> Η φαινομενολογία, ωστόσο, δεν πραγματεύεται καταστάσεις ζωικών οργανισμών (ούτε καν ως ανήκουσες σε μια δυνατή φύση καθαυτή), αλλά αντιλήψεις, κρίσεις, συναισθήματα καθαυτά, και ό,τι ανήκει σε αυτά a priori με απεριόριστη γενικότητα, ως καθαρές περιπτώσεις καθαρών ειδών, εκείνων που μπορούν να ιδωθούν μέσω μιας καθαρά εποπτικής πρόσληψης της ουσίας, είτε αυτή είναι γενική είτε ειδική.
>
> Η καθαρή αριθμητική μιλά επίσης για αριθμούς, και η καθαρή γεωμετρία για χωρικά σχήματα, χρησιμοποιώντας καθαρές εποπτείες μέσα στην ιδεατή τους καθολικότητα.
>
> Δεν είναι, επομένως, η ψυχολογία αλλά η φαινομενολογία εκείνη που αποτελεί το θεμέλιο όλων των διευκρινίσεων στην καθαρή λογική (και σε όλες τις μορφές ορθολογικής κριτικής).
>
> Η φαινομενολογία, ωστόσο, έχει μια πολύ διαφορετική λειτουργία ως η αναγκαία βάση για κάθε ψυχολογία που θα μπορούσε δικαιολογημένα και με αυστηρή έννοια να ονομαστεί επιστημονική, όπως ακριβώς τα καθαρά μαθηματικά —για παράδειγμα, η καθαρή γεωμετρία και η δυναμική— αποτελούν το αναγκαίο θεμέλιο για κάθε ακριβή φυσική επιστήμη (δηλαδή για κάθε θεωρία των εμπειρικών πραγμάτων της φύσης μαζί με τις εμπειρικές μορφές, κινήσεις κ.λπ.).
>
> Οι ουσιώδεις μας γνώσεις σχετικά με τις αντιλήψεις, τις βουλήσεις και άλλες μορφές εμπειρίας θα ισχύουν φυσικά και για τις αντίστοιχες εμπειρικές καταστάσεις των ζωικών οργανισμών, όπως οι γεωμετρικές γνώσεις ισχύουν για τα χωρικά σχήματα μέσα στη φύση.
>
> — Χούσερλ, *Λογικές Έρευνες*
Phenomenology, however, does not discuss states of animal organisms (not even as belonging to a possible nature as such), but perceptions, judgements, feelings as such, and what pertains to them a priori with unlimited generality, as pure instances of pure species, of what may be seen through a purely intuitive apprehension of essence, whether generic or specific. Pure arithmetic likewise speaks of numbers, and pure geometry of spatial shapes, employing pure intuitions in their ideational universality. Not psychology, therefore, but phenomenology, underlies all clarifications in pure logic (and in all forms of rational criticism). Phenomenology has, however, a very different function as the necessary basis for every psychology that could with justification and in strictness be called scientific, just as pure mathematics, e.g. pure geometry and dynamics, is the necessary foundation for all exact natural science (any theory of empirical things in nature with their empirical forms, movements etc.). Our essential insights into perceptions, volitions and other forms of experience will naturally hold also of the corresponding empirical states of animal organisms, as geometrical insights hold of spatial figures in nature. -Husserl. "Logical Investigations"
Σάββατο 11 Ιουλίου 2026
Η φαινομενολογία, ωστόσο, δεν πραγματεύεται καταστάσεις ζωικών οργανισμών (ούτε καν ως ανήκουσες σε μια δυνατή φύση καθαυτή), αλλά αντιλήψεις, κρίσεις, συναισθήματα καθαυτά, και ό,τι ανήκει σε αυτά a priori με απεριόριστη γενικότητα, ως καθαρές περιπτώσεις καθαρών ειδών, εκείνων που μπορούν να ιδωθούν μέσω μιας καθαρά εποπτικής πρόσληψης της ουσίας, είτε αυτή είναι γενική είτε ειδική.
Όταν εξετάζουμε τι πρέπει να πούμε σε κάθε περίσταση, ποιες λέξεις πρέπει να χρησιμοποιήσουμε σε ποιες καταστάσεις, δεν εξετάζουμε ξανά απλώς λέξεις (ή «σημασίες», ό,τι κι αν μπορεί να είναι αυτές), αλλά επίσης και τις πραγματικότητες για τις οποίες χρησιμοποιούμε τις λέξεις: χρησιμοποιούμε μια οξυμένη επίγνωση των λέξεων για να οξύνουμε την αντίληψή μας για τα φαινόμενα, χωρίς όμως αυτή η επίγνωση να αποτελεί τον τελικό κριτή τους.
Όταν εξετάζουμε τι πρέπει να πούμε σε κάθε περίσταση, ποιες λέξεις πρέπει να χρησιμοποιήσουμε σε ποιες καταστάσεις, δεν εξετάζουμε ξανά απλώς λέξεις (ή «σημασίες», ό,τι κι αν μπορεί να είναι αυτές), αλλά επίσης και τις πραγματικότητες για τις οποίες χρησιμοποιούμε τις λέξεις: χρησιμοποιούμε μια οξυμένη επίγνωση των λέξεων για να οξύνουμε την αντίληψή μας για τα φαινόμενα, χωρίς όμως αυτή η επίγνωση να αποτελεί τον τελικό κριτή τους.
When we examine what we should say when, what words we should use
in what situations, we are looking again not merely at words (or ‘meanings’,
whatever they may be) but also at the realities we use the words to
talk about: we are using a sharpened awareness of words to sharpen our
perception of, though not as the final arbiter of, the phenomena.
[‘A Plea for Excuses’, in J.L. Austin, Philosophical Papers, p. 182.]
[A Plea for Excuses: The Presidential Address | JSTOR](https://www.jstor.org/stable/4544570)
Κύριοι εκπρόσωποι της φαινομενολογίας και η συμβολή τους / Γιατί η φαινομενολογία εξακολουθεί να έχει σημασία (philosophy.institute)
### Κύριοι εκπρόσωποι της φαινομενολογίας και η συμβολή τους
Η φαινομενολογία δεν παρέμεινε περιορισμένη στο αρχικό θεωρητικό πλαίσιο του Edmund Husserl. Κάθε σημαντικός εκπρόσωπος της παράδοσης αυτής την ανέπτυξε προς νέες και ουσιαστικές κατευθύνσεις.
Ο Martin Heidegger μετέφερε το επίκεντρο του ενδιαφέροντος από την καθαρή συνείδηση στο **είναι-μέσα-στον-κόσμο** (*In-der-Welt-sein*), δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος είναι πάντοτε ήδη ενταγμένος σε πρακτικά, κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια. Ενδιαφερόταν λιγότερο για την περιγραφή των δομών της υποκειμενικής εμπειρίας και περισσότερο για το τι σημαίνει να υπάρχει κανείς ως εκείνο το ον που είναι ικανό να έχει εμπειρία.
Ο Jean-Paul Sartre εφάρμοσε τη φαινομενολογία σε ζητήματα ελευθερίας, ευθύνης και **κακής πίστης** (*mauvaise foi*), δηλαδή στους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι αρνούνται ή αποκρύπτουν από τον εαυτό τους τη δική τους ελευθερία. Για τον Sartre, η συνείδηση χαρακτηρίζεται από τη ριζική της ανοιχτότητα: δεν είναι ένα πράγμα ή μια υπόσταση, αλλά μια διαρκής πράξη υπέρβασης του εαυτού.
Ο Maurice Merleau-Ponty, όπως ήδη αναφέρθηκε, έθεσε το σώμα στο επίκεντρο της φαινομενολογικής ανάλυσης. Το έργο του αμφισβήτησε τη καρτεσιανή παραδοχή ότι ο νους είναι χωριστός από το σώμα, υποστηρίζοντας αντίθετα ότι η σωματική εμπειρία αποτελεί την πρωταρχική μορφή της συνείδησης.
Συνολικά, οι στοχαστές αυτοί μετέτρεψαν τη φαινομενολογία σε μια ευρεία και ευέλικτη φιλοσοφική παράδοση, ικανή να πραγματευθεί την αντίληψη, το συναίσθημα, τον χρόνο, την ενσωμάτωση (embodiment), τη γλώσσα και την κοινωνική ζωή, πάντοτε από τη σκοπιά της πρωτοπρόσωπης εμπειρίας.
### Key figures and their contributions
Phenomenology did not remain confined to Husserl’s original framework.
Each major figure in the tradition extended it in significant new
directions.
*Martin Heidegger* shifted the focus from pure consciousness to /being-
in-the-world/ – the way humans are always already embedded in practical,
social, and historical contexts. He was less interested in describing
the structures of subjective experience and more interested in what it
means to exist as the kind of being who has experience at all.
*Jean-Paul Sartre* applied phenomenology to questions of freedom,
responsibility, and bad faith – the ways people deny their own freedom.
For Sartre, consciousness is defined by its radical openness: it is not
a thing but a continuous act of self-transcendence.
*Maurice Merleau-Ponty*, as noted above, brought the body to the center
of phenomenological analysis. His work challenged the Cartesian
assumption that the mind is separate from the body, arguing instead that
bodily experience is the primary form of consciousness.
Together, these thinkers turned phenomenology into a broad and flexible
tradition capable of addressing perception, emotion, time, embodiment,
language, and social life – all from the standpoint of first-person
experience.
### Γιατί η φαινομενολογία εξακολουθεί να έχει σημασία
Η φαινομενολογία δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό κεφάλαιο της φιλοσοφίας. Η επιμονή της στη μη αναγωγιμότητα της πρωτοπρόσωπης εμπειρίας έχει αποδειχθεί πολύτιμη πολύ πέρα από τα όρια της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας. Ερευνητές στις κοινωνικές επιστήμες, στις επιστήμες της υγείας και στη γνωσιακή επιστήμη (https://www.sciencedirect.com/topics/psychology/phenomenology) έχουν υιοθετήσει φαινομενολογικές μεθόδους ακριβώς επειδή αυτές παρέχουν εργαλεία για την κατανόηση του πώς βιώνουν πραγματικά οι άνθρωποι τις εμπειρίες τους—κάτι που οι τριτοπρόσωπες, ποσοτικές μέθοδοι δεν μπορούν να αποδώσουν πλήρως.
