Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κιναισθησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κιναισθησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Ο Χούσερλ αναθεώρησε τη θέση του σχετικά με την κιναισθησία. Τώρα θα διέκρινε μεταξύ της διαδικασίας της βούλησης και της κιναισθητικής διαδικασίας.

LVII

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 4/6/32

[...]

Ο Χούσερλ αναθεώρησε τη θέση του σχετικά με την κιναισθησία. Τώρα θα διέκρινε μεταξύ της διαδικασίας της βούλησης και της κιναισθητικής διαδικασίας. Μια εκούσια επανενθύμηση [voluntary recollection] είναι μια διαδικασία βούλησης, αλλά δεν έχει κανένα ειδικό κιναισθητικό συνοδό. Από την άλλη πλευρά, μια εκούσια κίνηση είναι μια διαδικασία βούλησης, η οποία έχει ένα ειδικό κιναισθητικό συνοδό, και ένα ειδικό υλητικό (αισθητηριακό) συνοδό. Η εκούσια επανενθύμηση και η εκούσια κίνηση είναι όμοιες στο ότι καθεμία έχει ως συστατικό μια βουλητική διαδικασία. Αλλά δεν υπάρχει κιναισθησία στην επανενθύμηση. ([Μήπως] ελέγχω τη φαντασματική τροποποίηση της αισθητηριακής ύλης [sensation-hyle] άμεσα, όπως ελέγχω άμεσα την κιναισθησία του σώματος; Ή υπάρχει μια φαντασματική τροποποίηση της κιναισθησίας, και είναι αυτή που ελέγχω άμεσα; Τι συμβαίνει με τη βούληση να στρέψω την προσοχή στη μνήμη; Με το να «μεταβώ» από την προσοχή στο αντιληπτό στην προσοχή στο αναμνησμένο;) Ο χαρακτήρας της κιναισθησίας είναι ότι πρόκειται για μια άμεσα ελεγχόμενη ή μάλλον ελέγξιμη διαδικασία και ότι έχει μια αμετάβλητη σύνδεση με υλητικές διαδικασίες, έτσι ώστε να αποκτούμε έναν ορισμένο έμμεσο έλεγχο πάνω τους, ή πάνω στον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλονται.

Ο Χούσερλ αναγνώρισε ρητά ότι αυτό ήταν διαφορετικό από ό,τι είχε πει προηγουμένως σχετικά με την ύλη, την κιναισθησία και τη βούληση.

[Conversations with Husserl and Fink: 83] 

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

σχετικά με τη συγκρότηση των φυσικών αντικειμένων στην αντίληψη

LII

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 6/5/32

Ο Χούσερλ μου διάβασε από ένα στενογραφικό χειρόγραφο σχετικά με τη συγκρότηση των φυσικών αντικειμένων στην αντίληψη, πρωτίστως σχετικά με τη συγκρότησή τους στην οπτική αντίληψη. Το πρώτο μέρος εξέταζε τη σειρά των εμφανίσεων ενός αντικειμένου, ως εγγύτερου ή απομακρυσμένου. Κάθε εμφάνιση του αντικειμένου ως περισσότερο απομακρυσμένου δεν είναι μόνο μια εμφάνιση του αντικειμένου αλλά επίσης μια εμφάνιση της εμφάνισης του αντικειμένου ως εγγύτερου. Έτσι υπάρχει, στη σχετική σειρά, μια αναλογία με τη σειρά των χρονικών στιγμών στον εσωτερικό {72} χρόνο, καθεμιά από τις οποίες δεν είναι μόνο η ίδια αλλά και μια συγκράτηση (retention) καθεμιάς από τις προγενέστερές της. Η σειρά των εμφανίσεων του αντικειμένου έχει (1) ένα απομακρυσμένο όριο, πέρα από το οποίο το αντικείμενο δεν εμφανίζεται πλέον καθόλου, δηλαδή πέρα από το οποίο δεν υπάρχουν πλέον εμφανίσεις, και (2) ένα εγγύς όριο, το όριο της βέλτιστης σαφήνειας και διακριτότητας. Το τελευταίο είναι πρωτίστως ένα πραγματικό όριο και όχι ένα ιδεατό. Είναι νοητό το αντικείμενο να εμφανίζεται ως ακόμη «εγγύτερο», δηλαδή σαφέστερο, απ’ ό,τι εμφανίζεται στο σημείο όπου είναι πραγματικά μεγιστοποιημένα σαφές. Τα μικροσκόπια είναι όργανα για να φέρνουν το αντικείμενο ακόμη «εγγύτερα». Τώρα, όλες οι εμφανίσεις σε μια τέτοια σειρά είναι εμφανίσεις του αντικειμένου, και το ίδιο το αντικείμενο είναι το ιδεώδες προς το οποίο αυτές προσεγγίζουν — ή μήπως θα έπρεπε να πούμε ότι δεν υπάρχει αντικείμενο, κανένα ιδεατό όριο; Ο Χούσερλ απορρίπτει το τελευταίο, πιθανώς επειδή, εφόσον κάθε εμφάνιση δίδεται ως εμφάνιση κάποιου, υπάρχει ένα αντικείμενο, μη δυνάμενο να δοθεί το ίδιο με τον ίδιο τρόπο, αλλά μάλλον ακριβώς ως ένα καντιανό ιδεώδες.

