Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κεφάλαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κεφάλαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Βασική μέθοδος της Μαρξικής κοινωνικής θεωρίας

=== 2. Βασική μέθοδος ===

> Όποια κι αν είναι η κοινωνική μορφή της παραγωγής, οι εργάτες και τα μέσα παραγωγής παραμένουν πάντοτε στοιχεία της. Όμως, σε κατάσταση χωρισμού μεταξύ τους, καθένας από αυτούς τους παράγοντες μπορεί να υπάρχει μόνο δυνητικά. Για να προχωρήσει η παραγωγή, πρέπει να ενωθούν. Ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται αυτή η ένωση διακρίνει μεταξύ τους τις διάφορες οικονομικές εποχές της δομής της κοινωνίας. (*Κεφάλαιο*, Τόμος II, Κεφ. I, Τμήμα I, σ. 34.)

> Η ειδική οικονομική μορφή, μέσα στην οποία αντλείται απλήρωτη υπερεργασία από τους άμεσους παραγωγούς, καθορίζει τη σχέση μεταξύ αρχόντων και αρχομένων, καθώς αυτή αναπτύσσεται από την ίδια την παραγωγή και, με τη σειρά της, επιδρά πάνω της ως καθοριστικό στοιχείο. Πάνω σε αυτήν, ωστόσο, θεμελιώνεται ολόκληρος ο σχηματισμός της οικονομικής κοινότητας που αναπτύσσεται από τις ίδιες τις σχέσεις παραγωγής και, μαζί με αυτόν, ταυτόχρονα και η ειδική πολιτική μορφή του. Είναι πάντοτε η άμεση σχέση των ιδιοκτητών των όρων παραγωγής προς τους άμεσους παραγωγούς... που αποκαλύπτει το ενδότατο μυστικό, την κρυμμένη βάση ολόκληρης της κοινωνικής δομής και μαζί της την πολιτική μορφή της σχέσης κυριαρχίας και εξάρτησης, με δυο λόγια, την αντίστοιχη ειδική μορφή του κράτους. (*Κεφάλαιο*, Τόμος III, Κεφ. XLVII, Τμήμα II, σ. 791.)

*Capital*, Volumes I—ΙΙΙ (New York: International Publishers), 1967.

Τα παραπάνω παραθέματα παρουσιάζουν ένα κρίσιμο στοιχείο της μαρξιστικής προσέγγισης της ιστορίας: συγκεκριμένα, ότι ο ειδικός τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η παραγωγή και αποσπάται υπερεργασία από τους άμεσους παραγωγούς αποτελεί την «κρυμμένη βάση ολόκληρης της κοινωνικής δομής». Για τον Marx, από αυτό προκύπτει ότι οι έννοιες που είναι κατάλληλες για την ανάλυση οποιασδήποτε συγκεκριμένης ιστορικής εποχής, συμπεριλαμβανομένης εκείνης του καπιταλισμού, πρέπει αναγκαστικά να βασίζονται σε αυτές τις πλευρές της κοινωνικής πρακτικής της. Ο αγώνας για την παραγωγή αποτελεί τη θεμελιώδη κοινωνική πρακτική σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία· ως εκ τούτου, η ανάλυση της παραγωγής αποτελεί το σημείο εκκίνησης της μαρξιστικής ανάλυσης. Η απόσπαση υπερεργασίας αποτελεί τη βάση όλων των ταξικών κοινωνιών· ως εκ τούτου, η μελέτη της αποτελεί την πηγή των εννοιών που είναι κατάλληλες για την ανάλυση όλων των ταξικών κοινωνιών. Το *Κεφάλαιο* αποτελεί την εφαρμογή από τον Marx αυτής της προσέγγισης στην ανάλυση του καπιταλισμού.

[Anwar Shaikh](https://drive.google.com/file/d/119Y_KkNGIj5zaN8SOCX7Tq6QmD4aw_Ek/view?usp=drive_link)

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ διατύπωσε τη χρηματική θεωρία του της αξίας και του κεφαλαίου στα τέσσερα πρώτα κεφάλαια του 1ου τόμου.

Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ διατύπωσε τη χρηματική θεωρία του της αξίας και
του κεφαλαίου στα τέσσερα πρώτα κεφάλαια του 1ου τόμου.

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ, ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, Τόμος Πρώτος, Ανατύπωση: Μάης 2002, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕΒΕ

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ ΤΟ ΠΡΟΤΣΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ / ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ

Κεφάλαιο πρώτο. ΤΟ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ.............
  49

1. Οι δυό παράγοντες του εμπορεύματος : αξία χρήσης
και αξία (ουσία της αξίας, μέγεθος της αξίας).............
  49

2. Ό διπλός χαρακτήρας της εργασίας πού περιέχεται
στα εμπορεύματα.....................
                55

3. Ή μορφή της αξίας ή η ανταλλαχτική αξία........
            61

Α. Ή απλή, μεμονωμένη ή τυχαία μορφή της αξίας.....
            62

1. Οι δυό πόλοι της έκφρασης τής αξίας : σχετική
μορφή της αξίας και ισοδύναμη μορφή...........
     62

2. Ή σχετική μορφή της αξίας...........
             63

α) Περιεχόμενο της σχετικής μορφής της αξίας ....
       63

β) Ποσοτικός καθορισμός της σχετικής μορφής της αξίας
           67

3. Ή ισοδύναμη μορφή . . .............
  69

4. Τό σύνολο της απλής μορφής της αξίας.......
     74

Β. Ή ολική ή αναπτυγμένη μορφή της αξίας....... .
       76

1. Ή αναπτυγμένη σχετική μορφή τής αξίας......
      76

2. Ή ιδιαίτερη ισοδύναμη μορφή..........
 77

3. Ελλείψεις της υλικής ή αναπτυγμένης μορφής τής
αξίας           78

Γ. Γενική μορφή της αξίας............... 79

1. Παραλλαγμένος χαρακτήρας της μορφής της αξίας ... 79

2. Σχέση εξέλιξης ανάμεσα στη σχετική μορφή της αξίας και
στην ισοδύναμη μορφή............. 81

3. Πέρασμα από τη γενική μορφή τής αξίας στη χρηματική
μορφή................... 82

Δ. Χρηματική μορφή................ 83

4. Ό φετιχικός χαρακτήρας του εμπορεύματος και το μυστικό του 84

Κεφάλαιο δεύτερο. ΤΟ ΠΡΟΤΣΕΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ..... 98

Κεφάλαιο τρίτο. ΤΟ ΧΡΗΜΑ, Ή Η ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ
ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ....................107

1. Μέτρο των αξιών.................107

(Τιμή, σελ. 108.—Κλίμακα των τιμών, σελ. 110.—Υπολογιστικά ονόματα τού
χρήματος, χρήμα υπολογισμού, σελ. 113.—Ποσοτική ασυμφωνία ανάμεσα στο
μέγεθος της αξίας και την τιμή, σελ. 115.— Ποιοτική ασυμφωνία ανάμεσα
τους, σελ. 115.—Ή τιμή είναι απλώς ιδεατή μορφή της αξίας του
εμπορεύματος, σελ. 116).

2. Μέσο κυκλοφορίας.................116

α) Μεταμόρφωση των εμπορευμάτων...........116

(Κυκλική κίνηση Ε—Χ—Ε, σελ. 118.—Πούληση : Ε—Χ, σελ. 118.—Αγορά : Χ—Ε,
σελ. 122.—Συνολική μεταμόρφωση ενός εμπορεύματος, σελ. 123.—Κυκλοφορία
των εμπορευμάτων, σελ. 121—Διαφορά ανάμεσα στην κυκλοφορία των
εμπορευμάτων και την ανταλλαγή προϊόντων, σελ. 124).

β) Ή κυκλοφορία τού χρήματος............127

(Μεταμόρφωση τού εμπορεύματος και κίνηση του χρήματος, σελ. 127.—Διπλή
αλλαγή θέσης του χρήματος, σελ. 129.—Ποσότητα τού χρήματος που
κυκλοφορεί, σελ. 129.—Ταχύτητα κυκλοφορίας, σελ. 132.—Ρευστότητα και
σταμάτημα τής κυκλοφορίας, σελ. 133.—Παράγοντες πού καθορίζουν τη μάζα
τού χρήματος πού κυκλοφορεί, σελ. 134).

γ) Τό νόμισμα. Τό σύμβολο τής αξίας..........137

(Νόμισμα και ράβδοι, χρησιμοποίηση τού νομίσματος, σελ. 137.— Σύμβολο
τής αξίας, σελ. 138.—Ασημένια και χάλκινα σύμβολα, σελ. 138.—
Χαρτονόμισμα, σελ. 139.—Νόμος τής κυκλοφορίας τού χαρτονομίσματος με
αναγκαστική κυκλοφορία, σελ. 140).

3. Τό χρήμα....................142

α) Θησαυρισμός..................142

β) Μέσο πληρωμής.................147

γ) Παγκόσμιο χρήμα................155

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ / Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Κεφάλαιο τέταρτο. ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ TOΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 159

1. Ό γενικός τύπος τού κεφαλαίου...........159

2. Αντιφάσεις τού γενικού τύπου........... . 168

3. Αγορά και πούληση τής εργατικής δύναμης.......179

(Ό «ελεύθερος εργάτης», σελ. 180.—Αξία τής εργατικής δύναμης,
σελ. 183.—Ή ιδιόμορφη φύση τού εμπορεύματος «εργατική δύναμη», σελ. 186).


Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Η ανταλλαγή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας ανήκει στην απλή κυκλοφορία [Ε-Χ-Ε] και δεν πλουτίζει τον εργάτη (9). Ο χωρισμός εργασίας και ιδιοκτησίας, η προϋπόθεση αυτής της ανταλλαγής (ό.π.). Η εργασία ως αντικείμενο, απόλυτη φτώχεια· ως υποκείμενο, γενική δυνατότητα πλούτου (9).

Η ανταλλαγή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας ανήκει στην απλή κυκλοφορία [Ε-Χ-Ε] και δεν πλουτίζει τον εργάτη (9). Ο χωρισμός εργασίας και ιδιοκτησίας, η προϋπόθεση αυτής της ανταλλαγής (ό.π.). Η εργασία ως αντικείμενο, απόλυτη φτώχεια· ως υποκείμενο, γενική δυνατότητα πλούτου (9).
[Karl Marx, MECW 29, σ. 522]

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Σχέση εργάτη-καπιταλιστή

Προφανώς, ο εργάτης δεν μπορεί να παράγει χωρίς τις αντικειμενικές
{202} συνθήκες της εργασίας. [VII-41] Αυτές είναι πλέον διαχωρισμένες από
τον ίδιο με τη μορφή κεφαλαίου και αντιπαρατίθενται σε αυτόν
ανεξάρτητα. Μπορεί να σχετίζεται με αυτές ως συνθήκες εργασίας μόνο
στον βαθμό που η ίδια η εργασία του έχει προηγουμένως ιδιοποιηθεί από
το κεφάλαιο. Από τη σκοπιά του κεφαλαίου, οι αντικειμενικές συνθήκες
της εργασίας δεν εμφανίζονται ως αναγκαίες για τον εργάτη. Αυτό που
είναι ουσιώδες γι’ αυτό είναι να υπάρχουν ανεξάρτητα απέναντί του,
να είναι διαχωρισμένες από αυτόν, να ανήκουν στον καπιταλιστή
,
και ότι αυτός ο διαχωρισμός θα μπορούσε να καταργηθεί μόνο με την
παράδοση από τον εργάτη της παραγωγικής του δύναμης στο κεφάλαιο, με
αντάλλαγμα το κεφάλαιο να τον συντηρεί ως αφηρημένη εργασιακή
ικανότητα
, δηλαδή ακριβώς ως μια απλή ικανότητα να αναπαράγει τον
πλούτο ως δύναμη που κυριαρχεί πάνω σε αυτή την ικανότητα και
αντιπαρατίθεται σε αυτήν με τη μορφή του κεφαλαίου.

Obviously, the worker cannot produce without the objective
{202} conditions of labour. [VII-41] These are now separated from him in the
form of capital and independently confront him. He can relate himself to
them as conditions of labour only in so far as his labour itself has
previously been appropriated by capital. From the standpoint of capital,
the objective conditions of labour do not appear as necessary for the
worker. What is essential to it is that they should /exist independently
over against him, that he should be separated from them, that they
should be owned by the capitalist, /and that this separation could only
be abolished by his giving up his productive power to capital, in return
for which capital should maintain him as abstract labour capacity, i.e.,
precisely as a mere capacity to reproduce wealth as a force dominating
that capacity and confronting it in the form of capital.

[Karl Marx, MECW 29: 201] 

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

E. K. Hunt - Ο Μαρξ ως κοινωνικός οικονομολόγος: Η εργασιακή θεωρία της αξίας

E. K. Hunt - Ο Μαρξ ως κοινωνικός οικονομολόγος: Η εργασιακή θεωρία της αξίας
-----------------------------------------------------------------------------

Source: /Review of Social Economy/, December, 1979, Vol. 37, No. 3, KARL
MARX, SOCIAL ECONOMIST (December, 1979), pp. 275-294

Published by: Taylor & Francis, Ltd.

Stable URL: (https://www.jstor.org/stable/29768980)

Στο δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος Δεκεμβρίου 1978 του περιοδικού *Review of Social Economy* [Hunt, 1978, σσ. 285-309], υποστήριξα ότι τα κριτήρια για τον ορισμό της κοινωνικής οικονομικής επιστήμης θα πρέπει να επικεντρώνονται στο κατά πόσον ο οικονομολόγος θεωρητικός αποδίδει σημασία στο γεγονός ότι, σε οποιαδήποτε πραγματική, συγκεκριμένη, εμπειρική κατάσταση, η οικονομική συμπεριφορά αποτελεί τομή ανάμεσα στα εγγενή χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης — τις καθολικές ανθρώπινες ανάγκες, τις δυνατότητες ανάπτυξης και τον βαθμό πλαστικότητας — και στους ιδιαίτερους ή ειδικούς κοινωνικούς θεσμούς, κοινωνικές σχέσεις και κοινωνικές διαδικασίες που χαρακτηρίζουν το υπό εξέταση κοινωνικοοικονομικό σύστημα.

Στο ίδιο δοκίμιο υποστήριξα ότι ο Veblen και ο Marx αποτελούν δύο από τα σαφέστερα παραδείγματα κοινωνικών οικονομολόγων. Στο παρόν δοκίμιο θα αναπτύξω περαιτέρω αυτή την άποψη για τον Marx. Για λόγους που έχω συζητήσει εκτενώς αλλού, θεωρώ ότι μια θεωρία της αξίας αποτελεί την ίδια την καρδιά μιας γενικής οικονομικής θεωρίας [Hunt, 1977, σσ. 11-26· και Hunt, 1979, κεφ. 3-12]. Συνεπώς, θα εξετάσω την εργασιακή θεωρία της αξίας του Marx, με την πεποίθηση ότι αποτελεί τον πιο ουσιώδη πυρήνα της κοινωνικής οικονομικής του.

### Η ΓΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ RICARDO ΚΑΙ ΤΟΝ MARX

Ίσως το καλύτερο σημείο εκκίνησης είναι μια σύντομη περίληψη της εργασιακής θεωρίας της αξίας του Ricardo. Ο Marx παρουσιάζεται γενικά ως μαθητής του Ricardo. Στην πραγματικότητα, ο Paul A. Samuelson έχει αναφερθεί στον Marx ως «έναν δευτερεύοντα μετα-ρικαρδιανό» και έχει υποστηρίξει ότι «είναι κρίμα που ο Marx δεν μπόρεσε να κάνει συστηματικές μεταπτυχιακές σπουδές ... υπό τον John Stuart Mill» [Samuelson, σ. 616].

Μια σύγκριση των θεωριών της αξίας του Ricardo και του Marx μπορεί να αποτελέσει μια πολύτιμη προσέγγιση για την κατανόηση του γιατί ο Marx ήταν κοινωνικός οικονομολόγος ενώ ο Ricardo δεν ήταν.

Ο Ricardo άρχισε τις *Αρχές* του (*Principles*) δηλώνοντας ότι «τα εμπορεύματα αντλούν την ανταλλακτική τους αξία από δύο πηγές: από τη σπανιότητά τους και από την ποσότητα εργασίας που απαιτείται για την απόκτησή τους» [Ricardo, σ. 5].

Περαιτέρω υποστήριξε ότι η σπανιότητα είχε σημασία μόνο στην περίπτωση εμπορευμάτων που δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν ελεύθερα. Αυτά τα εμπορεύματα είχαν αμελητέα οικονομική σημασία. Για τα υπόλοιπα, «η [276] ποσότητα εργασίας που ενσωματώνεται στα εμπορεύματα ρυθμίζει την ανταλλακτική τους αξία...». Επιπλέον, «το ότι αυτό αποτελεί πράγματι το θεμέλιο της ανταλλακτικής αξίας όλων των πραγμάτων, εξαιρουμένων εκείνων που δεν μπορούν να αυξηθούν μέσω της ανθρώπινης βιομηχανίας, είναι ένα δόγμα ύψιστης σημασίας στην πολιτική οικονομία» [Ricardo, σ. 7].

Για τον Ricardo η εργασιακή θεωρία της αξίας ήταν σημαντική επειδή του επέτρεπε να κατανοήσει την πηγή και το μέγεθος των κερδών που αποκομίζουν οι καπιταλιστές. Η συσσώρευση κεφαλαίου, η οποία χρηματοδοτούνταν από τα κέρδη, αποτελούσε τον σημαντικότερο προσδιοριστικό παράγοντα της κοινωνικής ευημερίας [Ricardo, σ. 85]. Η κατανόηση, επομένως, της φύσης και των αιτίων της διανομής «του προϊόντος της γης ανάμεσα στις τρεις τάξεις της κοινωνίας» αποτελούσε το κλειδί για την κατανόηση της κοινωνικής ευημερίας [Ricardo, σ. 1].

Ωστόσο, για τον Ricardo, οι κοινωνικοί θεσμοί του καπιταλισμού θεωρούνταν απλώς καθολικές εκδηλώσεις της καθολικής ανθρώπινης φύσης. Αυτή η ανιστορική οπτική φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με πολλά συμπεράσματα της εργασιακής του θεωρίας. Η προοπτική που ενυπάρχει στην εργασιακή θεωρία αναπόφευκτα επικεντρώνεται ή αναδεικνύει την κοινωνική σύγκρουση.

Μεταξύ των πολλών συμπερασμάτων που συνήγαγε ο Ricardo από την εργασιακή του θεωρία και τα οποία την καταδεικνύουν, βρίσκονται η αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου («Μπορεί να υπάρχει κάποιο σημείο που να έχει αποδειχθεί πιο ξεκάθαρα από το ότι τα κέρδη πρέπει να μειώνονται με την αύξηση των μισθών;») [Ricardo, σ. 68] και η αντίθεση ανάμεσα στα συμφέροντα των γαιοκτημόνων και εκείνα των άλλων τάξεων της κοινωνίας («Το συμφέρον του γαιοκτήμονα βρίσκεται πάντοτε σε αντίθεση με εκείνο του καταναλωτή και του βιομηχάνου») [Ricardo, σ. 225].

Το μεγαλύτερο μέρος των *Αρχών* του είναι αφιερωμένο στην ανάλυση των παραγόντων που βρίσκονται πίσω από αυτές τις συγκρούσεις.

Όμως οι κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες αποτελούν τα συμπερασματικά πορίσματα της εργασιακής θεωρίας, υποδηλώνουν αλλαγή. Οι συγκρούσεις πρέπει είτε να επιλυθούν είτε η κοινωνική αλλαγή είναι αναπόφευκτη. Και η κοινωνική αλλαγή συνεπάγεται ότι τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα, όπως η φεουδαρχία ή ο καπιταλισμός, διαθέτουν μια δική τους διαδικασία ζωής. Γεννιούνται, φτάνουν στην ωριμότητα, και στη συνέχεια παρακμάζουν και πεθαίνουν.

Ακριβώς αυτή την πλευρά της οπτικής της εργασιακής θεωρίας αρνήθηκε ο Ricardo. Σε ένα από τα πιο διαφωτιστικά αποσπάσματά του έγραψε:

> «Πρέπει να θυμόμαστε ... ότι η κατάσταση οπισθοδρόμησης αποτελεί πάντοτε μια αφύσικη κατάσταση της κοινωνίας. Ο άνθρωπος από την παιδική ηλικία αναπτύσσεται προς την ενηλικίωση, κατόπιν παρακμάζει και πεθαίνει· όμως αυτή δεν είναι η πορεία των εθνών. Όταν φτάσουν σε μια κατάσταση μέγιστης ακμής, τότε η περαιτέρω πρόοδος μπορεί πράγματι να ανακοπεί, αλλά η φυσική τους τάση είναι να συνεχίσουν για αιώνες να διατηρούν αμείωτο τον πλούτο και τον πληθυσμό τους» [Ricardo, σ. 177].

[277] Μέσα σε αυτό το ανιστορικό πλαίσιο ο Ricardo έβλεπε μόνο δύο καταστάσεις της κοινωνίας: την φτωχή και απολίτιστη κατάσταση και την πλούσια και πολιτισμένη κατάσταση. Και στις δύο καταστάσεις ακριβώς οι ίδιες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις (που αντανακλούν την ανθρώπινη φύση) υφίσταντο.

Στην πλούσια και πολιτισμένη κοινωνία οι οικονομικές σχέσεις ήταν απλώς περισσότερο ορατές απ’ ό,τι στην λιγότερο ανεπτυγμένη κοινωνία. <nb/>Έτσι, το κεφάλαιο δεν θεωρούνταν ως έκφραση ή ενσωμάτωση μιας κοινωνικής σχέσης ιδιάζουσας στον καπιταλισμό, αλλά ως καθολική όψη κάθε παραγωγής. Και τα εμπορεύματα, οι τιμές και οι αγορές θεωρούνταν επίσης καθολικές όψεις της ανθρώπινης κοινωνίας.

Κατά τη συζήτηση του περίφημου παραδείγματος του Adam Smith με τους κυνηγούς ελαφιών και καστόρων στην «πρώιμη και πρωτόγονη κατάσταση της κοινωνίας», ο Ricardo έγραψε:

> Ακόμη και σε εκείνη την πρώιμη κατάσταση στην οποία αναφέρεται ο Adam Smith, κάποιο κεφάλαιο, παρόλο που πιθανώς είχε κατασκευαστεί και συσσωρευτεί από τον ίδιο τον κυνηγό, θα ήταν αναγκαίο για να του επιτρέψει να σκοτώσει τα θηράματά του. Χωρίς κάποιο όπλο, ούτε ο κάστορας ούτε το ελάφι θα μπορούσαν να θανατωθούν, και επομένως η αξία αυτών των ζώων δεν θα καθοριζόταν αποκλειστικά από τον χρόνο και την εργασία που απαιτούνταν για τη θανάτωσή τους, αλλά επίσης από τον χρόνο και την εργασία που απαιτούνταν για την παροχή του κεφαλαίου του κυνηγού, δηλαδή του όπλου, με τη βοήθεια του οποίου πραγματοποιούνταν η θανάτωσή τους....

