστορία. Το κεφάλαιο, επομένως, από την πρώτη κιόλας εμφάνισή του αναγγέλλει μια νέα εποχή στη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής.^1)

^1) Η καπιταλιστική εποχή χαρακτηρίζεται, επομένως, από το γεγονός ότι η εργατική δύναμη λαμβάνει, στα μάτια του ίδιου του εργάτη, τη μορφή ενός εμπορεύματος που αποτελεί ιδιοκτησία του· κατά συνέπεια, η εργασία του γίνεται μισθωτή εργασία. Από την άλλη πλευρά, μόνο από αυτή τη στιγμή και μετά το προϊόν της εργασίας γίνεται καθολικά εμπόρευμα.

The historical conditions of its [capital's] existence are by no means given with
the mere circulation of money and commodities. It can spring into life,
only when the owner of the means of production and subsistence meets in
the market with the free labourer selling his labour power. And this one
historical condition comprises a world's history. Capital, therefore,
announces from its first appearance a new epoch in the process of social
production.^1)

^1) The capitalist epoch is therefore characterised by this, that
labour power takes in the eyes of the labourer himself the form of a
commodity which is his property, his labour consequently becomes wage
labour. On the other hand, it is only from this moment that the produce
of labour universally becomes a commodity. [MECW 35, p. 180] 

 

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Στην πραγματικότητα, η καπιταλιστική παραγωγή είναι εμπορευματική παραγωγή ως η γενική μορφή της παραγωγής. Είναι όμως τέτοια και γίνεται ολοένα και περισσότερο τέτοια κατά την πορεία της ανάπτυξής της μόνο επειδή εδώ η ίδια η εργασία εμφανίζεται ως εμπόρευμα, επειδή ο εργάτης πουλά την εργασία του, δηλαδή τη λειτουργία της εργατικής του δύναμης, και η προϋπόθεσή μας είναι ότι την πουλά στην αξία της, η οποία καθορίζεται από το κόστος αναπαραγωγής της. Στον βαθμό που η εργασία γίνεται μισθωτή εργασία, ο παραγωγός γίνεται βιομηχανικός καπιταλιστής. Για τον λόγο αυτό η καπιταλιστική παραγωγή (και επομένως επίσης η εμπορευματική παραγωγή) δεν αποκτά την πλήρη έκτασή της παρά μόνο όταν και ο άμεσος αγροτικός παραγωγός γίνεται επίσης μισθωτός εργάτης.

Τρίτον, η χρηματική οικονομία είναι κοινή σε κάθε εμπορευματική παραγωγή και το προϊόν εμφανίζεται ως εμπόρευμα στους πιο διαφορετικούς οργανισμούς κοινωνικής παραγωγής. Κατά συνέπεια, εκείνο που θα χαρακτήριζε την καπιταλιστική παραγωγή θα ήταν τότε μόνο ο βαθμός στον οποίο το προϊόν δημιουργείται ως αντικείμενο εμπορίου, ως εμπόρευμα, και, επομένως, επίσης ο βαθμός στον οποίο τα ίδια τα συστατικά του στοιχεία πρέπει να εισέλθουν εκ νέου, ως αντικείμενα εμπορίου, ως εμπορεύματα, στην οικονομία από την οποία προέρχεται.

Στην πραγματικότητα, η καπιταλιστική παραγωγή είναι εμπορευματική παραγωγή ως η γενική μορφή της παραγωγής. Είναι όμως τέτοια και γίνεται ολοένα και περισσότερο τέτοια κατά την πορεία της ανάπτυξής της μόνο επειδή εδώ η ίδια η εργασία εμφανίζεται ως εμπόρευμα, επειδή ο εργάτης πουλά την εργασία του, δηλαδή τη λειτουργία της εργατικής του δύναμης, και η προϋπόθεσή μας είναι ότι την πουλά στην αξία της, η οποία καθορίζεται από το κόστος αναπαραγωγής της. Στον βαθμό που η εργασία γίνεται μισθωτή εργασία, ο παραγωγός γίνεται βιομηχανικός καπιταλιστής. Για τον λόγο αυτό η καπιταλιστική παραγωγή (και επομένως επίσης η εμπορευματική παραγωγή) δεν αποκτά την πλήρη έκτασή της παρά μόνο όταν και ο άμεσος αγροτικός παραγωγός γίνεται επίσης μισθωτός εργάτης.

Στη σχέση καπιταλιστή και μισθωτού εργάτη, η χρηματική σχέση, η σχέση μεταξύ αγοραστή και πωλητή, γίνεται μια σχέση εγγενής στην ίδια την παραγωγή. Όμως αυτή η σχέση έχει το θεμέλιό της στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και όχι στον τρόπο ανταλλαγής. Ο τελευταίος, αντίθετα, απορρέει από τον πρώτο. Είναι, ωστόσο, απολύτως σύμφωνο με τον αστικό ορίζοντα —όπου ο καθένας είναι απορροφημένος στις συναλλαγές και στις ύποπτες εμπορικές δοσοληψίες— να μην αντιλαμβάνεται ότι η βάση του τρόπου ανταλλαγής που του αντιστοιχεί βρίσκεται στον χαρακτήρα του τρόπου παραγωγής, αλλά να θεωρεί το αντίστροφο.^7)
[MECW 36, σσ. 121-122]

In the third place the money economy is common to all commodity
production and the product appears as a commodity in the most varied
organisms of social production. Consequently what characterises
capitalist production would then be only the extent to which the product
is created as an article of commerce, as a commodity, and hence the
extent also to which its own constituent elements must enter again as
articles of commerce, as commodities, into the economy from which it
emerges.

As a matter of fact capitalist production is commodity production as the
general form of production. But it is so and becomes so more and more in
the course of its development only because labour itself appears here as
a commodity, because the labourer sells his labour, that is, the
function of his labour power, and our assumption is that he sells it at
its value, determined by its cost of reproduction. To the extent that
labour becomes wage labour, the producer becomes an industrial
capitalist. For this reason capitalist production (and hence also
commodity production) does not reach its full scope until the direct
agricultural producer also becomes a wage labourer. In the relation of
capitalist and wage labourer, the money relation, the relation between
the buyer and the seller, becomes a relation inherent in production. But
this relation has its foundation in the social character of production,
not in the mode of exchange. The latter conversely emanates from the
former. It is, however, quite in keeping with the bourgeois horizon,
everyone being engrossed in the transaction of shady
business, not to see in the character of the mode of production the
basis of the mode of exchange corresponding to it, but vice versa.^7)
[vol. 36, pp. 121-22]


Επομένως, η συσσώρευση κεφαλαίου με τη μορφή χρήματος δεν είναι σε καμία περίπτωση μια υλική συσσώρευση των υλικών συνθηκών της εργασίας, αλλά η συσσώρευση τίτλων ιδιοκτησίας στην εργασία. Θέτει τη μελλοντική εργασία ως μισθωτή εργασία, ως αξία χρήσης του κεφαλαίου. Κανένα ισοδύναμο δεν υπάρχει για τη νέα αξία· η δυνατότητά του [υπάρχει] μόνο στη νέα εργασία.