Το δεύτερο μέρος επιχειρούσε να διακρίνει μεταξύ αντικειμένων τα οποία συγκροτούνται στο άμεσο περιβάλλον μας μέσω σειρών εμφανίσεων ως μακρινών και εγγύς, και «αντικειμένων» τα οποία συγκροτούνται χωρίς τέτοια ποικιλία στις εμφανίσεις τους, π.χ. τα ουράνια σώματα. Αφομοιώνουμε τα τελευταία στον τύπο που συγκροτείται στο άμεσο περιβάλλον μας και σκεπτόμαστε μια πραγματικά αδύνατη αλλά νοητή προσέγγιση (του σώματος προς εμάς ή δική μας προς το σώμα), η οποία θα έδιδε το σώμα σαφέστερα και διακριτότερα — θα το έδιδε ως εγγύτερο.^* Στην περίπτωση του ήλιου, της σελήνης και των πλανητών, αυτή η προσέγγιση επιτυγχάνεται πράγματι με τηλεσκόπια.

^* Ενώ, αν δεν είχαμε πρώτα συγκροτήσει εγγύς αντικείμενα, δεν θα μπορούσαμε να συγκροτήσουμε καθόλου αντικείμενα.

Ένα μακρινό βουνό συγκροτείται για εμάς ουσιωδώς με τον ίδιο τρόπο· εκτός αν διανύσουμε μεγάλες αποστάσεις, δεν υπάρχει μεταβολή στην εμφάνιση, ή μάλλον δεν υπάρχει μεταβολή του είδους εκείνου που επιφέρει η προσέγγιση στις εμφανίσεις των εγγύς αντικειμένων. Ωστόσο, μεγάλες αποστάσεις που διανύονται επιφέρουν πράγματι τέτοιες μεταβολές, και έτσι εδώ το σημαντικό στοιχείο είναι ο ρυθμός (tempo) της μεταβολής. Είπα ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για το πόση κιναισθησία πρέπει να διανυθεί ώστε να προκύψει ένα ορισμένο κβάντο μεταβολής στην εμφάνιση, πράγμα με το οποίο ο Χούσερλ συμφώνησε, αλλά πρόσθεσε ότι η έννοια του ρυθμού δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Στον εμμενή χρόνο μία περίπτωση ενός δεδομένου τύπου κιναισθητικής διεργασίας μπορεί να διανυθεί ταχύτερα από μια άλλη περίπτωση, η οποία είναι, εκτός από τον ρυθμό της, ταυτόσημη.