> Όλα τα εργαλεία που ήταν αναγκαία για τη θανάτωση του κάστορα και του ελαφιού θα μπορούσαν να ανήκουν σε μια τάξη ανθρώπων, ενώ η εργασία που απαιτούνταν για τη θανάτωσή τους θα μπορούσε να παρέχεται από μια άλλη τάξη· παρ’ όλα αυτά, οι συγκριτικές τους τιμές θα βρίσκονταν σε αναλογία προς την πραγματική εργασία που είχε δαπανηθεί τόσο για τη δημιουργία του κεφαλαίου όσο και για τη θανάτωση των ζώων [Ricardo, σσ. 13-14].

Ο Ricardo όρισε το κεφάλαιο ως «εκείνο το μέρος του πλούτου μιας χώρας το οποίο χρησιμοποιείται στην παραγωγή» [Ricardo, σ. 53]. Είναι σαφές ότι, με αυτόν τον ορισμό, το κεφάλαιο υπάρχει σε κάθε κοινωνία. Επιπλέον, είναι σαφές από το παραπάνω απόσπασμα ότι ο Ricardo πίστευε πως η παραγωγή σε όλες τις κοινωνίες είχε ανταλλακτική αξία που καθοριζόταν από την εργασία, ακόμη και αν η κοινωνία ήταν τόσο καθυστερημένη ώστε δεν είχε αναπτυχθεί μια τάξη μισθωτών εργατών και μια τάξη καπιταλιστών.

Σε αυτή την καθυστερημένη κοινωνία, η απόδοση στον παραγωγό θα περιλάμβανε τόσο έναν μισθό για την προσπάθειά του όσο και ένα κέρδος από το κεφάλαιό του. Έτσι, για τον Ricardo, οι κατηγορίες **εμπόρευμα**, **τιμές**, **μισθωτή εργασία**, **μισθοί**, **κεφάλαιο** και **κέρδη** ήταν καθολικές, αιώνιες κατηγορίες που περιέγραφαν ολόκληρη την κοινωνική ζωή.

Ο Ricardo όχι μόνο θεωρούσε όλες αυτές τις οικονομικές κατηγορίες ως αντανακλάσεις καθολικών γνωρισμάτων όλων των κοινωνιών, αλλά πίστευε επίσης ότι σε όλες τις κοινωνίες οι τιμές, σε κατάσταση ισορροπίας, ήταν περίπου ανάλογες προς τις ποσότητες εργασίας που ενσωματώνονταν στα εμπορεύματα. Αυτό, κατά τη γνώμη του, ήταν ένα σαφώς παρατηρήσιμο [278] γεγονός.

Παραδεχόταν βέβαια ότι, καθώς η κοινωνία προχωρούσε και το κεφάλαιο γινόταν πιο σύνθετο και παρουσίαζε διαφορετικούς βαθμούς ανθεκτικότητας, οι τιμές θα αποκλίναν από την αυστηρή αναλογικότητα. Συνήγαγε αρχές μέσω των οποίων μπορούσε κανείς να προσδιορίσει τόσο την κατεύθυνση όσο και τα σχετικά μεγέθη αυτών των αποκλίσεων [Ricardo, σσ. 18-27].

Όμως επανειλημμένα επέμενε ότι «θα ήταν ... εσφαλμένο να αποδίδεται μεγάλη σημασία σε αυτές» τις αποκλίσεις [Ricardo, σ. 23]. Με άλλα λόγια, έβλεπε την εργασιακή θεωρία της αξίας (δηλαδή την αναλογία μεταξύ ποσοτήτων εργασίας και τιμών) περίπου όπως θα βλέπαμε τον νόμο της βαρύτητας. Όπως θα θεωρούσαμε τον νόμο της βαρύτητας έναν καθολικό νόμο που χρειάζεται να τροποποιηθεί μόνο ελαφρά από κάποια αρχή η οποία λαμβάνει υπόψη την αντίσταση του αέρα, έτσι και ο Ricardo θεωρούσε τον νόμο της αξίας ως έναν καθολικό κοινωνικό νόμο, ο οποίος χρειαζόταν μόνο μικρές τροποποιήσεις για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές στις αναλογίες κεφαλαίου προς εργασία στις διάφορες παραγωγικές διαδικασίες.

Σε αντίθεση με τον Ricardo, ο Marx τόνισε τη σημασία του να διαχωρίζονται νοητικά εκείνα τα χαρακτηριστικά της οικονομικής ζωής που είναι κοινά σε όλες τις κοινωνίες και εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι ιδιόμορφα στον καπιταλισμό. Ήταν η τάση των κλασικών οικονομολόγων να συγχέουν αυτές τις διαφορές που προκάλεσε την εντονότερη κριτική του Marx, ιδιαίτερα όταν (όπως στην περίπτωση του Ricardo) θεωρούσαν το κεφάλαιο ως ένα καθολικό χαρακτηριστικό όλων των κοινωνιών:

> Όποτε μιλάμε για παραγωγή, αυτό που εννοούμε πάντοτε είναι παραγωγή σε ένα ορισμένο στάδιο κοινωνικής ανάπτυξης — παραγωγή από κοινωνικά άτομα. Θα μπορούσε επομένως να φαίνεται ότι, για να μιλήσουμε γενικά για παραγωγή, πρέπει είτε να ακολουθήσουμε τη διαδικασία της ιστορικής ανάπτυξης μέσα από τις διαφορετικές φάσεις της, είτε να δηλώσουμε εκ των προτέρων ότι ασχολούμαστε με μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή, όπως, για παράδειγμα, τη σύγχρονη αστική παραγωγή, η οποία αποτελεί πράγματι το ιδιαίτερο θέμα μας.

> Ωστόσο, όλες οι εποχές παραγωγής έχουν ορισμένα κοινά γνωρίσματα, κοινά χαρακτηριστικά. *Η παραγωγή γενικά* είναι μια αφαίρεση, αλλά μια ορθολογική αφαίρεση, στον βαθμό που πράγματι αναδεικνύει και σταθεροποιεί το κοινό στοιχείο και έτσι μας απαλλάσσει από την επανάληψη....

> [Ορισμένα χαρακτηριστικά] θα είναι κοινά στη σύγχρονη εποχή και στην αρχαιότερη. Καμία παραγωγή δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς αυτά· ... παρ’ όλα αυτά, ακριβώς εκείνα τα στοιχεία που καθορίζουν την ανάπτυξή τους, δηλαδή τα στοιχεία που δεν είναι γενικά και κοινά, πρέπει να διαχωριστούν από τους προσδιορισμούς που ισχύουν για την παραγωγή ως τέτοια, ώστε μέσα στην ενότητά τους — η οποία προκύπτει ... από την ταυτότητα του υποκειμένου, της ανθρωπότητας, και του αντικειμένου, της φύσης — να μην ξεχνιέται η ουσιώδης διαφορά τους.

> Όλο το βάθος εκείνων των σύγχρονων οικονομολόγων που αποδεικνύουν την αιωνιότητα και την αρμονικότητα [279] των υπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων βρίσκεται σε αυτή τη λήθη. Για παράδειγμα, καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς ένα μέσο παραγωγής.... Καμία παραγωγή δεν είναι δυνατή χωρίς αποθηκευμένη, παρελθούσα εργασία.... <nb/>Το κεφάλαιο είναι, μεταξύ άλλων, επίσης ένα μέσο παραγωγής, επίσης αντικειμενοποιημένη, παρελθούσα εργασία. Επομένως, το κεφάλαιο είναι μια γενική, αιώνια σχέση της φύσης· δηλαδή, εφόσον παραλείψω ακριβώς εκείνη την ειδική ιδιότητα που μόνη της μετατρέπει το «μέσο παραγωγής» και την «αποθηκευμένη εργασία» σε κεφάλαιο.
> [Marx, 1973, σσ. 85-86]

Η κριτική του Marx προς τον Ricardo και γενικότερα προς την κλασική πολιτική οικονομία επικεντρωνόταν στον ισχυρισμό του ότι οι οικονομικοί θεσμοί που είναι ιδιάζοντες στον καπιταλισμό αποτελούν, ταυτόχρονα, μόνο μία από τις πολλές διαφορετικές ιστορικές μορφές που μπορούν να λάβουν τα καθολικά, κοινά στοιχεία κάθε ανθρώπινης κοινωνικής παραγωγής.

Οι κλασικοί οικονομολόγοι, αποτυγχάνοντας να κάνουν αυτή τη διάκριση, έβλεπαν τόσο τα ιστορικά ειδικά γνωρίσματα όσο και τα καθολικά γνωρίσματα μέσα στους καπιταλιστικούς θεσμούς και είχαν την τάση να συγχωνεύουν εννοιολογικά τα δύο, έτσι ώστε οι καπιταλιστικοί θεσμοί να εμφανίζονται ως καθολικοί.

Το πιο κραυγαλέο σφάλμα αυτού του τύπου ήταν η ταύτιση των ήδη παραχθέντων μέσων παραγωγής με το κεφάλαιο.

Ο Marx αντιλήφθηκε ότι τα εργαλεία και τα άλλα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής αποτελούσαν καθολικά γνωρίσματα της παραγωγής σε όλες τις κοινωνίες. Όμως το κεφάλαιο δεν ήταν κάτι τέτοιο. Το σημείο του Marx είναι τόσο θεμελιώδες για ολόκληρη τη θεωρία του και τόσο συχνά παραποιείται ή παρερμηνεύεται, ώστε θα παραθέσω εκτενώς αρκετά αποσπάσματα:

> Η χρησιμοποίηση των προϊόντων της προηγούμενης εργασίας ... ως υλικών, εργαλείων, μέσων διαβίωσης, είναι αναγκαία εάν ο εργάτης θέλει να χρησιμοποιήσει τα προϊόντα του για νέα παραγωγή .... Αλλά τι σχέση έχει, άραγε, αυτού του είδους η χρησιμοποίηση ... με την κυριαρχία του προϊόντος του πάνω σε αυτόν, με την ύπαρξή του ως κεφάλαιο;
> [Marx, 1971, σ. 274]

> Σαν να μην ήταν εξίσου δυνατός ο καταμερισμός της εργασίας εάν οι όροι του ανήκαν στους συνεταιρισμένους εργάτες ... και θεωρούνταν από αυτούς ως δικά τους προϊόντα και ως τα υλικά στοιχεία της δικής τους δραστηριότητας, πράγμα που είναι από την ίδια τους τη φύση.
> [Marx, 1971, σ. 273]

> Ένα πράγμα ... είναι σαφές — η Φύση δεν παράγει από τη μία πλευρά ιδιοκτήτες χρήματος ή εμπορευμάτων [μέσων παραγωγής] και από την άλλη ανθρώπους που δεν κατέχουν τίποτε άλλο παρά μόνο την εργατική τους δύναμη. Αυτή η σχέση δεν έχει καμία φυσική βάση, ούτε η κοινωνική της βάση είναι κάτι που είναι κοινό σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Είναι σαφώς το αποτέλεσμα μιας παρελθούσας ιστορικής ανάπτυξης, το προϊόν πολλών οικονομικών επαναστάσεων, της εξαφάνισης μιας ολόκληρης σειράς παλαιότερων μορφών κοινωνικής παραγωγής.
> [Marx, 1961, σ. 169]

> Το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα, αλλά μάλλον μια καθορισμένη κοινωνική παραγωγική σχέση, η οποία ανήκει σε έναν καθορισμένο ιστορικό κοινωνικό σχηματισμό, και η οποία εκδηλώνεται μέσα σε ένα πράγμα και προσδίδει σε αυτό το πράγμα έναν συγκεκριμένο κοινωνικό χαρακτήρα .... Είναι τα μέσα παραγωγής που μονοπωλούνται από ένα ορισμένο τμήμα της κοινωνίας, τα οποία αντιπαρατίθενται προς τη ζωντανή εργατική δύναμη ως προϊόντα και συνθήκες εργασίας που έχουν καταστεί ανεξάρτητα από την ίδια αυτή εργατική δύναμη.
> [Marx, 1962, σσ. 794-795]

> Το κεφάλαιο εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως μια κοινωνική δύναμη, της οποίας φορέας είναι ο καπιταλιστής. Αυτή η κοινωνική δύναμη δεν βρίσκεται πλέον σε καμία δυνατή σχέση με εκείνο που μπορεί να δημιουργήσει η εργασία ενός μεμονωμένου ατόμου. Γίνεται μια αλλοτριωμένη, ανεξάρτητη, κοινωνική δύναμη, η οποία αντιτίθεται στην κοινωνία ως αντικείμενο, και ως αντικείμενο που αποτελεί την πηγή δύναμης του καπιταλιστή.
> [Marx, 1962, σ. 259]

Όπως συμβαίνει με το κεφάλαιο και το κέρδος, έτσι και οι οικονομικές κατηγορίες των εμπορευμάτων, της μισθωτής εργασίας, των μισθών και των τιμών δεν είχαν για τον Marx καθολική εφαρμογή. Όλες αυτές ήταν ιδιάζουσες σε ορισμένους συγκεκριμένους ιστορικούς κοινωνικούς σχηματισμούς.

Ακόμη και ο πλούτος είχε διαφορετικές σημασίες σε διαφορετικές κοινωνίες. Υπήρχε, ωστόσο, ένα κοινό, καθολικό γνώρισμα του πραγματικού πλούτου, όπως αυτός εμφανιζόταν σε οποιαδήποτε κοινωνία:

> Όταν αφαιρεθεί η περιορισμένη αστική μορφή, τι είναι ο πλούτος πέρα από την καθολικότητα των ατομικών αναγκών, ικανοτήτων, απολαύσεων, παραγωγικών δυνάμεων κ.λπ....; Η πλήρης ανάπτυξη της ανθρώπινης κυριαρχίας πάνω στις δυνάμεις της φύσης, τόσο εκείνες της λεγόμενης εξωτερικής φύσης όσο και εκείνες της ίδιας της ανθρώπινης φύσης; Η απόλυτη ανάπτυξη των δημιουργικών δυνατοτήτων του ανθρώπου ... η οποία καθιστά αυτή την ολότητα της ανάπτυξης, δηλαδή την ανάπτυξη όλων των ανθρώπινων δυνάμεων καθαυτών, αυτοσκοπό, και όχι κάτι που μετριέται με ένα προκαθορισμένο μέτρο; Όπου ο άνθρωπος δεν αναπαράγει τον εαυτό του σε μία μόνο ειδικότητα, αλλά παράγει την ολότητά του;
> [Marx, 1973, σ. 488]

Στον καπιταλισμό, όμως, ο πλούτος εμφανιζόταν ως «μια τεράστια συσσώρευση εμπορευμάτων, με μονάδα της ένα μόνο εμπόρευμα» [Marx, 1961, σ. 35].

Επιπλέον, τα εμπορεύματα δεν ήταν κοινά σε όλους τους τρόπους παραγωγής:

> Ο τρόπος παραγωγής στον οποίο το προϊόν [της εργασίας] παίρνει τη μορφή εμπορεύματος, ή παράγεται άμεσα για ανταλλαγή, είναι η πιο γενική και η πιο εμβρυακή μορφή της αστικής παραγωγής.
> [Marx, 1961, σ. 82]

Το προϊόν της ανθρώπινης εργασίας γινόταν [281] εμπόρευμα μόνο κάτω από εκείνες τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες η παραγωγή προοριζόταν για πώληση στην αγορά και όχι για τη χρήση του ίδιου του παραγωγού ή οποιουδήποτε προσώπου συνδεόταν άμεσα ή στενά μαζί του.

Όταν μια κοινωνία κυριαρχούνταν «σε όλο το μήκος και το πλάτος της» από την εμπορευματική παραγωγή, ο Marx ονόμαζε μια τέτοια κοινωνία κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής (η οποία αποτελούσε την εμβρυακή μορφή του καπιταλισμού):

> Απαιτούνται ορισμένες συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες ώστε ένα προϊόν να γίνει εμπόρευμα. Δεν πρέπει να παράγεται ως το άμεσο μέσο διαβίωσης του ίδιου του παραγωγού .... Η παραγωγή και η κυκλοφορία εμπορευμάτων μπορούν να λάβουν χώρα, παρόλο που η μεγάλη μάζα των παραγόμενων αντικειμένων προορίζεται για τις άμεσες ανάγκες των παραγωγών, δεν μετατρέπεται σε εμπορεύματα, και επομένως η κοινωνική παραγωγή δεν κυριαρχείται ακόμη, σε όλο το μήκος και το πλάτος της, από την ανταλλακτική αξία.
> [Marx, 1961, σσ. 169-170]

Για να έχει μια κοινωνία «κυριαρχηθεί σε όλο το μήκος και το πλάτος της από την ανταλλακτική αξία», δηλαδή για να αποτελεί πρωτίστως μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, ήταν αναγκαίες τρεις ιστορικές προϋποθέσεις:

Πρώτον, έπρεπε να έχει αναπτυχθεί ένας τέτοιος βαθμός παραγωγικής εξειδίκευσης ώστε κάθε μεμονωμένος παραγωγός να παράγει συνεχώς το ίδιο προϊόν (ή ένα μέρος ενός προϊόντος).

Δεύτερον, αυτή η εξειδίκευση απαιτούσε αναγκαστικά τον πλήρη «διαχωρισμό της αξίας χρήσης από την ανταλλακτική αξία» [Marx, 1961, σ. 170]. Εφόσον η ζωή ήταν αδύνατη χωρίς την κατανάλωση αναρίθμητων αξιών χρήσης, ο παραγωγός μπορούσε να σχετίζεται με το δικό του προϊόν μόνο ως ανταλλακτική αξία και μπορούσε να αποκτήσει τις αναγκαίες αξίες χρήσης του μόνο από τα προϊόντα άλλων παραγωγών.

Τρίτον, μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής απαιτούσε μια εκτεταμένη και ανεπτυγμένη αγορά, η οποία με τη σειρά της απαιτούσε τη γενικευμένη χρήση του χρήματος ως καθολικού ισοδύναμου της αξίας, το οποίο μεσολαβούσε σε κάθε ανταλλαγή.

Σε μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, κάθε δεδομένος παραγωγός εργαζόταν απομονωμένος από όλους τους άλλους παραγωγούς. Φυσικά, ήταν κοινωνικά και οικονομικά συνδεδεμένος ή σχετιζόταν με άλλους παραγωγούς· πολλοί από αυτούς δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν τα συνηθισμένα καθημερινά πρότυπα κατανάλωσής τους χωρίς ο συγκεκριμένος παραγωγός να δημιουργεί το εμπόρευμά του, το οποίο κατανάλωναν οι άλλοι παραγωγοί· και ο ίδιος ο παραγωγός δεν θα μπορούσε να συνεχίσει το δικό του πρότυπο κατανάλωσης, εκτός εάν οι αμέτρητοι άλλοι παραγωγοί δημιουργούσαν συνεχώς τα εμπορεύματα που χρειαζόταν. Επομένως, υπήρχε μια καθορισμένη, απαραίτητη κοινωνική σχέση μεταξύ των παραγωγών.

Κάθε παραγωγός, ωστόσο, παρήγαγε αποκλειστικά για πώληση στην αγορά. Με τα έσοδα από την πώλησή του αγόραζε τα εμπορεύματα που χρειαζόταν. Η ευημερία του φαινόταν να εξαρτάται αποκλειστικά από τις ποσότητες άλλων εμπορευμάτων για τις οποίες μπορούσε να ανταλλάξει το δικό του εμπόρευμα.

«Αυτές οι ποσότητες μεταβάλλονται συνεχώς», έγραψε ο Marx, «ανεξάρτητα από τη βούληση, την πρόβλεψη και τη δράση των παραγωγών. Για αυτούς η ίδια τους η κοινωνική δράση παίρνει τη μορφή δράσης αντικειμένων, τα οποία κυριαρχούν πάνω στους παραγωγούς, αντί να κυριαρχούνται από αυτούς» [Marx, 1961, σ. 75].

Έτσι, εκείνο που αποτελούσε κοινωνικές σχέσεις μεταξύ παραγωγών εμφανιζόταν στον κάθε παραγωγό απλώς ως μια σχέση ανάμεσα στον ίδιο και έναν απρόσωπο, αμετάβλητο κοινωνικό θεσμό — την αγορά. Η αγορά φαινόταν να περιλαμβάνει απλώς ένα σύνολο σχέσεων μεταξύ υλικών πραγμάτων — εμπορευμάτων.

«Επομένως, οι σχέσεις που συνδέουν την εργασία του ενός ατόμου με εκείνη όλων των άλλων», κατέληξε ο Marx, «δεν εμφανίζονται ως άμεσες κοινωνικές σχέσεις μεταξύ εργαζόμενων ατόμων, αλλά ως ... σχέσεις μεταξύ πραγμάτων» [Marx, 1961, σ. 73].

Μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, όμως, δεν ήταν αναγκαστικά καπιταλιστική κοινωνία· οι «ιστορικές συνθήκες της [ύπαρξης του καπιταλισμού] δεν δίνονται σε καμία περίπτωση απλώς με την κυκλοφορία χρήματος και εμπορευμάτων» [Marx, 1961, σ. 170].

Για να υπάρξει ο καπιταλισμός ήταν αναγκαίες δύο ακόμη προϋποθέσεις. Πρώτον, τα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής, τα οποία υπήρχαν ως εμπορεύματα, έπρεπε να μονοπωληθούν από την καπιταλιστική τάξη. Δεύτερον, η ικανότητα προς εργασία, ή εργατική δύναμη, έπρεπε να γίνει εμπόρευμα, του οποίου η ανταλλακτική αξία ήταν το ύψος του μισθού.

Η ύπαρξη της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος εξαρτιόταν από δύο ουσιώδεις όρους.

> Πρώτον, η εργατική δύναμη μπορεί να εμφανιστεί στην αγορά ως εμπόρευμα μόνο εάν, και στον βαθμό που, ο κάτοχός της, το άτομο του οποίου είναι η εργατική δύναμη, την προσφέρει προς πώληση ή την πουλά ως εμπόρευμα. Για να μπορέσει να το κάνει αυτό, πρέπει ... να είναι ο ελεύθερος ιδιοκτήτης της ικανότητάς του για εργασία, δηλαδή του ίδιου του προσώπου του.... Ο ιδιοκτήτης της εργατικής δύναμης ... πρέπει να την πουλά μόνο για μια ορισμένη χρονική περίοδο, διότι αν την πουλούσε ολοκληρωτικά, μια για πάντα, θα πουλούσε τον ίδιο του τον εαυτό, μετατρέποντας τον εαυτό του από ελεύθερο άνθρωπο σε δούλο, από ιδιοκτήτη εμπορεύματος σε εμπόρευμα....

> Ο δεύτερος ουσιώδης όρος ... είναι ... ότι ο εργάτης, αντί να βρίσκεται στη θέση να πουλά εμπορεύματα στα οποία έχει ενσωματωθεί η εργασία του, πρέπει να είναι υποχρεωμένος να προσφέρει προς πώληση ως εμπόρευμα αυτήν ακριβώς την εργατική δύναμη, η οποία υπάρχει μόνο μέσα στον ζωντανό εαυτό του.

> Για να μπορεί ένας άνθρωπος να πουλά εμπορεύματα άλλα από την εργατική δύναμη, πρέπει φυσικά να διαθέτει τα μέσα παραγωγής, όπως πρώτες ύλες, εργαλεία κ.λπ. Κανένα ζευγάρι μπότες [283] δεν μπορεί να κατασκευαστεί χωρίς δέρμα. Χρειάζεται επίσης τα μέσα συντήρησης.