Το *χρήμα*, εφόσον υπάρχει ήδη *καθεαυτό* ως κεφάλαιο, είναι επομένως απλώς μια *επιταγή για μελλοντική* (νέα) εργασία. | Ακριβώς όπως ο κρατικός πιστωτής, κάθε καπιταλιστής έχει στη νεοαποκτηθείσα αξία του μια επιταγή για μελλοντική εργασία και έχει ήδη οικειοποιηθεί τη μελλοντική εργασία με την ίδια την ιδιοποίηση της τρέχουσας εργασίας. | Επομένως, η συσσώρευση κεφαλαίου με τη μορφή χρήματος δεν είναι σε καμία περίπτωση μια υλική συσσώρευση των υλικών συνθηκών της εργασίας, αλλά η συσσώρευση τίτλων ιδιοκτησίας στην εργασία. Θέτει τη μελλοντική εργασία ως *μισθωτή εργασία*, ως αξία χρήσης του κεφαλαίου. Κανένα *ισοδύναμο* δεν υπάρχει για τη νέα αξία· η δυνατότητά του [υπάρχει] μόνο στη νέα [III-44] εργασία. [Karl Marx, MECW, τόμ. 28, 291 επ.]

/Money, /so far as it already exists /in itself /as capital, is thus merely a /draft on future /(new) labour. | Just like the State creditor, every capitalist possesses in his newly acquired value a draft on future labour, and has already appropriated future labour by the very appropriation of current labour. | The accumulation of capital in the form of money is therefore in no way a material accumulation of the material conditions of labour, but the accumulation of property titles to labour. It posits future labour as /wage labour, /as use value of capital. No /equivalent /exists for the newly created value; its possibility [exists] only in new [III-44] labour. [Karl Marx, MECW, vol. 28, 291ff]

 

το χρήμα είναι αναγκαίο για την πραγματοποίηση των συναλλαγών, αλλά από μόνο του δεν τις καθιστά δυνατές. Εκείνο που τις καθιστά δυνατές είναι ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας της εργατικής δύναμης από τα μέσα παραγωγής — μια κοινωνική και ταξική σχέση παραγωγής — η οποία επιτρέπει σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων (τους καπιταλιστές) να προσλαμβάνει μια άλλη ομάδα (τους εργάτες) με αντάλλαγμα έναν μισθό.

Υπό τις γενικότερες δυνατές συνθήκες, και ανεξάρτητα από το εμπόρευμα που παράγεται, οι βιομηχανικοί καπιταλιστές προκαταβάλλουν χρηματικό κεφάλαιο (Χ) προκειμένου να αγοράσουν εισροές εμπορευμάτων (Ε), συμπεριλαμβανομένων της εργατικής δύναμης (ΕΔ) και των μέσων παραγωγής (ΜΠ). Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν είναι το χρήμα ως χρήμα (δηλαδή το χρήμα στη λειτουργία του ως μέσο κυκλοφορίας ή πληρωμής) εκείνο που λειτουργεί ως κεφάλαιο στο παραπάνω κύκλωμα. Αντίθετα, **το χρήμα είναι αναγκαίο για την πραγματοποίηση των συναλλαγών, αλλά από μόνο του δεν τις καθιστά δυνατές. Εκείνο που τις καθιστά δυνατές είναι ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας της εργατικής δύναμης από τα μέσα παραγωγής — μια κοινωνική και ταξική σχέση παραγωγής — η οποία επιτρέπει σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων (τους καπιταλιστές) να προσλαμβάνει μια άλλη ομάδα (τους εργάτες) με αντάλλαγμα έναν μισθό.** Αυτό μπορεί να καταστεί σαφέστερο αν διαχωρίσουμε ρητά τα μέσα παραγωγής και την εργατική δύναμη στο κύκλωμα του κεφαλαίου:

*Χ – Ε [ΜΠ / ΕΔ] … Π … Ε΄ – Χ΄* [FSF-MC, 52]

Under the most general circumstances, and regardless of the commodity
produced, the industrial capitalists advance money capital (/M/) in
order to purchase commodity inputs (/C/), including labour power (/LP/)
and means of production (/MP/). It should be realised that it is not
money as money (money in its function as means of circulation or
payment) that operates as capital in the above circuit. Quite the
opposite. **Money is necessary for the transactions but does not in itself**
**make them possible. It is the separation in ownership of labour power**
**from the means of production - a social and class relation of production**
**- that allows a definite group of people (the capitalists) to hire**
**others (the workers) in exchange for a wage.** This can be stressed by
explicitly separating the means of production and labour power in the
circuit of capital:

/M - C [MP / LP] … P … C' - M'/ 

[Ben Fine and Alfredo Saad-Filho, Marx's Capital, 2004, p. 52]

(1) Το χρήμα μπορεί να μετατραπεί στις συνθήκες παραγωγής και ήδη, όπως είναι από μόνο του, αποτελεί απλώς μια αφηρημένη έκφραση των συνθηκών παραγωγής, της ύπαρξής τους ως αξίες, και (2) τα αντικειμενικά στοιχεία του πλούτου καθαυτά κατέχουν την ιδιότητά τους να είναι κεφάλαιο, επειδή η αντίθεσή τους —η μισθωτή εργασία— η οποία είναι αυτή που τα καθιστά κεφάλαιο, είναι παρούσα ως θεμέλιο της κοινωνικής παραγωγής.

(1) Το χρήμα μπορεί να μετατραπεί στις συνθήκες παραγωγής και ήδη, όπως είναι από μόνο του, αποτελεί απλώς μια αφηρημένη έκφραση των συνθηκών παραγωγής, της ύπαρξής τους ως *αξίες*, και (2) τα αντικειμενικά στοιχεία του πλούτου καθαυτά κατέχουν την ιδιότητά τους να είναι *κεφάλαιο*, επειδή η αντίθεσή τους —η *μισθωτή εργασία*— η οποία είναι αυτή που τα καθιστά κεφάλαιο, είναι παρούσα ως θεμέλιο της κοινωνικής παραγωγής.

(1) money can be transformed into the conditions of production, and is
already, just as it is, simply an abstract expression of the conditions
of production, their existence as /value/, and (2) the objective
elements of wealth in themselves possess their property of being
/capital /because their antithesis – wage-labour – which makes them
capital is present as the basis of social production.

[Karl Marx, Economic Manuscript of 1864-1865, 2016: 460] 

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Η διαδικασία γίνεται μόνο μια καπιταλιστική διαδικασία, και το χρήμα μετατρέπεται σε κεφάλαιο μόνο εάν...