{73} Τότε ρώτησα αν η διάκριση νόησης ‒ ύλης (hyle) ήταν μια πραγματική διχοτομία των εμμενών συστατικών των Erlebnisse <νοητικών βιωμάτων ή συμβάντων>, ή αν ίσως η κιναισθησία σχημάτιζε μια τρίτη τάξη. Απάντησε, πρώτα απ’ όλα, ότι παρόλο που είχε προσπαθήσει να διακρίνει απότομα την κιναισθησία από την ύλη, εντούτοις υπάρχουν σε ορισμένες περιπτώσεις υλητικά συνοδά τα οποία συνοδεύουν κατ’ ανάγκην την κιναισθησία. Είπα, ας τα αφήσουμε αυτά εκτός λογαριασμού. Είπε τότε ότι το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι πως η κιναισθησία είναι η πρωταρχική μορφή του «εγώ πράττω».

Συνέχισε με το χειρόγραφο, και έπειτα παρεξέκλινε σε μια έκθεση για τον σχηματισμό ταυτόσημων κηλίδων στο υλητικό πεδίο. Αυτό προϋποθέτει τη σύνθεση του πεδίου στη βάση της Paarung <σύζευξης>, και την Abhebung <ανάδυση, προβολή/εξέχουσα διαφοροποίηση> της κηλίδας στη βάση μιας δευτερογενούς ποικιλότητας: δευτερογενούς υπό την έννοια ότι προϋποθέτει την προκαταρκτική συγκρότηση ενός πεδίου στη βάση της ομοιότητας. Σε κάθε πεδίο συγκροτείται, μαζί με τα δεδομένα του, η χρονική μορφή κάθε δεδομένου, και έτσι η χρονική μορφή εκείνου του πεδίου. Θεωρεί ως ιδιαίτερο πρόβλημα το πώς πρόκειται να εγκαθιδρυθεί η ταυτοχρονία μεταξύ δεδομένων σε χωριστά πεδία. Υπάρχει πλήρης ετερογένεια όσον αφορά το περιεχόμενο. Η οπτική και η απτική ύλη σχηματίζουν τα χωριστά τους πεδία, τα οποία δεν είναι μέρη κάποιας ανώτερης υλητικής ενότητας, κάποιου πεδίου που να περιλαμβάνει και τα δύο αυτά πεδία. Αλλά οι χρονικές μορφές, ταυτόσημες και στα δύο πεδία, σχηματίζουν μια βάση για Paarung, και, επειδή δεν υπάρχει βασική ομοιότητα μεταξύ οπτικού και απτικού, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ασυνέπεια (όπως μεταξύ κόκκινου και μπλε, ή μεταξύ τραχέος και λείου)· συνεπώς μπορούν να συγχωνευθούν σε ένα αντικείμενο. (Μπορεί να είναι κόκκινο και λείο στο ίδιο σημείο, αλλά όχι κόκκινο και μπλε.)

[Conversations with Husserl and Fink: 71-3]

 

Έτσι ανασυγκροτούμε μια περίοδο στη ζωή του ατόμου κατά την οποία δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει θεσμίζοντα (stiftende) ενεργήματα, αλλά όπου υπήρχε αφενός ένα αντικειμενικό αυτοσυγκροτούμενο υλαισθητικό ρεύμα και αφετέρου μια υποκειμενική «κιναισθητική» ορμή, η οποία ήταν ενστικτώδης, χωρίς συνείδηση σκοπού.

XLIII

Συνομιλία με τον Husserl, 13/1/32

Το Sich auskennen <να γνωρίζει κανείς διεξοδικά κάτι, να είναι ειδήμων ή καλά εκπαιδευμένος σε κάτι>, όπως π.χ. στο παίξιμο του πιάνου, δεν είναι ζήτημα απλών νευρικών συνηθειών [nerve-habits], αλλά μάλλον ζήτημα ιζηματοποιημένων βουλητικών ενεργημάτων [precipitated voluntary acts], όλα ενωμένα σε μια σύνθετη δομή, στην οποία, ως σύνολο, αποδίδω τη συγκατάθεσή [fiat] μου όταν αρχίζω να παίζω. Δεν χρειάζεται να αποδώσω τη συγκατάθεσή μου άμεσα σε καθένα από τα υπαγόμενα ενεργήματα.