Στην ψυχολογία και την ιατρική, για παράδειγμα, οι φαινομενολογικές προσεγγίσεις έχουν μετασχηματίσει τον τρόπο με τον οποίο οι κλινικοί αντιλαμβάνονται την ψυχική ασθένεια, τον πόνο και την αναπηρία: όχι απλώς ως φυσιολογικές ή παθοφυσιολογικές καταστάσεις, αλλά ως διαταραχές ολόκληρου του βιωμένου κόσμου του ασθενούς. Στη γνωσιακή επιστήμη, ένας κλάδος γνωστός ως **νευροφαινομενολογία** (*neurophenomenology*) επιχειρεί να συνδέσει τις πρωτοπρόσωπες φαινομενολογικές περιγραφές με τα τριτοπρόσωπα δεδομένα των νευροεπιστημών, αναγνωρίζοντας ότι καμία από τις δύο προσεγγίσεις δεν επαρκεί από μόνη της.
Η βαθύτερη φιλοσοφική ιδέα που διατρέχει όλες αυτές τις εφαρμογές είναι ότι **η εμπειρία έχει δομή**. Δεν αποτελεί ένα άμορφο ρεύμα. Είναι πάντοτε αποβλεπτική, πάντοτε χρονική, πάντοτε ενσώματη και πάντοτε ενταγμένη σε έναν κόσμο σημασίας. Έργο της φαινομενολογίας είναι να καταστήσει αυτή τη δομή ορατή και, μέσω αυτής, να αποκαλύψει κάτι θεμελιώδες για το τι σημαίνει να υπάρχει συνείδηση.
**Τι πιστεύετε;** Αν η σημασία μιας εμπειρίας διαμορφώνεται από τη συνείδηση του προσώπου που τη βιώνει, μπορούν άραγε δύο άνθρωποι να μοιραστούν πραγματικά την ίδια εμπειρία ενός συμβάντος ή μήπως κάθε εμπειρία είναι ανεπανάληπτα μοναδική και μη αναγώγιμη; Και αν η συνείδηση συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωση του κόσμου που αντιλαμβανόμαστε, θέτει αυτό υπό αμφισβήτηση την ιδέα ότι υπάρχει μία και μοναδική αντικειμενική πραγματικότητα, προσβάσιμη σε όλους;
### Why phenomenology still matters
Phenomenology is not just a historical chapter in philosophy. Its
insistence on the irreducibility of first-person experience has proven
valuable far beyond academic philosophy. Researchers across the social
sciences, health sciences, and cognitive science (https://www.sciencedirect.com/topics/psychology/phenomenology) have adopted
phenomenological methods precisely because they provide tools for
understanding what experiences are actually like for the people who have
them – something that third-person, quantitative methods cannot fully
capture.
In psychology and medicine, for instance, phenomenological approaches
have reshaped how clinicians understand mental illness, pain, and
disability – not just as physiological conditions, but as disruptions of
the patient’s entire lived world. In cognitive science, a field called
*neurophenomenology* attempts to link first-person phenomenological
descriptions with third-person neuroscientific data, recognizing that
neither approach alone is sufficient.
The deeper philosophical insight driving all of this is that /experience
has structure/. It is not a formless stream. It is always directed,
always temporal, always bodily, always embedded in a world of meaning.
Phenomenology’s task is to make that structure visible – and in doing
so, to reveal something fundamental about what it means to be conscious
at all.
*What do you think?* If the meaning of an experience is shaped by the
consciousness of the person having it, can two people ever truly share
the same experience of an event – or is every experience irreducibly
singular? And if consciousness actively shapes the world we perceive,
does this challenge the idea that there is one objective reality
accessible to all?
[The Core Principles of Phenomenology in Philosophy • Philosophy Institute](https://philosophy.institute/research-methodology/core-principles-phenomenology-philosophy/)
Πώς διαφέρει η φαινομενολογία από τον εμπειρισμό και τον ορθολογισμό (philosophy.institute)
### Πώς διαφέρει η φαινομενολογία από τον εμπειρισμό και τον ορθολογισμό
Για να εκτιμήσουμε τι είναι το ιδιαίτερο στη φαινομενολογία, είναι χρήσιμο να τη συγκρίνουμε με τις δύο κυρίαρχες παραδόσεις της δυτικής γνωσιολογίας: τον **εμπειρισμό** και τον **ορθολογισμό**.
#### Φαινομενολογία και εμπειρισμός
Ο [εμπειρισμός](https://plato.stanford.edu/entries/rationalism-empiricism/), όπως αναπτύχθηκε από φιλοσόφους όπως ο John Locke, ο David Hume και ο George Berkeley, υποστηρίζει ότι κάθε γνήσια γνώση προέρχεται από την αισθητηριακή εμπειρία. Ο νους αρχίζει ως *tabula rasa* («λευκή πλάκα»), και οι ιδέες συγκροτούνται από τις αισθητηριακές εντυπώσεις που προκαλεί ο εξωτερικός κόσμος. Σύμφωνα με αυτό το πρότυπο, η εμπειρία αφορά πρωτίστως τη σχέση μεταξύ του νου και των εξωτερικών ερεθισμάτων, ενώ ο ρόλος της συνείδησης είναι κατά βάση παθητικός: δέχεται τις εντυπώσεις που της παρέχονται.
Η φαινομενολογία αμφισβητεί αυτό το πρότυπο στη ρίζα του. Όπως επισημαίνει η [Encyclopaedia Britannica](https://www.britannica.com/topic/phenomenology), σε αντίθεση με τον εμπειρισμό, ο οποίος αντιμετωπίζει τα φαινόμενα ως απλά αισθητηριακά δεδομένα, η φαινομενολογία επιμένει στην **αποβλεπτική** δομή της συνείδησης: στο γεγονός ότι η εμπειρία είναι πάντοτε οργανωμένη, σημαίνουσα και στραμμένη προς κάτι, και όχι μια ακατέργαστη ροή ουδέτερων εντυπώσεων. Η [Stanford Encyclopedia of Philosophy](https://plato.stanford.edu/entries/phenomenology/) παρατηρεί επίσης ότι, σύμφωνα με την εμπειριστική αντίληψη, εκείνο που εμφανίζεται στον νου είναι μοτίβα αισθήσεων και δευτερεύουσες ποιότητες, ενώ η φαινομενολογία υποστηρίζει ότι κάθε εμπειρία φέρει εξαρχής σημασία και αποβλεπτικό περιεχόμενο που υπερβαίνει την απλή αίσθηση.
Ο Edmund Husserl υπήρξε ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στην ατομιστική θεωρία της εμπειρίας του Hume, σύμφωνα με την οποία όλη η συνείδηση ανάγεται σε διακριτές και ασύνδετες εντυπώσεις. Για τον Husserl, ακόμη και οι απλούστερες αντιλήψεις διαθέτουν μια **ειδητική** (ουσιώδη) διάσταση· έχουν δηλαδή έναν δομημένο και σημαίνοντα χαρακτήρα που δεν μπορεί να αναχθεί σε μεμονωμένα αισθητηριακά στοιχεία.
#### Φαινομενολογία και ορθολογισμός
Ο [ορθολογισμός](https://plato.stanford.edu/entries/rationalism-empiricism/), όπως υποστηρίχθηκε από τον René Descartes, τον Immanuel Kant και άλλους φιλοσόφους, θεωρεί ότι ο λόγος και οι έμφυτες ιδέες διαδραματίζουν τον πρωτεύοντα ρόλο στη συγκρότηση της γνώσης. Για τους ορθολογιστές, ο νους δεν είναι μια λευκή πλάκα· είναι ήδη εφοδιασμένος με κατηγορίες, έννοιες ή έμφυτες αλήθειες που οργανώνουν την κατανόησή μας για τον κόσμο ανεξάρτητα από την αισθητηριακή εμπειρία.
Η φαινομενολογία συμμερίζεται με τον ορθολογισμό την άποψη ότι ο νους δεν είναι απλώς παθητικός. Ωστόσο, αποκλίνει ως προς την πηγή και τη φύση αυτής της δραστηριότητας. Ο ορθολογισμός επικεντρώνεται κυρίως στις γνωσιακές και εννοιολογικές δομές, δηλαδή στο λογικό πλαίσιο του νου. Η φαινομενολογία, αντίθετα, εστιάζει στη **βιωμένη εμπειρία** ως το θεμελιώδες επίπεδο από το οποίο αναδύεται κάθε εννοιολογική κατανόηση. Αντί να προϋποθέτει ότι η γνώση μπορεί να θεμελιωθεί στον καθαρό λόγο, οι φαινομενολόγοι υποστηρίζουν ότι πρέπει πρώτα να περιγράψουμε την πραγματική υφή της εμπειρίας και μόνο έπειτα να προχωρήσουμε στη θεωρητική της ερμηνεία.
Όπως [διατυπώνει](https://www.britannica.com/topic/phenomenology) η Encyclopaedia Britannica, ενώ ο ορθολογισμός δίνει έμφαση στην εννοιολογική συλλογιστική εις βάρος της εμπειρίας, η φαινομενολογία επιμένει ότι οι έννοιες θεμελιώνονται και επαληθεύονται εποπτικά μέσα στην ίδια την εμπειρία. Υπό αυτή την έννοια, πρόκειται για μια φιλοσοφία που ξεκινά «από κάτω» και όχι «από πάνω»: αφετηρία της είναι η πρωτογενής εμπειρία του ζώντος υποκειμένου και όχι αφηρημένες πρώτες αρχές.