> ...

> Για τη μετατροπή, επομένως, του χρήματός του σε κεφάλαιο, ο κάτοχος χρήματος πρέπει να συναντήσει στην αγορά τον ελεύθερο εργάτη, ελεύθερο με τη διπλή έννοια: ότι, από τη μια πλευρά, ως ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να διαθέτει την εργατική του δύναμη ως δικό του εμπόρευμα, και ότι, από την άλλη πλευρά, δεν έχει κανένα άλλο εμπόρευμα προς πώληση, στερείται όλων των αναγκαίων πραγμάτων για την πραγματοποίηση της εργατικής του δύναμης.
> [Marx, 1961, σσ. 168-169]

Αυτό, λοιπόν, ήταν το καθοριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού, το οποίο τον διαφοροποιούσε από μια απλή κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής. Ο καπιταλισμός υπήρχε όταν, μέσα σε μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, μια μικρή τάξη ανθρώπων — οι καπιταλιστές — είχε μονοπωλήσει τα μέσα παραγωγής, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των άμεσων παραγωγών — οι εργάτες — δεν μπορούσε να παράγει ανεξάρτητα επειδή δεν διέθετε μέσα παραγωγής.

Οι εργάτες ήταν «ελεύθεροι» να κάνουν μία από δύο επιλογές: να πεθάνουν από την πείνα ή να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη ως εμπόρευμα [Marx, 1961, σ. 170].

Έτσι, ο καπιταλισμός δεν ήταν ούτε αναπόφευκτος ούτε φυσικός και αιώνιος. Ήταν ένας συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής, ο οποίος αναπτύχθηκε κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και ο οποίος είχε μια άρχουσα τάξη που κυβερνούσε χάρη στον έλεγχό της πάνω στις υλικές προϋποθέσεις της παραγωγής.

Σε αντίθεση με εκείνη του Ricardo, η εργασιακή θεωρία της αξίας του Marx αφορούσε αποκλειστικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η θεμελιώδης σημασία αυτής της διάκρισης μεταξύ των δύο θεωριών σχεδόν πάντοτε παραβλέπεται.

Στην επόμενη ενότητα θα δείξω τη σημασία αυτής της γενικά αγνοημένης διάκρισης.

### Η ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΟΥ MARX

Στη θεωρία της αξίας του Marx, ο διαχωρισμός εκείνων των πλευρών της οικονομικής ζωής που υπάρχουν καθολικά σε κάθε οικονομική ζωή από εκείνες τις μορφές με τις οποίες αυτές εκδηλώνονται στον καπιταλισμό έχει κεντρική σημασία.

Σε κάθε κοινωνία η εργασία κατανεμόταν κοινωνικά έτσι ώστε το φυσικό περιβάλλον να μετασχηματίζεται σε προϊόντα εργασίας τα οποία διέθεταν τα φυσικά χαρακτηριστικά που ήταν απαραίτητα για την ικανοποίηση ατομικών και κοινωνικών αναγκών και επιθυμιών (ο Marx ονόμαζε αυτή τη διαδικασία παραγωγή αξιών χρήσης).

Στον καπιταλισμό, ωστόσο, αυτή η κοινωνική κατανομή δεν πραγματοποιούνταν συνειδητά ή εκούσια από κάποιο άτομο ή ομάδα ατόμων. Η εργασία εμφανιζόταν ως μια καθαρά ατομική υπόθεση και η κοινωνική διασύνδεση των εργαζομένων εμφανιζόταν απλώς ως η πράξη ανταλλαγής εμπορευμάτων.

Ο κύριος σκοπός της εργασιακής θεωρίας της αξίας του Marx ήταν να δείξει ότι οι τιμές, οι οποίες [284] στον καπιταλισμό εμφανίζονταν ως σχέσεις μεταξύ εμπορευμάτων, αντανακλούσαν την πραγματική κοινωνική φύση των αλληλεξαρτώμενων εργαζομένων, των οποίων η κοινωνική κατανομή της εργασίας πραγματοποιούνταν μέσω της αγοράς και των οποίων η αλληλεξάρτηση διαμεσολαβούνταν πάντοτε από την αγορά.

Μόνο αποδεικνύοντας ότι οι τιμές αποτελούσαν την καπιταλιστική μορφή της καθολικής κοινωνικής αναγκαιότητας του συντονισμού της κοινωνικής εργασίας μπορούσε ο Marx να αποδείξει ότι η κοινωνικά ειδική φύση του κεφαλαίου δεν ήταν η καθολική αναγκαιότητα χρησιμοποίησης ήδη παραχθέντων μέσων παραγωγής, αλλά μάλλον μια ιδιαίτερη, εξαναγκαστική κοινωνική σχέση μοναδική στον καπιταλισμό.

Τα ακόλουθα αποσπάσματα συνοψίζουν ορισμένες από τις σημαντικότερες καθολικές πλευρές της ανθρώπινης παραγωγικής δραστηριότητας:

> Η αξία χρήσης, ως πλευρά του εμπορεύματος, συμπίπτει με την υλική, απτή ύπαρξη του εμπορεύματος.... Όποια και αν είναι η κοινωνική μορφή της, ο πλούτος *πάντοτε* αποτελείται από αξίες χρήσης, οι οποίες αρχικά δεν επηρεάζονται από αυτή τη μορφή.... [Στον καπιταλισμό] η αξία χρήσης είναι η άμεση υλική οντότητα μέσα στην οποία εκφράζεται μια καθορισμένη οικονομική σχέση — η *ανταλλακτική αξία*.
> [Marx, 1970, σσ. 27-28]

> Θα ήταν εσφαλμένο να πούμε ότι η εργασία που παράγει αξίες χρήσης είναι η *μόνη* πηγή του πλούτου που παράγεται από αυτήν, δηλαδή του υλικού πλούτου. Δεδομένου ότι η εργασία είναι μια δραστηριότητα η οποία προσαρμόζει την ύλη για κάποιον σκοπό, χρειάζεται την ύλη ως προϋπόθεση. Οι διαφορετικές αξίες χρήσης περιέχουν πολύ διαφορετικές αναλογίες εργασίας και φυσικών προϊόντων, αλλά η αξία χρήσης πάντοτε περιλαμβάνει ένα φυσικό στοιχείο. Ως χρήσιμη δραστηριότητα που κατευθύνεται προς την οικειοποίηση φυσικών παραγόντων με τη μία ή την άλλη μορφή, η εργασία αποτελεί έναν φυσικό μεταβολισμό ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, ανεξάρτητα από τη μορφή της κοινωνίας.
> [Marx, 1970, σ. 36]

> Η παραγωγή της ζωής ... [πάντοτε] εμφανίζεται ως μια διττή σχέση: από τη μία πλευρά ως φυσική [δηλαδή ως σχέση με τη φύση], και από την άλλη ως κοινωνική σχέση — κοινωνική με την έννοια ότι δηλώνει τη συνεργασία πολλών ατόμων, ανεξάρτητα από τις συνθήκες, τον τρόπο και τον σκοπό υπό τον οποίο αυτή πραγματοποιείται.
> [Marx, 1976, σ. 42]

Η ανθρώπινη παραγωγή ήταν πάντοτε κοινωνική. Πάντοτε περιλάμβανε κάποιου είδους καταμερισμό της εργασίας και κάποιον κοινωνικό μηχανισμό για τον συντονισμό της κοινωνικής εργασίας.

Η κοινωνική παραγωγική εργασία πάντοτε μετασχημάτιζε το φυσικό υλικό περιβάλλον σε προϊόντα τα οποία ήταν κοινωνικά ή ατομικά χρήσιμα. Η κοινωνική οργάνωση της παραγωγής πάντοτε περιλάμβανε έναν μηχανισμό κατανομής, έτσι ώστε ορισμένα προϊόντα να καταναλώνονται κοινωνικά, ενώ άλλα να καταναλώνονται από συγκεκριμένα άτομα.

Όλα αυτά τα οικονομικά στοιχεία ήταν κοινά σε κάθε τρόπο παραγωγής. Επιπλέον, όπως [285] είδαμε στην προηγούμενη ενότητα, σε όλες τις κοινωνίες ορισμένα από τα μέσα παραγωγής που ήταν απαραίτητα για την τρέχουσα εργασία έπρεπε να έχουν παραχθεί από προηγούμενη εργασία, και ορισμένα από τα προϊόντα της τρέχουσας εργασίας έπρεπε να δημιουργούνται και να κατανέμονται ως μέσα παραγωγής για τη μελλοντική εργασία.

Το πιο συνεπές σφάλμα των πολιτικών οικονομολόγων, κατά τη γνώμη του Marx, ήταν η σύγχυση του περιεχομένου αυτών των καθολικά αναγκαίων δραστηριοτήτων με την ιδιαίτερη, ειδική μορφή που αυτές λάμβαναν στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Ιδιαίτερη σημασία είχε η αποτυχία τους να κατανοήσουν τις ειδικές κοινωνικές βάσεις οι οποίες μετασχημάτιζαν:


1. ένα φυσικό προϊόν που διέθετε αξία χρήσης σε ένα εμπόρευμα που διέθετε τόσο αξία χρήσης όσο και ανταλλακτική αξία, και
2. τα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής σε κεφάλαιο.


Στις περισσότερες προκαπιταλιστικές κοινωνίες, η κοινωνική φύση της εργασίας ήταν άμεσα εμφανής στην ίδια τη φύση των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής:

> Υπό το αγροτικό πατριαρχικό σύστημα παραγωγής, όταν η υφάντρια και ο υφαντής ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη — η γυναίκα της οικογένειας έκλωθε και οι άνδρες ύφαιναν, ας πούμε για τις ανάγκες της οικογένειας — το νήμα και το λινό ήταν *κοινωνικά* προϊόντα, και η κλώση και η ύφανση ήταν *κοινωνική* εργασία μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας.

> Όμως ο κοινωνικός τους χαρακτήρας δεν εμφανιζόταν με τη μορφή του νήματος που γινόταν καθολικό ισοδύναμο ανταλλασσόμενο με το λινό ως καθολικό ισοδύναμο, δηλαδή με τη μορφή των δύο προϊόντων που *αντάλλασσαν* το ένα το άλλο ως ίσες και εξίσου έγκυρες εκφράσεις του ίδιου καθολικού χρόνου εργασίας [όπως θα συνέβαινε στον καπιταλισμό].

> Αντίθετα, το προϊόν της εργασίας έφερε το συγκεκριμένο κοινωνικό αποτύπωμα της οικογενειακής σχέσης με τον φυσικά διαμορφωμένο καταμερισμό εργασίας της.

> Ή ας πάρουμε τις υπηρεσίες και τις παροχές σε είδος του Μεσαίωνα. Εκεί ήταν η ξεχωριστή εργασία του ατόμου στην αρχική της μορφή, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εργασίας του και όχι η καθολική της πλευρά, που αποτελούσαν τους κοινωνικούς δεσμούς εκείνης της εποχής.

> Ή, τέλος, ας πάρουμε την κοινοτική εργασία στη φυσικά εξελιγμένη μορφή της, όπως τη βρίσκουμε σε όλα τα πολιτισμένα έθνη κατά την αυγή της ιστορίας τους. Στην περίπτωση αυτή ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας προφανώς δεν δημιουργείται επειδή η εργασία του ατόμου προσλαμβάνει την αφηρημένη μορφή της καθολικής εργασίας....

> Το κοινοτικό σύστημα πάνω στο οποίο βασίζεται αυτός ο τρόπος παραγωγής εμποδίζει την εργασία ενός ατόμου να γίνει ιδιωτική εργασία και το προϊόν του ιδιωτικό προϊόν ενός ξεχωριστού ατόμου· αντίθετα, προκαλεί την εμφάνιση της ατομικής εργασίας ως άμεσης λειτουργίας ενός μέλους της κοινωνικής οργάνωσης.
> [Marx, 1970, σσ. 33-34]

Υπό ένα σύστημα εμπορευματικής παραγωγής όλα αυτά άλλαξαν. Παρόλο [286] που ο πιο εκτεταμένος καταμερισμός της εργασίας, ο οποίος εμφανίστηκε με την εμπορευματική παραγωγή, αύξησε τον βαθμό κοινωνικής αλληλεξάρτησης και κατέστησε τον κοινωνικό συντονισμό της κοινωνικής εργασίας πιο κρίσιμο από ποτέ, η αυξημένη πολυπλοκότητα κατέστησε αυτές τις κοινωνικές αλληλεξαρτήσεις λιγότερο άμεσες και λιγότερο εύκολα βιώσιμες ως τέτοιες.

Με την εμπορευματική παραγωγή να αποτελεί ιδιωτική παραγωγή για πώληση στην αγορά, κάθε παραγωγός βίωνε αυτή την κοινωνική αλληλεξάρτηση απλώς ως τη δική του εξάρτηση από την αγορά. Παρήγαγε το δικό του εμπόρευμα μόνο για να αποκτήσει ανταλλακτική αξία, δηλαδή για να το πουλήσει στην αγορά.

Επομένως, αντιλαμβανόταν το δικό του εμπόρευμα ως ανταλλακτική αξία. Τα εμπορεύματα που χρειαζόταν για τη δική του συντήρηση και ευημερία έπρεπε να αγοραστούν στην αγορά. Αυτά τα εμπορεύματα έπρεπε αρχικά να εμφανιστούν ως ανταλλακτικές αξίες στην αγορά και μόνο μετά την απόκτησή τους από τον καταναλωτή μπορούσαν να θεωρηθούν ως αξίες χρήσης.

Έτσι, η κοινωνική σχέση αμοιβαίας οικονομικής αλληλεξάρτησης μεταξύ ιδιωτών παραγωγών εμφανιζόταν ως σχέσεις αγοράς, δηλαδή ως σχέσεις ανταλλακτικής αξίας μεταξύ εμπορευμάτων. Επομένως:

> «οι σχέσεις που συνδέουν την εργασία του ενός ατόμου με εκείνη όλων των άλλων εμφανίζονται όχι ως άμεσες κοινωνικές σχέσεις μεταξύ εργαζόμενων ατόμων, αλλά ως ... σχέσεις μεταξύ πραγμάτων».
> [Marx, 1961, σ. 73]

Σε μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, οι συγκεκριμένοι παραγωγοί δεν καθοδηγούνταν πλέον από το έθιμο, την κοινωνική παράδοση ή τη γενική κοινωνική τους θέση στη ζωή, ώστε να παράγουν συγκεκριμένα προϊόντα. Ήταν ελεύθεροι να παράγουν και να πωλούν οποιοδήποτε εμπόρευμα.

Με την ελεύθερη είσοδο σχεδόν σε όλα τα επαγγέλματα και τον ελεύθερο ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών, οι διαφορετικές συγκεκριμένες μορφές εργασίας, π.χ. η ξυλουργική ή η υφαντουργία κ.λπ., αντιμετωπίζονταν με κοινωνική αδιαφορία. Οι διαφορετικές μορφές εργασίας προσλάμβαναν μια αφηρημένη ισότητα βασισμένη σε αυτή την αδιαφορία.

Οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ αυτών των επαγγελμάτων αφηρημένης ισότητας (δηλαδή κοινωνικής αδιαφορίας) εκφράζονταν ως οι λόγοι ανταλλακτικών αξιών μεταξύ των προϊόντων που παρήγαγαν.

<nb/>Η ανταλλακτική αξία ή η τιμή ενός εμπορεύματος αντιπροσώπευε την αφηρημένη ποσότητα εργασίας που χρησιμοποιούσε η κοινωνία για την παραγωγή αυτού του εμπορεύματος. Ήταν αφηρημένη, επειδή αντιπροσώπευε έναν κοινωνικό μέσο όρο και δεν επηρεαζόταν από τις ιδιαιτερότητες του ατόμου, οι οποίες θα μπορούσαν να το καθιστούν κάπως περισσότερο ή λιγότερο παραγωγικό από τον κοινωνικό μέσο όρο.

Δημιουργώντας ένα εμπόρευμα με ανταλλακτική αξία, ο παραγωγός δημιουργούσε το εμπόρευμα ως ένα *αφηρημένο καθολικό ισοδύναμο αξίας*, μέσω του οποίου, με την ανταλλαγή, η εργασία του μπορούσε να εισέλθει σε μια κοινωνική σχέση με την εργασία των άλλων.

> [287] Μόνο ως τέτοιο *καθολικό* μέγεθος αντιπροσωπεύει ένα κοινωνικό μέγεθος. Η εργασία ενός ατόμου μπορεί να παράγει ανταλλακτική αξία μόνο εάν παράγει καθολικά ισοδύναμα....

> Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο σαν τα διαφορετικά άτομα να είχαν συνενώσει τον χρόνο εργασίας τους και να είχαν κατανείμει διαφορετικά τμήματα του χρόνου εργασίας που είχαν από κοινού στη διάθεσή τους στις διάφορες αξίες χρήσης.

> Ο χρόνος εργασίας του ατόμου είναι, επομένως, στην πραγματικότητα ο χρόνος εργασίας που απαιτείται από την κοινωνία για την παραγωγή μιας συγκεκριμένης αξίας χρήσης, δηλαδή για την ικανοποίηση μιας συγκεκριμένης ανάγκης.
[Marx, 1970, σ. 32]

Η εργασία «η οποία εκδηλώνεται στην ανταλλακτική αξία εμφανίζεται ως εργασία ενός απομονωμένου ατόμου. Γίνεται κοινωνική εργασία λαμβάνοντας τη μορφή του άμεσου αντίθετού της, της αφηρημένης καθολικής εργασίας».
[Marx, 1970, σ. 34]

Μπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι πολλές από τις αντιρρήσεις που έχουν διατυπωθεί εναντίον της εργασιακής θεωρίας της αξίας του Marx βασίζονται σε παρανοήσεις. Ο Marx *δεν* υποστήριξε ότι μόνο η εργασία δημιουργεί χρήσιμα προϊόντα, όπως είδαμε στο εκτενές απόσπασμα στην αρχή αυτής της ενότητας.

Όμως η ανταλλακτική αξία δεν ήταν μια υλική ιδιότητα ενός προϊόντος. Ένα προϊόν γινόταν εμπόρευμα όταν, μέσα σε ένα ιδιαίτερο είδος κοινωνικού πλαισίου, άρχιζε να συμβολίζει αφηρημένα τη σχέση του παραγωγού του με τους άλλους παραγωγούς.

Η ανταλλακτική αξία ήταν μια νοητική αφαίρεση που συμβολιζόταν από ένα υλικό προϊόν. Ως τέτοια, η αφαίρεση αυτή αντανακλούσε τόσο τις κοινωνικές σχέσεις όσο και ήταν αναγκαία για τον κοινωνικό συντονισμό της εργασίας μέσα σε αυτές τις κοινωνικές σχέσεις.

Η εργασία δεν ήταν η αιτία της ανταλλακτικής αξίας με την έννοια της φυσικής ή υλικής αιτιότητας, επειδή η ανταλλακτική αξία ήταν μια νοητική κατασκευή (κεντρικής σημασίας σε μια οικονομία της αγοράς) και όχι μια φυσική οντότητα.

Ως νοητική αφαίρεση συμβόλιζε την κοινωνική φύση της εργασίας σε μια κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής.

Ο Marx κατέληγε με πλήρη συνέπεια ότι η τιμή, ως νοητική οντότητα, «υπάρχει αρχικά μόνο στο κεφάλι, ως έννοια, αφού εκφράζει μια σχέση· όπως, γενικά, οι σχέσεις μπορούν να θεωρηθούν ότι υπάρχουν μόνο όταν *νοούνται*, σε διάκριση από τα υποκείμενα τα οποία βρίσκονται μεταξύ τους σε αυτές τις σχέσεις».
[Marx, 1978, σ. 143]

Επομένως:

> «εφόσον η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων δεν είναι πράγματι τίποτε άλλο παρά μια αμοιβαία σχέση ανάμεσα σε διάφορα είδη εργασίας ατόμων που θεωρούνται ως ίση και καθολική εργασία, δηλαδή τίποτε άλλο παρά η υλική έκφραση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής μορφής εργασίας, αποτελεί ταυτολογία να λέμε ότι η εργασία είναι η *μόνη* πηγή της ανταλλακτικής αξίας και, κατά συνέπεια, του πλούτου στον βαθμό που αυτός αποτελείται από ανταλλακτική αξία».
> [Marx, 1970, σ. 35]

[288] Η εργασιακή θεωρία της αξίας του Marx ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη του Ricardo.

Ο τελευταίος πίστευε ότι η αιτιακή σύνδεση ανάμεσα στην εργασία που ενσωματώνεται στα εμπορεύματα και στις τιμές τους ήταν μια άμεση, εύκολα ορατή, εμπειρική σχέση. Οι τροποποιητικές επιδράσεις των διαφορών στις αναλογίες κεφαλαίου προς εργασία θεωρούνταν από αυτόν δευτερεύουσες.

Η πρόταση ότι οι τιμές θα ήταν ανάλογες προς τις ποσότητες εργασίας που ενσωματώνονται στα εμπορεύματα θεωρούνταν ότι προσέγγιζε μια εμπειρική αλήθεια.

Μεγάλο μέρος της κριτικής εναντίον του Marx θα είχε αποφευχθεί, εάν οι επικριτές του είχαν κατανοήσει τη θεμελιώδη διαφορά του από τον Ricardo πάνω σε αυτό το σημείο.

Κατά την άποψη του Marx, οι τιμές δεν αντανακλούσαν άμεσα ή εμπειρικά την πραγματική κοινωνική τους προέλευση και φύση. Αντίθετα, οι τιμές απέκρυπταν, συσκότιζαν και έτειναν να μυστικοποιούν την υποκείμενη κοινωνική τους βάση. Το σημείο αυτό είναι τόσο κεντρικό για την κατανόηση του Marx και τόσο συχνά παρερμηνεύεται, ώστε θα παραθέσω εκτενώς την απάντησή του σε έναν επικριτή, ο οποίος υποστήριζε ότι ο Marx δεν είχε αποδείξει καμία άμεση, παρατηρήσιμη σύνδεση μεταξύ αξιών και τιμών:

> Όλη αυτή η φλυαρία σχετικά με την αναγκαιότητα απόδειξης της έννοιας της αξίας προέρχεται από πλήρη άγνοια τόσο του αντικειμένου που εξετάζεται όσο και της επιστημονικής μεθόδου. Κάθε παιδί γνωρίζει ότι ένα έθνος που θα σταματούσε να εργάζεται, όχι για έναν χρόνο, αλλά έστω και για λίγες εβδομάδες, θα αφανιζόταν. Κάθε παιδί γνωρίζει επίσης ότι οι μάζες προϊόντων που αντιστοιχούν στις διαφορετικές ανάγκες απαιτούν διαφορετικές και ποσοτικά καθορισμένες μάζες της συνολικής κοινωνικής εργασίας. Το ότι αυτή η *αναγκαιότητα της κατανομής* της κοινωνικής εργασίας σε καθορισμένες αναλογίες δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταργηθεί από μια *ιδιαίτερη μορφή* κοινωνικής παραγωγής, αλλά μπορεί μόνο να αλλάξει ο *τρόπος* της *εμφάνισής* της, είναι αυτονόητο. Κανένας φυσικός νόμος δεν μπορεί να καταργηθεί. Αυτό που μπορεί να αλλάξει κάτω από διαφορετικές ιστορικές συνθήκες είναι μόνο η *μορφή* με την οποία αυτοί οι νόμοι επιβάλλονται. Και η μορφή *με την οποία* αυτή η αναλογική κατανομή της εργασίας επιβάλλεται σε μια κοινωνία όπου η διασύνδεση της κοινωνικής εργασίας εκδηλώνεται μέσω της *ιδιωτικής ανταλλαγής* των ατομικών προϊόντων της εργασίας είναι ακριβώς η *ανταλλακτική αξία* αυτών των προϊόντων.