Το χρήμα πράγματι δε μετατρέπεται σε κεφάλαιο ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι
ανταλλάσσεται έναντι των υλικών συνθηκών που απαιτούνται για την
παραγωγή του εμπορεύματος, και του γεγονότος ότι στην εργασιακή διαδικασία αυτές οι
συνθήκες—υλικά εργασίας, μέσα εργασίας και εργασία—αρχίζουν να
ζυμώνονται, ενεργούν η μία με την άλλη, συνδυάζονται μεταξύ τους, υποβάλλονται σε μια
χημική διαδικασία και σχηματίζουν το εμπόρευμα σαν κρύσταλλο ως αποτέλεσμα
αυτής της διαδικασίας. Το αποτέλεσμα αυτού δε θα ήταν κανένα κεφάλαιο, καμία υπεραξία.
Αυτή η αφηρημένη μορφή της εργασιακής διαδικασίας είναι κοινή σε όλους τους τρόπους
παραγωγής ανεξάρτητα από την κοινωνική τους μορφή ή τον ιδιαίτερο ιστορικό τους
χαρακτήρα. Η διαδικασία γίνεται μόνο μια καπιταλιστική διαδικασία, και το χρήμα
μετατρέπεται σε κεφάλαιο μόνο: 1) εάν η *εμπορευματική παραγωγή*, δηλ. η
παραγωγή προϊόντων με τη μορφή εμπορευμάτων, γίνεται η γενική
μορφή παραγωγής· 2) εάν το εμπόρευμα (χρήμα) ανταλλάσσεται έναντι
της εργασιακής ικανότητας (δηλαδή στην πραγματικότητα έναντι της εργασίας) ως
εμπόρευμα, και κατά συνέπεια αν η εργασία είναι μισθωτή εργασία. 3) Αυτό ισχύει μόνο
όταν οι αντικειμενικές συνθήκες, δηλαδή (λαμβάνοντας υπόψη την παραγωγική
διαδικασία ως σύνολο), τα προϊόντα, αντιμετωπίζουν την εργασία ως ανεξάρτητες
δυνάμεις, όχι ως ιδιοκτησία της εργασίας αλλά ως ιδιοκτησία κάποιου
άλλου, και επομένως με τη μορφή *κεφαλαίου*. Η εργασία ως μισθωτή εργασία και οι
συνθήκες εργασίας ως κεφάλαιο (δηλαδή, ως ιδιοκτησία
του καπιταλιστή· είναι οι ίδιες ιδιότητες που προσωποποιούνται στον
καπιταλιστή και του οποίου η ιδιοκτησία σε αυτές, η ιδιοκτησία τους,
αντιπαρατίθεται κατά της εργασίας) είναι εκφράσεις της ίδιας
σχέσης, που φαίνεται μόνο από αντίθετους πόλους. Αυτή η συνθήκη της
καπιταλιστικής παραγωγής είναι το αμετάβλητο αποτέλεσμα της. Είναι το *προηγούμενο* της
που τίθεται από την ίδια. Η καπιταλιστική παραγωγή είναι προγενέστερη του εαυτού της και
ως εκ τούτου τίθεται με τις συνθήκες της μόλις εξελιχθεί και
λειτουργήσει στις κατάλληλες συνθήκες. Ωστόσο, η *καπιταλιστική*
*διαδικασία παραγωγής* δεν είναι απλώς μια παραγωγική διαδικασία καθαρή και απλή.
Το αντιφατικό, κοινωνικά καθορισμένο γνώρισμα των στοιχείων της εξελίσσεται,
γίνεται πραγματικότητα μόνο στην ίδια τη διαδικασία, και αυτό το γνώρισμα είναι το
κυρίαρχο χαρακτηριστικό της διαδικασίας, στο οποίο μετατρέπεται ακριβώς
αυτός ο κοινωνικά καθορισμένος τρόπος παραγωγής, η *καπιταλιστική διαδικασία*
*παραγωγής*. [MECW 32, σελ. 491]

 Money is indeed not converted into capital as a result of the fact that
it is exchanged against the material conditions required for the
production of the commodity, and that in the labour process these
conditions—materials of labour, means of labour and labour—begin to
ferment, act on one another, combine with one another, undergo a
chemical process and form the commodity like a crystal as a result of
this process. The outcome of this would be no capital, no surplus value.
This abstract form of the labour process is common to all modes of
production whatever their social form or their particular historical
character. The process only becomes a capitalist process, and money is
converted into capital only: 1) if /commodity production, /i.e. the
production of products in the form of commodities, becomes the general
form of production; 2) if the commodity (money) is exchanged against
labour capacity (that is, actually against labour) as a commodity, and
consequently if labour is wage labour; 3) this is the case however only
when the objective conditions, that is (considering the production
process as a whole), the products, confront labour as independent
forces, not as the property of labour but as the property of someone
else, and thus in the form of /capital. /Labour as wage labour and the
conditions of labour as capital (that is, consequently, as the property
of the capitalist; they are themselves properties personified in the
capitalist and whose property in them, their property in themselves,
they represent as against labour) are expressions of the same
relationship, only seen from opposite poles. This condition of
capitalist production is its invariable result. It is its /antecedent
/posited by itself. Capitalist production is antecedent to itself and is
therefore posited with its conditions as soon as it has evolved and
functions in circumstances appropriate to it. However, the /capitalist
production process /is not just a production process pure and simple.
The contradictory, socially determined feature of its elements evolves,
becomes reality only in the process itself, and this feature is the
predominant characteristic of the process, which it turns precisely into
that socially determined mode of production, the /capitalist process of
production./ [vol. 32, p. 491]

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

γιατί ο πλούτος που έχει καταστεί ανεξάρτητος γενικά υπάρχει μόνο είτε μέσω της άμεσης εξαναγκασμένης εργασίας, δουλείας ή μέσω της διαμεσολαβούμενης εξαναγκασμένης εργασίας, της μισθωτής εργασίας. Ο πλούτος αντιμετωπίζει την άμεση εξαναγκασμένη εργασία όχι ως κεφάλαιο αλλά ως σχέση κυριαρχίας.