### How phenomenology differs from empiricism and rationalism
To appreciate what is distinctive about phenomenology, it helps to
compare it with the two dominant traditions in Western epistemology:
*empiricism* and *rationalism*.
#### Phenomenology and empiricism
Empiricism (https://plato.stanford.edu/entries/rationalism-empiricism/),
as developed by philosophers like John Locke, David Hume, and George
Berkeley, holds that all genuine knowledge derives from sensory
experience. The mind begins as a blank slate, and ideas are built up
from sensory impressions of the external world. In this model,
experience is fundamentally about the relationship between the mind and
external stimuli – and the role of consciousness is largely passive
reception.
Phenomenology challenges this model at its root. Britannica notes
(https://www.britannica.com/topic/phenomenology) that unlike empiricism,
which treats phenomena as simply sensory data, phenomenology insists on
the intentional structure of consciousness – the fact that experience is
always organized, meaningful, and directed, rather than a raw stream of
neutral impressions. The Stanford Encyclopedia of Philosophy (https://plato.stanford.edu/entries/phenomenology/) further observes that in the
empiricist view, what appears to the mind are sensory patterns and
secondary qualities, whereas phenomenology holds that experience always
carries meaning and intentional content beyond mere sensation.
Husserl was particularly critical of Hume’s atomistic account of
experience, which reduced all consciousness to discrete, unconnected
impressions. For Husserl, even simple perceptions have an eidetic
(essential) dimension – a structured, meaningful character that cannot
be reduced to sensory particles.
#### Phenomenology and rationalism
Rationalism (https://plato.stanford.edu/entries/rationalism-empiricism/),
as championed by René Descartes, Immanuel Kant, and others, holds
that reason and innate ideas play the primary role in constituting
knowledge. For rationalists, the mind is not a blank slate – it comes
equipped with categories, concepts, or innate truths that structure our
understanding of the world independently of sensory experience.
Phenomenology shares with rationalism the view that the mind is not
merely passive. However, it parts ways over the source and nature of
that activity. Rationalism tends to focus on cognitive and conceptual
structures – the logical framework of the mind. Phenomenology, by
contrast, focuses on /lived experience/ as the foundational layer from
which all conceptual understanding arises. Rather than assuming that
knowledge can be grounded in pure reason, phenomenologists insist that
we must first describe the actual texture of experience before
theorizing about it.
As Britannica puts it (https://www.britannica.com/topic/phenomenology),
while rationalism stresses conceptual reasoning at the expense of
experience, phenomenology insists on the intuitive foundation and
verification of concepts – making it a philosophy from “below,” not from
“above.” This means phenomenology starts from the ground-level
experience of the living subject, not from abstract first principles.
[The Core Principles of Phenomenology in Philosophy • Philosophy Institute](https://philosophy.institute/research-methodology/core-principles-phenomenology-philosophy/)
Κυριακή 5 Ιουλίου 2026
Έχουμε αφυπνιστεί από την αφελή στάση της θετικής θεμελίωσης της αλήθειας· έχουμε αισθανθεί αρκετά οδυνηρά το κέντρισμα του σκεπτικισμού. Μέσω αυτού μάθαμε να στρέφουμε το βλέμμα μας προς εκείνη τη γνωρίζουσα υποκειμενικότητα, από τα συνειδησιακά επιτεύγματα της οποίας, από την προθεωρητική της παθητικότητα και τη θεωρητική της δραστηριότητα, αναδύονται υποκειμενικά τόσο κάθε απλώς υποτιθέμενο ον όσο και ό,τι θεμελιώνεται ως αληθές, τόσο κάθε απλώς υποτιθέμενη θεωρία όσο και εκείνο που αποδεικνύεται αντικειμενική αλήθεια.
Βρισκόμαστε ενώπιον του μεγάλου ερωτήματος της αρχής. Είμαστε τώρα νεοφανείς φιλόσοφοι μέσα στην απόλυτη κατάσταση. Πίσω μας κείται η προηγούμενη επιστημονική μας ζωή με όλα τα γνωσιακά της προϊόντα, τα οποία έως τώρα μας ικανοποιούσαν πλήρως: δηλαδή οι αλήθειες, οι θεωρίες και οι επιστήμες που προηγουμένως θεωρούσαμε απόλυτες. Αυτές δε μας επαρκούν πλέον.
Έχουμε αφυπνιστεί από την αφελή στάση της θετικής θεμελίωσης της αλήθειας· έχουμε αισθανθεί αρκετά οδυνηρά το κέντρισμα του σκεπτικισμού. Μέσω αυτού μάθαμε να στρέφουμε το βλέμμα μας προς εκείνη τη γνωρίζουσα υποκειμενικότητα, από τα συνειδησιακά επιτεύγματα της οποίας, από την προθεωρητική της παθητικότητα και τη θεωρητική της δραστηριότητα, αναδύονται υποκειμενικά τόσο κάθε απλώς υποτιθέμενο ον όσο και ό,τι θεμελιώνεται ως αληθές, τόσο κάθε απλώς υποτιθέμενη θεωρία όσο και εκείνο που αποδεικνύεται αντικειμενική αλήθεια.
Έχουμε ήδη συνειδητοποιήσει ότι μια τέλεια γνώση του τι είναι ο κόσμος και του τι καθορίζει γι’ αυτόν η αληθής θεωρία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη μελέτη της υπερβατολογικής υποκειμενικότητας, μέσα στην οποία ο κόσμος και η θεωρία του κόσμου συγκροτούνται κατά έναν υπερβατολογικο-υποκειμενικό τρόπο.
Κάθε θετική επιστήμη βαρύνεται, κατά συνέπεια, από μια αφηρημένη μονομέρεια, στον βαθμό που σε αυτήν η υπερβατολογική ζωή και το επίτευγμα της συνείδησης που βιώνει, σκέπτεται, ερευνά και θεμελιώνει παραμένουν ανώνυμα, αθέατα, αθεωρητοποίητα και ακατανόητα.
We stand before the great question of the beginning. We are
now nascent philosophers in the absolute situation. Behind us lies | VIII, 26/27
our previous scientific life with all its cognitive products, heretofore
so satisfactory to us: with, that is, the truths, theories, and sciences
that we had previously deemed absolute. They no longer suffice for
us. We have awoken from the naiveté of the positive grounding of
truth; we have felt the sting of skepticism painfully enough. Through
it we have learned to direct our gaze at that cognizing subjectivity
from whose conscious achievements, from whose pretheoretical
passivity and theoretical activity, all merely supposed being as well
as that which is grounded as true, all merely supposed theory but
also that which shows itself to be objective truth, arise subjectively.
We have already become aware that a perfect cognition of what the
world is and what true theory determines for it cannot be attained
without studying the transcendental subjectivity in which world
and world-theory are constituted in a transcendental–subjective
manner. Every positive science is, accordingly, burdened by an
abstract one-sidedness inasmuch as in it, the transcendental life
and achievement of the experiencing, thinking, investigating, and
grounding consciousness remains anonymous, unseen, untheorized,
and uncomprehended.
[Edmund Husserl, First Philosophy, p. 231]
Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026
η διπλή αποβλεπτικότητα της φαντασίας
Αν φέρω ενώπιόν μου με τη φαντασία το παλάτι στο Βερολίνο, η φαντασιακή εικόνα αποτελεί μια γνήσια εμφάνιση. Αλλά αν, έχοντας αυτή την εικόνα μπροστά στα μάτια μου, δεν αποβλέπω στο ενέργημα παρουσίασής μου την ίδια την εικόνα, αλλά το ίδιο το παλάτι, τότε ένα δεύτερο αντικείμενο δίδεται πράγματι αποβλεπτικά μέσα στο σύνθετο ενέργημα· δε δίδεται όμως με τη μορφή μιας δεύτερης εμφάνισης. [PICM: 126]
If I present the palace in Berlin to myself in phantasy, the phantasy
image is a genuine appearance. But if, with this image before my eyes,
I nevertheless do not mean the image in my act of presenting but the
palace itself, then a second object is indeed given intentionally in
the complex act, but not given in the form of a second appearance.
[PICM: 126]
[EDMUND HUSSERL - PHANTASY, IMAGE CONSCIOUSNESS, AND MEMORY (1898–1925)]
Η μνήμη ενός αντικειμένου είναι ταυτόχρονα και μνήμη του προγενέστερου ενεργήματος αντίληψης του αντικειμένου
Η μνήμη ενός αντικειμένου είναι ταυτόχρονα και μνήμη του προγενέστερου ενεργήματος αντίληψης του αντικειμένου (236). [PICM: XXXIV]
Αρκεί να ειπωθεί προς το παρόν ότι η μνήμη του παρελθόντος αντικειμένου και η μνήμη της αντίληψής του αποτελούν δύο όψεις ενός ενιαίου ενεργήματος, και όχι δύο χωριστά ενεργήματα, και ότι είναι μέσω της ανα-παράστασης της αντίληψης μέσα στην οποία το αντικείμενο εμφανίστηκε αρχικά που «“εγώ μετατίθεμαι στο παρελθόν”» (244) και βλέπω ξανά το αντικείμενο ενώπιόν μου (345). Με ανάλογο τρόπο, μεταφέρομαι στο μέλλον μέσω της αναμονής/προσδοκίας, αναπαριστώντας μια μελλοντική πράξη αντίληψης στην οποία ένα αντικείμενο θα σταθεί πράγματι ενώπιόν μου αυτοπροσώπως. [PICM: XXXV]
[T]he memory of an object is at the same time the memory of the earlier
act of perceiving the object (236). [PICM: XXXIV]
Suffice it
to say for the moment that the memory of the past object and the memory
of its perception are two aspects of a single act, not two separate
acts, and that it is by re-presenting the perception in which the object
originally appeared that “ ‘I am displaced into the past’ ” (244) and
see the object before me again (345). In a similar way, I am transported
into the future in expectation by re-presenting a future act of
perceiving in which an object will actually stand before me in person.
