Σάββατο 23 Μαΐου 2026

σχετικά με τη συγκρότηση των φυσικών αντικειμένων στην αντίληψη

LII

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 6/5/32

Ο Χούσερλ μου διάβασε από ένα στενογραφικό χειρόγραφο σχετικά με τη συγκρότηση των φυσικών αντικειμένων στην αντίληψη, πρωτίστως σχετικά με τη συγκρότησή τους στην οπτική αντίληψη. Το πρώτο μέρος εξέταζε τη σειρά των εμφανίσεων ενός αντικειμένου, ως εγγύτερου ή απομακρυσμένου. Κάθε εμφάνιση του αντικειμένου ως περισσότερο απομακρυσμένου δεν είναι μόνο μια εμφάνιση του αντικειμένου αλλά επίσης μια εμφάνιση της εμφάνισης του αντικειμένου ως εγγύτερου. Έτσι υπάρχει, στη σχετική σειρά, μια αναλογία με τη σειρά των χρονικών στιγμών στον εσωτερικό {72} χρόνο, καθεμιά από τις οποίες δεν είναι μόνο η ίδια αλλά και μια συγκράτηση (retention) καθεμιάς από τις προγενέστερές της. Η σειρά των εμφανίσεων του αντικειμένου έχει (1) ένα απομακρυσμένο όριο, πέρα από το οποίο το αντικείμενο δεν εμφανίζεται πλέον καθόλου, δηλαδή πέρα από το οποίο δεν υπάρχουν πλέον εμφανίσεις, και (2) ένα εγγύς όριο, το όριο της βέλτιστης σαφήνειας και διακριτότητας. Το τελευταίο είναι πρωτίστως ένα πραγματικό όριο και όχι ένα ιδεατό. Είναι νοητό το αντικείμενο να εμφανίζεται ως ακόμη «εγγύτερο», δηλαδή σαφέστερο, απ’ ό,τι εμφανίζεται στο σημείο όπου είναι πραγματικά μεγιστοποιημένα σαφές. Τα μικροσκόπια είναι όργανα για να φέρνουν το αντικείμενο ακόμη «εγγύτερα». Τώρα, όλες οι εμφανίσεις σε μια τέτοια σειρά είναι εμφανίσεις του αντικειμένου, και το ίδιο το αντικείμενο είναι το ιδεώδες προς το οποίο αυτές προσεγγίζουν — ή μήπως θα έπρεπε να πούμε ότι δεν υπάρχει αντικείμενο, κανένα ιδεατό όριο; Ο Χούσερλ απορρίπτει το τελευταίο, πιθανώς επειδή, εφόσον κάθε εμφάνιση δίδεται ως εμφάνιση κάποιου, υπάρχει ένα αντικείμενο, μη δυνάμενο να δοθεί το ίδιο με τον ίδιο τρόπο, αλλά μάλλον ακριβώς ως ένα καντιανό ιδεώδες.

Το δεύτερο μέρος επιχειρούσε να διακρίνει μεταξύ αντικειμένων τα οποία συγκροτούνται στο άμεσο περιβάλλον μας μέσω σειρών εμφανίσεων ως μακρινών και εγγύς, και «αντικειμένων» τα οποία συγκροτούνται χωρίς τέτοια ποικιλία στις εμφανίσεις τους, π.χ. τα ουράνια σώματα. Αφομοιώνουμε τα τελευταία στον τύπο που συγκροτείται στο άμεσο περιβάλλον μας και σκεπτόμαστε μια πραγματικά αδύνατη αλλά νοητή προσέγγιση (του σώματος προς εμάς ή δική μας προς το σώμα), η οποία θα έδιδε το σώμα σαφέστερα και διακριτότερα — θα το έδιδε ως εγγύτερο.^* Στην περίπτωση του ήλιου, της σελήνης και των πλανητών, αυτή η προσέγγιση επιτυγχάνεται πράγματι με τηλεσκόπια.

^* Ενώ, αν δεν είχαμε πρώτα συγκροτήσει εγγύς αντικείμενα, δεν θα μπορούσαμε να συγκροτήσουμε καθόλου αντικείμενα.