[248] Τώρα, πώς καθορίζεται η αξία του εργάτη; Με την αντικειμενοποιημένη εργασία
που περιέχεται στο εμπόρευμά του. Αυτό το εμπόρευμα υπάρχει στη [249]
ζωτικότητα του. Για να τη διατηρήσει από μέρα σε μέρα (δεν ασχολούμαστε ακόμα
με την εργατική τάξη, δηλαδή με την αποζημίωση για τη φθορά με την οποία μπορεί να διατηρηθεί ως τάξη, αφού εδώ ο εργάτης
αντιμετωπίζει το κεφάλαιο ως *εργάτης*, ως το προυποτιθέμενο αιώνιο υποκείμενο σε
αντίθεση προς το κεφάλαιο, όχι ακόμη ως ένα παροδικό άτομο του τύπου
«εργάτης») πρέπει να καταναλώσει μια ορισμένη ποσότητα προμηθειών, να αντικαταστήσει το
καταναλωθέν αίμα κλπ. Λαμβάνει μόνο ένα ισοδύναμο. Ως εκ τούτου, αύριο,
μετά την ολοκλήρωση της ανταλλαγής — και μόνο αφού έχει
ολοκληρώσει τυπικά την ανταλλαγή που την πραγματοποιεί στη διαδικασία της
παραγωγής - η εργασιακή του ικανότητα θα υπάρχει με τον ίδιο τρόπο όπως πριν· αυτός
έχει λάβει ένα ακριβές ισοδύναμο, καθώς η τιμή που έχει λάβει τον αφήνει
στην κατοχή της ίδιας ανταλλακτικής αξίας που είχε πριν. Το κεφάλαιο
του έχει καταβάλει την ποσότητα της αντικειμενοποιημένης εργασίας που περιέχεται στη δική του
ζωτικότητα. Την έχει καταναλώσει, και αφού δεν υπήρχε ως πράγμα αλλά
ως ικανότητα σε ένα ζωντανό ον, μπορεί να ανανεώσει την ανταλλαγή εν όψει
της *ειδικής* φύσης του εμπορεύματός του—τη συγκεκριμένη φύση της ζωικής
διαδικασίας. Εφόσον εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με *ειδικά* εξειδικευμένη εργασία,
αλλά με την εργασία καθαρή και απλή, δεν μας απασχολεί ακόμη το γεγονός
ότι εκτός από τον εργασιακό χρόνο που αντικειμενοποιείται στη ζωτικότητά του — δηλ. τον
χρόνο εργασίας που απαιτείται για την πληρωμή των προϊόντων που απαιτούνται για την
διατήρηση της ζωτικότητάς του—περισσότερη εργασία αντικειμενοποιείται στο άμεσο του
είναι, δηλαδή οι αξίες που έχει καταναλώσει για να παράγει μια συγκεκριμένη
*εργασιακή ικανότητα*, μια συγκεκριμένη *δεξιότητα*, η αξία της οποίας δίνεται από
το κόστος παραγωγής μιας παρόμοιας ειδικής δεξιότητας.

Αν χρειαζόταν μια ολόκληρη εργάσιμη ημέρα για να κρατηθεί στη ζωή ένας εργάτης
μια εργάσιμη ημέρα, το κεφάλαιο δεν θα υπήρχε, γιατί μια εργάσιμη μέρα θα
ανταλλασσόταν με το δικό της προϊόν. Ως αποτέλεσμα, το κεφάλαιο δεν θα μπορούσε να αξιοποιήσει
τον εαυτό του ως κεφάλαιο και έτσι δεν θα μπορούσε να διατηρήσει τον εαυτό του. Η
αυτοσυντήρηση του κεφαλαίου είναι η αυτοαξιοποίησή του. Αν το κεφάλαιο έπρεπε
να εργάζεται για να ζήσει, δεν θα διατηρούσε τον εαυτό του ως κεφάλαιο αλλά ως
εργασία. Η ιδιοκτησία των πρώτων υλών και των εργαλείων της εργασίας
θα ήταν καθαρά *ονομαστική*· [III-23] οικονομικά, θα ανήκαν ακριβώς
τόσο στον εργάτη όσο και στον καπιταλιστή, αφού θα παρήγαγαν
*αξία* για τον καπιταλιστή μόνο στο βαθμό που ήταν ο ίδιος εργάτης. Αυτός
δεν θα τα αντιμετώπιζε επομένως ως κεφάλαιο αλλά ως απλή φυσική ύλη
και μέσα εργασίας, όπως ακριβώς κάνει ο ίδιος ο εργάτης στη διαδικασία της
παραγωγής.

Αν, αντίθετα, π.χ. χρειάζεται μόνο μισή εργάσιμη ημέρα για να κρατηθεί ένα
εργάτης ζωντανός για μια ολόκληρη εργάσιμη ημέρα, μια υπεραξία του προϊόντος είναι
το αυτόματο αποτέλεσμα, γιατί ο καπιταλιστής έχει πληρώσει [250]
στην τιμή [της εργασίας] μόνο μισή εργάσιμη ημέρα και έχει λάβει μια
ολόκληρη εργάσιμη ημέρα αντικειμενοποιημένη στο προϊόν· ως εκ τούτου δεν έχει ανταλλάξει
*τίποτα* για το δεύτερο μισό της εργάσιμης ημέρας. Δεν είναι ανταλλαγή αλλά
μια διαδικασία κατά την οποία αποκτά χωρίς ανταλλαγή *αντικειμενοποιημένο χρόνο εργασίας*,
δηλ. *αξία*, που μόνη αυτή μπορεί να τον κάνει καπιταλιστή. Η μισή
εργάσιμη ημέρα κοστίζει στο κεφάλαιο *τίποτα*· λαμβάνει επομένως μια αξία για
την οποία δεν έχει δώσει ισοδύναμο. Και η αύξηση των αξιών μπορεί
συμβεί μόνο επειδή λαμβάνεται, και ως εκ τούτου *δημιουργείται*, μια αξία πάνω από την ισοδύναμη.

Μιλώντας γενικά, η υπεραξία είναι αξία πάνω από το
ισοδύναμο. Το ισοδύναμο, εξ ορισμού, είναι μόνο η ταυτότητα της αξίας
με τον εαυτό της. Επομένως, η υπεραξία δεν μπορεί ποτέ να πηγάζει από το
ισοδύναμο· ούτε, επομένως, μπορεί να πηγάζει αρχικά από την κυκλοφορία.
Πρέπει να πηγάζει από τη διαδικασία παραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου.
Το ζήτημα μπορεί επίσης να εκφραστεί ως εξής: εάν ο εργάτης χρειάζεται μόνο μισή
εργάσιμη μέρα για να ζήσει μια ολόκληρη μέρα, χρειάζεται να εργάζεται μόνο μισή μέρα για να
να εξασφαλίσει την ύπαρξη του ως εργάτης. Το δεύτερο μισό της εργάσιμης ημέρας είναι
καταναγκαστική εργασία· υπερεργασία. Αυτό που εμφανίζεται στην πλευρά του κεφαλαίου ως
υπεραξία, εμφανίζεται από την πλευρά του εργάτη ακριβώς ως υπερεργασία
πέρα και πάνω από τις ανάγκες του ως εργάτη, άρα πέρα ​​και πάνω από τις δικές του
άμεσες ανάγκες για τη διατήρηση της ζωτικότητάς του.

Η μεγάλη ιστορική πτυχή του κεφαλαίου είναι η *δημιουργία* αυτής της
*υπερεργασίας*, περιττής από την άποψη της απλής αξίας χρήσης,
της απλής επιβίωσης, και η ιστορική του αποστολή εκπληρώνεται όταν,
από τη μια πλευρά, οι ανάγκες αναπτύσσονται σε σημείο όπου η υπερεργασία
πέρα από αυτό που είναι αναγκαίο έχει γίνει η ίδια γενική ανάγκη και προκύπτει
από τις ίδιες τις ατομικές ανάγκες· και από την άλλη, όταν, από το
αυστηρή πειθαρχία του κεφαλαίου στην οποία διαδοχικές γενιές
έχουν υποταχθεί, η γενική εργατικότητα έχει αναπτυχθεί ως το καθολικό
περιουσιακό στοιχείο της νέας γενιάς· και, τέλος, όταν οι παραγωγικές δυνάμεις της
εργασίας, που συνεχώς παροτρύνονται (whipped on) από το κεφάλαιο στην απεριόριστη επιθυμία του για
πλουτισμό, και στις συνθήκες υπό τις οποίες μόνο μπορεί να ικανοποιήσει αυτό
τον πόθο, έχουν αναπτυχθεί στο στάδιο όπου η κατοχή και
η διατήρηση του γενικού πλούτου απαιτεί από ολόκληρη την κοινωνία
συγκριτικά μικρότερο χρόνο εργασίας αφενός και αφετέρου
η εργατική κοινωνία τηρεί επιστημονική στάση απέναντι στη διαδικασία της
συνεχούς αναπαραγωγής της, της αναπαραγωγής της σε όλο και μεγαλύτερη αφθονία. Έτσι
η εργασία στην οποία ο άνθρωπος κάνει ό,τι μπορεί να κάνει τα πράγματα να κάνουν για αυτόν έχει παύσει.