[PICM: XXXV]
[JOHN B. BROUGH στο EDMUND HUSSERL - PHANTASY, IMAGE CONSCIOUSNESS, AND MEMORY (1898–1925)]
Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026
αποβλεπτικός αντι-αναγωγισμός (Gianfranco Soldati)
Κατά συνέπεια, το να υποστηρίζει κανένα ότι οι αντιληπτικές εμπειρίες είναι αποβλεπτικές σημαίνει ότι απορρίπτει την αναγωγή μιας αντιληπτικής εμπειρίας σε μια μη νοητική διαδικασία, κατάσταση ή συμβάν, όπως για παράδειγμα μια φυσική διαδικασία, κατάσταση ή συμβάν. Ας ονομάσω αυτή τη θέση αποβλεπτικό αντι-αναγωγισμό σχετικά με τις αντιληπτικές εμπειρίες.
Accordingly, to maintain that
perceptual experiences are intentional means to reject the reduction of a perceptual experience to a
non-mental, for instance physical, process, state or event. Let me call this view intentional anti-
reductionism about perceptual experiences.
[Gianfranco Soldati, Elements of a Phenomenological Theory of Perception]
Το αποβλεπτικό περιεχόμενο χρησιμοποιείται μερικές φορές προκειμένου να διακριθεί το αντιληπτό αντικείμενο από τον τρόπο με τον οποίο αυτό γίνεται αντιληπτό.
Το αποβλεπτικό περιεχόμενο χρησιμοποιείται μερικές φορές προκειμένου να διακριθεί το αντιληπτό αντικείμενο από τον τρόπο με τον οποίο αυτό γίνεται αντιληπτό. Το σημείο εκκίνησης αυτής της θέσης μπορεί να είναι ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει αντικείμενο που να γίνεται απλώς αντιληπτό: ένα αντικείμενο γίνεται πάντοτε αντιληπτό με κάποιον τρόπο. Μια τελεία, λόγου χάρη, δε γίνεται απλώς αντιληπτή· γίνεται αντιληπτή ως έχουσα κάποιο σχήμα, χρώμα, ως ευρισκόμενη σε κάποιο (εγωκεντρικό) χώρο, ως κινούμενη ή μη κινούμενη, ως μεταβαλλόμενη ως προς το σχήμα ή ως παραμένουσα η ίδια, κ.ο.κ. Δεν έχει νόημα να λέμε ότι κανείς οπτικά βιώνει μια τελεία ως μη έχουσα κανένα σχήμα, ως μη ευρισκόμενη σε καμία θέση, ούτε καν εμπρός ή αριστερά, ως ούτε μεταβαλλόμενη ούτε παραμένουσα η ίδια στον χρόνο, κ.λπ. Το να βιώνει κανείς οπτικά μια τελεία σημαίνει να τη βιώνει με κάποιον τρόπο, υπό κάποια όψη. Αν η τελεία είναι το αντικείμενο που κανείς αντιλαμβάνεται, τότε ο τρόπος με τον οποίο αυτή γίνεται αντιληπτή μπορεί να θεωρηθεί ως το περιεχόμενο της αντιληπτικής εμπειρίας του. Το περιεχόμενο μιας αντιληπτικής εμπειρίας είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο το αντικείμενο δίδεται στην αντίληψη.
Intentional content is sometimes used in order to differentiate the perceived object from the
way it is perceived. The starting point of this view may be the claim that there is no object that is
simply perceived: an object is always perceived in some way. A dot, say, is not simply perceived, it
is perceived as having some shape, colour, as being somewhere in (egocentric) space, as moving or
as not moving, as changing in shape or as remaining the same, etc. It makes no sense to say that
one visually experiences a dot as not having any shape, as not being in any location, not even in
front, or to the left, as not chaining nor remaining the same in time, etc. To visually experience a
dot means to experience it in some way, under some aspect. If the dot is the object one perceives, the
way in which it is perceived may be taken to be the content of one’s perceptual experience. The
content of a perceptual experience simply is the way the object is given in perception.
[Gianfranco Soldati, Elements of a Phenomenological Theory of Perception]
Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026
Τι είναι η Αποβλεπτικότητα; (Christian B. Feest)
Αποβλεπτικότητα: (https://web.archive.org/web/20260308222648/https://philosophyalevel.com/posts/what-is-intentionality/) Η ικανότητα των νοητικών καταστάσεων να αφορούν ή να κατευθύνονται προς ένα θέμα. Για παράδειγμα, μπορείς να έχεις μια σκέψη για έναν βάτραχο, μια πεποίθηση σχετικά με τη σελήνη ή μια επιθυμία να πιεις μπίρα (σε αυτή την περίπτωση, η νοητική κατάσταση κατευθύνεται προς τη μπίρα – αφορά τη μπίρα).
Τι είναι η Αποβλεπτικότητα;
23 Φεβρουαρίου 2026 — PhilosophyALevel.com
[What is Intentionality? - Philosophy A Level](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/posts/what-is-intentionality/)
Ο τεχνικός ορισμός της αποβλεπτικότητας είναι περίπου ο εξής:
> η ιδιότητα των νοητικών καταστάσεων (π.χ. σκέψεων, πεποιθήσεων, επιθυμιών, ελπίδων) που συνίσταται στο ότι αυτές κατευθύνονται προς κάποιο αντικείμενο ή κάποια κατάσταση πραγμάτων.

παράδειγμα αποβλεπτικότητας
Αυτό μπορεί να ακούγεται περίπλοκο, αλλά απλώς σημαίνει ότι η αποβλεπτικότητα είναι το «περί τίνος» ορισμένων νοητικών καταστάσεων. Για παράδειγμα:
* Αν πιστεύεις ότι υπάρχουν εξωγήινοι, η πεποίθησή σου αφορά τους εξωγήινους.
* Αν σκέφτεσαι έναν βάτραχο, αυτή η σκέψη αφορά έναν βάτραχο.
* Αν επιθυμείς ένα φλιτζάνι καφέ, αυτή η επιθυμία αφορά τον καφέ.
* Αν ελπίζεις ότι αύριο δεν θα βρέξει, η ελπίδα σου αφορά τον αυριανό καιρό.
Όλες αυτές οι νοητικές καταστάσεις παραπέμπουν πέρα από τον εαυτό τους σε κάτι άλλο — ένα αντικείμενο, ένα πρόσωπο, ένα ζώο, μια κατάσταση ή μια πιθανή κατάσταση πραγμάτων. Κατευθύνονται προς ένα θέμα ή ένα αντικείμενο. Αφορούν κάτι. Αυτό σημαίνει ότι μια νοητική κατάσταση διαθέτει την ιδιότητα της αποβλεπτικότητας.
+------------------------------------------------------------------------------+-------------------------------------------------------------------------------------------+
| Το πράγμα | Αποβλεπτικότητα |
+==============================================================================+===========================================================================================+
| Το πεζοδρόμιο – δεν αφορά τίποτε, είναι απλώς λίγο σκυρόδεμα ή κάτι παρόμοιο | Μια σκέψη για το πεζοδρόμιο |
+------------------------------------------------------------------------------+-------------------------------------------------------------------------------------------+
| Ένας βάτραχος – απλώς βρίσκεται εκεί, δεν αφορά τίποτε | Μια (ψευδής) πεποίθηση ότι οι βάτραχοι είναι θηλαστικά – η πεποίθηση αφορά τους βατράχους |
+------------------------------------------------------------------------------+-------------------------------------------------------------------------------------------+
| Ένας μονόκερος (ακόμη κι αν δεν υπάρχει πραγματικά) | Μια σκέψη για έναν μονόκερο |
+------------------------------------------------------------------------------+-------------------------------------------------------------------------------------------+
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι μόνο ορισμένες νοητικές καταστάσεις έχουν αποβλεπτικότητα. Για παράδειγμα, οι πεποιθήσεις, οι επιθυμίες, οι ελπίδες και οι φόβοι είναι αποβλεπτικές, επειδή κατευθύνονται προς αντικείμενα ή καταστάσεις πραγμάτων.
Ωστόσο, ακατέργαστες αισθήσεις όπως ο πόνος, μια φαγούρα ή η ερυθρότητα μιας οπτικής εμπειρίας δεν κατευθύνονται προς κάτι με αυτόν τον τρόπο — απλώς συμβαίνουν. Η ερυθρότητα της αντίληψής σου μιας ώριμης ντομάτας, για παράδειγμα, δεν είναι «για» κάτι — είναι απλώς μια ερυθρότητα. Γι’ αυτό, [σε αυτή την ανάρτηση, τα qualia περιγράφηκαν ως μη αποβλεπτικά](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/posts/what-are-qualia/).
Φιλοσοφικές συνέπειες
Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον στην αποβλεπτικότητα είναι ότι φαίνεται εντελώς ανόμοια με οτιδήποτε άλλο συναντούμε στον συνηθισμένο φυσικό κόσμο. Φαίνεται να βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις καλύτερες, αντικειμενικές, επιστημονικές περιγραφές μας της πραγματικότητας.
Στη φυσική, τα πράγματα απλώς υπάρχουν και αλληλεπιδρούν. Ένας βράχος δεν αφορά τίποτε — απλώς βρίσκεται εκεί. Ένα κύμα δεν αφορά τίποτε — είναι απλώς νερό που κυματίζει. Το πεζοδρόμιο δεν αφορά τίποτε — είναι απλώς ένας τσιμεντένιος διάδρομος στο πλάι του δρόμου ή κάτι παρόμοιο.