> Η επιστήμη συνίσταται ακριβώς στο να δείχνει *πώς* επιβάλλεται ο νόμος της αξίας.... Ο χυδαίος οικονομολόγος δεν έχει την παραμικρή ιδέα ότι οι πραγματικές καθημερινές σχέσεις ανταλλαγής *δεν μπορούν να ταυτίζονται άμεσα* με τα μεγέθη της αξίας. Η ουσία της αστικής κοινωνίας συνίσταται ακριβώς στο ότι εκ των προτέρων (*a priori*) δεν υπάρχει συνειδητή κοινωνική ρύθμιση της παραγωγής. Το ορθολογικό και φυσικά αναγκαίο επιβάλλεται μόνο ως ένας μέσος όρος που δρα τυφλά. Και τότε ο χυδαίος οικονομολόγος νομίζει ότι έκανε μια μεγάλη ανακάλυψη όταν, απέναντι στην αποκάλυψη της εσωτερικής διασύνδεσης, ισχυρίζεται με υπερηφάνεια ότι στην εμφάνιση [289] τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά. Στην πραγματικότητα, καυχάται ότι προσκολλάται στην εμφάνιση και τη θεωρεί ως την έσχατη πραγματικότητα. Γιατί, λοιπόν, να υπάρχει καθόλου επιστήμη;
> [Marx and Engels, χ.χ., σσ. 251-252]

Η επιφανειακή μορφή εμφάνισης της ανταλλακτικής αξίας ήταν η τιμή. Όμως η κρυμμένη βάση των ανταλλακτικών αξιών ήταν οι αξίες, δηλαδή οι ποσότητες εργασίας που ήταν ενσωματωμένες στα εμπορεύματα (για τον Marx, στην ανάλυση του καπιταλισμού, οι όροι «αξία» και «ενσωματωμένη εργασία» ήταν ισοδύναμοι).

Οι τιμές απέκρυπταν και συσκότιζαν τη σύνδεσή τους με τις αξίες, και αυτό για δύο λόγους.

Πρώτον, όπως ήδη συζητήσαμε, **στον καπιταλισμό οι ανθρώπινες παραγωγικές σχέσεις εμφανίζονται (ως τιμές) ως σχέσεις μεταξύ άψυχων πραγμάτων**:

> «Έτσι, οι συμμετέχοντες στην καπιταλιστική παραγωγή ζουν μέσα σε έναν μαγεμένο κόσμο και οι ίδιες οι σχέσεις τους εμφανίζονται σε αυτούς ως ιδιότητες των πραγμάτων, ως ιδιότητες των υλικών στοιχείων της παραγωγής.»
> [Marx, 1971, σ. 514]

Δεύτερον, η ουσία του κεφαλαίου γενικά ήταν πολύ διαφορετική από την εμφάνιση των πραγματικών, πολυάριθμων κεφαλαίων που ανταγωνίζονται μεταξύ τους.

Αυτό το δεύτερο σημείο έχει αποφασιστική σημασία για την εργασιακή θεωρία της αξίας του Marx και γι’ αυτό θα το εξετάσουμε κάπως εκτενέστερα.

Ο Marx διέκρινε ανάμεσα στο «κεφάλαιο εν γένει» (*capital in general*) και στα «πολλά κεφάλαια σε ανταγωνισμό» (*many capitals in competition*).

Για τον Marx, ο ελεύθερος ανταγωνισμός ήταν η δύναμη μέσω της οποίας οι τρόποι λειτουργίας του καπιταλισμού εμφανίζονταν στους καπιταλιστές ως αιώνιοι, εξαναγκαστικοί νόμοι της φύσης.

Ο ελεύθερος ανταγωνισμός ήταν «η σχέση του κεφαλαίου με τον εαυτό του ως άλλο κεφάλαιο, δηλαδή η πραγματική συμπεριφορά του κεφαλαίου» και, μέσω του ανταγωνισμού, «εκείνο που αντιστοιχεί στην έννοια του κεφαλαίου τίθεται ως εξωτερική αναγκαιότητα για το ατομικό κεφάλαιο» [Marx, 1973, σσ. 650-651].

Ο ελεύθερος ανταγωνισμός ήταν η κοινωνική δύναμη μέσω της οποίας οι νόμοι του κεφαλαίου εν γένει γίνονταν ορατοί στους επιμέρους καπιταλιστές. Ήταν όμως απλώς μια *εκδήλωση* αυτών των νόμων και, ως τέτοια, συσκότιζε την πραγματική εσωτερική φύση του «κεφαλαίου εν γένει»:

> Οι γενικές και αναγκαίες τάσεις του κεφαλαίου πρέπει να διακρίνονται από τις μορφές εμφάνισής τους..., δηλαδή από τον τρόπο με τον οποίο οι νόμοι, που είναι εγγενείς στην καπιταλιστική παραγωγή, εκδηλώνονται στις κινήσεις των επιμέρους μαζών κεφαλαίου, όπου επιβάλλονται ως εξαναγκαστικοί νόμοι του ανταγωνισμού και γίνονται αντιληπτοί από τον ατομικό καπιταλιστή ως τα κατευθυντήρια κίνητρα των ενεργειών του. Είναι όμως σαφές ότι μια επιστημονική ανάλυση του ανταγωνισμού δεν είναι δυνατή πριν αποκτήσουμε μια αντίληψη της εσωτερικής φύσης του κεφαλαίου, όπως ακριβώς οι φαινομενικές κινήσεις των ουράνιων σωμάτων δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές παρά μόνο από εκείνον που γνωρίζει τις πραγματικές τους κινήσεις, κινήσεις που δεν είναι άμεσα αντιληπτές από τις αισθήσεις.
> [Marx, 1961, σ. 316]

[290] Έτσι, η μελέτη του κεφαλαίου εν γένει αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κατανόηση των πολλών κεφαλαίων σε ανταγωνισμό.

Ο πρώτος τόμος του *Κεφαλαίου* ήταν αφιερωμένος στη μελέτη του κεφαλαίου εν γένει. Σε όλη τη διάρκεια αυτού του τόμου υποτίθεται ότι οι τιμές είναι ανάλογες προς τις αξίες (δηλαδή προς τις ποσότητες ενσωματωμένης εργασίας), προκειμένου να αναδειχθεί η γενική φύση του κεφαλαίου.

Ο Marx κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ως προς τη γενική του φύση, το κεφάλαιο είναι μια κοινωνική σχέση ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους μισθωτούς εργάτες, η οποία εκδηλώνεται μέσα σε υλικά πράγματα (τα μέσα παραγωγής) και παρέχει στον καπιταλιστή τη δύναμη να ιδιοποιείται, με τις μορφές του κέρδους, του τόκου και της γαιοπροσόδου, την υπεραξία που δημιουργείται από την υπερεργασία των εργατών.
[Marx, 1961, σ. 169· Marx, 1962, σσ. 794-795· Marx, 1971, σσ. 273-274. Βλ. επίσης Hunt, 1979, σσ. 180-211.]

Μόνο όταν κατανοούσε κανείς ότι οι ανταλλακτικές αξίες ή οι τιμές ήταν μετασχηματισμένες αξίες (ποσότητες ενσωματωμένης εργασίας), μπορούσε να αναγνωρίσει την πραγματική φύση του κεφαλαίου γενικά. Όμως ήταν ακριβώς ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολλών κεφαλαίων που μετασχημάτιζε τις αξίες σε τιμές και, συνεπώς, καθιστούσε την πραγματική φύση των τιμών μη παρατηρήσιμη μέσα στη φαινομενολογική τους εμφάνιση, ενώ καθιστούσε επίσης την υπεραξία μη άμεσα αναγνωρίσιμη στις εκδηλωμένες μορφές της ως κέρδος, τόκος και πρόσοδος.

Μπορούμε να δούμε από την ανάλυση του Μαρξ για τον μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές παραγωγής στον Τόμο ΙΙΙ του *Κεφαλαίου* ότι, εάν η μοναδική θεωρητική του μέριμνα ήταν να εξηγήσει το μέγεθος των τιμών, δεν θα χρειαζόταν καν ένα σημαντικό μέρος της εργασιακής θεωρίας της αξίας του. [Marx, 1962, σσ. 152–169] Είναι σαφές ότι η άμεση αιτία για την οποία οποιαδήποτε ιδιαίτερη τιμή έχει οποιοδήποτε ιδιαίτερο μέγεθος (σε αντίθεση με την κοινωνική βάση των τιμών ή τις τιμές ως νοητικά σύμβολα για τον κοινωνικό συντονισμό της κοινωνικής εργασίας) ήταν το κόστος παραγωγής συν το κοινωνικά μέσο ποσοστό κέρδους:

> Στον ανταγωνισμό των επιμέρους καπιταλιστών μεταξύ τους [...] είναι τα δεδομένα και προϋποτεθειμένα μεγέθη των μισθών, του τόκου και της προσόδου που εισέρχονται στον υπολογισμό ως σταθερά και ρυθμιστικά μεγέθη· σταθερά όχι με την έννοια ότι αποτελούν αμετάβλητα μεγέθη, αλλά με την έννοια ότι είναι δεδομένα σε κάθε επιμέρους περίπτωση και συνιστούν το σταθερό όριο για τις διαρκώς κυμαινόμενες τιμές της αγοράς. [...] Αυτοί οι παράγοντες εισέρχονται στον υπολογισμό ως προσδιοριστικά στοιχεία στον βαθμό που είναι δυνατός ο ανταγωνισμός μεταξύ των καπιταλιστών. Εδώ, λοιπόν, η εμπειρία δείχνει θεωρητικά, και ο ιδιοτελής υπολογισμός του καπιταλιστή δείχνει πρακτικά, ότι οι τιμές των εμπορευμάτων καθορίζονται από τους μισθούς, τον τόκο και την πρόσοδο, από [291] την τιμή της εργασίας, του κεφαλαίου και της γης, και ότι αυτά τα στοιχεία της τιμής αποτελούν πράγματι τον ρυθμιστικό συντελεστή της τιμής. [Marx, 1962, σσ. 852–853]

Μπορούμε τώρα να ολοκληρώσουμε τον προηγούμενο ισχυρισμό μας ότι η θεωρία του Μαρξ για την αξία και την τιμή ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη του Ricardo. Ο τελευταίος υποστήριζε ότι οι αποκλίσεις των τιμών από την αναλογία τους προς τις ποσότητες της ενσωματωμένης εργασίας (τις αξίες του Μαρξ), οι οποίες οφείλονταν στις διαφορετικές αναλογίες κεφαλαίου προς εργασία (ο Μαρξ χρησιμοποιούσε τον όρο «οργανική σύνθεση του κεφαλαίου» για αυτές τις αναλογίες), θα ήταν μικρές και ασήμαντες και ότι εμπειρικά οι τιμές θα αντανακλούσαν σχεδόν πλήρως αυτές τις ποσότητες. Ο Μαρξ, αντίθετα, υποστήριζε ότι οι διαφορές μεταξύ των λόγων των τιμών και των λόγων των αξιών θα ήταν πολύ σημαντικές. Η σημασία τους έγκειται ακριβώς στο ότι συγκαλύπτουν τη σχέση μεταξύ τιμών και αξιών και μυστικοποιούν την κοινωνική φύση των εμπορευμάτων και των τιμών τους. <nb/>Τέτοιες αποκλίσεις των τιμών ήταν αναγκαίες προκειμένου να αναδιανεμηθεί η υπεραξία που δημιουργείται στη διαδικασία της παραγωγής, έτσι ώστε όλοι οι καπιταλιστές να λαμβάνουν το ίδιο ποσοστό κέρδους επί του κεφαλαίου τους:

> Λόγω των διαφορετικών οργανικών συνθέσεων του κεφαλαίου που επενδύεται στους διάφορους κλάδους παραγωγής και, συνεπώς, λόγω του γεγονότος ότι —ανάλογα με το διαφορετικό ποσοστό που αποτελεί το μεταβλητό μέρος ενός συνολικού κεφαλαίου δεδομένου μεγέθους— κεφάλαια ίσου μεγέθους θέτουν σε κίνηση πολύ διαφορετικές ποσότητες εργασίας, ιδιοποιούνται επίσης πολύ διαφορετικές ποσότητες υπεραξίας ή παράγουν πολύ διαφορετικές ποσότητες υπεραξίας. Κατά συνέπεια, τα ποσοστά κέρδους που επικρατούν στους διάφορους κλάδους παραγωγής είναι αρχικά πολύ διαφορετικά. Αυτά τα διαφορετικά ποσοστά κέρδους εξισώνονται μέσω του ανταγωνισμού σε ένα ενιαίο γενικό ποσοστό κέρδους, το οποίο αποτελεί τον μέσο όρο όλων αυτών των διαφορετικών ποσοστών κέρδους. Το κέρδος που αντιστοιχεί, σύμφωνα με αυτό το γενικό ποσοστό κέρδους, σε οποιοδήποτε κεφάλαιο δεδομένου μεγέθους, ανεξάρτητα από την οργανική του σύνθεση, ονομάζεται μέσο κέρδος. Η τιμή ενός εμπορεύματος, η οποία ισούται με το κόστος παραγωγής του συν το μερίδιο του ετήσιου μέσου κέρδους επί του συνολικού κεφαλαίου που επενδύθηκε στην παραγωγή του και του αναλογεί σύμφωνα με τις συνθήκες του κύκλου εργασιών, ονομάζεται τιμή παραγωγής. [Marx, 1962, σσ. 155–156]

Αυτή η διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών κατέστρεφε κάθε άμεση ομοιότητα μεταξύ αξιών και τιμών. Επιπλέον, επειδή οι πρόσοδοι και τα κέρδη ήταν ανάλογα προς τις αξίες της γης και του κεφαλαίου, δημιουργούσε την εντύπωση ότι αυτά αποτελούν συστατικά στοιχεία της αξίας που δημιουργούνται από τη γη και το κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα, η αξία δημιουργούνταν εξ ολοκλήρου από την εργασία, τόσο την αμειβόμενη όσο και την απλήρωτη. Η απλήρωτη, [292] υπερεργασία δημιουργούσε την υπεραξία, η οποία στη συνέχεια διαιρούνταν σε τόκο, πρόσοδο και κέρδος. «Όμως όλη η υπόθεση μυστικοποιείται, επειδή αυτά τα διαφορετικά μέρη της υπεραξίας αποκτούν μια ανεξάρτητη μορφή, επειδή περιέρχονται σε διαφορετικά πρόσωπα και επειδή οι τίτλοι που τα θεμελιώνουν βασίζονται σε διαφορετικά στοιχεία.» [Marx, 1971, σ. 511]

Με άλλα λόγια, η δυσκολία να διακρίνει κανείς τη σύνδεση μεταξύ τιμών και εργασίας πηγάζει από το γεγονός ότι, στον καπιταλισμό, τα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής εμφανίζονται ως εμπορεύματα που ανήκουν σε μη εργαζόμενους, ενώ η εργατική δύναμη αποτελεί πλέον εμπόρευμα, η πώληση του οποίου αντιπροσωπεύει τη μοναδική πηγή εισοδήματος του εργάτη. Οι κάτοχοι του κεφαλαίου ιδιοποιούνται τα προϊόντα της εργασίας ανάλογα με την αξία του κεφαλαίου τους. Αυτό προκαλεί την απόκλιση των τιμών από τις αξίες και δημιουργεί την εντύπωση ότι οι τιμές καθορίζονται από το κεφάλαιο. Έτσι, η κοινωνική σχέση κεφαλαίου–εργασίας συγκαλύπτει τη σύνδεση μεταξύ αξιών και τιμών, ενώ η συστηματική απόκλιση των τιμών από τις αξίες συγκαλύπτει την πραγματική κοινωνική φύση του κεφαλαίου.

Όταν οι οικονομολόγοι εξέταζαν μόνο τις τιμές, κατέληγε ο Μαρξ, οι δημιουργίες της ανθρώπινης εργασίας εμφανίζονταν ως δημιουργίες του κεφαλαίου, αντί να γίνεται αντιληπτό ότι το ίδιο το κεφάλαιο δεν είναι παρά ένα ακόμη δημιούργημα της κοινωνικής εργασίας. Έτσι, εκείνο που είχε δημιουργηθεί από την εργασία όχι μόνο κυριαρχούσε ολοκληρωτικά πάνω στην εργασία, αλλά έκανε κάθε δημιουργικό επίτευγμα της εργασίας να εμφανίζεται ως δικό του (του κεφαλαίου) επίτευγμα:

> Έτσι, η παραγωγική δύναμη της κοινωνικής εργασίας και οι ιδιαίτερες μορφές της εμφανίζονται τώρα ως παραγωγικές δυνάμεις και μορφές του κεφαλαίου [...] οι οποίες, έχοντας προσλάβει αυτή την ανεξάρτητη μορφή, προσωποποιούνται από τον καπιταλιστή απέναντι στη ζωντανή εργασία. Εδώ συναντούμε και πάλι αυτή την αντιστροφή της σχέσης, την οποία έχουμε ήδη [...] ονομάσει φετιχισμό. [Marx, 1963, σ. 389]

Έτσι, η εργασιακή θεωρία της αξίας του Μαρξ διέφερε σημαντικά από εκείνη του Ricardo. Για τον Μαρξ, η θεωρία του Ricardo, και γενικότερα η ορθόδοξη οικονομική θεωρία, αποτελούσε εκδήλωση του φετιχισμού του εμπορεύματος (ο οποίος, με τη σειρά του, ήταν αποτέλεσμα της αλλοτρίωσης στην καπιταλιστική κοινωνία· πρόκειται όμως για ζήτημα υπερβολικά σύνθετο ώστε να εξεταστεί στο παρόν άρθρο). Κατά τον Μαρξ, ο φετιχισμός προέκυπτε από την αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στις καθολικές οικονομικές δραστηριότητες που είναι κοινές σε κάθε κοινωνία και στις ιδιαίτερες μορφές που προσλαμβάνουν αυτές οι δραστηριότητες στον καπιταλισμό. «Ο φετιχισμός που χαρακτηρίζει την αστική Πολιτική Οικονομία», έγραφε ο Μαρξ, «μεταμορφώνει τον κοινωνικό, οικονομικό χαρακτήρα που αποτυπώνεται στα πράγματα κατά τη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής σε φυσικό χαρακτήρα, που πηγάζει από την υλική φύση των ίδιων των πραγμάτων.» [Marx, 1957, σ. 225]

### Συμπέρασμα

[293] Στη θεωρία του Μαρξ, η διάκριση ανάμεσα στα καθολικά γνωρίσματα που είναι κοινά σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες και στα γνωρίσματα που είναι ιδιόμορφα του καπιταλισμού έχει κεντρική σημασία. Μέσω της εργασιακής θεωρίας της αξίας, κατόρθωσε να δείξει ότι οι μορφές ιδιοκτησίας που είναι χαρακτηριστικές του καπιταλισμού, σε συνδυασμό με την ανταγωνιστική διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών, δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι η άψυχη φύση ή τα προϊόντα της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι εξίσου υπεύθυνα (μαζί με την ανθρώπινη εργασία) για τη δημιουργία της αξίας των εμπορευμάτων. Μπόρεσε να το επιτύχει αυτό μόνο επειδή θεμελίωνε σταθερά την ανάλυσή του στο γεγονός ότι, σε όλες τις κοινωνίες, σε όλους τους χρόνους και σε όλους τους τόπους, μόνο η ανθρώπινη κοινωνική εργασία μετασχηματίζει το προϋπάρχον φυσικό περιβάλλον με τη βοήθεια ήδη παραχθέντων μέσων παραγωγής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, άσκησε κριτική στην α-ιστορική προσέγγιση του Ricardo, διότι, εάν τα μέσα παραγωγής είναι κεφάλαιο εξαιτίας της ίδιας της φυσικής τους υπόστασης, τότε όλες οι κοινωνίες, σε όλους τους τόπους και σε όλες τις εποχές, θα έπρεπε να ονομάζονται καπιταλιστικές, και η έννοια του καπιταλισμού ως ιδιαίτερου κοινωνικού συστήματος θα καθίστατο άνευ νοήματος, ενώ η οικονομική θεωρία θα μετατρεπόταν σε μια απολύτως γενική θεωρία, μέσα στην οποία οι ειδικά καπιταλιστικοί θεσμοί δεν θα είχαν καμία θεωρητική σημασία. Παρότι υπάρχουν πράγματι οικονομολόγοι που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, ο Μαρξ ήταν πάνω απ' όλα κοινωνικός οικονομολόγος, που ενδιαφερόταν για τα ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού.

Έτσι, **αντιλαμβανόταν την ουσία του κεφαλαίου γενικά ως μια καταναγκαστική κοινωνική σχέση, ιδιόμορφη του καπιταλισμού**. Η εργασιακή θεωρία της αξίας τού επέτρεψε να δείξει **πώς η γενικευμένη αδυναμία να γίνονται αντιληπτές οι τιμές ως σύμβολα της κοινωνικής κατανομής της εργασίας συστηματικά συσκότιζε τη γενική φύση του κεφαλαίου και οδηγούσε στον φετιχισμό του εμπορεύματος, δηλαδή στην αντίληψη των κοινωνικών σχέσεων ως σχέσεων μεταξύ εμπορευμάτων**. Επιπλέον, στη θεωρία του, η εσφαλμένη αντίληψη για το κεφάλαιο και ο φετιχισμός του εμπορεύματος επιδείνωναν, με τη σειρά τους, τη συσκότιση της σύνδεσης μεταξύ των τιμών και της κοινωνικής κατανομής της εργασίας. Αυτός ο φετιχισμός και αυτή η συσκότιση ήταν αποτέλεσμα της ανθρώπινης αλλοτρίωσης στον καπιταλισμό και, ταυτόχρονα, συνέβαλλαν σημαντικά στη διαιώνιση αυτής της αλλοτρίωσης.

### Βιβλιογραφικές αναφορές

Hunt, E. K. "Rationalism and Empiricism in Economic Theories of Value,"
/The Social Science Journal, /Vol. 14, No. 3, October, 1977.

------—. "The Normative Foundations of Social Theory: An Essay on the Criteria
Defining Social Economics," /Review of Social Economy, /Vol. XXXVI, No. 3,
December, 1978.

---------. /History of Economic Thought, /Belmont, California, 1979.

Marx, Karl. /Capital, /Volumes 1, 2, and 3, Moscow, 1961, 1957 and 1962.

---------. /A Contribution to the Critique of Political Economy, /New
York, 1970.

---------. /The German Ideology, /in Karl Marx and Frederick Engels,
/Collected/

/Works, /Vol. 5, New York, 1976.

---------. /Grundrisse, /New York, 1973.

---------. /Theories of Social Value, /Parts 1 and 3, Moscow, 1963 and 1971.