{65} Μέσω της μεθόδου της Abbau <αποδόμηση> οδηγούμαστε όχι μόνο στη διάκριση δομικών επιπέδων αλλά και στην «ανακατασκευή» μιας πραγματικής χρονικής διαδικασίας στην οποία τα κατώτερα επίπεδα προηγήθηκαν των ανώτερων. Έτσι ανασυγκροτούμε μια περίοδο στη ζωή του ατόμου κατά την οποία δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει θεσμίζοντα (stiftende) ενεργήματα, αλλά όπου υπήρχε αφενός ένα αντικειμενικό αυτοσυγκροτούμενο υλαισθητικό ρεύμα και αφετέρου μια υποκειμενική «κιναισθητική» ορμή, η οποία ήταν ενστικτώδης, χωρίς συνείδηση σκοπού. Υπήρχαν επίσης πρωτογενή στοιχεία αισθήματος, μη προσδεδεμένα σε αντικείμενα, αφού δεν υπήρχαν ακόμη αντικείμενα. Αυτή η ενορμητική δραστηριότητα [conative activity] κατευθύνεται προς το υλαισθητικό ρεύμα [hyletic flux] και προσδιορίζεται προς την ταυτοποίηση και τη διατήρηση του ευχάριστου. Όταν τυχαία εγκαθιδρύει έναν «επιτυχή» (προκαλούντα ευχαρίστηση, διατηρητικό, ενισχυτικό) τύπο διεργασιών (Verlaufstypus), τότε γίνεται σκοποθετημένη (zielbewusst) και γίνεται μια ορμή περισσότερο όμοια με εκείνη που γνωρίζουμε.

Η διάκριση ύλης και μορφής εμφανίζεται στον ήδη αυτοσυγκροτημένο άνθρωπο μέσα στον κόσμο τον οποίο έχει συγκροτήσει, ως η διάκριση μεταξύ φύσης και νου. Η φαινομενολογία, αποκαλύπτοντας το έργο του νου στη συγκρότηση της φύσης και του νου, μεταφέρει τη διάκριση πίσω στο πιο πρωτογενές επίπεδο που αναφέρθηκε παραπάνω, αλλά εκεί η διάκριση πρέπει να παραμείνει ως θεμελιώδης.

[Conversations with Husserl and Fink: 64-5] 

Παρότι αρχικά ανεξέλεγκτη, η κιναισθησία είναι ουσιωδώς ένα υποκειμενικό, βουλητικό ζήτημα

XLII

Συνομιλία με τον Husserl και τον Fink, 5/1/32

Μιλώντας πάνω στο γενικό θέμα του καθολικού βουλησιαρχισμού, το οποίο είχε ανοίξει στις 28/12/31, ο Husserl παρατήρησε ότι κάθε ενέργεια (Handeln), όπως τη συναντούμε, είναι ένα πράττειν που προϋποθέτει μια κατάσταση η οποία η ίδια προκύπτει από προηγούμενες ενέργειες, από προηγούμενα πράττειν. Αυτό φαίνεται να μας οδηγεί σε μια άπειρη παλινδρόμηση, αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί στην αναγκαία συγκρότηση καταστάσεων όπου υπάρχει μια δραστηριότητα, ένα πράττειν, το οποίο δεν προϋπέθετε προηγούμενα πράττειν. Τέτοιες καταστάσεις είναι εκείνες στις οποίες το εγώ, ας πούμε στην πρώιμη βρεφική ηλικία, έρχεται αντιμέτωπο με το αυτοσυγκροτούμενο υλαισθητικό ρεύμα (hyletic flux), αλλά δεν έχει ακόμη συγκροτήσει ενεργητικά αντικείμενα, δεν έχει ακόμη συγκροτήσει κανένα από τα αντικειμενικά στρώματα που προϋποτίθενται για τη συγκρότηση των αντικειμένων. Το παιδί έχει, απέναντι στο υλαισθητικό ρεύμα, ένα λίγο-πολύ οργανωμένο κιναισθητικό ρεύμα, το οποίο εμφανίζει συσχετίσεις με το κιναισθητικό* ρεύμα. Παρότι αρχικά ανεξέλεγκτη, η κιναισθησία είναι ουσιωδώς ένα υποκειμενικό, βουλητικό ζήτημα. Αυτό που εννοεί ο Husserl με τον όρο κιναισθησία δεν είναι οι σωματικές αισθήσεις που συνοδεύουν την κίνηση ή τη μυϊκή ένταση, ούτε οι εσωτερικές αισθήσεις, αλλά μάλλον κάτι βουλητικό ή οιονεί βουλητικό που απομένει όταν αφαιρέσει κανείς τέτοιες αισθήσεις. Αυτό δε μου ήταν σαφές προηγουμένως, όπως πιθανόν δείχνουν οι αναφορές μου από προηγούμενες συνομιλίες πάνω στο ζήτημα. Το βρέφος, όπως και ο ενήλικας, ωθείται στο να προκαλεί ενεργά εκείνες τις κιναισθητικές ακολουθίες οι οποίες φαίνεται να επιφέρουν τη διατήρηση ή την επανεμφάνιση κάποιου αξιολογημένου, κατ’ αρχάς κάποιου ευχάριστου. Όχι όμως ενός ευχάριστου «αντικειμένου» με την πλήρη έννοια — τέτοια αντικείμενα δεν έχουν ακόμη συγκροτηθεί — αλλά ενός ευχάριστου αισθήματος. Ολόκληρη η ψυχική ζωή καθορίζεται από μια τάση προς την πρόκληση ή τη συγκρότηση του διαρκούς, του ταυτόσημου με τον εαυτό του, του επαναλαμβανόμενου.