Ακόμη και η πυροδότηση νευρώνων στον εγκέφαλό σου δεν αφορά, από μόνη της, τίποτε — είναι απλώς ένα φυσικό γεγονός που συμβαίνει σύμφωνα με τους νόμους της φύσης. Αν μια σκέψη προκαλείται από την πυροδότηση νευρώνων, μια καθαρά φυσική περιγραφή αυτής της νευρωνικής δραστηριότητας δεν θα μπορούσε ποτέ να περιέχει αυτό το «περί τίνος». Μπορούμε να περιγράψουμε λεπτομερώς τις ηλεκτρικές και χημικές ιδιότητες της πυροδότησης των νευρώνων, αλλά αυτές οι περιγραφές φαίνεται ότι δεν μπορούν ποτέ να περιλάβουν οποιαδήποτε αναφορά ή σημασία.
Έτσι, όπως και τα qualia, η ύπαρξη της αποβλεπτικότητας μπορεί να θεωρηθεί ότι θέτει υπό αμφισβήτηση τον [φυσικαλισμό](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/aqa-philosophy-revision-notes/physicalism/) (την άποψη ότι τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου του νου, είναι αμιγώς φυσικά) και να υποστηρίζει τον [δυϊσμό](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/aqa-philosophy-revision-notes/dualism/) (την άποψη ότι το νοητικό είναι διακριτό από το φυσικό). Για περισσότερα σχετικά με αυτό, [δείτε πώς η αποβλεπτικότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υπερασπιστεί την εξάλειψη της λαϊκής ψυχολογίας έναντι του εξαλειπτικού υλισμού](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/aqa-philosophy-revision-notes/physicalism/#EMSelfRefuting).
*Intentionality:* (https://web.archive.org/web/20260308222648/https://philosophyalevel.com/posts/what-is-intentionality/) The ability of
mental states to be about or directed towards a subject. For example,
you can have a thought about a frog, a belief about the moon, or a
desire to drink beer (in this case, the mental state is directed at the
beer – it is about beer).
What is Intentionality?
February 23, 2026 PhilosophyALevel.com
[What is Intentionality? - Philosophy A Level](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/posts/what-is-intentionality/)
The technical definition of intentionality is something like:
> the property of mental states (e.g. thoughts, beliefs, desires, hopes) which consists in their being directed towards some object or state of affairs.

intentionality example
That might sound complicated, but it just means intentionality is the aboutness of certain mental states. For example:
* If you believe aliens exist, your belief is about aliens
* If you are thinking about a frog, that thought is about a frog
* If you desire a cup of coffee, that desire is about coffee
* If you hope it doesn’t rain tomorrow, your hope is about tomorrow’s weather.
All of these mental states point beyond themselves to something else – an object, a person, an animal, a situation, or a possible state of affairs. They are directed towards a subject or an object. They are about something. That’s what it means for a mental state to have the property of intentionality.
+---------------------------------------------------------------------------------+---------------------------------------------------------------------+
| The thing | Intentionality |
+=================================================================================+=====================================================================+
| The pavement – it’s not about anything, it’s just a bit of concrete or whatever | A thought about the pavement |
+---------------------------------------------------------------------------------+---------------------------------------------------------------------+
| A frog – it’s just there, it’s not about anything | A (false) belief that frogs are mammals – the belief is about frogs |
+---------------------------------------------------------------------------------+---------------------------------------------------------------------+
| A unicorn (even if it doesn’t actually exist) | A thought about a unicorn |
+---------------------------------------------------------------------------------+---------------------------------------------------------------------+
It’s important to emphasise that only some mental states have intentionality. For example, beliefs, desires, hopes and fears are intentional because they are directed towards objects or states of affairs.
However, raw sensations like pain, an itch, or the redness of a visual experience are not directed at anything in that way – they simply occur. The redness of your perception of a ripe tomato, say, isn’t ‘about’ anything – it’s just a redness. This is why, [in this post, qualia were described as non-intentional](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/posts/what-are-qualia/).
Philosophical implications
What’s interesting about intentionality is it seems completely unlike everything else we find in the ordinary physical world. It seems completely at odds with our best, objective, scientific descriptions of reality.
In physics, things simply exist and interact. A rock isn’t about anything – it’s just there. A wave isn’t about anything – it’s just water sloshing about. The pavement isn’t about anything – it’s just a concrete path at the side of the road or whatever.
Even neurons firing in your brain isn’t, in itself, about anything – it’s just a physical event occurring in accordance with the laws of nature. If a thought is caused by neurons firing, a purely physical description of these neurons firing could never contain the ‘aboutness’. We can describe the electrical and chemical properties of the neurons firing in detail, but those descriptions can seemingly never include any reference or meaning.
So, like qualia, the existence of intentionality can be said to challenge [physicalism](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/aqa-philosophy-revision-notes/physicalism/) (the view that everything, including the mind, is purely physical) and support [dualism](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/aqa-philosophy-revision-notes/dualism/) (the view that mental stuff is separate from physical). For more on this, [see how intentionality can be used to defend the elimination of folk psychology against eliminative materialism](https://web.archive.org/web/20260312080713/https://philosophyalevel.com/aqa-philosophy-revision-notes/physicalism/#EMSelfRefuting).
Τρίτη 23 Ιουνίου 2026
Νόηση (cognition) & Ευφυΐα (intelligence) [Σταύρος Ν. Δημητριάδης]
1.1.1. Νόηση (cognition) & Ευφυΐα (intelligence)
Η *νόηση* (cognition) (Βικιπαίδεια,
<http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CF%8C%CE%B7%CF%83%CE%B7> Wikipedia)
<http://en.wikipedia.org/wiki/Cognition>* *εκδηλώνεται ως ένα σύνολο συσχετιζόμενων νευροψυχολογικών
λειτουργιών τις οποίες ενεργοποιεί ένα έμβιο ον, ώστε να προσλάβει και να επεξεργαστεί πληροφορίες από το
περιβάλλον, να αναπαραστήσει εσωτερικά τις πληροφορίες οικοδομώντας σύνθετες νοητικές δομές και τελικά να
αναπτύξει συμπεριφορά κατάλληλη ώστε να ανταποκριθεί στα προβλήματα που αντιμετωπίζει επιτυγχάνοντας τους
στόχους του.
Η *ευφυΐα* (intelligence ή νοημοσύνη) (Βικιπαίδεια,
<http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%85%CF%86%CF%85%CE%90%CE%B1> Wikipedia)
<http://en.wikipedia.org/wiki/Intelligence> είναι η ικανότητα μιας οντότητας να
δημιουργεί εσωτερικά μοντέλα αναπαράστασης και κατανόησης του κόσμου, και να παίρνει αποφάσεις (δηλ. να
ρυθμίζει τη συμπεριφορά της) με βάση αυτά τα μοντέλα. Στην περίπτωση αυτή, η οντότητα (που μπορεί να είναι
έμβιο ον ή τεχνολογικό σύστημα) χαρακτηρίζεται ως «ευφυής» (intelligent). Για μια έμβια οντότητα οι λειτουργίες
της νόησης παρέχουν το απαραίτητο υπόβαθρο ώστε η οντότητα να επιδεικνύει ευφυή (νοήμονα) συμπεριφορά
(behavior).
Η λειτουργική πολυπλοκότητα που οδηγεί σε εκφραστική πολυμορφία της ευφυΐας τονίζεται
χαρακτηριστικά από τον Gardner (1983), εισηγητή της Θεωρίας Πολλαπλής Νοημοσύνης (The Theory of Multiple
Intelligences) (Ιστολόγιο,
<https://sciencearchives.wordpress.com/2011/11/04/h-%CE%AF-%CE%AE-%CF%8D/> Wikipedia)
<http://en.wikipedia.org/wiki/Theory_of_multiple_intelligences>. Ο Gardner προτείνει ότι η ευφυΐα εκδηλώνεται με διάφορες μορφές και ότι
μπορούμε να διακρίνουμε τουλάχιστον 8 είδη (εκδηλώσεις) της, ως εξής:
→ Λεκτική-Γλωσσολογική (Linguistic): Αφορά την ικανότητα χειρισμού του γλωσσικού εργαλείου.
Άτομα με υψηλή λεκτική-γλωσσολογική ευφυΐα διαθέτουν πλούσιο λεξιλόγιο, ικανότητα χρήσης
της γλώσσας γενικά αλλά και ειδικότερα διαφορετικών γλωσσών. Είναι καλοί στο διάβασμα,
γράψιμο, εξιστόρηση και απομνημόνευση λέξεων. Η λεκτική ικανότητα θεωρείται από τις
βασικές μορφές ευφυΐας.
→ Λογικο-Μαθηματική (Logical-mathematical): Αφορά την ικανότητα στη λογική, στα μαθηματικά
και στη διαχείριση αριθμών, στην αφηρημένη σκέψη και λογισμό καθώς και στην κριτική σκέψη.
Περιλαμβάνει επίσης την ικανότητα κατανόησης του αφηρημένου μηχανισμού λειτουργίας (αρχή
λειτουργίας) μιας μηχανής.
→ Χωρική (Spatial): Αναφέρεται στην ικανότητα προσανατολισμού και της ανάπτυξης στρατηγικών
κίνησης στον χώρο, καθώς και στην ενορατική/διορατική ικανότητα.
→ Σωματική-Κιναισθητική (Bodily-kinesthetic): Αφορά τον έλεγχο των σωματικών κινήσεων και
την ικανότητα επιδέξιου χειρισμού αντικειμένων. Σύμφωνα με τον Gardner, περιλαμβάνει την
αίσθηση του χρόνου και τη σαφή αίσθηση της κάθε φυσικής κίνησης. Άτομα με σωματική-
κιναισθητική ευφυΐα μαθαίνουν καλύτερα όταν εμπλέκονται σε κάποιο είδος κίνησης (π.χ. κίνηση
στον χώρο μάθησης) και γενικά έχουν επιτυχία σε δραστηριότητες όπως αθλητισμός, χορός,
ηθοποιία και κατασκευές.