Marx, Karl and Frederick Engels. /Selected Correspondence, /Moscow, n.d.
Ricardo, David. /The Principles of Political Economy and Taxation,
/London, 1962. Samuelson, Paul. "Marxian Economics as Economics,"
/American Economic Review,/
Vol. 57, May, 1967.


Το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα, αλλά μάλλον μια καθορισμένη κοινωνική παραγωγική σχέση

Ο Marx αντιλήφθηκε ότι τα εργαλεία και τα άλλα ήδη παραχθέντα μέσα παραγωγής αποτελούσαν καθολικά χαρακτηριστικά της παραγωγής σε όλες τις κοινωνίες. Όμως το κεφάλαιο δεν ήταν κάτι τέτοιο. Το σημείο του Marx είναι τόσο θεμελιώδες για ολόκληρη τη θεωρία του και τόσο συχνά παραποιείται ή παρερμηνεύεται, ώστε θα παραθέσω εκτενώς αρκετά αποσπάσματα:

> Η χρησιμοποίηση των προϊόντων της προηγούμενης εργασίας ... ως υλικών, εργαλείων, μέσων διαβίωσης, είναι αναγκαία εάν ο εργάτης θέλει να χρησιμοποιήσει τα προϊόντα του για νέα παραγωγή .... Αλλά τι σχέση έχει, άραγε, αυτού του είδους η χρησιμοποίηση ... με την κυριαρχία του προϊόντος του πάνω σε αυτόν, με την ύπαρξή του ως κεφάλαιο;
> [Marx, 1971, σ. 274]

> Σαν να μην ήταν εξίσου δυνατός ο καταμερισμός της εργασίας εάν οι όροι του ανήκαν στους συνεταιρισμένους εργάτες ... και θεωρούνταν από αυτούς ως δικά τους προϊόντα και ως τα υλικά στοιχεία της δικής τους δραστηριότητας, πράγμα που είναι από την ίδια τους τη φύση.
> [Marx, 1971, σ. 273]

> Ένα πράγμα ... είναι σαφές — η Φύση δεν παράγει από τη μία πλευρά ιδιοκτήτες χρήματος ή εμπορευμάτων [μέσων παραγωγής] και από την άλλη ανθρώπους που δεν κατέχουν τίποτε άλλο παρά μόνο την εργατική τους δύναμη. Αυτή η σχέση δεν έχει καμία φυσική βάση, ούτε η κοινωνική της βάση είναι κάτι που είναι κοινό σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Είναι σαφώς το αποτέλεσμα μιας παρελθούσας ιστορικής ανάπτυξης, το προϊόν πολλών οικονομικών επαναστάσεων, της εξαφάνισης μιας ολόκληρης σειράς παλαιότερων μορφών κοινωνικής παραγωγής.
> [Marx, 1961, σ. 169]

> Το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα, αλλά μάλλον μια καθορισμένη κοινωνική παραγωγική σχέση, η οποία ανήκει σε έναν καθορισμένο ιστορικό κοινωνικό σχηματισμό, και η οποία εκδηλώνεται μέσα σε ένα πράγμα και προσδίδει σε αυτό το πράγμα έναν συγκεκριμένο κοινωνικό χαρακτήρα .... Είναι τα μέσα παραγωγής που μονοπωλούνται από ένα ορισμένο τμήμα της κοινωνίας, τα οποία αντιπαρατίθενται προς τη ζωντανή εργατική δύναμη ως προϊόντα και συνθήκες εργασίας που έχουν καταστεί ανεξάρτητα από την ίδια αυτή εργατική δύναμη.
> [Marx, 1962, σσ. 794-795]

> Το κεφάλαιο εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως μια κοινωνική δύναμη, της οποίας φορέας είναι ο καπιταλιστής. Αυτή η κοινωνική δύναμη δεν βρίσκεται πλέον σε καμία δυνατή σχέση με εκείνο που μπορεί να δημιουργήσει η εργασία ενός μεμονωμένου ατόμου. Γίνεται μια αλλοτριωμένη, ανεξάρτητη, κοινωνική δύναμη, η οποία αντιτίθεται στην κοινωνία ως αντικείμενο, και ως αντικείμενο που αποτελεί την πηγή δύναμης του καπιταλιστή.
> [Marx, 1962, σ. 259]

[E. K. Hunt - Ο Μαρξ ως κοινωνικός οικονομολόγος: Η εργασιακή θεωρία της αξίας, σ. 279]

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Στη θέση της παλιάς αστικής κοινωνίας (bourgeois society), με τις τάξεις και τους ταξικούς ανταγωνισμούς της, θα έχουμε μια ένωση (association) στην οποία η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η συνθήκη για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων.

Στην αστική κοινωνία, λοιπόν, το παρελθόν κυριαρχεί στο παρόν· στην
Κομμουνιστική κοινωνία, το παρόν κυριαρχεί στο παρελθόν. Στην αστική
κοινωνία το κεφάλαιο είναι ανεξάρτητο και έχει ατομικότητα, ενώ
ο ζωντανός άνθρωπος είναι εξαρτημένος και δεν έχει ατομικότητα.

Μαρξ & Ένγκελς, Κομμουνιστικό Μανιφέστο (https://www.marxists.org/archive/marx/works/1848/communist-manifesto/ch02.htm#085) (1848)

Στη θέση της παλιάς αστικής κοινωνίας (bourgeois society), με τις τάξεις και τους ταξικούς
ανταγωνισμούς της, θα έχουμε μια ένωση (association) στην οποία η ελεύθερη
ανάπτυξη του καθενός είναι η συνθήκη για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων.

Μαρξ & Ένγκελς, Κομμουνιστικό Μανιφέστο (https://www.marxists.org/archive/marx/works/1848/communist-manifesto/ch02.htm#135) (1848)

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Το χρήμα γίνεται κεφάλαιο όταν αγοράζει εργασία που παράγει περισσότερη αξία από αυτή που πληρώνεται.

Το χρήμα γίνεται κεφάλαιο όταν αγοράζει εργασία που παράγει περισσότερη αξία από αυτή που πληρώνεται.

«Μετατρέπει για πρώτη φορά το χρήμα του σε κεφάλαιο από τη στιγμή που εκμεταλλεύεται ο ίδιος εργάτες.»
[τόμ. 34, σ. 237] 

«Το χρήμα δεν μπορεί να γίνει κεφάλαιο χωρίς να ανταλλαγεί με εργατική ικανότητα ως εμπόρευμα που πωλείται από τον ίδιο τον εργάτη.»
[τόμ. 34, σ. 413] 

«Στην πραγματικότητα μετατρέπει το χρήμα του σε κεφάλαιο εκβιάζοντας απλήρωτη εργασία, υπερεργασία, από τον άμεσο παραγωγό.»
[τόμ. 34, σ. 428] 

«Για να μετατρέψει, λοιπόν, το χρήμα του σε κεφάλαιο, ο κάτοχος του χρήματος πρέπει να συναντήσει στην αγορά τον **ελεύθερο εργάτη**, ελεύθερο με τη διπλή έννοια: πρώτον, ότι ως ελεύθερο πρόσωπο μπορεί να διαθέτει την εργατική του δύναμη ως δικό του εμπόρευμα· και, δεύτερον, ότι δεν έχει κανένα άλλο εμπόρευμα να πουλήσει, ότι είναι στερημένος από όλα όσα είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση της εργατικής του δύναμης.» [Marx, 1961, σσ. 168–169]
 

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Χρήμα (αποσπάσματα από τον Karl Marx et al.)

Χρήμα (αποσπάσματα) | social and political theory — https://volontegenerale.wordpress.com/2026/07/20/%cf%87%cf%81%ce%ae%ce%bc%ce%b1-%ce%b1%cf%80%ce%bf%cf%83%cf%80%ce%ac%cf%83%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1/

Χρήμα ως Κεφάλαιο & Από το Χρήμα στο Κεφάλαιο | social and political theory — https://volontegenerale.wordpress.com/2026/07/20/%cf%87%cf%81%ce%ae%ce%bc%ce%b1-%cf%89%cf%82-%ce%ba%ce%b5%cf%86%ce%ac%ce%bb%ce%b1%ce%b9%ce%bf-%ce%b1%cf%80%cf%8c-%cf%84%ce%bf-%cf%87%cf%81%ce%ae%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%b5%cf%86/

Simon Clarke – Το χρήμα ως κοινωνική σχέση | social and political theory — https://volontegenerale.wordpress.com/2026/07/19/simon-clarke-%cf%84%ce%bf-%cf%87%cf%81%ce%ae%ce%bc%ce%b1-%cf%89%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83%cf%87%ce%ad%cf%83%ce%b7/

rotenotes: χρήμα — https://rotenotes.blogspot.com/search/label/%CF%87%CF%81%CE%AE%CE%BC%CE%B1

rotenotes: Karl Marx — https://rotenotes.blogspot.com/search/label/Karl%20Marx

Karl Marx | social and political theory — https://volontegenerale.wordpress.com/tag/karl-marx/

Χρήμα ως Κεφάλαιο & Από το Χρήμα στο Κεφάλαιο

 ## Χρήμα ως Κεφάλαιο

Economic Manuscript of 1864-1865.

[Marx 2016: 444]

Η πραγματική κίνηση του χρήματος που δανείζεται ως κεφάλαιο είναι μια πράξη η οποία βρίσκεται *πέρα από* τις συναλλαγές μεταξύ δανειοληπτών και δανειστών. Σε αυτή την πράξη *αυτή η διαμεσολάβηση εξαλείφεται*, γίνεται αόρατη και δεν συμμετέχει άμεσα. Το κεφάλαιο, ως ιδιαίτερο είδος εμπορεύματος, έχει επίσης μια *ιδιαίτερη μορφή αλλοτρίωσης* που του είναι χαρακτηριστική. Εδώ, επομένως, η επιστροφή δεν εμφανίζεται ως συνέπεια και αποτέλεσμα μιας ορισμένης σειράς οικονομικών διαδικασιών, αλλά μάλλον ως συνέπεια μιας ιδιαίτερης νομικής σύμβασης μεταξύ αγοραστή και πωλητή.
[Marx 2016: 454]

Ο δανειστής δίνει το χρήμα του ως *κεφάλαιο*· το εμπόρευμα που αλλοτριώνει σε κάποιον άλλο *είναι κεφάλαιο*, και γι’ αυτό επιστρέφει σε αυτόν. Δεν *πωλείται*, αλλά απλώς *δανείζεται* για μια ορισμένη χρονική περίοδο. Όμως η απλή επιστροφή του ποσού της αξίας δεν θα αποτελούσε *επιστροφή* αυτού του ποσού *ως κεφαλαίου*, αλλά απλή *αποπληρωμή ενός ποσού αξίας που είχε προηγουμένως δανειστεί*.

Για να επιστρέψει ως κεφάλαιο, το προκαταβεβλημένο ποσό αξίας δεν πρέπει μόνο να έχει διατηρηθεί μέσα στην κίνηση, αλλά πρέπει *να έχει αξιοποιηθεί*, πρέπει να έχει αυξήσει την αξία του, έτσι ώστε να επιστρέψει μαζί με μια υπεραξία, ως *Χ + ΔΧ*, όπου αυτό το ΔΧ είναι *τόκος*, δηλαδή εκείνο το μέρος του κέρδους (του μέσου κέρδους) το οποίο δεν παραμένει στα χέρια του λειτουργούντος καπιταλιστή, αλλά περιέρχεται μάλλον στον χρηματικό καπιταλιστή.

Το να πούμε ότι αυτό αλλοτριώνεται από αυτόν ως *κεφάλαιο* σημαίνει ότι πρέπει να επιστραφεί σε αυτόν ως *Χ + ΔΧ*.
[Marx 2016: 455]

Ποια είναι λοιπόν η *χρηστική αξία* που ο χρηματικός καπιταλιστής *αλλοτριώνει* για τη διάρκεια του δανείου και παραχωρεί στον παραγωγικό καπιταλιστή, τον *δανειολήπτη*;

Είναι η χρηστική αξία που αποκτά το χρήμα από το γεγονός ότι μπορεί να μετατραπεί σε *κεφάλαιο*, μπορεί να λειτουργήσει *ως κεφάλαιο* και μπορεί επομένως, μέσα στην κίνησή του, να παράγει μια καθορισμένη υπεραξία — το *μέσο κέρδος* (οτιδήποτε περισσότερο ή λιγότερο από αυτή την ποσότητα εμφανίζεται εδώ απλώς ως τυχαίο και εξωτερικό προς τη λειτουργία του κεφαλαίου ως κεφαλαίου) — επιπλέον της ιδιότητάς του να *διατηρεί* και να *συντηρεί* το αρχικό του ποσό αξίας.

Αυτή ακριβώς τη χρηστική αξία που έχει το χρήμα ως κεφάλαιο —την ικανότητα να παράγει το μέσο κέρδος— είναι εκείνη που ο χρηματικός καπιταλιστής *αλλοτριώνει* στον παραγωγικό καπιταλιστή για την περίοδο *του δανείου*, δηλαδή για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θέτει το δανεισμένο κεφάλαιο στη διάθεση του τελευταίου.

Η θέση του χρήματος που δανείζεται με αυτόν τον τρόπο είναι, σε κάποιο βαθμό, ανάλογη με τη θέση της εργατικής δύναμης απέναντι στον παραγωγικό καπιταλιστή. (Αλλά ο τελευταίος *πληρώνει* την αξία της εργατικής δύναμης, ενώ απλώς *επιστρέφει* την αξία του δανεισμένου κεφαλαίου.)

Η *χρηστική αξία* της εργατικής δύναμης για τον παραγωγικό καπιταλιστή είναι ότι, όταν καταναλώνεται, παράγει περισσότερη αξία (κέρδος) από όση η ίδια διαθέτει και κοστίζει. Αυτή η περίσσεια *ανταλλακτική αξία* είναι η χρηστική της αξία για τον παραγωγικό καπιταλιστή. Και η χρηστική αξία του προκαταβεβλημένου χρηματικού κεφαλαίου εμφανίζεται αντίστοιχα ως μια ικανότητα να δημιουργεί και να αυξάνει την *ανταλλακτική αξία*.

[293] Στην πραγματικότητα, ο χρηματικός καπιταλιστής *αλλοτριώνει μια χρηστική αξία*, και γι’ αυτό εκείνο που δίνει εκχωρείται ως *εμπόρευμα*. Από αυτή την άποψη η αναλογία με το *εμπόρευμα καθαυτό* είναι πλήρης.

Πρώτον, πρόκειται για μια *αξία* που μεταφέρεται από το ένα χέρι στο άλλο. Στην περίπτωση του συνηθισμένου εμπορεύματος, το εμπόρευμα καθαυτό, τόσο ο αγοραστής όσο και ο πωλητής διατηρούν στα χέρια τους την *ίδια* αξία που αλλοτρίωσαν, μόνο σε διαφορετική μορφή: ο ένας στη μορφή εμπορεύματος, ο άλλος στη μορφή χρήματος.

Η *διαφορά* στην περίπτωση του δανείου είναι ότι σε αυτή τη συναλλαγή ο χρηματικός καπιταλιστής είναι ο μόνος που εκχωρεί αξία· αλλά τη διατηρεί μέσω της *επιστροφής*. Στη δανειακή αυτή συναλλαγή μόνο το ένα μέρος λαμβάνει *αξία*, επειδή μόνο το ένα μέρος εκχωρεί αξία.

Δεύτερον, το ένα μέρος *αλλοτριώνει* μια πραγματική χρηστική αξία, και το άλλο μέρος την *λαμβάνει* και την καταναλώνει. Σε αντίθεση με το εμπόρευμα καθαυτό, αυτή η χρηστική αξία είναι η ίδια *ανταλλακτική αξία*· είναι η περίσσεια της *αξίας* πάνω από το αρχικό της μέγεθος, η οποία προκύπτει από τη χρήση (του χρήματος ως κεφαλαίου). Έτσι, η χρηστική αξία είναι το *κέρδος*.
[Marx 2016: 456-57]

Η χρηστική αξία του χρήματος που δανείζεται είναι η ικανότητά του να λειτουργεί *ως κεφάλαιο* και, ως τέτοιο, να παράγει *μέσο κέρδος* κάτω από μέσες συνθήκες.^6

^6 «Η δικαιοσύνη της λήψης τόκου δεν εξαρτάται από το αν ένας άνθρωπος πραγματοποιεί ή όχι *κέρδος*, αλλά από το ότι αυτό (το δανεισμένο χρήμα) “είναι ικανό να παράγει κέρδος, αν χρησιμοποιηθεί σωστά…”» (Massie 1750, σ. 49.)
[Marx 2016: 457]

Ο δανειολήπτης δανείζεται το χρήμα ως *κεφάλαιο*, ως *αυτοαξιοποιούμενη αξία*.
[Marx 2016: 457]

χρήμα που προκαταβλήθηκε [Marx 2016: 457-58]

Το ίδιο το κεφάλαιο εμφανίζεται εδώ ως εμπόρευμα, στο μέτρο που προσφέρεται στην αγορά και η *χρηστική αξία του χρήματος ως κεφαλαίου* πράγματι αλλοτριώνεται. Η χρηστική του αξία, ωστόσο, συνίσταται η ίδια στην παραγωγή κέρδους.
[Marx 2016: 459]

Η αξία του χρήματος ή των εμπορευμάτων ως *κεφαλαίου* δεν καθορίζεται από την αξία τους ως χρήματος ή εμπορευμάτων, αλλά μάλλον από την ποσότητα της υπεραξίας που αυτά «παράγουν» για τον κάτοχό τους. Το προϊόν του κεφαλαίου είναι το κέρδος.

Στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής, η διαφορά ανάμεσα στο χρήμα που δαπανάται ως χρήμα και στο χρήμα που προκαταβάλλεται ως κεφάλαιο είναι απλώς μια διαφορά *χρήσης*. Το χρήμα (ή ένα εμπόρευμα) είναι κεφάλαιο *καθεαυτό* (όπως ακριβώς η εργατική δύναμη είναι εργασία *καθεαυτή*).
[Marx 2016: 459]

(1) Το χρήμα μπορεί να μετατραπεί στις συνθήκες παραγωγής και ήδη, όπως είναι από μόνο του, αποτελεί απλώς μια αφηρημένη έκφραση των συνθηκών παραγωγής, της ύπαρξής τους ως *αξίες*, και (2) τα αντικειμενικά στοιχεία του πλούτου καθαυτά κατέχουν την ιδιότητά τους να είναι *κεφάλαιο*, επειδή η αντίθεσή τους —η *μισθωτή εργασία*— η οποία είναι αυτή που τα καθιστά κεφάλαιο, είναι παρούσα ως θεμέλιο της κοινωνικής παραγωγής.
[Marx 2016: 460]

Το ίδιο το κεφάλαιο εμφανίζεται εδώ ως εμπόρευμα στο βαθμό που προσφέρεται
στην αγορά και η *αξία χρήσης του χρήματος ως κεφάλαιο* πράγματι αλλοτριώνεται.
Ωστόσο, η αξία χρήσης του η ίδια είναι να παράγει κέρδος.

Η αξία του χρήματος ή των εμπορευμάτων ως *κεφάλαιο* δεν καθορίζεται από
την αξία τους ως χρήμα ή ως εμπορεύματα αλλά μάλλον από την ποσότητα
υπεραξίας που «παράγουν» για τον κάτοχό τους. Το προϊόν του
κεφαλαίου είναι το κέρδος. Στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής, η διαφορά
μεταξύ χρήματος που δαπανάται ως χρήμα και προκαταβληθέντος χρήματος ως κεφάλαιο είναι απλώς μια
διαφορά στην *εφαρμογή*. Το χρήμα (ή ένα εμπόρευμα) είναι κεφάλαιο *καθεαυτό*
(όπως η εργασιακή ικανότητα είναι η εργασία *καθεαυτή*). Γιατί
[460] (1) το χρήμα μπορεί να μετατραπεί στις συνθήκες παραγωγής, και είναι
ήδη, όπως ακριβώς είναι, απλώς μια αφηρημένη έκφραση των συνθηκών
της παραγωγής, της ύπαρξής τους ως *αξίες*, και (2) τα αντικειμενικά
στοιχεία του πλούτου κατέχουν από μόνα τους την ιδιότητά τους να είναι
*κεφάλαιο* γιατί η αντίθεσή τους – μισθωτή εργασία – που τα κάνει
κεφάλαιο είναι παρούσα ως βάση της κοινωνικής παραγωγής. Ο αντιθετικός
κοινωνικός προσδιορισμός του *αντικειμενικού πλούτου* έναντι της εργασίας
εκφράζεται στην *ιδιοκτησία κεφαλαίου καθαυτή*, εντελώς ανεξάρτητα από την ίδια τη διαδικασία.
Αυτή η στιγμή, λοιπόν, που χωρίστηκε από την ίδια την καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία, της οποίας το σταθερό αποτέλεσμα είναι και ως το σταθερό αποτέλεσμα της οποίας είναι
επίσης η σταθερή προϋπόθεση της, εκφράζεται με αυτόν τον τρόπο, ότι το χρήμα,
και ομοίως τα εμπορεύματα, είναι από μόνα τους *λανθάνον* κεφάλαιο, που
μπορούν να πωληθούν ως *κεφάλαιο*, και ότι με αυτή τη μορφή δίνουν τον έλεγχο της
εργασίας των άλλων, και ως εκ τούτου είναι αυτοαξιοποιούμενη αξία. (Δίνουν μια
αξίωση στην οικειοποίηση της εργασίας των άλλων.) Εδώ επίσης
προκύπτει ξεκάθαρα ότι *αυτή η σχέση* είναι ο τίτλος και το μέσο για
την οικειοποίηση της εργασίας των άλλων και όχι για κάθε είδους εργασία
που υποτίθεται ότι προσφέρει ο καπιταλιστής ως ισοδύναμο.

[Karl Marx, ECONOMIC MANUSCRIPTS OF 1864-65
(Translated by Ben Fowkes), σσ. 459-60]

Προκειμένου να ορίσει την έννοια του τοκοφόρου κεφαλαίου, ο Μαρξ γράφει τα εξής:

> Το χρήμα [...] μπορεί να μετατραπεί σε κεφάλαιο στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής και έτσι να μετασχηματιστεί από μια δεδομένη αξία σε μια αυτοαυξανόμενη ή αυτοαξιοποιούμενη αξία. Παράγει κέρδος, δηλαδή καθιστά δυνατό για τον καπιταλιστή να αποσπά από τους εργάτες μια ορισμένη ποσότητα απλήρωτης εργασίας, υπερπροϊόντος και υπεραξίας και να την ιδιοποιηθεί. Με αυτόν τον τρόπο, πέρα από τη χρηστική του αξία ως χρήματος, αποκτά μια πρόσθετη χρηστική αξία, δηλαδή εκείνη του να λειτουργεί ως κεφάλαιο. Η χρηστική του αξία συνίσταται ακριβώς στο κέρδος που παράγει όταν μετατρέπεται σε κεφάλαιο. Υπό αυτή την ιδιότητα του δυνητικού κεφαλαίου, ως μέσου παραγωγής κέρδους, γίνεται εμπόρευμα, αλλά ένα εμπόρευμα ιδιάζοντος είδους (*sui generis*). Ή, πράγμα που σημαίνει το ίδιο, το κεφάλαιο ως κεφάλαιο γίνεται εμπόρευμα (*Capital*, τόμ. ΙΙΙ, σσ. 338–349).