Κατά συνέπεια, το κεφάλαιο και η εργασία σχετίζονται μεταξύ τους εδώ όπως το χρήμα και το
εμπόρευμα: αν το ένα είναι η γενική μορφή πλούτου, [251]
το άλλο είναι απλώς η ουσία που επιδιώκει την άμεση κατανάλωση. Όπως η
αδιάκοπη προσπάθεια για τη γενική μορφή πλούτου, ωστόσο, το κεφάλαιο
εξαναγκάζει την εργασία πέρα ​​από τα όρια της φυσικής ανάγκης και έτσι δημιουργεί τα
υλικά στοιχεία για την ανάπτυξη της πλούσιας ατομικότητας, που
είναι τόσο ποικίλη και ολοκληρωμένη στην παραγωγή της όσο και στην
κατανάλωση της, και της οποίας η εργασία επομένως δεν εμφανίζεται πλέον ως εργασία αλλά
ως η πλήρης ανάπτυξη της ίδιας της δραστηριότητας, στην οποία η φυσική αναγκαιότητα
έχει εξαφανιστεί στην άμεση μορφή της· γιατί η φυσική ανάγκη
έχει αντικατασταθεί από την ιστορικά παραγόμενη ανάγκη. Γι' αυτό το *κεφάλαιο είναι*
*παραγωγικό*, δηλ. μια *ουσιαστική σχέση για την ανάπτυξη των*
*παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας*. Παύει να είναι τέτοιο μόνο όπου
η ανάπτυξη των ίδιων αυτών των παραγωγικών δυνάμεων συναντά ένα εμπόδιο
στο ίδιο το κεφάλαιο.

Οι *Times* του Νοεμβρίου [21,] 1857 περιέχουν την πιο ελκυστική κραυγή
οργής από έναν φυτευτή των Δυτικών Ινδιών. Με μεγάλη ηθική αγανάκτηση αυτός
ο συνήγορος — υπό μορφή έκκλησης για την επανεισαγωγή της νέγρικης δουλείας — εξηγεί
πώς οι *Quashees* (οι ελεύθεροι μαύροι της Τζαμάικα) ικανοποιούνται με το να
παράγουν μόνο ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο για τη δική τους κατανάλωση και
πέρα από αυτή την «αξία χρήσης», θεωρούν την ίδια την τεμπελιά (απόλαυση και
αδράνεια) ως το πραγματικό είδος πολυτελείας· πώς δεν δίνουν δεκάρα για
τη ζάχαρη και το πάγιο κεφάλαιο που έχει επενδυθεί στις φυτείες, αλλά μάλλον
αντιδρούν με κακόβουλη ευχαρίστηση και σαρδόνια χαμόγελα όταν ένας φυτευτής
καταστρέφεται, και ακόμα εκμεταλλεύονται τον επίκτητο χριστιανισμό τους ως κάλυμμα γι' αυτή
τη σαρδόνια διάθεση και νωθρότητα.

Έχουν πάψει να είναι δούλοι, όχι για να γίνουν μισθωτοί εργάτες, αλλά
αυτοσυντηρούμενοι αγρότες, που εργάζονται για τη δική τους πενιχρή κατανάλωση.
Το κεφάλαιο ως κεφάλαιο δεν υπάρχει γι' αυτούς, γιατί ο πλούτος που έχει καταστεί ανεξάρτητος γενικά υπάρχει *μόνο* είτε μέσω της *άμεσης* εξαναγκασμένης
εργασίας, δουλείας ή μέσω της *διαμεσολαβούμενης* εξαναγκασμένης εργασίας, της *μισθωτής εργασίας*.
Ο πλούτος αντιμετωπίζει την άμεση εξαναγκασμένη εργασία όχι ως κεφάλαιο αλλά ως
*σχέση κυριαρχίας*. Με βάση την άμεση εξαναγκασμένη εργασία,
επομένως μόνο η σχέση κυριαρχίας αναπαράγεται για την οποία
ο ίδιος ο πλούτος έχει αξία μόνο ως ικανοποίηση, όχι ως πλούτος καθαυτός,
και η οποία [III-24] δεν μπορεί επομένως ποτέ να δημιουργήσει *γενική εργατικότητα*.
(Θα επανέλθουμε αργότερα σε αυτή τη σχέση μεταξύ δουλείας και μισθωτής εργασίας.)

Now, how is the worker's value determined? By the objectified labour
contained in his commodity. This commodity exists in his

249

vitality. In order to maintain it from day to day (we are not yet
dealing with the working class, i.e. not with compensation for wear and
tear by which it can maintain itself as a class, since here the worker
faces capital as /worker, /as the presupposed perennial subject in
antithesis to capital, not yet as a transient individual of the type
"worker") he must consume a certain quantity of provisions, replace the
consumed blood, etc. He receives only an equivalent. Hence tomorrow,
after the conclusion of the exchange—and it is only after he has
formally concluded the exchange that he carries it out in the process of
production—his labour capacity will exist in the same way as before; he
has received an exact equivalent, as the price he has received leaves
him in possession of the same exchange value as he had before. Capital
has paid him the quantity of objectified labour contained in his
vitality. He has consumed it, and since it did not exist as a thing but
as a capacity in a living being, he can renew the exchange in view of
the /specific /nature of his commodity—the specific nature of the life
process. Since we are not dealing here with /specially /skilled labour,
but with labour pure and simple, we are not yet concerned with the fact
that in addition to the labour time objectified in his vitality—i.e. to
the labour time necessary to pay for the products required for the
maintenance of his vitality—more labour is objectified in his immediate
being, namely the values he has consumed in order to produce a specific
/labour capacity, /a particular /skill, /the value of which is given by
the costs of production of a similar specific skill.

If a whole working day were required in order to keep a worker alive for
a working day, capital would not exist, because one working day would
exchange for its own product. As a result, capital could not valorise
itself as capital and thus could not preserve itself. The
self-preservation of capital is its self-valorisation. If capital had to
work in order to live, it would not preserve itself as capital but as
labour. The ownership of raw materials and the instruments of labour
would be purely /nominal; /[III-23] economically, they would belong just
as much to the worker as to the capitalist, since they would produce
/value /for the capitalist only in so far as he was himself a worker. He
would therefore not treat them as capital but as mere physical matter
and means of labour, just as the worker himself does in the process of
production.