→ Μουσική (Musical): Αφορά την ευαισθησία σε ήχους, ρυθμό, τόνους και μουσική. Άτομα με
υψηλή μουσική ευφυΐα αναμένεται να έχουν καλή μουσική αίσθηση («μουσικό αυτί») και να
μπορούν να τραγουδούν, να παίζουν μουσικά όργανα και να συνθέτουν μουσική.
→ Διαπροσωπική (Interpersonal): Αφορά τις σχέσεις (αλληλεπίδραση) με τους άλλους. Θεωρητικά,
άτομα με ανεπτυγμένο αυτό το είδος ευφυΐας αναμένεται να αντιλαμβάνονται καλύτερα τη
διάθεση, τα συναισθήματα, τη νοοτροπία και τα κίνητρα των άλλων. Επικοινωνούν
αποτελεσματικά και επιδεικνύουν συμπάθεια προς τους άλλους. Μαθαίνουν καλύτερα σε
συνεργασία με τους άλλους και απολαμβάνουν την καλή συζήτηση και την επιχειρηματολογία.
→ Ενδοπροσωπική (Intrapersonal): Αφορά τις ικανότητες ενδοσκόπησης και αναστοχασμού, δηλ.
την ικανότητα να καταλαβαίνει κανείς καλά τα του εαυτού του (αδυναμίες και δυνατά σημεία, τι
τον κάνει μοναδικό, ικανότητα πρόβλεψης του πώς αντιδρά και πώς αισθάνεται σε συγκεκριμένες
καταστάσεις).
→ Νατουραλιστική (Naturalistic): Αφορά την ικανότητα διαχείρισης πληροφοριών και καταστάσεων
του περιβάλλοντος, όπως ταξινόμηση φυσικών μορφών (ζώα, φυτά, ορυκτά κ.λπ.). Αποτελεί
εξελικτικό στοιχείο από την εποχή που οι ικανότητες του ανθρώπινου είδους ως κυνηγοί,
συλλέκτες τροφής και καλλιεργητές ήταν σημαντικές για την επιβίωσή του.
Η θεωρία πολλαπλής νοημοσύνης έχει δεχτεί ισχυρή κριτική, η οποία έχει συζητηθεί στη βιβλιογραφία
εκτεταμένα (π.χ. Armstrong, 2009). Έχει όμως επηρεάσει χαρακτηριστικά την εκπαιδευτική σκέψη, αποτελώντας
ένα σημαντικό εργαλείο για τον εκπαιδευτικό στο να διακρίνει τις ιδιαίτερες κλίσεις και ικανότητες του κάθε
μαθητή και να προσφέρει την κατάλληλη υποστήριξη και καθοδήγηση σε θέματα επαγγελματικού
προσανατολισμού. Επιπρόσθετα, τονίζει την οπτική της διαφοροποίησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε
εκπαιδευομένου, κάτι που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον σχεδιασμό προσαρμοστικών τεχνολογικών
συστημάτων (adaptive systems), καθώς και γενικότερα συστημάτων που υποστηρίζουν την προσαρμογή στα
προσωπικά χαρακτηριστικά του μαθητή (systems for personalized learning).
[Σταύρος Ν. Δημητριάδης, https://ctl.unit.uoi.gr/wp-content/uploads/2023/10/dimitriadis-2015.pdf]
ορίζοντας (horizon)
ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ (HORIZON). Ο όρος «ορίζοντας» έχει τόσο νοητική (*noetic*) όσο και νοηματική (*noematic*) σημασία. Από νοητική άποψη, ο ορίζοντας είναι η *αποβλεπτική* αναφορά σε άλλα *ενεργήματα* ή φάσεις ενεργημάτων, των οποίων τα *νοήματα* συμβάλλουν τόσο στην παρούσα *σύλληψη* του άμεσου *αντικειμένου* της *συνείδησης* όσο και στην παρουσίαση ενός περισσότερο ή λιγότερο απροσδιόριστου πλαισίου εμμέσως αποβλεπόμενων, συμπαρεχόμενων αντικειμένων. Η *χρονικότητα* της συνείδησης είναι κεντρικής σημασίας για την κατανόηση του ορίζοντα από νοητική σκοπιά. Κάθε *βίωμα* έχει έναν ορίζοντα του πριν και του μετά, και τα προγενέστερα και μεταγενέστερα βιώματα περιλαμβάνουν το *αποβλεπτικό τους περιεχόμενο*, δυνάμει του οποίου μπορούμε να μιλάμε για ορίζοντες και από νοηματική σκοπιά. Από νοηματική άποψη, ο ορίζοντας είναι ό,τι δίδεται στο βίωμα —αλλά δεν θεματοποιείται άμεσα— ως συμβάλλον στο νόημα του αντικειμένου που θεματοποιείται ή της *εμφάνισης* που δίδεται άμεσα στη *στιγμιαία φάση* της συνείδησης· είναι τόσο εκείνο που υπερβαίνει ό,τι γνήσια δίδεται σε οποιαδήποτε στιγμιαία *παρουσίαση* του αντικειμένου όσο και εκείνο που συμβάλλει στο *νόημά* μας τόσο του αντικειμένου όσο και του περιβάλλοντός του ή του συμφραζομένου του.
Πιο συγκεκριμένα, ο Χούσσερλ διακρίνει ανάμεσα σε αυτό που αποκαλεί εσωτερικό και εξωτερικό ορίζοντα. Ο εσωτερικός ορίζοντας —δυνάμει της τριμερούς δομής του *ζώντος παρόντος*— αναφέρεται αποβλεπτικά σε άλλες εμφανίσεις ή παρουσιάσεις του ταυτόσημου *αποβλεπόμενου αντικειμένου*. Για παράδειγμα, η στιγμιαία αντιληπτική φάση της όρασης παρουσιάζει μία πλευρά ή όψη του αντικειμένου από μια συγκεκριμένη προοπτική. Αυτή η στιγμιαία φάση, ωστόσο, έχει αποβλεπτικές συνδέσεις με παρελθούσες παρουσιάσεις άλλων πλευρών του ίδιου αντικειμένου, και έχει επίσης αποβλεπτικές συνδέσεις με δυνατές παρουσιάσεις του αντικειμένου που θα μπορούσαν να ανακύψουν κατά τη διάρκεια μιας συνεχιζόμενης αντιληπτικής εξέτασης. Αυτή η νοητική δομή επιτρέπει να λεχθεί, από νοηματική σκοπιά, ότι η γνήσια και άμεσα εμφανιζόμενη πλευρά παραπέμπει πέρα από τον εαυτό της στις άλλες πλευρές και όψεις της. Ο εσωτερικός ορίζοντας, με άλλα λόγια, ενοποιεί σε μία ενιαία επίγνωση μια πολλαπλότητα διαφοροποιημένων νοημάτων, εσωτερικών προς τη συνολική *σημασία* που έχει για εμάς το ταυτόσημο αντικείμενο. Το βίωμα {97}, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών του οριζόντων, παρουσιάζει έτσι το αντικείμενο που αποτελεί την καθαυτό ταυτότητα αυτών των ενοποιημένων νοημάτων.
Ο εξωτερικός ορίζοντας, από την άλλη πλευρά, αναφέρεται αποβλεπτικά σε άλλα αντικείμενα που βρίσκονται στο «περιβάλλον» του αντικειμένου το οποίο αποτελεί τη θεματική μέριμνα της συνείδησης. Αυτό το περιβάλλον μπορεί να είναι ένα χωρικό πεδίο — ένα υπόβαθρο άλλων αντικειμένων — μέσα και απέναντι στο οποίο προβάλλει το αντιλαμβανόμενο αντικείμενο. Μπορεί όμως επίσης να είναι, λόγου χάριν, ένα συμφραζόμενο για μια *κρίση*· ένα συμφραζόμενο που περιλαμβάνει, για παράδειγμα, σχετικές κρίσεις για παρόμοια αντικείμενα ή άλλες κρίσεις που ανήκουν σε μια θεωρία μέσα στην οποία θα λάβει τη θέση της η παρούσα κρίση. Στο γενικότερο επίπεδο, ο εξωτερικός ορίζοντας περιλαμβάνει αποβλέψεις που παρουσιάζουν άλλα αντικείμενα τα οποία συγκατοικούν στον *κόσμο* μαζί με το αποβλεπόμενο αντικείμενο. Αυτή η αντίληψη των εξωτερικών οριζόντων έχει επίσης το νοηματικό της αντίστοιχο στην άποψη ότι ο κόσμος είναι ο ύστατος ορίζοντας όλων των αποβλεπόμενων *αντικειμενικοτήτων*.
Συνοπτικά, ο εσωτερικός ορίζοντας, θεωρούμενος νοηματικά, είναι το σύνολο των νοημάτων που παρουσιάζουν ένα αντικείμενο ταυτόσημο με το αντικείμενο που παρουσιάζεται άμεσα στη στιγμιαία φάση της συνείδησης· τα νοήματα αυτά συνδυάζονται με την άμεσα παρουσιαζόμενη εμφάνιση για να προσδιορίσουν το *αντικειμενικό νόημα* του αποβλεπόμενου αντικειμένου ως όλου. Ο εξωτερικός ορίζοντας, αντιθέτως, είναι το σύνολο των νοημάτων που παρουσιάζουν άλλα αντικείμενα, μερικά από τα οποία συνδέονται με δεσμούς συνάφειας προς το αποβλεπόμενο αντικείμενο και μερικά όχι. Ο ύστατος εξωτερικός ορίζοντας του βιώματος είναι ο κόσμος, θεωρούμενος φαινομενολογικά ως ο ορίζοντας νοήματος μέσα στον οποίο τοποθετούνται όλες οι νοηματικά έγκυρες οντότητες.
*Βλ. επίσης:* ΝΟΗΜΑ (NOEMA)· ΝΟΗΣΗ (NOESIS)· ΘΕΜΑ (THEME).