[Uno 1980: 120]

## Από το Χρήμα στο Κεφάλαιο

Για να μετατραπεί επομένως το χρήμα σε κεφάλαιο, δεν είναι μόνο αναγκαίο να μπορεί να θέσει σε κίνηση υπερεργασία, αλλά πρέπει να μπορεί να θέσει σε κίνηση *μια ορισμένη ποσότητα υπερεργασίας*, την υπερεργασία μιας ορισμένης ποσότητας αναγκαίας εργασίας, δηλαδή *πολλών εργατών ταυτόχρονα*.
[MECW 28, σ. 508]

Το χρήμα γίνεται για πρώτη φορά κεφάλαιο **ακριβώς μέσω αυτής της ανταλλαγής με την εργατική ικανότητα**: δεν **καταναλώνεται ως** κεφάλαιο, αλλά αντίθετα παράγεται, διατηρείται, επιβεβαιώνεται.
[MECW 30, σ. 137]

Η μετατροπή του χρήματος — το οποίο αποτελεί και το ίδιο απλώς μια μετασχηματισμένη μορφή του εμπορεύματος — σε κεφάλαιο πραγματοποιείται μόνο όταν η εργατική ικανότητα (και όχι ο εργάτης) έχει μετατραπεί σε εμπόρευμα· επομένως η κατηγορία του εμπορεύματος έχει ήδη από την αρχή καταλάβει μια ολόκληρη σφαίρα η οποία προηγουμένως βρισκόταν έξω από αυτήν.

Μόνο όταν η εργαζόμενη μάζα του πληθυσμού έχει πάψει να εισέρχεται στην αγορά ως παραγωγός εμπορευμάτων και έχει αρχίσει να πουλά, αντί για το προϊόν της εργασίας της, την ίδια την εργασία της, ή μάλλον την **εργατική της ικανότητα**, τότε η παραγωγή στο σύνολό της, σε όλη της την έκταση, το πλάτος και το βάθος, γίνεται **παραγωγή εμπορευμάτων**, με όλα τα προϊόντα να μετατρέπονται σε εμπορεύματα και με τις αντικειμενικές συνθήκες κάθε επιμέρους σφαίρας παραγωγής να εισέρχονται σε αυτήν οι ίδιες ως εμπορεύματα.

Μόνο στη βάση του κεφαλαίου, της καπιταλιστικής παραγωγής, γίνεται στην πραγματικότητα το εμπόρευμα η **γενική στοιχειώδης μορφή του πλούτου**. Αυτό όμως συνεπάγεται ήδη [V-186] ότι η ανάπτυξη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, όπου αυτός εμφανίζεται με τυχαία μορφή, και ο καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας μέσα στο εργαστήριο αλληλοπροϋποτίθενται και αλληλοπαράγονται.

Για να παράγει ο παραγωγός μόνο εμπορεύματα, δηλαδή για να υπάρχει γι’ αυτόν η αξία χρήσης του προϊόντος αποκλειστικά ως μέσο ανταλλαγής, είναι απαραίτητο η παραγωγή του να βασίζεται εξ ολοκλήρου στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, έτσι ώστε μέσω της παραγωγής του να ικανοποιεί μόνο μια εντελώς μονόπλευρη ανάγκη.

Από την άλλη πλευρά, όμως, αυτή η γενική παραγωγή προϊόντων ως εμπορευμάτων πραγματοποιείται μόνο στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής και στον βαθμό της εξάπλωσής της. Εάν, για παράδειγμα, το κεφάλαιο δεν έχει ακόμη κυριαρχήσει στη γεωργία, ένα μεγάλο μέρος του προϊόντος θα εξακολουθεί να παράγεται άμεσα ως μέσο διαβίωσης και όχι ως εμπόρευμα· ένα μεγάλο μέρος του εργαζόμενου πληθυσμού δεν θα έχει ακόμη μετατραπεί σε μισθωτούς εργάτες και ένα μεγάλο μέρος των όρων της εργασίας δεν θα έχει ακόμη μετατραπεί σε κεφάλαιο.^95
[MECW 30, σσ. 313-314]

[MECW 34, σσ. 236 κ.ε.]

Μετατρέπει για πρώτη φορά το χρήμα του σε κεφάλαιο από τη στιγμή που εκμεταλλεύεται ο ίδιος εργάτες.
[MECW 34, σ. 237]

[καπιταλιστική παραγωγή](#καπιταλιστική παραγωγή)
[MECW 34, σσ. 237-238]

[MECW 34, σ. 359]

[MECW 34, σ. 384]

[MECW 34, σσ. 409 κ.ε.]

Το χρήμα δεν μπορεί να γίνει κεφάλαιο χωρίς να ανταλλαγεί με εργατική ικανότητα ως εμπόρευμα που πωλείται από τον ίδιο τον εργάτη.
[MECW 34, σ. 413]

Στην ίδια τη διαδικασία της ανταλλαγής, μια ποσότητα εργασίας που έχει αντικειμενοποιηθεί στο χρήμα ως εμπόρευμα ανταλλάσσεται με μια ποσότητα εργασίας ίσου μεγέθους, αντικειμενοποιημένης στη ζωντανή εργατική ικανότητα. [469h]

Σύμφωνα με τον νόμο της αξίας που διέπει την ανταλλαγή των εμπορευμάτων, ανταλλάσσονται ισοδύναμα, *ίσες ποσότητες* αντικειμενοποιημένης εργασίας, μολονότι η μία ποσότητα είναι αντικειμενοποιημένη σε ένα πράγμα, ενώ η άλλη σε ένα ζωντανό πρόσωπο.

Ωστόσο, αυτή η ανταλλαγή εισάγει μόνο τη *διαδικασία παραγωγής*, μέσω της οποίας στην πραγματικότητα αποκτάται περισσότερη εργασία σε ζωντανή μορφή από όση δαπανήθηκε σε αντικειμενοποιημένη μορφή.
[MECW 34, σ. 416]

Στην πραγματικότητα μετατρέπει το χρήμα του σε κεφάλαιο εκβιάζοντας απλήρωτη εργασία, υπερεργασία, από τον άμεσο παραγωγό.
[MECW 34, σ. 428]

Μέρος ΙΙ Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[MECW 35, σσ. 157-186]

Κεφάλαιο IV Η ΓΕΝΙΚΗ ΦΟΡΜΟΥΛΑ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
[MECW 35, σσ. 157-166]

Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτελεί το σημείο αφετηρίας του κεφαλαίου. Η παραγωγή εμπορευμάτων, η κυκλοφορία τους και εκείνη η πιο ανεπτυγμένη μορφή της κυκλοφορίας τους που ονομάζεται εμπόριο, αποτελούν το ιστορικό υπόβαθρο από το οποίο αναδύεται το κεφάλαιο.

Η σύγχρονη ιστορία του κεφαλαίου αρχίζει από τη δημιουργία, κατά τον 16ο αιώνα, ενός παγκόσμιου εμπορίου και μιας παγκόσμιας αγοράς.

Εάν αφαιρέσουμε από την κυκλοφορία των εμπορευμάτων την υλική της ουσία, δηλαδή την ανταλλαγή των διαφόρων αξιών χρήσης, και εξετάσουμε μόνο τις οικονομικές μορφές που παράγονται μέσω αυτής της διαδικασίας κυκλοφορίας, βρίσκουμε ότι το τελικό της αποτέλεσμα είναι το χρήμα: αυτό το τελικό προϊόν της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είναι η πρώτη μορφή με την οποία εμφανίζεται το κεφάλαιο.

Ιστορικά, το κεφάλαιο, σε αντίθεση με τη γαιοκτησία, παίρνει πάντοτε αρχικά τη μορφή του χρήματος· εμφανίζεται ως χρηματικός πλούτος, ως το κεφάλαιο του εμπόρου και του τοκογλύφου.^1)

Ωστόσο, δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στην προέλευση του κεφαλαίου για να ανακαλύψουμε ότι η πρώτη μορφή εμφάνισης του κεφαλαίου είναι το χρήμα. Αυτό μπορούμε να το δούμε καθημερινά μπροστά στα μάτια μας.

Κάθε νέο κεφάλαιο, για να ξεκινήσει, εμφανίζεται στη σκηνή — δηλαδή στην αγορά, είτε αυτή είναι αγορά εμπορευμάτων, εργασίας ή χρήματος — ακόμη και στις μέρες μας, με τη μορφή χρήματος, το οποίο μέσω μιας καθορισμένης διαδικασίας πρέπει να μετατραπεί σε κεφάλαιο.
[MECW 35, σ. 157]

Η πρώτη διάκριση που παρατηρούμε ανάμεσα στο χρήμα που είναι απλώς χρήμα και στο χρήμα που είναι κεφάλαιο δεν είναι παρά μια διαφορά στη μορφή της κυκλοφορίας τους.
[MECW 35, σ. 158]

[κυκλώματα του κεφαλαίου](#κυκλώματα του κεφαλαίου)
[MECW 35, σσ. 158-166]

Με τη μορφή του χρήματος αρχίζει και τελειώνει, και αρχίζει εκ νέου, κάθε πράξη της αυθόρμητης γένεσης της αξίας. Ξεκίνησε ως 100 λίρες, τώρα είναι 110 λίρες, και ούτω καθεξής. Όμως το ίδιο το χρήμα είναι μόνο μία από τις δύο μορφές της αξίας. Αν δεν λάβει τη μορφή κάποιου εμπορεύματος, δεν γίνεται κεφάλαιο.

Εδώ δεν υπάρχει εκείνη η αντίθεση ανάμεσα στο χρήμα και στα εμπορεύματα που υπάρχει στην περίπτωση της αποθησαύρισης. Ο καπιταλιστής γνωρίζει ότι όλα τα εμπορεύματα, όσο αξιοθρήνητη κι αν είναι η εμφάνισή τους ή όσο άσχημα κι αν μυρίζουν, είναι στην πραγματικότητα και στην ουσία χρήμα, εσωτερικά περιτετμημένοι Εβραίοι^138, και επιπλέον ένα θαυμαστό μέσο για να παραχθεί περισσότερο χρήμα από το χρήμα.
[MECW 35, σ. 165]

Η αξία, επομένως, γίνεται τώρα αξία σε διαδικασία, χρήμα σε διαδικασία και, ως τέτοια, κεφάλαιο. Εξέρχεται από την κυκλοφορία, εισέρχεται ξανά σε αυτήν, διατηρεί και πολλαπλασιάζει τον εαυτό της μέσα στον κύκλο της, επιστρέφει από αυτήν με αυξημένο μέγεθος και αρχίζει ξανά πάντοτε από την αρχή τον ίδιο κύκλο.^1)

*Χ – Χ′*, χρήμα που γεννά χρήμα: αυτή είναι η περιγραφή του κεφαλαίου από τα στόματα των πρώτων ερμηνευτών του, των μερκαντιλιστών.
[MECW 35, σ. 166]

Κεφάλαιο V ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΦΟΡΜΟΥΛΑΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
[MECW 35, σσ. 166-177]

[...] Η αντιστροφή, επομένως, της σειράς διαδοχής δεν μας βγάζει έξω από τη σφαίρα της απλής κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και πρέπει μάλλον να εξετάσουμε αν υπάρχει μέσα σε αυτή την απλή κυκλοφορία κάτι που να επιτρέπει μια διεύρυνση της αξίας η οποία εισέρχεται στην κυκλοφορία και, συνεπώς, μια δημιουργία υπεραξίας.
[MECW 35, σ. 167]

[...] Όσον αφορά, επομένως, την αξία χρήσης, υπάρχει βάσιμος λόγος να λέμε ότι «η ανταλλαγή είναι μια συναλλαγή από την οποία κερδίζουν και οι δύο πλευρές».^1)
Τα πράγματα είναι διαφορετικά όσον αφορά την ανταλλακτική αξία.
[MECW 35, σ. 168]

«Ένας άνθρωπος που έχει άφθονο κρασί και καθόλου σιτάρι συναλλάσσεται με έναν άνθρωπο που έχει άφθονο σιτάρι και καθόλου κρασί· πραγματοποιείται μεταξύ τους μια ανταλλαγή σιταριού αξίας 50 με κρασί της ίδιας αξίας. Η πράξη αυτή δεν παράγει καμία αύξηση της ανταλλακτικής αξίας ούτε για τον έναν ούτε για τον άλλο· διότι καθένας από αυτούς κατείχε ήδη, πριν από την ανταλλαγή, μια αξία ίση με εκείνη που απέκτησε μέσω αυτής της πράξης».^2)

Το αποτέλεσμα δεν αλλάζει αν εισαγάγουμε το χρήμα ως μέσο κυκλοφορίας ανάμεσα στα εμπορεύματα και καταστήσουμε την πώληση και την αγορά δύο διακριτές πράξεις.^3) Η αξία ενός εμπορεύματος εκφράζεται στην τιμή του πριν εισέλθει στην κυκλοφορία και, επομένως, αποτελεί προϋπόθεση της κυκλοφορίας και όχι αποτέλεσμά της.^4)

^2) Mercier de la Rivière, ό.π., σ. 544.

^3) «Το αν μία από αυτές τις δύο αξίες είναι χρήμα ή αν και οι δύο είναι συνηθισμένα εμπορεύματα είναι από μόνο του ζήτημα πλήρους αδιαφορίας» (Mercier de la Rivière, ό.π., σ. 543).

^4) «Δεν είναι οι συμβαλλόμενες πλευρές που αποφασίζουν για την αξία· αυτή έχει αποφασιστεί πριν από τη σύμβαση» (Le Trosne, σ. 906).
[MECW 35, σ. 168]

[...] Στον βαθμό, επομένως, που η κυκλοφορία των εμπορευμάτων επιφέρει μόνο μια αλλαγή στη μορφή των αξιών τους και είναι απαλλαγμένη από διαταρακτικές επιδράσεις, πρέπει να αποτελεί ανταλλαγή ισοδυνάμων.
[MECW 35, σ. 169]

Εάν, επομένως, όσον αφορά τις ανταλλασσόμενες αξίες χρήσης, τόσο ο αγοραστής όσο και ο πωλητής μπορούν πιθανώς να κερδίσουν κάτι, αυτό δεν συμβαίνει όσον αφορά τις ανταλλακτικές αξίες. Εδώ πρέπει μάλλον να πούμε: «Όπου υπάρχει ισότητα, δεν μπορεί να υπάρχει κέρδος».^1)

Είναι αλήθεια ότι τα εμπορεύματα μπορούν να πωλούνται σε τιμές που αποκλίνουν από τις αξίες τους, αλλά αυτές οι αποκλίσεις πρέπει να θεωρούνται παραβιάσεις των νόμων της ανταλλαγής των εμπορευμάτων,^2) η οποία στη φυσιολογική της κατάσταση είναι ανταλλαγή ισοδυνάμων και, συνεπώς, δεν αποτελεί μέθοδο αύξησης της αξίας.^3)

^1) «Dove è egualità non è lucro» («Όπου υπάρχει ισότητα, δεν υπάρχει κέρδος») (Galiani, *Della Moneta in Custodi*, Parte Moderna, τ. IV, σ. 244).

^2) «Η ανταλλαγή γίνεται δυσμενής για ένα από τα μέρη όταν κάποια εξωτερική περίσταση έρχεται να μειώσει ή να αυξήσει την τιμή· τότε παραβιάζεται η ισότητα, αλλά αυτή η παραβίαση προέρχεται από εκείνη την αιτία και όχι από την ίδια την ανταλλαγή» (Le Trosne, ό.π., σ. 904).

^3) «Η ανταλλαγή είναι από τη φύση της μια σύμβαση που βασίζεται στην ισότητα, δηλαδή πραγματοποιείται ανάμεσα σε δύο ίσες αξίες, και δεν αποτελεί μέσο αυτοπλουτισμού, αφού δίνεται τόσο όσο λαμβάνεται» (Le Trosne, ό.π., σσ. 903-904).
[MECW 35, σ. 169]

Επομένως, βλέπουμε ότι πίσω από όλες τις προσπάθειες να παρουσιαστεί η κυκλοφορία των εμπορευμάτων ως πηγή υπεραξίας κρύβεται μια λογική σύγχυση (*quid pro quo*), μια ανάμειξη της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας.

Για παράδειγμα, ο Condillac λέει: [...]
[MECW 35, σσ. 169 κ.ε.]

Σε αυτό το απόσπασμα βλέπουμε πώς ο Condillac όχι μόνο συγχέει την αξία χρήσης με την ανταλλακτική αξία, αλλά με έναν πραγματικά παιδαριώδη τρόπο υποθέτει ότι σε μια κοινωνία όπου η παραγωγή εμπορευμάτων είναι ανεπτυγμένη, κάθε παραγωγός παράγει τα δικά του μέσα διαβίωσης και ρίχνει στην κυκλοφορία μόνο το πλεόνασμα πέρα από τις δικές του ανάγκες.^2

Ωστόσο, το επιχείρημα του Condillac χρησιμοποιείται συχνά από τους σύγχρονους οικονομολόγους, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να αποδειχθεί ότι η ανταλλαγή εμπορευμάτων στην ανεπτυγμένη της μορφή, δηλαδή το εμπόριο, παράγει υπεραξία.

Για παράδειγμα:

«Το εμπόριο ... προσθέτει αξία στα προϊόντα, διότι τα ίδια προϊόντα στα χέρια των καταναλωτών αξίζουν περισσότερο από ό,τι στα χέρια των παραγωγών, και μπορεί αυστηρά να θεωρηθεί πράξη παραγωγής».^3)
[...]
[MECW 35, σ. 170]

Εάν ανταλλάσσονται εμπορεύματα, ή εμπορεύματα και χρήμα, ίσης ανταλλακτικής αξίας και, συνεπώς, ισοδύναμα, είναι προφανές ότι κανείς δεν αφαιρεί από την κυκλοφορία περισσότερη αξία από όση εισάγει σε αυτήν.

Δεν υπάρχει δημιουργία υπεραξίας. Και, στη φυσιολογική της μορφή, η κυκλοφορία των εμπορευμάτων απαιτεί την ανταλλαγή ισοδυνάμων.

Στην πραγματική πράξη, όμως, η διαδικασία δεν διατηρεί τη φυσιολογική της μορφή. Ας υποθέσουμε, επομένως, μια ανταλλαγή μη ισοδυνάμων.
[MECW 35, σσ. 170-171]

Η δημιουργία υπεραξίας και, επομένως, η μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο δεν μπορεί συνεπώς να εξηγηθεί ούτε με την υπόθεση ότι τα εμπορεύματα πωλούνται πάνω από την αξία τους ούτε με την υπόθεση ότι αγοράζονται κάτω από την αξία τους.^1)

^1) «Ένας πωλητής μπορεί κανονικά να επιτύχει μόνο την αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων του εάν συμφωνεί να πληρώνει, κατά γενικό κανόνα, περισσότερο για τα εμπορεύματα των άλλων πωλητών· και για τον ίδιο λόγο ένας καταναλωτής μπορεί κανονικά να πληρώνει λιγότερα για τις αγορές του μόνο εάν υποστεί μια παρόμοια μείωση στις τιμές των πραγμάτων που πουλά ο ίδιος» (Mercier de la Rivière, ό.π., σ. 555).
[MECW 35, σ. 172]

[...] Για να είναι συνεπείς, επομένως, οι υποστηρικτές της πλάνης ότι η υπεραξία έχει την προέλευσή της σε μια ονομαστική αύξηση των τιμών ή στο προνόμιο που έχει ο πωλητής να πουλάει υπερβολικά ακριβά, πρέπει να υποθέσουν την ύπαρξη μιας τάξης η οποία μόνο αγοράζει και δεν πουλά, δηλαδή μόνο καταναλώνει και δεν παράγει.

Η ύπαρξη μιας τέτοιας τάξης είναι ανεξήγητη από τη σκοπιά στην οποία έχουμε φτάσει μέχρι τώρα, δηλαδή από τη σκοπιά της απλής κυκλοφορίας. Αλλά ας προτρέξουμε λίγο. [...]
[MECW 35, σ. 172]

Αυτός δεν είναι ο τρόπος για να πλουτίσει κανείς ή για να δημιουργήσει υπεραξία.
[MECW 35, σ. 173]

[...] Το άθροισμα των αξιών που βρίσκονται σε κυκλοφορία δεν μπορεί προφανώς να αυξηθεί μέσω οποιασδήποτε αλλαγής στη διανομή τους, όπως ακριβώς δεν μπορεί να αυξηθεί η ποσότητα των πολύτιμων μετάλλων σε μια χώρα επειδή ένας Εβραίος πούλησε ένα νόμισμα της βασίλισσας Άννας αξίας ενός φαρίγκινγκ για μια γκινέα.

Η καπιταλιστική τάξη, στο σύνολό της, σε οποιαδήποτε χώρα, δεν μπορεί να εξαπατήσει τον ίδιο της τον εαυτό.^2)
[MECW 35, σ. 173]

Όπως και αν στρέψουμε και αναστρέψουμε τα πράγματα, το γεγονός παραμένει αμετάβλητο. Αν ανταλλάσσονται ισοδύναμα, δεν προκύπτει υπεραξία· και αν ανταλλάσσονται μη ισοδύναμα, πάλι δεν προκύπτει υπεραξία.^1)

Η κυκλοφορία, ή η ανταλλαγή εμπορευμάτων, δεν γεννά αξία.^2)

^1) «Η ανταλλαγή δύο ίσων αξιών ούτε αυξάνει ούτε μειώνει το ποσό των διαθέσιμων αξιών στην κοινωνία. Ούτε η ανταλλαγή δύο άνισων αξιών ... δεν μεταβάλλει οτιδήποτε στο άθροισμα των κοινωνικών αξιών, παρόλο που προσθέτει στον πλούτο ενός προσώπου ό,τι αφαιρεί από τον πλούτο ενός άλλου» (J. B. Say, ό.π., τ. II, σσ. 443-444).

Ο Say, χωρίς να ανησυχεί καθόλου για τις συνέπειες αυτής της δήλωσης, την δανείζεται σχεδόν κατά λέξη από τους φυσιοκράτες. Το ακόλουθο παράδειγμα δείχνει πώς ο κύριος Say χρησιμοποίησε τα έργα των φυσιοκρατών, τα οποία στην εποχή του είχαν ξεχαστεί, προκειμένου να διευρύνει τη δική του έννοια της «αξίας».

Η πιο διάσημη φράση του, «Τα προϊόντα μπορούν να αγοραστούν μόνο με προϊόντα» (ό.π., τ. I, σ. 438), διατυπώνεται στο πρωτότυπο φυσιοκρατικό έργο ως εξής: «Τα προϊόντα μπορούν να πληρωθούν μόνο με προϊόντα» (Le Trosne, ό.π., σ. 899).

^2) «Η ανταλλαγή δεν προσδίδει καμία απολύτως αξία στα προϊόντα» (F. Wayland, *The Elements of Political Economy*, Βοστώνη, 1843, σ. 169).
[MECW 35, σ. 174]

Ο λόγος είναι πλέον φανερός για τον οποίο, κατά την ανάλυση της τυπικής μορφής του κεφαλαίου — της μορφής μέσω της οποίας αυτό καθορίζει την οικονομική οργάνωση της σύγχρονης κοινωνίας — αφήσαμε εντελώς έξω από την εξέταση τις πιο δημοφιλείς και, κατά κάποιον τρόπο, προκατακλυσμιαίες μορφές του: το εμπορικό κεφάλαιο και το τοκογλυφικό κεφάλαιο.
[MECW 35, σ. 174]

Το κύκλωμα *Χ–Ε–Χ′*, δηλαδή η αγορά με σκοπό την πώληση ακριβότερα, εμφανίζεται με τον πιο καθαρό τρόπο στο γνήσιο εμπορικό κεφάλαιο.