^* Πιθανότατα εννοούσα «υλαισθητικό» (hyletic).

[Conversations with Husserl and Fink: 63-4] 

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

ιδιοδεκτικότητα (proprioception)

ιδιοδεκτικότητα (proprioception)

Αντίληψη ερεθισμάτων που σχετίζονται με τη θέση, τη στάση, την ισορροπία ή την εσωτερική κατάσταση του σώματος. Υποδοχείς (νευρικές απολήξεις) στους σκελετικούς μύες και στους τένοντες παρέχουν συνεχώς πληροφορίες για τη θέση των άκρων και τη δράση των μυών, συμβάλλοντας στον συντονισμό των κινήσεων. Η αντίληψη μεταβολών της ισορροπίας συνήθως περιλαμβάνει την αίσθηση της βαρύτητας. Στον άνθρωπο, η βαρύτητα, η θέση και ο προσανατολισμός καταγράφονται από μικροσκοπικούς κόκκους που ονομάζονται ωτόλιθοι, οι οποίοι κινούνται μέσα σε δύο σάκους γεμάτους υγρό στο έσω ους, ως απόκριση σε κάθε μεταβολή θέσης ή προσανατολισμού. Η κίνησή τους ανιχνεύεται από αισθητήριες τρίχες. Η περιστροφή ανιχνεύεται μέσω της αδρανειακής υστέρησης του υγρού στους ημικυκλικούς σωλήνες, η οποία δρα πάνω στις αισθητήριες τρίχες. Το κεντρικό νευρικό σύστημα ενοποιεί τα σήματα από τους σωλήνες για να αντιληφθεί την περιστροφή σε τρεις διαστάσεις. Βλ. επίσης: αίσθηση.

proprioception

Perception of stimuli relating to position, posture, equilibrium, or internal condition. Receptors (nerve endings) in skeletal muscles and on tendons provide constant information on limb position and muscle action for coordination of limb movements. Awareness of equilibrium changes usually involves perception of gravity. In humans, gravity, position, and orientation are registered by tiny grains called otoliths moving within two fluid-filled sacs in the inner ear in response to any change in position or orientation. Their motion is detected by sense hairs. Rotation is detected by the inertial lag of fluid in the semicircular canals acting on the sense hairs. The central nervous system integrates signals from the canals to perceive rotation in three dimensions. See also sense. [The Britannica Concise]

 

Από WordNet® 3.0 (En-En)

proprioception

noun

the ability to sense the position and location and orientation and movement of the body and its parts

• Hypernyms: ↑interoception

• Hyponyms:

• Part Holonyms: