Αιτιώδης ορισμός. Η εξήγηση ενός πράγματος μέσω των ποιητικών (αποτελεσματικών) ή τελικών αιτίων του.
Αιτιώδης πρόταση. Πρόταση που συνδυάζει δύο δηλώσεις κατά τέτοιον τρόπο ώστε η μία να δίδεται ως λόγος ή αιτία της άλλης.
Αιτιότητα, αρχή της. Η αρχή σύμφωνα με την οποία καθετί που μεταβαίνει από κατάσταση ανυπαρξίας σε κατάσταση ύπαρξης πρέπει να έχει ένα ποιητικό αίτιο για την ύπαρξή του.
Αίτιο. Εκείνο που, με οποιονδήποτε τρόπο, ασκεί θετική επίδραση στην παραγωγή ενός πράγματος.
Αίτιο, ποιητικό. Εκείνο μέσω του οποίου παράγεται κάτι.
Αίτιο, αμφίσημο (ή ετερογενές). Αίτιο που παράγει αποτέλεσμα ανόμοιο προς το ίδιο ως προς τη φύση.
Αίτιο, τελικό. Εκείνο χάριν του οποίου ενεργεί ένα ποιητικό αίτιο.
Αίτιο, πρώτο. Αίτιο του οποίου η αιτιότητα είναι απολύτως ανεξάρτητη από κάθε άλλο αίτιο ή ον και από το οποίο εξαρτάται κάθε άλλη αιτιότητα.
Αίτιο, μορφικό. Εκείνο μέσω του οποίου ένα πράγμα καθίσταται αυτό που είναι· η μορφή.
Αίτιο, ελεύθερο. Αίτιο που δεν εξαναγκάζεται να ενεργήσει, ακόμη και όταν όλες οι αναγκαίες συνθήκες για δράση είναι παρούσες.
Αίτιο, οργανικό (ή εργαλειακό). Ποιητικό αίτιο που παράγει ένα αποτέλεσμα δυνάμει της ισχύος άλλου αιτίου.
Αίτιο, υλικό. Εκείνο από το οποίο κάτι γίνεται ή κατασκευάζεται· η ύλη.
Αίτιο, ηθικό. Αίτιο που ρέπει έναν ελεύθερο δρώντα προς δράση.
Αίτιο, αναγκαίο. Αίτιο που καθορίζεται από τη φύση του να παράγει ένα ορισμένο αποτέλεσμα, εφόσον συντρέχουν οι απαιτούμενες συνθήκες.
Αίτιο, μερικό. Αίτιο του οποίου η δράση παράγει μόνο ένα μέρος του συνολικού αποτελέσματος.
Αίτιο κατά συμβεβηκός (per accidens). Αίτιο που παράγει ένα αποτέλεσμα προς το οποίο δεν έχει φυσική τάση ή το οποίο η ελεύθερη βούληση (εάν πρόκειται για τέτοιο αίτιο) δεν προτίθεται.
Αίτιο καθ’ αὑτό (per se). Αίτιο που έχει φυσική τάση να παράγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή, εάν είναι ελεύθερος δρών, το επιδιώκει εκουσίως.
Αίτιο, φυσικό. Αίτιο που παράγει αποτέλεσμα μέσω της άμεσης ίδιας του ενέργειας.
Αίτιο, κύριο. Ποιητικό αίτιο που παράγει ένα αποτέλεσμα δυνάμει της δικής του ισχύος.
Αίτιο, εγγύς. Αίτιο που παράγει το αποτέλεσμά του άμεσα, δυνάμει της δικής του ενέργειας, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου αιτίου.
Αίτιο, απομακρυσμένο. Αίτιο που παράγει ένα αποτέλεσμα μέσω της άμεσης ενέργειας ενός ή περισσότερων ενδιάμεσων αιτίων.
Αίτιο, δεύτερο. Αίτιο του οποίου η αιτιότητα εξαρτάται από κάποιο άλλο αίτιο ή ον.
Αίτιο, ολικό. Αίτιο του οποίου η δράση παράγει ολόκληρο το αποτέλεσμα.
Αίτιο, μονόσημο. Αίτιο που παράγει αποτέλεσμα όμοιο προς το ίδιο ως προς τη φύση.
[The Radical Academy Glossary of Philosophical Terms](https://web.archive.org/web/20101126221224/http://radicalacademy.com/aipphilglossary1a.htm)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.