Η κίνηση όμως αυτή πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου μέσα στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Εφόσον, ωστόσο, είναι αδύνατο μέσω της κυκλοφορίας και μόνο να εξηγηθεί η μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο, η δημιουργία υπεραξίας, θα φαινόταν ότι το εμπορικό κεφάλαιο είναι αδύνατο, όσο ανταλλάσσονται ισοδύναμα.^3)

Θα φαινόταν, επομένως, ότι μπορεί να προέρχεται μόνο από το διπλό πλεονέκτημα που αποκομίζει ο έμπορος — ο οποίος παρασιτικά παρεμβάλλεται ανάμεσα στους παραγωγούς — τόσο απέναντι στους πωλητές όσο και απέναντι στους αγοραστές παραγωγούς.

Με αυτή την έννοια ο Franklin λέει: «Ο πόλεμος είναι ληστεία, το εμπόριο είναι γενικά εξαπάτηση».^4)

Εάν η μετατροπή του εμπορικού χρήματος σε κεφάλαιο πρόκειται να εξηγηθεί διαφορετικά από το ότι οι παραγωγοί απλώς εξαπατώνται, θα απαιτούνταν μια μακρά σειρά ενδιάμεσων βημάτων, τα οποία σήμερα, όταν η απλή κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτελεί τη μοναδική μας υπόθεση, απουσιάζουν εντελώς.

^3) «Υπό την κυριαρχία αμετάβλητων ισοδυνάμων το εμπόριο θα ήταν αδύνατο» (G. Opdyke, *A Treatise on Polit. Economy*, Νέα Υόρκη, 1851, σσ. 66-69). «Η διαφορά ανάμεσα στην πραγματική αξία και την ανταλλακτική αξία βασίζεται σε αυτό το γεγονός, δηλαδή ότι η αξία ενός πράγματος διαφέρει από το λεγόμενο ισοδύναμο που δίνεται γι’ αυτό στο εμπόριο, δηλαδή ότι αυτό το ισοδύναμο δεν είναι ισοδύναμο» (F. Engels, ό.π., σσ. 95-96) [παρούσα έκδοση, τόμ. 3, σ. 427].

^4) Benjamin Franklin, *Works*, τόμ. II, έκδ. Sparks, «Positions to be examined concerning National Wealth», σ. 376.
[MECW 35, σσ. 174-175]

Έχουμε δείξει ότι η υπεραξία δεν μπορεί να δημιουργηθεί από την κυκλοφορία και, επομένως, ότι κατά τον σχηματισμό της πρέπει να συμβαίνει στο παρασκήνιο κάτι που δεν εμφανίζεται μέσα στην ίδια την κυκλοφορία.^2)

Αλλά μπορεί άραγε η υπεραξία να προέρχεται από οπουδήποτε αλλού εκτός από την κυκλοφορία, η οποία αποτελεί το σύνολο όλων των αμοιβαίων σχέσεων των κατόχων εμπορευμάτων, στον βαθμό που αυτές καθορίζονται από τα εμπορεύματά τους;

Πέρα από την κυκλοφορία, ο κάτοχος εμπορεύματος βρίσκεται σε σχέση μόνο με το δικό του εμπόρευμα. Όσον αφορά την αξία, αυτή η σχέση περιορίζεται στο εξής: το εμπόρευμα περιέχει μια ποσότητα της δικής του εργασίας, και αυτή η ποσότητα μετριέται από ένα καθορισμένο κοινωνικό μέτρο.

Η ποσότητα αυτή εκφράζεται μέσω της αξίας του εμπορεύματος και, επειδή η αξία υπολογίζεται σε λογιστικό χρήμα, αυτή η ποσότητα εκφράζεται επίσης μέσω της τιμής, την οποία υποθέτουμε ότι είναι 10 λίρες.

Αλλά η εργασία του δεν αντιπροσωπεύεται ταυτόχρονα από την αξία του εμπορεύματος και από ένα πλεόνασμα πάνω από αυτή την αξία· δεν αντιπροσωπεύεται από μια τιμή 10 που είναι ταυτόχρονα και τιμή 11· δεν αντιπροσωπεύεται από μια αξία που είναι μεγαλύτερη από τον εαυτό της.

Ο κάτοχος εμπορεύματος μπορεί, μέσω της εργασίας του, να δημιουργήσει αξία, αλλά όχι αυτοαυξανόμενη αξία.

Μπορεί να αυξήσει την αξία του εμπορεύματός του προσθέτοντας νέα εργασία και, επομένως, περισσότερη αξία στην ήδη υπάρχουσα αξία, όπως για παράδειγμα μετατρέποντας το δέρμα σε μπότες.

Το ίδιο υλικό έχει τώρα μεγαλύτερη αξία, επειδή περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα εργασίας. Οι μπότες έχουν επομένως μεγαλύτερη αξία από το δέρμα· όμως η αξία του δέρματος παραμένει αυτή που ήταν. Δεν έχει αυξηθεί από μόνο του, δεν έχει προσαρτήσει υπεραξία κατά τη διάρκεια της κατασκευής των μποτών.

Είναι επομένως αδύνατο έξω από τη σφαίρα της κυκλοφορίας ένας παραγωγός εμπορευμάτων, χωρίς να έρθει σε επαφή με άλλους κατόχους εμπορευμάτων, να αυξήσει την αξία και, συνεπώς, να μετατρέψει χρήμα ή εμπορεύματα σε κεφάλαιο.

^2) «Το κέρδος, υπό τις συνηθισμένες συνθήκες της αγοράς, δεν δημιουργείται από την ανταλλαγή. Αν δεν υπήρχε πριν από αυτήν τη συναλλαγή, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε μετά από αυτήν» (Ramsay, ό.π., σ. 184).
[MECW 35, σσ. 175-176]

Είναι, επομένως, αδύνατο το κεφάλαιο να παραχθεί από την κυκλοφορία, και είναι εξίσου αδύνατο να προέλθει έξω από την κυκλοφορία. Πρέπει να έχει την προέλευσή του τόσο μέσα στην κυκλοφορία όσο και όχι μέσα στην κυκλοφορία.

Έχουμε, λοιπόν, καταλήξει σε ένα διπλό αποτέλεσμα.

Η μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο πρέπει να εξηγηθεί στη βάση των νόμων που ρυθμίζουν την ανταλλαγή των εμπορευμάτων, με αφετηρία την ανταλλαγή ισοδυνάμων.^1) Ο φίλος μας, ο Κύριος Moneybags, ο οποίος προς το παρόν είναι μόνο ένας εμβρυώδης καπιταλιστής, πρέπει να αγοράζει τα εμπορεύματά του στην αξία τους, να τα πουλά στην αξία τους και όμως, στο τέλος της διαδικασίας, να αποσύρει από την κυκλοφορία περισσότερη αξία από εκείνη που έριξε αρχικά σε αυτήν.

Η εξέλιξή του σε ολοκληρωμένο καπιταλιστή πρέπει να πραγματοποιηθεί τόσο μέσα στη σφαίρα της κυκλοφορίας όσο και έξω από αυτήν. Αυτοί είναι οι όροι του προβλήματος. *Hic Rhodus, hic salta!* («Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!»).^141

^1) Από την προηγούμενη έρευνα ο αναγνώστης θα αντιληφθεί ότι αυτή η διατύπωση σημαίνει μόνο πως ο σχηματισμός του κεφαλαίου πρέπει να είναι δυνατός ακόμη και όταν η τιμή και η αξία ενός εμπορεύματος συμπίπτουν· διότι ο σχηματισμός του δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιαδήποτε απόκλιση της μίας από την άλλη. Εάν οι τιμές πράγματι διαφέρουν από τις αξίες, πρέπει πρώτα απ’ όλα να αναγάγουμε τις πρώτες στις δεύτερες, δηλαδή να θεωρήσουμε τη διαφορά ως τυχαία, ώστε τα φαινόμενα να παρατηρούνται στην καθαρή τους μορφή και οι παρατηρήσεις μας να μην παρεμποδίζονται από διαταρακτικές περιστάσεις που δεν έχουν καμία σχέση με την υπό εξέταση διαδικασία. Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι αυτή η αναγωγή δεν αποτελεί απλώς μια επιστημονική διαδικασία. Οι συνεχείς διακυμάνσεις των τιμών, οι αυξήσεις και οι μειώσεις τους, αλληλοαντισταθμίζονται και ανάγονται σε μια μέση τιμή, η οποία αποτελεί τον κρυφό ρυθμιστή τους. Αυτή αποτελεί τον καθοδηγητικό αστέρα του εμπόρου ή του βιομήχανου σε κάθε επιχείρηση που απαιτεί χρόνο. Γνωρίζει ότι, όταν εξετάζεται μια μεγάλη χρονική περίοδος, τα εμπορεύματα ούτε πωλούνται πάνω ούτε κάτω από την αξία τους, αλλά στη μέση τιμή τους. Εάν λοιπόν συλλογιζόταν θεωρητικά το ζήτημα, θα διατύπωνε το πρόβλημα του σχηματισμού του κεφαλαίου ως εξής: Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την προέλευση του κεφαλαίου, αν υποθέσουμε ότι οι τιμές ρυθμίζονται από τη μέση τιμή, δηλαδή τελικά από την αξία των εμπορευμάτων; Λέω «τελικά», επειδή οι μέσες τιμές δεν συμπίπτουν άμεσα με τις αξίες των εμπορευμάτων, όπως πίστευαν ο Adam Smith, ο Ricardo και άλλοι.
[MECW 35, σσ. 176-177]

Κεφάλαιο VI Η ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ Η ΠΩΛΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ
[MECW 35, σσ. 177-186]

Η μεταβολή της αξίας που συμβαίνει στην περίπτωση του χρήματος το οποίο πρόκειται να μετατραπεί σε κεφάλαιο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο ίδιο το χρήμα, διότι στη λειτουργία του ως μέσου αγοράς και μέσου πληρωμής δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να πραγματοποιεί την τιμή του εμπορεύματος που αγοράζει ή πληρώνει· και, ως μετρητό, αποτελεί απολιθωμένη αξία, που δεν μεταβάλλεται ποτέ.^1)

Εξίσου λίγο μπορεί η μεταβολή αυτή να προέρχεται από τη δεύτερη πράξη της κυκλοφορίας, δηλαδή από τη μεταπώληση του εμπορεύματος, η οποία δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να μετασχηματίζει το εμπόρευμα από τη φυσική του μορφή πίσω στη χρηματική του μορφή.

Η μεταβολή πρέπει, επομένως, να πραγματοποιείται στο εμπόρευμα που αγοράζεται με την πρώτη πράξη, *Χ–Ε*, αλλά όχι στην αξία του, διότι ανταλλάσσονται ισοδύναμα και το εμπόρευμα πληρώνεται στην πλήρη αξία του.

Είμαστε, συνεπώς, αναγκασμένοι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η μεταβολή προέρχεται από την αξία χρήσης, ως τέτοια, του εμπορεύματος, δηλαδή από την κατανάλωσή του.

Για να μπορέσει να αντλήσει αξία από την κατανάλωση ενός εμπορεύματος, ο φίλος μας, ο Moneybags, πρέπει να έχει την τύχη να βρει, μέσα στη σφαίρα της κυκλοφορίας, στην αγορά, ένα εμπόρευμα του οποίου η αξία χρήσης να διαθέτει την ιδιόμορφη ιδιότητα να αποτελεί πηγή αξίας, έτσι ώστε η πραγματική κατανάλωσή του να είναι η ίδια αντικειμενοποίηση εργασίας και, συνεπώς, δημιουργία αξίας.

Και ο κάτοχος του χρήματος βρίσκει στην αγορά ένα τέτοιο ιδιαίτερο εμπόρευμα: την εργατική δύναμη ή εργατική ικανότητα.

^1) «Στη μορφή του χρήματος ... το κεφάλαιο δεν αποφέρει κανένα κέρδος» (Ricardo, *On the Principles of Political Economy*, σ. 267).
[MECW 35, σ. 177]

Με τον όρο εργατική δύναμη ή εργατική ικανότητα νοείται το σύνολο των πνευματικών και σωματικών ικανοτήτων που υπάρχουν σε έναν άνθρωπο και τις οποίες αυτός ασκεί κάθε φορά που παράγει μια οποιαδήποτε αξία χρήσης.
[MECW 35, σ. 177]

Για να μπορέσει όμως ο κάτοχος του χρήματος να βρει την εργατική δύναμη να προσφέρεται προς πώληση ως εμπόρευμα, πρέπει προηγουμένως να πληρούνται διάφορες προϋποθέσεις.

Η ανταλλαγή εμπορευμάτων, αυτή καθαυτή, δεν συνεπάγεται άλλες σχέσεις εξάρτησης πέρα από εκείνες που απορρέουν από τη δική της φύση.

Με αυτή την προϋπόθεση, η εργατική δύναμη μπορεί να εμφανιστεί στην αγορά ως εμπόρευμα μόνο εφόσον, και στον βαθμό που, ο κάτοχός της — το άτομο στο οποίο ανήκει η εργατική δύναμη — την προσφέρει προς πώληση ή την πουλά ως εμπόρευμα.

Για να μπορέσει να το κάνει αυτό, πρέπει να έχει τη διάθεσή της, να είναι ο ανεμπόδιστος κύριος της εργατικής του ικανότητας, δηλαδή του ίδιου του προσώπου του.^1)

Αυτός και ο κάτοχος του χρήματος συναντώνται στην αγορά και συναλλάσσονται μεταξύ τους ως πρόσωπα με ίσα δικαιώματα, με τη μόνη διαφορά ότι ο ένας είναι αγοραστής και ο άλλος πωλητής· συνεπώς, και οι δύο είναι ίσοι απέναντι στον νόμο.

Η συνέχιση αυτής της σχέσης απαιτεί ο κάτοχος της εργατικής δύναμης να την πουλά μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα· διότι, αν την πουλούσε οριστικά και ολοκληρωτικά, θα πουλούσε τον ίδιο του τον εαυτό, θα μετατρεπόταν από ελεύθερος άνθρωπος σε δούλο, από κάτοχος ενός εμπορεύματος σε εμπόρευμα.

Πρέπει διαρκώς να θεωρεί την εργατική του δύναμη ως δική του ιδιοκτησία, ως δικό του εμπόρευμα· και αυτό μπορεί να το κάνει μόνο διαθέτοντάς την στον αγοραστή προσωρινά, για καθορισμένο χρονικό διάστημα.

Μόνο έτσι μπορεί να αποφύγει την παραίτηση από τα δικαιώματα ιδιοκτησίας του πάνω σε αυτήν.^2)

^1) Στις εγκυκλοπαίδειες της κλασικής αρχαιότητας^142 συναντά κανείς ανοησίες όπως η εξής: ότι στον αρχαίο κόσμο το κεφάλαιο ήταν πλήρως ανεπτυγμένο, «εκτός από το ότι έλειπαν ο ελεύθερος εργάτης και ένα σύστημα πίστωσης». Και ο Mommsen επίσης, στη *Ρωμαϊκή Ιστορία* του, υποπίπτει, από αυτή την άποψη, στο ένα σφάλμα μετά το άλλο.

^2) Γι’ αυτό και η νομοθεσία σε διάφορες χώρες καθορίζει ένα ανώτατο όριο στη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας. Όπου η ελεύθερη εργασία αποτελεί τον κανόνα, οι νόμοι ρυθμίζουν τον τρόπο λύσης αυτής της σύμβασης.

Σε ορισμένα κράτη, ιδιαίτερα στο Μεξικό (πριν από τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο,^7 καθώς και στα εδάφη που είχαν αποσπαστεί από το Μεξικό, αλλά και, στην πραγματικότητα, στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες μέχρι την επανάσταση που πραγματοποίησε ο Κούζα^143), η δουλεία ήταν συγκαλυμμένη με τη μορφή της δουλοπαροικίας λόγω χρέους (peonage).

Με προκαταβολές που εξοφλούνταν με εργασία και μεταβιβάζονταν από γενιά σε γενιά, όχι μόνο ο ίδιος ο εργάτης αλλά και η οικογένειά του γίνονταν *de facto* ιδιοκτησία άλλων προσώπων και των οικογενειών τους.

Ο Χουάρες κατήργησε το *peonage*. Ο λεγόμενος αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός το επανέφερε με διάταγμα, το οποίο στη Βουλή των Αντιπροσώπων στην Ουάσιγκτον καταγγέλθηκε εύστοχα ως διάταγμα για την επανεισαγωγή της δουλείας στο Μεξικό.

«Μπορώ να παραχωρήσω σε άλλον τη χρήση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, των ιδιαίτερων σωματικών και πνευματικών μου ικανοτήτων και δεξιοτήτων· διότι, εξαιτίας αυτού του περιορισμού, αποκτούν έναν χαρακτήρα εξωτερικό ως προς το σύνολο του προσώπου μου. Αν όμως εκχωρούσα ολόκληρο τον χρόνο της εργασίας μου και το σύνολο του έργου μου, τότε θα μετέτρεπα την ίδια την ουσία μου, δηλαδή τη γενική μου δραστηριότητα και πραγματικότητα, το ίδιο μου το πρόσωπο, σε ιδιοκτησία κάποιου άλλου.» (Hegel, *Philosophie des Rechts*, Βερολίνο, 1840, σ. 104, §67).
[MECW 35, σ. 178]

Η δεύτερη ουσιώδης προϋπόθεση για να βρει ο κάτοχος του χρήματος στην αγορά την εργατική δύναμη ως εμπόρευμα είναι η εξής:

Ο εργάτης, αντί να βρίσκεται στη θέση να πουλά εμπορεύματα μέσα στα οποία έχει ενσωματωθεί η εργασία του, πρέπει να είναι αναγκασμένος να προσφέρει προς πώληση ως εμπόρευμα την ίδια την εργατική του δύναμη, η οποία υπάρχει μόνο στο ζωντανό του πρόσωπο.

Για να μπορεί κάποιος να πουλά εμπορεύματα διαφορετικά από την εργατική του δύναμη, πρέπει φυσικά να διαθέτει μέσα παραγωγής, όπως πρώτες ύλες, εργαλεία κ.λπ. Δεν μπορούν να κατασκευαστούν μπότες χωρίς δέρμα.

Χρειάζεται επίσης μέσα συντήρησης. Κανείς — ούτε καν «ο μουσικός του μέλλοντος»^144 — δεν μπορεί να ζήσει από μελλοντικά προϊόντα ή από αξίες χρήσης που βρίσκονται ακόμη σε ατελή μορφή. Από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής του πάνω στη γη, ο άνθρωπος υπήρξε πάντοτε και εξακολουθεί να είναι καταναλωτής, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της παραγωγής.

Σε μια κοινωνία όπου όλα τα προϊόντα λαμβάνουν τη μορφή εμπορευμάτων, αυτά τα εμπορεύματα πρέπει να πωληθούν αφού παραχθούν· μόνο μετά την πώλησή τους μπορούν να χρησιμεύσουν για την ικανοποίηση των αναγκών του παραγωγού τους.

Ο χρόνος που απαιτείται για την πώλησή τους προστίθεται στον χρόνο που απαιτείται για την παραγωγή τους.
[MECW 35, σσ. 178-179]

Για τη μετατροπή, λοιπόν, του χρήματός του σε κεφάλαιο, ο κάτοχος του χρήματος πρέπει να συναντήσει στην αγορά τον ελεύθερο εργάτη, ελεύθερο με τη διπλή έννοια ότι, αφενός, ως ελεύθερο πρόσωπο διαθέτει την εργατική του δύναμη ως δικό του εμπόρευμα και, αφετέρου, ότι δεν έχει κανένα άλλο εμπόρευμα να πουλήσει, ότι είναι στερημένος από όλα όσα είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση της εργατικής του δύναμης.

Το ερώτημα γιατί αυτός ο ελεύθερος εργάτης βρίσκεται απέναντί του στην αγορά δεν ενδιαφέρει τον κάτοχο του χρήματος, ο οποίος θεωρεί την αγορά εργασίας ως έναν κλάδο της γενικής αγοράς εμπορευμάτων. Και προς το παρόν ενδιαφέρει εξίσου λίγο και εμάς. Προσκολλώμαστε θεωρητικά στο γεγονός, όπως εκείνος προσκολλάται πρακτικά.

Ένα πράγμα, πάντως, είναι σαφές: **η φύση δεν παράγει από τη μία πλευρά κατόχους χρήματος ή εμπορευμάτων και από την άλλη ανθρώπους που δεν διαθέτουν τίποτε άλλο παρά μόνο την εργατική τους δύναμη.**

Αυτή η σχέση δεν έχει φυσική βάση, ούτε η κοινωνική της βάση είναι κοινή σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Είναι φανερά αποτέλεσμα μιας προηγούμενης ιστορικής εξέλιξης, προϊόν πολλών οικονομικών επαναστάσεων, της εξαφάνισης μιας ολόκληρης σειράς παλαιότερων μορφών κοινωνικής παραγωγής.
[MECW 35, σ. 179]

[...] Διαφορετικά συμβαίνει με το κεφάλαιο.