*HORIZON.* The term “horizon” has both a noetic and noematic
significance. Noetically, the horizon is the *intentional *reference to
other *acts *or act-phases whose *senses *both contribute to the present
*apprehension *of the direct *object *of *consciousness *and present a
more or less indeterminate context of indirectly intended, co-given
objects. The *temporality *of consciousness is central to understanding
the horizon from a noetic perspective. Every *experience *has a horizon
of the before and after, and the before and after experiences include
their *intentional content*, by virtue of which we can speak of horizons
as well from a noematic perspective. Noematically, the horizon is what
is given in experience—but not directly thematized— as contributing to
the sense of the object thematized or the *appearance *directly given in
the *momentary phase *of consciousness; it is both what transcends the
genuinely given in any momentary *presentation *of the object and
contributes to our *sense *of both the object and its surroundings or
context.
More specifically, Husserl distinguishes between what he calls the inner
and outer horizons. The inner horizon—by virtue of the three-fold
structure of the *living present*—intentionally refers to other
appearances or presentations of the identical *intended object*. For
example, the momentary perceptual phase in vision presents one side or
aspect of the object from a particular perspective. This momentary
phase, however, has intentional connections to past presentations of
other sides of this same object, and it has intentional connections as
well to possible presentations of the object that might arise in the
course of a continued perceptual inspection. This noetic structure
allows one to say from a noematic standpoint that the genuinely and
directly appearing side refers beyond itself to its other sides and
aspects. The inner horizon, in other words, unites in a single awareness
a multiplicity of differentiated senses internal to the total
*significance *the identical object has for us. The experience
{97} including its inner horizons thereby presents the object that is the
identity proper to these unified senses.
The outer horizon, on the other hand, intentionally refers to other
objects in the “surroundings” of the object that is the thematic concern
of consciousness. These surroundings may be a spatial field—a background
of other objects—in and against which the perceived object stands out.
But it might also be, say, a context for a *judgment*, a context, for
example, comprising relevant judgments about similar objects or
comprising other judgments belonging to a theory in which the present
judgment will take its place. At the most general level, the outer
horizon comprises intentions presenting other objects that co-inhabit
the *world *with the intended object. This view of outer horizons also
has its noematic counterpart in the view that the world is the ultimate
horizon of all intended *objectivities*.
In summary, the inner horizon considered noematically is the set of
senses that present an object identical to the object directly presented
in the momentary phase of consciousness, which senses combine with the
directly presented appearance in determining the *objective sense *of
the intended object as a whole. The outer horizon, on the other hand, is
the set of senses that present other objects, some of which are
connected by bonds of relevance to the intended object and some of which
are not. The ultimate outer horizon of experience is the world, considered
phenomenologically as the horizon of sense in which all meaningful entities
are situated. /See also NOEMA/; /NOESIS/; THEME.
[John J. Drummond, *Historical Dictionary of Husserl’s Philosophy*]
--------------------
[Πέρα από το νόημα (noema) μιας εμπειρίας, ο Χούσσερλ λέει ότι βρίσκεται «ένα ακόμη θεμελιώδες γνώρισμα της αποβλεπτικότητας»: αυτό που αποκαλεί ορίζοντα της εμπειρίας. Ενεργήματα που κατευθύνονται προς ορισμένα είδη αντικειμένων – κατεξοχήν προς φυσικά αντικείμενα – παριστούν τα αντικείμενά τους ως «υπερβατικά» (transcendent), ως όντα που είναι κάτι «περισσότερο» από όσα το Sinn του ενεργήματος ρητώς προσδιορίζει. Μια τέτοια αποβλεπτική εμπειρία παραπέμπει έτσι σε έναν «ορίζοντα» περαιτέρω δυνατοτήτων σχετικά με το αντικείμενο και, συνεπώς, σε έναν αντίστοιχο «ορίζοντα» περαιτέρω δυνατών εμπειριών αυτού του αντικειμένου. Και χάρη σε μια ορισμένη «απροσδιοριστία» στο νοηματικό Sinn ενός ενεργήματος διαθέτει αυτό έναν τέτοιο ορίζοντα.
Τα δέντρα, για παράδειγμα, είναι υπερβατικά αντικείμενα. Όταν βλέπω ένα δέντρο, πολλά γνωρίσματα της πίσω πλευράς του παραμένουν κρυμμένα από την όρασή μου και δεν προσδιορίζονται στην αντίληψή μου. Επιπλέον, γνωρίζω ελάχιστα για την εσωτερική χημεία του δέντρου και ακόμη λιγότερα για την ιστορία αυτού του συγκεκριμένου δέντρου. Παρ’ όλα αυτά, το ίδιο το δέντρο έχει μια πίσω πλευρά, μια εσωτερική χημεία και μια ιστορία· έτσι, το δέντρο που βλέπω υπερβαίνει ή «ξεπερνά» την αντίληψή μου γι’ αυτό. Υπό αυτή την έννοια, όπως λέει ο Χούσσερλ, το δέντρο όπως παρουσιάζεται στην αντίληψή μου είναι ατελώς «καθορισμένο» ή εν μέρει «απροσδιόριστο». Ή, ακριβέστερα, υπάρχει μια «απροσδιοριστία» στο κατηγορηματικό περιεχόμενο του Sinn της αντίληψής μου: το Sinn προσδιορίζει ορισμένες ιδιότητες του δέντρου, αλλά αφήνει ανοικτή ή απροσδιόριστη την πλήρη φύση του αντικειμένου που προσδιορίζει. (Ideas, §44· CM, §§19–20· EJ, §§8, 21c.)
… … …
Δυνάμει της αίσθησης απροσδιοριστίας που ενυπάρχει στο νοηματικό της Sinn, μια εμπειρία όπως η αντίληψη «προδιαγράφει» ένα σύνολο περαιτέρω δυνατών ιδιοτήτων του αντικειμένου της, οι οποίες μπορούν να δοθούν σε περαιτέρω δυνατές αντιλήψεις του ίδιου αντικειμένου. Αυτές τις περαιτέρω ιδιότητες του αντικειμένου – οι οποίες αφήνονται ανοικτές, αλλά ταυτόχρονα οριοθετούνται από το Sinn – ο Χούσσερλ τις αποκαλεί ορίζοντα του αντικειμένου όπως αυτό παρίσταται στην εμπειρία. Αντιστοίχως, αποκαλεί ορίζοντα της εμπειρίας τις περαιτέρω δυνατές αντιλήψεις – συμβατές με ό,τι προσδιορίζεται στην εμπειρία και «κινητοποιούμενες» από αυτό. Αν και αυτή η έννοια του ορίζοντα, ή αυτό το ζεύγος εννοιών, μπορεί να γενικευθεί, ο Χούσσερλ την αναπτύσσει κυρίως στην περίπτωση της αντίληψης. (Πρβλ. CM, §§19, 20· EJ, §8.)
Ας εξετάσουμε ξανά την περίπτωση όπου βλέπω αυτή την ανθισμένη μηλιά. Όπως τονίζει ο Χούσσερλ, ένα πράγμα μπορεί να ιδωθεί κάθε φορά μόνο από μία πλευρά ή «υπό μία όψη». Ωστόσο, ό,τι είναι «αυθεντικά δοσμένο», ή δοσμένο με αισθητηριακή ενάργεια, βιώνεται ως περιβαλλόμενο από έναν «ορίζοντα» όσων είναι «συνδοσμένα» (co-given) χωρίς αισθητηριακή ενάργεια – όπως, για παράδειγμα, τα φύλλα και τα χρώματά τους που αναμένω ότι θα μπορούσαν να βρίσκονται στην πίσω πλευρά του δέντρου. Αυτός ο ορίζοντας περαιτέρω όψεων ή ιδιοτήτων του δέντρου είναι ο ίδιος απροσδιόριστος: το ακριβές σχήμα, το χρώμα και η πυκνότητα των φύλλων στην πίσω πλευρά του δέντρου, για παράδειγμα, δεν προδιαγράφονται με ακρίβεια από το Sinn της παρούσας εμπειρίας μου. Και ο ορίζοντας είναι ανοικτός: καθώς περπατώ γύρω από το δέντρο και ανακαλύπτω με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιες είναι οι περαιτέρω ιδιότητές του, το Sinn κάθε νέας εμπειρίας θα προδιαγράφει νέες δυνατότητες που δεν κινητοποιούνταν από τις προηγούμενες αντιλήψεις. (Πρβλ. Ideas, §44· CM, §19.)
Ο ορίζοντας του δέντρου, όπως δίνεται στην αντίληψή μου, περιλαμβάνει αυτό που ο Χούσσερλ αποκαλεί «εσωτερικό» και «εξωτερικό» ορίζοντα (EJ, §§8, 22). Ο εσωτερικός ορίζοντας συνίσταται σε δυνατές περαιτέρω μη σχεσιακές ιδιότητες του αντικειμένου. Περιλαμβάνει ιδιότητες που θα μπορούσαν να δοθούν σε περαιτέρω αντιλήψεις, όπως τα χρώματα των φύλλων και των ανθών στην πίσω πλευρά του δέντρου, αλλά και – αν υπερβούμε το αυστηρά αντιληπτικό τμήμα του ορίζοντα – μη παρατηρήσιμες ιδιότητες, όπως εκείνες που αφορούν τη χημική σύσταση του δέντρου. Ο εξωτερικός ορίζοντας συνίσταται στις δυνατές σχέσεις του αντικειμένου με άλλα πράγματα, συμπεριλαμβανομένων πραγμάτων που δεν παρίστανται ρητώς στην αντίληψη. Ο εξωτερικός ορίζοντας είναι σημαντικός, διότι αντανακλά το γεγονός ότι τα αντικείμενα δεν γίνονται αντιληπτά ως απομονωμένα πράγματα αλλά ως πράγματα που υπάρχουν μέσα στον φυσικό κόσμο και, ως εκ τούτου, ως σχετιζόμενα με κάθε άλλο φυσικό πράγμα. Έτσι, ο εξωτερικός ορίζοντας μπορεί να περιλαμβάνει πολλά είδη σχεσιακών ιδιοτήτων: το να βρίσκεται δίπλα στη ροδακινιά, το να βρίσκεται πέρα από τον λόφο σε σχέση με μια άλλη ανθισμένη μηλιά, το να φιλοξενεί ένα ζευγάρι πένθιμων τρυγονιών, το να έχει φυτευθεί από τον Johnny Appleseed, και ούτω καθεξής· το «και ούτω καθεξής» δηλώνει τον έσχατο εξωτερικό ορίζοντα του δέντρου, δηλαδή τις σχέσεις του προς «τον κόσμο», όπως αυτές προδιαγράφονται πολύ αόριστα και απροσδιόριστα στην αντίληψη.