Ένα μακρινό βουνό συγκροτείται για εμάς ουσιωδώς με τον ίδιο τρόπο· εκτός αν διανύσουμε μεγάλες αποστάσεις, δεν υπάρχει μεταβολή στην εμφάνιση, ή μάλλον δεν υπάρχει μεταβολή του είδους εκείνου που επιφέρει η προσέγγιση στις εμφανίσεις των εγγύς αντικειμένων. Ωστόσο, μεγάλες αποστάσεις που διανύονται επιφέρουν πράγματι τέτοιες μεταβολές, και έτσι εδώ το σημαντικό στοιχείο είναι ο ρυθμός (tempo) της μεταβολής. Είπα ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για το πόση κιναισθησία πρέπει να διανυθεί ώστε να προκύψει ένα ορισμένο κβάντο μεταβολής στην εμφάνιση, πράγμα με το οποίο ο Χούσερλ συμφώνησε, αλλά πρόσθεσε ότι η έννοια του ρυθμού δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Στον εμμενή χρόνο μία περίπτωση ενός δεδομένου τύπου κιναισθητικής διεργασίας μπορεί να διανυθεί ταχύτερα από μια άλλη περίπτωση, η οποία είναι, εκτός από τον ρυθμό της, ταυτόσημη.

{73} Τότε ρώτησα αν η διάκριση νόησης ‒ ύλης (hyle) ήταν μια πραγματική διχοτομία των εμμενών συστατικών των Erlebnisse <νοητικών βιωμάτων ή συμβάντων>, ή αν ίσως η κιναισθησία σχημάτιζε μια τρίτη τάξη. Απάντησε, πρώτα απ’ όλα, ότι παρόλο που είχε προσπαθήσει να διακρίνει απότομα την κιναισθησία από την ύλη, εντούτοις υπάρχουν σε ορισμένες περιπτώσεις υλητικά συνοδά τα οποία συνοδεύουν κατ’ ανάγκην την κιναισθησία. Είπα, ας τα αφήσουμε αυτά εκτός λογαριασμού. Είπε τότε ότι το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι πως η κιναισθησία είναι η πρωταρχική μορφή του «εγώ πράττω».

Συνέχισε με το χειρόγραφο, και έπειτα παρεξέκλινε σε μια έκθεση για τον σχηματισμό ταυτόσημων κηλίδων στο υλητικό πεδίο. Αυτό προϋποθέτει τη σύνθεση του πεδίου στη βάση της Paarung <σύζευξης>, και την Abhebung <ανάδυση, προβολή/εξέχουσα διαφοροποίηση> της κηλίδας στη βάση μιας δευτερογενούς ποικιλότητας: δευτερογενούς υπό την έννοια ότι προϋποθέτει την προκαταρκτική συγκρότηση ενός πεδίου στη βάση της ομοιότητας. Σε κάθε πεδίο συγκροτείται, μαζί με τα δεδομένα του, η χρονική μορφή κάθε δεδομένου, και έτσι η χρονική μορφή εκείνου του πεδίου. Θεωρεί ως ιδιαίτερο πρόβλημα το πώς πρόκειται να εγκαθιδρυθεί η ταυτοχρονία μεταξύ δεδομένων σε χωριστά πεδία. Υπάρχει πλήρης ετερογένεια όσον αφορά το περιεχόμενο. Η οπτική και η απτική ύλη σχηματίζουν τα χωριστά τους πεδία, τα οποία δεν είναι μέρη κάποιας ανώτερης υλητικής ενότητας, κάποιου πεδίου που να περιλαμβάνει και τα δύο αυτά πεδία. Αλλά οι χρονικές μορφές, ταυτόσημες και στα δύο πεδία, σχηματίζουν μια βάση για Paarung, και, επειδή δεν υπάρχει βασική ομοιότητα μεταξύ οπτικού και απτικού, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ασυνέπεια (όπως μεταξύ κόκκινου και μπλε, ή μεταξύ τραχέος και λείου)· συνεπώς μπορούν να συγχωνευθούν σε ένα αντικείμενο. (Μπορεί να είναι κόκκινο και λείο στο ίδιο σημείο, αλλά όχι κόκκινο και μπλε.)

[Conversations with Husserl and Fink: 71-3]

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.