If, on the contrary, e.g. only half a working day is needed to keep a
worker alive for a whole working day, a surplus value of the product is
the automatic result, because the capitalist has paid


*****

250

Outlines of the Critique of Political Economy

in the price [of labour] only half a working day and he has received a
whole working day objectified in the product; therefore has exchanged
/nothing /for the second half of the working day. It is not exchange but
a process in which he obtains without exchange /objectified labour time,
/i.e. /value, /which alone can make him into a capitalist. Half the
working day costs capital /nothing; /it therefore receives a value for
which it has given no equivalent. And the augmentation of values can
occur only because a value over and above the equivalent is obtained,
hence /created./

Speaking generally, surplus value is value over and above the
equivalent. The equivalent, by definition, is only the identity of value
with itself. Surplus value can never, therefore, spring from the
equivalent; nor, therefore, can it spring originally from circulation.
It must spring from the process of production of capital itself. The
matter can also be expressed thus: if the worker requires only half a
working day to live for a whole day, he needs to work only half a day to
eke out his existence as a worker. The second half of the working day is
forced labour; surplus labour.^98 What appears on the side of capital as
surplus value, appears on the worker's side precisely as surplus labour
over and above his requirements as worker, hence over and above his
immediate requirements to sustain his vitality.

The great historical aspect of capital is the /creation /of this
/surplus labour, /superfluous from the point of view of mere use value,
of mere subsistence, and its historical mission is fulfilled when, on
the one hand, needs are developed to the point where surplus labour
beyond what is necessary has itself become a general need and arises
from the individual needs themselves; and on the other, when, by the
strict discipline of capital to which successive generations have been
subjected, general industriousness has been developed as the universal
asset of the new generation; and, lastly, when the productive forces of
labour, constantly whipped on by capital in its unbounded lust for
enrichment, and in the conditions in which alone it can satisfy this
lust, have been developed to the stage where the possession and
preservation of general wealth requires from the whole of society only
comparatively little labour time on the one hand, and on the other
labouring society takes a scientific attitude towards the process of its
continuing reproduction, its reproduction in ever greater abundance; so
that labour in which man does what he can make things do for him has ceased.

Accordingly, capital and labour relate to each other here like money and
commodity: if the one is the general form of wealth,


*****

Chapter on Capital

251

the other is merely the substance seeking immediate consumption. As the
ceaseless striving for the general form of wealth, however, capital
forces labour beyond the limits of natural need and thus creates the
material elements for the development of the rich individuality, which
is as varied and comprehensive in its production as it is in its
consumption, and whose labour therefore no longer appears as labour but
as the full development of activity itself, in which natural necessity
has disappeared in its immediate form; because natural need has been
replaced by historically produced need. This is why /capital is
productive, /i.e. an /essential relationship for the development of the
productive forces of society. /It ceases to be such only where the
development of these productive forces themselves encounters a barrier
in capital itself.

/The Times /of November [21,] 1857 contains a most endearing scream of
rage from a West Indian planter.^a With great moral indignation this
advocate—by way of plea for the reintroduction of Negro slavery—explains
how the /Quashees /(the free blacks of Jamaica) content themselves to
produce only what is strictly necessary for their own consumption and
apart from this "use value", regard loafing itself (indulgence and
idleness) as the real luxury article; how they don't give a damn about
sugar and the fixed capital invested in the plantations, but rather
react with malicious pleasure and sardonic smiles when a planter goes to
ruin, and even exploit their acquired Christianity as a cover for this
sardonic mood and indolence.

They have ceased to be slaves, not in order to become wage workers, but
self-sustaining peasants, working for their own meagre consumption.
Capital as capital does not exist for them, because wealth made
independent in general exists /only /either through /direct /forced
labour, slavery, or through /mediated /forced labour, /wage labour.
/Wealth confronts direct forced labour not as capital but as
/relationship of domination. /On the basis of direct forced labour,
therefore, only the relationship of domination is reproduced, for which
wealth itself has value only as gratification, not as wealth as such,
and which [III-24] can therefore never create /general industriousness.
/(We shall come back later to this relationship between slavery and wage
labour.)

[Karl Marx, MECW, vol. 28, pp. 248-51]
 

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την ίδια την εργατική τάξη

> Όπως η εργασία των δούλων, όπως η εργασία των δουλοπάροικων, η μισθωτή
εργασία δεν είναι παρά μια παροδική και κατώτερη μορφή, που προορίζεται να
εξαφανιστεί από την συνεταιριστική εργασία που κοπιάζει με πρόθυμο χέρι,
έτοιμο νου και χαρούμενη καρδιά.

> ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την
ίδια την εργατική τάξη...ότι η οικονομική υποταγή του ανθρώπου
της εργασίας στον μονοπωλητή των μέσων εργασίας... βρίσκεται στη
βάση της υποτέλειας σε όλες τις μορφές της κοινωνικής δυστυχίας, ψυχικής
υποβάθμισης και πολιτικής εξάρτησης. Ότι η οικονομική χειραφέτηση
της εργατικής τάξης είναι λοιπόν το μεγάλο τέλος στο οποίο κάθε
πολιτικό κίνημα πρέπει να είναι εξαρτώμενο ως μέσο. Ότι όλες αυτές
οι προσπάθειες που στοχεύουν σε αυτό το σπουδαίο τέλος έχουν αποτύχει
μέχρι στιγμής λόγω έλλειψης
αλληλεγγύης μεταξύ των πολλαπλών διαιρέσεων της εργασίας σε κάθε χώρα,
και λόγω απουσίας ενός αδελφικού δεσμού ένωσης μεταξύ των
εργατικών τάξεων των διάφορων χωρών....για αυτά τα μέσα οι
υπογράφοντες... έχουν λάβει τα αναγκαία βήματα για την ίδρυση της
Διεθνούς Ένωσης των Εργατών. (Ι. Βερολίνο, 185)

Εναρκτήρια Ομιλία, 1864

[The International after 150 Years: Labor vs capital, then and now](https://www.academia.edu/165265681/The_International_after_150_Years_Labor_vs_capital_then_and_now)


Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Η αξία του χρήματος ή των εμπορευμάτων ως κεφάλαιο δεν καθορίζεται από την αξία τους ως χρήμα ή ως εμπορεύματα αλλά μάλλον από την ποσότητα υπεραξίας που «παράγουν» για τον κάτοχό τους.

Το ίδιο το κεφάλαιο εμφανίζεται εδώ ως εμπόρευμα στο βαθμό που προσφέρεται
στην αγορά και η /αξία χρήσης του χρήματος ως κεφάλαιο/ πράγματι αλλοτριώνεται.
Ωστόσο, η αξία χρήσης του είναι η ίδια να παράγει κέρδος.