Οι ιστορικές προϋποθέσεις της ύπαρξής του δεν δίνονται καθόλου με την απλή κυκλοφορία του χρήματος και των εμπορευμάτων. Το κεφάλαιο μπορεί να εμφανιστεί μόνο όταν ο κάτοχος των μέσων παραγωγής και των μέσων συντήρησης συναντήσει στην αγορά τον ελεύθερο εργάτη που πουλά την εργατική του δύναμη. Και αυτή η μία ιστορική προϋπόθεση συμπυκνώνει μέσα της μια ολόκληρη παγκόσμια ιστορία. Το κεφάλαιο, επομένως, από την πρώτη κιόλας εμφάνισή του αναγγέλλει μια νέα εποχή στη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής.^1)

^1) Η καπιταλιστική εποχή χαρακτηρίζεται, επομένως, από το γεγονός ότι η εργατική δύναμη λαμβάνει, στα μάτια του ίδιου του εργάτη, τη μορφή ενός εμπορεύματος που αποτελεί ιδιοκτησία του· κατά συνέπεια, η εργασία του γίνεται μισθωτή εργασία. Από την άλλη πλευρά, μόνο από αυτή τη στιγμή και μετά το προϊόν της εργασίας γίνεται καθολικά εμπόρευμα.
[MECW 35, σ. 180]

Πρέπει τώρα να εξετάσουμε προσεκτικότερα αυτό το ιδιόμορφο εμπόρευμα, την εργατική δύναμη. Όπως όλα τα άλλα εμπορεύματα, έτσι και αυτή έχει αξία.^2) Πώς προσδιορίζεται όμως αυτή η αξία;

^2) «Η αξία ή η χρησιμότητα ενός ανθρώπου, όπως και όλων των άλλων πραγμάτων, είναι η τιμή του — δηλαδή ό,τι θα δινόταν για τη χρήση της δύναμής του.» (Thomas Hobbes, *Leviathan*, στα *Works*, έκδ. Molesworth, Λονδίνο, 1839-1844, τόμ. III, σ. 76).
[MECW 35, σ. 180]

Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου εμπορεύματος, από τον εργάσιμο χρόνο που είναι αναγκαίος για την παραγωγή και, κατά συνέπεια, και για την αναπαραγωγή αυτού του ιδιαίτερου εμπορεύματος. Εφόσον έχει αξία, δεν αντιπροσωπεύει παρά μόνο μια ορισμένη ποσότητα του μέσου κοινωνικού έργου που έχει αντικειμενοποιηθεί σε αυτήν. Η εργατική δύναμη υπάρχει μόνο ως ικανότητα ή δύναμη του ζωντανού ατόμου. Η παραγωγή της προϋποθέτει, συνεπώς, την ύπαρξη αυτού του ατόμου. Δεδομένου του ατόμου, η παραγωγή της εργατικής δύναμης συνίσταται στην αναπαραγωγή του ίδιου του ατόμου ή στη συντήρησή του. Για τη συντήρησή του χρειάζεται μια ορισμένη ποσότητα μέσων διαβίωσης. Επομένως, ο εργάσιμος χρόνος που απαιτείται για την παραγωγή της εργατικής δύναμης ανάγεται στον χρόνο που είναι αναγκαίος για την παραγωγή αυτών των μέσων διαβίωσης· με άλλα λόγια, **η αξία της εργατικής δύναμης είναι η αξία των μέσων διαβίωσης που είναι αναγκαία για τη συντήρηση του εργάτη**. Ωστόσο, η εργατική δύναμη γίνεται πραγματικότητα μόνο με την άσκησή της· τίθεται σε ενέργεια μόνο μέσω της εργασίας. Με τον τρόπο αυτό όμως φθείρεται μια ορισμένη ποσότητα ανθρώπινων μυών, νεύρων, εγκεφάλου κ.λπ., και αυτά πρέπει να αποκατασταθούν. Αυτή η αυξημένη δαπάνη απαιτεί μεγαλύτερο εισόδημα.^1) Αν ο κάτοχος της εργατικής δύναμης εργάζεται σήμερα, αύριο πρέπει να είναι και πάλι σε θέση να επαναλάβει την ίδια διαδικασία υπό τις ίδιες συνθήκες υγείας και δύναμης. Τα μέσα διαβίωσής του πρέπει, επομένως, να επαρκούν ώστε να τον διατηρούν στη φυσιολογική του κατάσταση ως εργαζόμενου ατόμου. Οι φυσικές του ανάγκες, όπως η τροφή, η ένδυση, τα καύσιμα και η στέγαση, ποικίλλουν ανάλογα με το κλίμα και τις άλλες φυσικές συνθήκες της χώρας του. Από την άλλη πλευρά, ο αριθμός και η έκταση των λεγόμενων αναγκαίων αναγκών του, καθώς και οι τρόποι ικανοποίησής τους, αποτελούν και οι ίδιοι προϊόν ιστορικής εξέλιξης και εξαρτώνται, συνεπώς, σε μεγάλο βαθμό από τον βαθμό πολιτισμού μιας χώρας, και ιδιαίτερα από τις συνθήκες υπό τις οποίες έχει διαμορφωθεί η τάξη των ελεύθερων εργατών, καθώς και από τις συνήθειες και το επίπεδο διαβίωσης που έχει αποκτήσει.^2) Σε αντίθεση, λοιπόν, με την περίπτωση των άλλων εμπορευμάτων, στον καθορισμό της αξίας της εργατικής δύναμης υπεισέρχεται ένα **ιστορικό και ηθικό στοιχείο**. Ωστόσο, σε μια δεδομένη χώρα και σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο, η μέση ποσότητα των μέσων διαβίωσης που είναι αναγκαία για τον εργάτη είναι πρακτικά γνωστή. [MECW 35, σσ. 180–181]

Ο κάτοχος της εργατικής δύναμης είναι θνητός. Αν, λοιπόν, η εμφάνισή του στην αγορά πρόκειται να είναι συνεχής, και εφόσον η συνεχής μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο το προϋποθέτει αυτό, ο πωλητής της εργατικής δύναμης πρέπει να διαιωνίζει τον εαυτό του, «με τον τρόπο που κάθε ζωντανό ον διαιωνίζει τον εαυτό του, δηλαδή με την τεκνοποίηση».^1) Η εργατική δύναμη που αποσύρεται από την αγορά λόγω φθοράς και θανάτου πρέπει να αντικαθίσταται διαρκώς από τουλάχιστον ίση ποσότητα νέας εργατικής δύναμης. Επομένως, το σύνολο των μέσων διαβίωσης που είναι αναγκαία για την παραγωγή της εργατικής δύναμης πρέπει να περιλαμβάνει και τα μέσα που απαιτούνται για τους αντικαταστάτες του εργάτη, δηλαδή για τα παιδιά του, ώστε αυτή η ιδιαίτερη φυλή κατόχων εμπορευμάτων να εξακολουθεί να εμφανίζεται στην αγορά.^2)

^1) Petty.

^2) «Η φυσική τιμή της (της εργασίας) συνίσταται σε τέτοια ποσότητα αναγκαίων αγαθών και ανέσεων της ζωής, ώστε, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του κλίματος και τις συνήθειες της χώρας, να επαρκεί για τη συντήρηση του εργάτη και να του επιτρέπει να αναθρέψει μια οικογένεια που θα διατηρεί αμείωτη την προσφορά εργασίας στην αγορά» (R. Torrens, *An Essay on the External Corn Trade*, Λονδίνο, 1815, σ. 62). Η λέξη «εργασία» χρησιμοποιείται εδώ εσφαλμένα αντί για «εργατική δύναμη». [MECW 35, σσ. 181–182]

Για να τροποποιηθεί ο ανθρώπινος οργανισμός έτσι ώστε να αποκτήσει δεξιότητα και επιτηδειότητα σε έναν συγκεκριμένο κλάδο της βιομηχανίας και να καταστεί εργατική δύναμη ιδιαίτερου είδους, απαιτείται ειδική εκπαίδευση ή κατάρτιση, η οποία, από την πλευρά της, κοστίζει ένα ισοδύναμο σε εμπορεύματα μεγαλύτερης ή μικρότερης αξίας. Το ύψος αυτής της δαπάνης ποικίλλει ανάλογα με το πόσο πολύπλοκος είναι ο χαρακτήρας της εργατικής δύναμης. Οι δαπάνες αυτής της εκπαίδευσης (εξαιρετικά μικρές στην περίπτωση της συνηθισμένης εργατικής δύναμης) εισέρχονται κατά το αντίστοιχο μέρος τους (*pro tanto*) στη συνολική αξία που δαπανάται για την παραγωγή της. [MECW 35, σ. 182]

Η αξία της εργατικής δύναμης αναλύεται στην αξία μιας ορισμένης ποσότητας μέσων διαβίωσης. Μεταβάλλεται, επομένως, μαζί με την αξία αυτών των μέσων ή με την ποσότητα εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή τους. [MECW 35, σ. 182]

Μερικά από τα μέσα διαβίωσης, όπως η τροφή και τα καύσιμα, καταναλώνονται καθημερινά και πρέπει να ανανεώνονται καθημερινά. Άλλα, όπως τα ρούχα και τα έπιπλα, διαρκούν περισσότερο και χρειάζονται αντικατάσταση μόνο σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Ένα αγαθό πρέπει να αγοράζεται ή να πληρώνεται καθημερινά, άλλο εβδομαδιαία, άλλο ανά τρίμηνο κ.ο.κ. Όμως, όπως κι αν κατανέμεται μέσα στο έτος το συνολικό ποσό αυτών των δαπανών, πρέπει να καλύπτεται από το μέσο εισόδημα, υπολογίζοντας τη μία ημέρα με την άλλη. Αν το σύνολο των εμπορευμάτων που απαιτούνται καθημερινά για την παραγωγή της εργατικής δύναμης = Α, εκείνων που απαιτούνται εβδομαδιαία = Β, εκείνων που απαιτούνται ανά τρίμηνο = Γ κ.ο.κ., τότε ο ημερήσιος μέσος όρος αυτών των εμπορευμάτων είναι:

[
\frac{365A + 52B + 4Γ + \cdots}{365}.
]

Ας υποθέσουμε ότι σε αυτή τη μάζα εμπορευμάτων που απαιτείται για τη μέση ημέρα είναι ενσωματωμένες 6 ώρες κοινωνικής εργασίας· τότε στην εργατική δύναμη ενσωματώνεται καθημερινά μισή ημέρα μέσης κοινωνικής εργασίας· με άλλα λόγια, απαιτείται μισή ημέρα εργασίας για την καθημερινή παραγωγή της εργατικής δύναμης. **Αυτή η ποσότητα εργασίας αποτελεί την αξία της εργατικής δύναμης μιας ημέρας ή την αξία της εργατικής δύναμης που αναπαράγεται καθημερινά.** Αν μισή ημέρα μέσης κοινωνικής εργασίας ενσωματώνεται σε τρία σελίνια, τότε τρία σελίνια είναι η τιμή που αντιστοιχεί στην αξία της εργατικής δύναμης μιας ημέρας. Αν, επομένως, ο κάτοχός της την προσφέρει προς πώληση για τρία σελίνια την ημέρα, η τιμή πώλησής της είναι ίση με την αξία της και, σύμφωνα με την υπόθεσή μας, ο φίλος μας ο Moneybags, που επιδιώκει να μετατρέψει τα τρία του σελίνια σε κεφάλαιο, καταβάλλει αυτή την αξία.

Το κατώτατο όριο της αξίας της εργατικής δύναμης καθορίζεται από την αξία των εμπορευμάτων, χωρίς την καθημερινή προμήθεια των οποίων ο εργάτης δεν μπορεί να ανανεώσει τη ζωτική του ενέργεια· δηλαδή από την αξία εκείνων των μέσων διαβίωσης που είναι φυσιολογικά απολύτως αναγκαία. Αν η τιμή της εργατικής δύναμης πέσει σε αυτό το ελάχιστο, τότε πέφτει κάτω από την αξία της, αφού υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να συντηρηθεί και να αναπτυχθεί μόνο σε μια ακρωτηριασμένη κατάσταση. **Όμως η αξία κάθε εμπορεύματος καθορίζεται από τον εργάσιμο χρόνο που απαιτείται για να παραχθεί σε κανονική ποιότητα.**

Είναι ένα πολύ φθηνό είδος συναισθηματισμού να χαρακτηρίζει κανείς αυτή τη μέθοδο καθορισμού της αξίας της εργατικής δύναμης —μια μέθοδο που υπαγορεύεται από την ίδια τη φύση του πράγματος— ως βάρβαρη, και να θρηνεί μαζί με τον Ρόσσι ότι:

> «Το να αντιλαμβανόμαστε την ικανότητα προς εργασία (*puissance de travail*) ενώ ταυτόχρονα αφαιρούμε από τη σκέψη μας τα μέσα διαβίωσης των εργατών κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας, σημαίνει ότι αντιλαμβανόμαστε ένα φάντασμα (*être de raison*). Όταν μιλάμε για εργασία ή για ικανότητα προς εργασία, μιλάμε ταυτόχρονα για τον εργάτη και για τα μέσα διαβίωσής του, για τον εργάτη και για τον μισθό του».^1)

Όταν μιλάμε για την εργατική δύναμη, δεν μιλάμε για την εργασία, όπως ακριβώς όταν μιλάμε για την ικανότητα πέψης δεν μιλάμε για την ίδια την πέψη. Για να πραγματοποιηθεί η δεύτερη διαδικασία απαιτείται κάτι περισσότερο από ένα γερό στομάχι. Όταν μιλάμε για την εργατική δύναμη, δεν αφαιρούμε από τη σκέψη μας τα αναγκαία μέσα διαβίωσης. Αντίθετα, η αξία τους εκφράζεται στην αξία της εργατικής δύναμης. Αν η εργατική του δύναμη μείνει απούλητη, ο εργάτης δεν αποκομίζει κανένα όφελος από αυτήν· αντίθετα, θα αισθανθεί ως μια σκληρή αναγκαιότητα, επιβεβλημένη από τη φύση, το γεγονός ότι η παραγωγή αυτής της δύναμης απαίτησε μια ορισμένη ποσότητα μέσων διαβίωσης και ότι η αναπαραγωγή της θα εξακολουθήσει να απαιτεί την ίδια δαπάνη. Τότε θα συμφωνήσει με τον Σισμοντί ότι «η εργατική δύναμη... δεν είναι τίποτε, αν δεν πωλείται».^2)

^1) Rossi, *Cours d'Écon. Polit.*, Βρυξέλλες, 1843, σσ. 370–371.

^2) Sismondi, *Nouveaux Principes*, τ. Ι, σ. 114. [MECW 35, σσ. 182–183]

Η πίστωση του εργάτη προς τον καπιταλιστή. [MECW 35, σσ. 184–185]

Η τιμή της εργατικής δύναμης καθορίζεται με τη σύμβαση, μολονότι δεν καταβάλλεται παρά αργότερα, όπως συμβαίνει και με το ενοίκιο μιας κατοικίας. Η εργατική δύναμη πωλείται, αν και πληρώνεται μεταγενέστερα. Για να κατανοήσουμε όμως καθαρά τη σχέση των δύο μερών, θα είναι χρήσιμο να υποθέσουμε προσωρινά ότι ο κάτοχος της εργατικής δύναμης, σε κάθε πώλησή της, εισπράττει αμέσως την τιμή που έχει συμφωνηθεί. [MECW 35, σ. 185]

Γνωρίζουμε τώρα πώς καθορίζεται η αξία που καταβάλλει ο αγοραστής στον κάτοχο αυτού του ιδιόμορφου εμπορεύματος, της εργατικής δύναμης. Η αξία χρήσης που αποκτά ο πρώτος σε αντάλλαγμα εκδηλώνεται μόνο κατά την πραγματική χρήση, δηλαδή κατά την κατανάλωση της εργατικής δύναμης. Ο κάτοχος του χρήματος αγοράζει στην αγορά όλα όσα είναι αναγκαία γι' αυτόν τον σκοπό, όπως πρώτες ύλες, και τα πληρώνει στην πλήρη αξία τους.^α **Η κατανάλωση της εργατικής δύναμης είναι ταυτόχρονα παραγωγή εμπορευμάτων και παραγωγή υπεραξίας.** Η κατανάλωση της εργατικής δύναμης ολοκληρώνεται, όπως και η κατανάλωση κάθε άλλου εμπορεύματος, έξω από τα όρια της αγοράς ή της σφαίρας της κυκλοφορίας. Συνοδεύοντας, λοιπόν, τον κύριο Moneybags και τον κάτοχο της εργατικής δύναμης, εγκαταλείπουμε προσωρινά αυτή τη θορυβώδη σφαίρα, όπου όλα διαδραματίζονται στην επιφάνεια και μπροστά στα μάτια όλων, και τους ακολουθούμε στο κρυφό άδυτο της παραγωγής, στο κατώφλι του οποίου μας αντικρίζει η επιγραφή:

**«Απαγορεύεται η είσοδος, εκτός αν υπάρχει εργασία.»**

Εδώ θα δούμε όχι μόνο πώς το κεφάλαιο παράγει, αλλά και πώς παράγεται το ίδιο το κεφάλαιο. Επιτέλους θα αποκαλύψουμε το μυστικό της παραγωγής του κέρδους. [MECW 35, σσ. 185–186]

Η σφαίρα που μόλις εγκαταλείπουμε, μέσα στα όρια της οποίας πραγματοποιείται η αγορά και η πώληση της εργατικής δύναμης, είναι πράγματι μια πραγματική Εδέμ^147 των έμφυτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Εκεί βασιλεύουν μόνο η **Ελευθερία**, η **Ισότητα**, η **Ιδιοκτησία** και ο **Μπένθαμ**.^148 Ελευθερία, επειδή τόσο ο αγοραστής όσο και ο πωλητής ενός εμπορεύματος, λ.χ. της εργατικής δύναμης, καθορίζονται μόνο από την ελεύθερη βούλησή τους. Συνάπτουν σύμβαση ως ελεύθερα πρόσωπα, και η συμφωνία στην οποία καταλήγουν δεν είναι παρά η νομική μορφή με την οποία εκφράζουν την κοινή τους βούληση. Ισότητα, επειδή ο καθένας σχετίζεται με τον άλλον μόνο ως απλός ιδιοκτήτης εμπορευμάτων και ανταλλάσσουν ισοδύναμο με ισοδύναμο. Ιδιοκτησία, επειδή ο καθένας διαθέτει μόνο ό,τι του ανήκει. Και Μπένθαμ, επειδή ο καθένας κοιτάζει μόνο τον εαυτό του. Η μόνη δύναμη που τους φέρνει κοντά και τους συνδέει μεταξύ τους είναι ο εγωισμός, το ιδιωτικό όφελος και το προσωπικό συμφέρον του καθενός. Ο καθένας φροντίζει αποκλειστικά για τον εαυτό του και κανείς δεν νοιάζεται για τους άλλους· και ακριβώς επειδή όλοι ενεργούν έτσι, σύμφωνα με την **προκαθορισμένη αρμονία**^149 των πραγμάτων ή υπό την προστασία μιας πανσόφου πρόνοιας, συνεργάζονται όλοι για το αμοιβαίο όφελός τους, για το κοινό καλό και προς το συμφέρον όλων.

Καθώς εγκαταλείπουμε αυτή τη σφαίρα της απλής κυκλοφορίας ή ανταλλαγής εμπορευμάτων, από την οποία ο «χυδαίος ελευθεροέμπορος» (*Free-trader Vulgaris*) αντλεί τις αντιλήψεις, τις ιδέες και τα κριτήρια με τα οποία κρίνει μια κοινωνία που βασίζεται στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, νομίζουμε ότι διακρίνουμε μια μεταβολή στη φυσιογνωμία των δρώντων προσώπων (*dramatis personae*). Εκείνος που προηγουμένως ήταν ο κάτοχος του χρήματος προχωρεί τώρα μπροστά ως καπιταλιστής· ο κάτοχος της εργατικής δύναμης ακολουθεί ως εργάτης του. Ο πρώτος με ύφος αυτάρεσκης σπουδαιότητας, μειδιώντας και απορροφημένος στις επιχειρήσεις του· ο δεύτερος διστακτικός, συγκρατημένος, σαν άνθρωπος που φέρνει το ίδιο του το τομάρι στην αγορά και δεν έχει να περιμένει τίποτε άλλο παρά μόνο — το γδάρσιμό του. [MECW 35, σ. 186]

^147 Εδέμ: αναφορά στη Γένεση 2:8.

^148 Ο Άγγλος φιλόσοφος και νομικός Τζέρεμι Μπένθαμ (1748–1832) υπήρξε θεμελιωτής του ωφελιμισμού (*utilitarianism*). Υποστήριζε ότι η ηδονή αποτελεί τον ύψιστο σκοπό της ζωής και ότι η μεγαλύτερη ευτυχία του μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων πρέπει να είναι ο τελικός σκοπός της ανθρώπινης δράσης. Θεωρούσε το γενικό καλό ως άθροισμα των επιμέρους ευημεριών. Βλ. επίσης τον παρόντα τόμο, σ. 605, υποσημείωση. — 186

^149 Η προκαθορισμένη αρμονία (*pre-established harmony*): κατά τη θεωρία των μονάδων του Λάιμπνιτς, τα απομονωμένα ουσιώδη στοιχεία του σύμπαντος εξελίσσονται το καθένα σύμφωνα με μια θεϊκά προκαθορισμένη αντιστοιχία προς την εξέλιξη όλων των άλλων μονάδων και του σύμπαντος ως συνόλου. — 186 [MECW 35, σ. 777]

Ακολουθεί το Μέρος ΙΙΙ: Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ
(τόμ. 35, σσ. 187–316)

Είδαμε στο Κεφάλαιο IV ότι, για να μετατραπεί το χρήμα σε κεφάλαιο, απαιτείται κάτι περισσότερο από την απλή παραγωγή και κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Είδαμε ότι πρέπει να βρεθούν αντιμέτωποι, ως αγοραστής και πωλητής, αφενός ο κάτοχος της αξίας ή του χρήματος και αφετέρου ο κάτοχος της ουσίας που δημιουργεί αξία· αφενός ο κάτοχος των μέσων παραγωγής και διαβίωσης και αφετέρου ο κάτοχος που δεν διαθέτει τίποτε άλλο παρά μόνο την **εργατική του δύναμη**. Ο διαχωρισμός της εργασίας από το προϊόν της, της υποκειμενικής εργατικής δύναμης από τις αντικειμενικές συνθήκες της εργασίας, αποτελούσε, επομένως, το πραγματικό θεμέλιο και το σημείο εκκίνησης της καπιταλιστικής παραγωγής.
[MECW 35, σ. 570]

[DH-ACMC1: 56]

Το κεφάλαιο, επομένως, δεν μπορεί να προκύψει από την κυκλοφορία· αλλά είναι εξίσου αδύνατο να προκύψει έξω από την κυκλοφορία. Πρέπει να έχει την προέλευσή του **ταυτόχρονα μέσα στην κυκλοφορία και έξω από αυτήν**. Έτσι καταλήγουμε σε ένα διπλό αποτέλεσμα. Η μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο πρέπει να αναπτυχθεί πάνω στη βάση των εσωτερικών νόμων της ανταλλαγής των εμπορευμάτων, έτσι ώστε αφετηρία να είναι η ανταλλαγή ισοδυνάμων. Ο κάτοχος του χρήματος, που προς το παρόν είναι μόνο ένας καπιταλιστής σε λανθάνουσα μορφή, πρέπει να αγοράζει τα εμπορεύματά του στην αξία τους, να τα πουλά στην αξία τους και όμως, στο τέλος της διαδικασίας, να αποσύρει από την κυκλοφορία περισσότερη αξία από όση έριξε αρχικά σε αυτήν. Η μεταμόρφωσή του από χρυσαλλίδα σε πεταλούδα πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα στη σφαίρα της κυκλοφορίας, αλλά συγχρόνως να μην πραγματοποιηθεί μέσα σε αυτήν. Αυτοί είναι οι όροι του προβλήματος. Hic Rhodus, hic salta! («Εδώ είναι η Ρόδος, εδώ και το πήδημα!»). (σσ. 268–269) [παρατίθεται στο DH-ACMC1, σ. 98]

[DH-ACMC2, 1910–1944]

Για να μετατρέψει, λοιπόν, το χρήμα του σε κεφάλαιο, ο κάτοχος του χρήματος πρέπει να συναντήσει στην αγορά τον **ελεύθερο εργάτη**, ελεύθερο με τη διπλή έννοια: πρώτον, ότι ως ελεύθερο πρόσωπο μπορεί να διαθέτει την εργατική του δύναμη ως δικό του εμπόρευμα· και, δεύτερον, ότι δεν έχει κανένα άλλο εμπόρευμα να πουλήσει, ότι είναι στερημένος από όλα όσα είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση της εργατικής του δύναμης. [Marx, 1961, σσ. 168–169]
[EH-MSELTV, σ. 283]

11\. Η μετάβαση στο κεφάλαιο
(*«Η ανάπτυξη του κεφαλαίου από το χρήμα»*)
[RR-TMMC, σσ. 183–193]

EOF