Η αξία του χρήματος ή των εμπορευμάτων ως /κεφάλαιο/ δεν καθορίζεται από
την αξία τους ως χρήμα ή ως εμπορεύματα αλλά μάλλον από την ποσότητα
υπεραξίας που «παράγουν» για τον κάτοχό τους. Το προϊόν του
το κεφαλαίου είναι το κέρδος. Στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής, η διαφορά
μεταξύ χρήματος που δαπανάται ως χρήμα και προκαταβληθέντος χρήματος ως
κεφάλαιο είναι απλώς μια διαφορά στην /εφαρμογή/. Το χρήμα (ή ένα εμπόρευμα)
είναι κεφάλαιο /καθεαυτό/ (όπως η εργασιακή ικανότητα είναι η εργασία /καθεαυτή/).
Γιατί [460] (1) το χρήμα μπορεί να μετατραπεί στις συνθήκες παραγωγής, και είναι
ήδη, όπως ακριβώς είναι, απλώς μια αφηρημένη έκφραση των συνθηκών
της παραγωγής, της ύπαρξής τους ως /αξίας/, και (2) τα αντικειμενικά
στοιχεία του πλούτου κατέχουν από μόνα τους την ιδιότητά τους να είναι
/κεφάλαιο/ γιατί η αντίθεσή τους – μισθωτή εργασία – που τα κάνει
κεφάλαιο είναι παρούσα ως βάση της κοινωνικής παραγωγής. Ο αντιθετικός
κοινωνικός προσδιορισμός του /αντικειμενικού πλούτου /έναντι της εργασίας εκφράζεται
στην /ιδιοκτησία κεφαλαίου καθαυτή/, εντελώς ανεξάρτητα από την ίδια τη διαδικασία.
Αυτή η στιγμή, λοιπόν, που χωρίστηκε από την ίδια την καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία, της οποίας το σταθερό αποτέλεσμα είναι, και ως το σταθερό αποτέλεσμα της οποίας είναι
επίσης η σταθερή προϋπόθεση της, εκφράζεται με αυτόν τον τρόπο, ότι το χρήμα,
και ομοίως τα εμπορεύματα, είναι από μόνα τους /λανθάνον/ κεφάλαιο, που
μπορούν να πωληθούν ως /κεφάλαιο/, και ότι με αυτή τη μορφή δίνουν τον έλεγχο της
εργασίας των άλλων, και ως εκ τούτου είναι αυτοαξιοποιούμενη αξία. (Δίνουν μια
αξίωση στην οικειοποίηση της εργασίας των άλλων.) Εδώ επίσης
προκύπτει ξεκάθαρα ότι /αυτή η σχέση /είναι ο τίτλος και το μέσο για
την οικειοποίηση της εργασίας των άλλων και όχι για κάθε είδους εργασία
που υποτίθεται ότι προσφέρει ο καπιταλιστής ως ισοδύναμο.

[Karl Marx, ECONOMIC MANUSCRIPTS OF 1864-65, pp. 459-60]


Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Η θεωρία της εκμετάλλευσης, λοιπόν, μετατρέπει τον τόκο σε συγκαλυμμένη εισφορά (William Smart)

Τώρα, αν, όταν το βάρος της δικαιολόγησης της ύπαρξής του μετατίθεται πάνω στο κεφάλαιο, η οικονομική θεωρία μπορεί να εξηγήσει αυτό το εισόδημα χωρίς κίνδυνο και χωρίς εργασία μόνο με την επίκληση της «παραγωγικής δύναμης» του κεφαλαίου ή της «θυσίας του καπιταλιστή», είναι εύκολο να δει κανείς πώς μπορεί να εμφανιστεί μια άλλη θεωρία, η οποία να υποστηρίζει ότι ο τόκος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εξαναγκασμένη εισφορά από ανήμπορους ή αδαείς ανθρώπους· ένας φόρος υποτέλειας, όχι ένας φόρος.

Η εικόνα του εργάτη από τον Rodbertus ως του άμεσου απογόνου του δούλου — «η πείνα ως καλό υποκατάστατο του μαστιγίου»· η ειρωνεία του Lassalle για τους Rothschild ως τους κύριους «απέχοντες» της Ευρώπης· η πικρή διαλεκτική του Marx για την υποβάθμιση της εργασίας — όλα αυτά βασίζονται σε γενναιόδωρη συμπάθεια προς την ανίσχυρη κατάσταση των εργατικών τάξεων υπό την καπιταλιστική βιομηχανία, και πολλοί κλείνουν τα μάτια μπροστά στην αδυναμία της σοσιαλιστικής οικονομικής θεωρίας, μπροστά στη δύναμη της σοσιαλιστικής ηθικής.

Η θεωρία της εκμετάλλευσης, λοιπόν, μετατρέπει τον τόκο σε συγκαλυμμένη εισφορά· όχι όμως εισφορά από τους καταναλωτές, αλλά από τους εργάτες. Ο τόκος δεν είναι ένα καθαρό πλεόνασμα που προκύπτει από τον συνδυασμό των καπιταλιστών. Πράγματι, αντιπροσωπεύει μια θυσία που γίνεται στην παραγωγή, αλλά όχι μια θυσία των καπιταλιστών. Είναι η απλήρωτη θυσία της εργασίας. Έχει την προέλευσή του στο γεγονός ότι η εργασία μπορεί να δημιουργεί περισσότερο από την αξία της ίδιας της.

Ένας εργάτης που θα είχε ελεύθερη πρόσβαση στη γη, όπως σε μια νέα χώρα, θα μπορούσε να παράγει αρκετά ώστε να συντηρεί τον εαυτό του και τη μέση οικογένεια, και επιπλέον να έχει ένα πλεόνασμα. Αν μετατρέψουμε αυτόν τον ελεύθερο εργάτη σε μισθωτό υπό τον καπιταλισμό, πληρώνοντάς τον με έναν μισθό που είναι ακριβώς αρκετός για να συντηρήσει τον ίδιο και την οικογένειά του, και εδώ επίσης ισχύει ότι μπορεί να παράγει περισσότερο από τον μισθό του.

Αν υποθέσουμε ότι ο εργάτης παράγει την αξία του μισθού του, ας πούμε 3 σελίνια σε έξι ώρες εργασίας, τότε, αν ο καπιταλιστής μπορεί να τον κάνει να εργάζεται περισσότερο από έξι ώρες για τον ίδιο μισθό, μπορεί να ιδιοποιηθεί την επιπλέον αξία στο όνομα του κέρδους ή του τόκου.

Εδώ οι σύγχρονες συνθήκες της βιομηχανίας ευνοούν τον καπιταλιστή. Η εργάσιμη ημέρα των δέκα έως δώδεκα ωρών είναι ένα είδος θεϊκού θεσμού για τον ανήξερο εργάτη. Καθώς το προϊόν δεν περνά στα ίδια του τα χέρια, δεν έχει τρόπο να γνωρίζει ποια είναι η πραγματική αξία της ημερήσιας εργασίας του. Το μόνο κατώτατο όριο του μισθού του είναι εκείνο το ποσό που απλώς θα διατηρήσει στη ζωή τον ίδιο και την οικογένειά του, αν και, στην πράξη, υπάρχει ένα ακόμη χαμηλότερο όριο όταν η γυναίκα και τα παιδιά γίνονται οι βασικοί εργαζόμενοι και ο καπιταλιστής αποκτά την εργασία πέντε ατόμων με τον μισθό ενός.

Από την άλλη πλευρά, η αύξηση του πλούτου σε σχέση με τον πληθυσμό εκτοπίζει σταδιακά την εργασία και επιτρέπει να γίνεται η ίδια ποσότητα δουλειάς από λιγότερα χέρια· αυτό δημιουργεί ένα «απόθεμα» στον βιομηχανικό στρατό, που ανταγωνίζεται συνεχώς όσους παραμένουν στην εργασία και πιέζει προς τα κάτω τους μισθούς. Έτσι ο εργάτης, απροστάτευτος, λαμβάνει απλώς την αναπαραγόμενη αξία ενός μέρους της εργασίας του· το υπόλοιπο πηγαίνει στο κεφάλαιο και αποδίδεται ψευδώς, αν και ειλικρινά, στην αποδοτικότητα του κεφαλαίου.

— William Smart, *Translator’s Preface* στο Eugen von Böhm-Bawerk, *Capital and Interest: A Critical History of Economical Theory* (1890), σ. xvi–xvii

Now if, when the onus of justifying its existence is thrown upon
capital, economic theory can only account for this income without risk
and without work by pointing to the "productive power" of capital, or to
the "sacrifice of the capitalist," it is easy to see how another theory
should make its appearance, asserting that interest is nothing else than
a forced contribution from helpless or ignorant
{xvii} people ; a tribute, not a tax. Rodbertus's picture of the working man as
the lineal descendant of the slave—" hunger a good substitute for the
lash"; Lassalle's mockery of the Rothschilds as the chief " abstainers "
in Europe ; Marx's bitter dialectic on the degradation of labour, are
all based on generous sympathy with the helpless condition of the
working classes under capitalist industry, and many shut their eyes to
the weakness of Socialist economics in view of the strength of Socialist
ethics.
The Exploitation theory then makes interest a concealed contribution ;
not a contribution, however, from the consumers, but from the workers.
Interest is not a pure surplus obtained by combination of capitalists.
It does represent a sacrifice made in production, but not a sacrifice of
the capitalists. It is the unpaid sacrifice of labour. It has its origin
in the fact that labour can create more than its own value. A labourer
allowed free access to land, as in a new country, can produce enough to
support himself and the average family, and have besides a surplus over.
Translate the free labourer into a wage earner under capitalism, pay him
the wage which is just sufficient to support himself and his family, and
here also it is the case that he can produce more than his wage. Suppose
the labourer to create the value of his wage, say 3s. in six hours'
work, then, if the capitalist can get the worker to work longer than six
hours for the same wage, he may pocket the extra value in the name of
profit or interest. Here the modern conditions of industry favour the
capitalist. The working day of ten to twelve hours is a sort of divine
institution to the ignorant labourer. As the product does not pass into
his own hand, he has no means of knowing what the real value of his
day's work is. The only lower limit to his wage is that sum which will
just keep himself and his family alive, although, practically, there is
a lower limit when the wife and children become the breadwinners and the
capitalist gets the labour of five for the wage of one. On the other
hand, the increase of wealth over population gradually displaces labour,
and allows the same amount of work to be done by fewer hands; this
brings into existence a " reserve " to the industrial army, always
competing with those left in work, and forcing down wages. Thus the
worker, unprotected, gets simply the reproduced value of a portion of
his labour ; the rest goes to capital, and is falsely, if
conscientiously, ascribed to the efficiency of capital.

WILLIAM SMART, TRANSLATOR'S PREFACE to Eugen von Böhm-Bawerk - Capital and Interest - A Critical History of Economical Theory (1890, Macmillan & Co.), p. xvi-xvii

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

προαπαιτούμενα της μισθωτής εργασίας / ιστορικές προϋποθέσεις για το κεφάλαιο

 

[The Gleaners by Jean François Millet was produced in 1857 and is considered to be one of the famous artworks of Realism movement. The work can be viewed now at Musée d'Orsay, Paris](https://www.theartist.me/artwork/the-gleaners/)

One of the prerequisites of wage labour and one of the historical
conditions for capital is free labour and the exchange of free labour
for money, in order to reproduce money and to valorise it, in order to
be consumed by money, not as use value for enjoyment, but as use value
for money. Another prerequisite is the separation of free labour from
the objective conditions of its realisation—from the means and material
of labour. This means above all separation of the worker from the land,
which functions as his natural workshop, hence the dissolution both of
free small holdings and of communal landed property, based on the
Oriental commune. [Karl Marx, MECW, vol. 28, p. 399]

Ένα από τα προαπαιτούμενα της μισθωτής εργασίας και μία από τις ιστορικές
προϋποθέσεις για το κεφάλαιο είναι η ελεύθερη εργασία και η ανταλλαγή ελεύθερης εργασίας
για χρήμα, με σκοπό την αναπαραγωγή του χρήματος και της αξιοποίησης του, με σκοπό
να καταναλωθεί ως χρήμα, όχι ως αξία χρήσης για απόλαυση, αλλά ως αξία χρήσης
για χρήμα. Μια άλλη προϋπόθεση είναι ο διαχωρισμός της ελεύθερης εργασίας από
τις αντικειμενικές συνθήκες της πραγματοποίησής της — από τα μέσα και το υλικό
της εργασίας. Αυτό σημαίνει πάνω από όλα διαχωρισμό του εργάτη από τη γη,
που λειτουργεί ως το φυσικό του εργαστήριο, εξ ου και η διάλυση τόσο των
ελεύθερων μικρών χωραφιών όσο και της κοινοτικής γαιοκτησίας, που βασίζονται στην
ανατολίτικη κοινότητα.

 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Το άτομο έρχεται στον κόσμο χωρίς να κατέχει ούτε κεφάλαιο ούτε γη. Η κοινωνική διανομή το κατατάσσει, ήδη από τη γέννησή του, στη μισθωτή εργασία. Όμως αυτή η ίδια η κατάσταση της κατανομής του σε μια τέτοια θέση αποτελεί συνέπεια της ύπαρξης του κεφαλαίου και της γαιοκτησίας ως ανεξάρτητων συντελεστών της παραγωγής.

Για το μεμονωμένο άτομο, βεβαίως, η διανομή εμφανίζεται ως ένας κοινωνικός νόμος που καθορίζει τη θέση του μέσα στο σύστημα παραγωγής εντός του οποίου παράγει, και ο οποίος, επομένως, προηγείται της παραγωγής. Το άτομο έρχεται στον κόσμο χωρίς να κατέχει ούτε κεφάλαιο ούτε γη. Η κοινωνική διανομή το κατατάσσει, ήδη από τη γέννησή του, στη μισθωτή εργασία. Όμως αυτή η ίδια η κατάσταση της κατανομής του σε μια τέτοια θέση αποτελεί συνέπεια της ύπαρξης του κεφαλαίου και της γαιοκτησίας ως ανεξάρτητων συντελεστών της παραγωγής.

To the single individual, of course, distribution appears as a social law which determines his position within the system of production within which he produces, and which therefore precedes production. The individual comes into the world possessing neither capital nor land. Social distribution assigns him at birth to wage labour. But this situation of being assigned is itself a consequence of the existence of capital and landed property as independent agents of production.

-- Karl Marx, Grundrisse