… … …
Η έννοια του ορίζοντα επεκτείνει τη φαινομενολογία του Χούσσερλ και τη θεωρία του περί αποβλεπτικότητας μέσω του νοήματος (noema). Στην πραγματικότητα, ο Χούσσερλ συγκροτεί μια διακλαδωμένη θεωρία της αποβλεπτικότητας: το πρώτο επίπεδο της θεωρίας αφορά τα ενεργήματα, τον αποβλεπτικό χαρακτήρα και τις αποβλεπτικές σχέσεις· το δεύτερο επίπεδο αφορά το νόημα (noema) και τον τρόπο με τον οποίο το Sinn προσδιορίζει ένα αντικείμενο· και το τρίτο επίπεδο αφορά τον ορίζοντα των δυνατοτήτων του αντικειμένου που αφήνονται ανοικτές από το Sinn. Για να αποσαφηνίσουμε, λοιπόν, την αποβλεπτικότητα μιας εμπειρίας, πρέπει να εξετάσουμε όχι μόνο την εμπειρία, τον αποβλεπτικό της χαρακτήρα και το νοηματικό της Sinn, αλλά και τον ορίζοντά της από περαιτέρω δυνατές εμπειρίες του αντικειμένου όπως αυτό συγκροτείται μέσα στην εμπειρία.]
[Beyond the noema of an experience, Husserl says, lies “another fundamental trait of intentionality”: what he calls the horizon of the experience. Acts directed toward certain sorts of objects – paradigmatically physical objects – represent their objects as “transcendent”, as being “more” than what the Sinn of the act explicitly prescribes. Such an intentional experience thus points toward a “horizon” of further possibilities regarding the object, and hence toward a corresponding “horizon” of further possible experiences of that object. And it is thanks to a certain “indeterminacy” in the noematic Sinn of an act that it has such a horizon.
Trees, for instance, are transcendent objects. When I see a tree, there are many features of its back side that are hidden from my view and not specified in my perception. Moreover, I know little of the internal chemistry of the tree, and even less of this particular tree’s history. Nonetheless, the tree itself has a back side, an internal chemistry, and a history; and so the tree I see outruns or “transcends” my perception of it. In this sense, as Husserl says, the tree as presented in my perception is incompletely “determined”, or partly “indeterminate”. Or better, there is an “indeterminacy” in the predicative content of the Sinn of my perception: the Sinn prescribes certain of the tree’s properties but leaves open, or indeterminate, the full nature of the object it prescribes. (Ideas, §44; CM, §§19-20; EJ, §§8, 21c.)
… … …
By virtue of the sense of indeterminacy in its noematic Sinn, an experience like perception “predelineates” an array of further possible properties of its object, which may be given in further possible perceptions of that same object. These further properties of the object – left open, yet delimited, by the Sinn – Husserl calls the horizon of the object as represented in the experience. Correspondingly, he calls the further possible perceptions – compatible with and “motivated” by what is prescribed in the experience – the horizon of the experience. Although this notion of horizon, or pair of notions, may be generalized, Husserl expounds it for the case of perception. (Cf. CM, §§19, 20; EJ, §8).
Consider again my seeing this blooming apple tree. As Husserl stresses, a thing can be seen only from one side at a time, or “in one aspect”. Yet what is “genuinely given”, or given with sensory evidence, is experienced as surrounded by a “horizon” of what is “co-given” without sensory evidence – such as the leaves and their colors that I expect might be found on the tree’s back side. This horizon of further aspects or properties of the tree is itself indeterminate: the exact shapes, colors, and density of leaves on the back side of the tree, for instance, are not precisely predelineated by the Sinn of my present experience. And the horizon is open-ended: as I walk around the tree and discover more precisely what its further properties are, the Sinn of each new experience will predelineate still further possibilities not motivated by preceding perceptions. (Cf.Ideas, §44; CM, §19.)
The horizon of the tree, as given in my perception, includes what Husserl calls an “internal” and an “external” horizon (EJ, §§8, 22). The internal horizon consists of possible further nonrelational properties of the object. It includes properties that could be given in further perceptions, such as colors of leaves and blossoms on the back side of the tree, and also – if we go beyond the strictly perceptual part of the horizon – non-observable properties such as those concerning the tree’s chemical composition. The external horizon consists of the object’s possible relations to other things, including things not explicitly represented in the perception. The external horizon is important, for it reflects the fact that objects are not perceived as solitary things but as things existing in the natural world and as therefore being related to every other natural thing. Thus, the external horizon could include many kinds of relational properties: being next to the peach tree, being over the hill from another blooming apple tree, harboring a pair of mourning doves, having been planted by Johnny Appleseed, and so on – the ‘and so on’ denoting the tree’s ultimate external horizon, its relations to “the world” as very vaguely and indeterminately predelineated in the perception.
… … …
The notion of horizon extends Husserl’s phenomenology and his theory of intentionality via noema. In effect, Husserl constructs a ramified theory of intentionality: the first level of theory concerns acts, intentional character, and intentional relations; the second level concerns the noema and the Sinn’s prescription of an object; and the third level concerns the horizon of possibilities for the object that are left open by the Sinn. To explicate the intentionality of an experience, then, we must address not only the experience, its intentional character, and its noematic Sinn, but also its horizon of further possible experiences of the object as constituted in the experience.
Ronald McIntyre and David Woodruff Smith - Theory of Intentionality (https://consc.net/event/neh/papers/smith2.pdf)]
Φαινομενολογία και συνείδηση: μια ενεργητική, όχι παθητική, σχέση (philosophy.institute)
## Φαινομενολογία και συνείδηση: μια ενεργητική, όχι παθητική, σχέση
Μία από τις σημαντικότερες ενοράσεις της φαινομενολογίας είναι ότι η συνείδηση δεν αποτελεί έναν παθητικό καθρέφτη του κόσμου. Είναι ενεργητική, συγκροτητική και σημασιοδοτική. Η [Routledge Encyclopedia of Philosophy](https://www.rep.routledge.com/articles/thematic/consciousness-phenomenology-of/v-1) επισημαίνει ότι οι φαινομενολόγοι περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο οι δομές της αποβλεπτικότητας, της αυτοσυνείδησης, της χρονικότητας, της προσοχής, της ενσωμάτωσης και της διυποκειμενικότητας καθιστούν από κοινού δυνατή τη συνείδησή μας των κοσμικών πραγμάτων, καταστάσεων και συμβάντων.
Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, ο κόσμος δεν αποτυπώνεται απλώς στον νου. Αντιθέτως, αυτό που βιώνουμε ως «κόσμο» είναι πάντοτε ήδη διαμορφωμένο από τις δομές της συνείδησης — από την προσοχή μας, τον προσανατολισμό του έμψυχου σώματός μας, τη χρονική μας θέση και το πολιτισμικό μας υπόβαθρο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος είναι μια μυθοπλασία· σημαίνει ότι η εμπειρία είναι πάντοτε μια ερμηνευμένη, δομημένη και εμποτισμένη με σημασία εμπλοκή με ό,τι υπάρχει.
Ο Maurice Merleau-Ponty επέκτεινε αυτή την ενόραση δίνοντας έμφαση στον ρόλο του *έμψυχου σώματος* στη διαμόρφωση της εμπειρίας. Στο εμβληματικό έργο του Phenomenology of Perception (1945), υποστήριξε ότι ο πρωταρχικός τρόπος του είναι μας μέσα στον κόσμο δεν πραγματώνεται μέσω της αφηρημένης σκέψης, αλλά μέσω της ενσώματης δράσης και της συνείδησης του έμψυχου σώματος [Stanford Encyclopedia of Philosophy – Phenomenology](https://plato.stanford.edu/entries/phenomenology/) — μέσω του τρόπου με τον οποίο κινούμαστε, προσανατολιζόμαστε στον χώρο και συναντούμε τα αντικείμενα διά της φυσικής μας παρουσίας.
## Phenomenology and consciousness: an active, not passive, relationship
One of phenomenology’s most important insights is that consciousness is
not a passive mirror of the world. It is active, constitutive, and
meaning-giving. The Routledge Encyclopedia of Philosophy <https://www.rep.routledge.com/articles/thematic/consciousness-phenomenology-of/v-1> notes that phenomenologists describe how structures of
intentionality, self-awareness, temporality, attention, embodiment, and
intersubjectivity together make possible our consciousness of worldly
things, situations, and events.
According to this view, the world does not simply imprint itself on the
mind. Instead, what we experience as “the world” is always already
shaped by the structures of consciousness – by our attention, our bodily
orientation, our temporal position, and our cultural background. This
does not mean the world is a fiction; it means that experience is always
an interpreted, structured, meaning-laden engagement with what is there.
Maurice Merleau-Ponty extended this insight by emphasizing the role of
the *body* in shaping experience. In his landmark /Phenomenology of
Perception/ (1945), he argued that our primary way of being in the world
is not through abstract thought but through embodied action and bodily
awareness <https://plato.stanford.edu/entries/phenomenology/> – the way
we move, orient ourselves in space, and encounter objects through our
physical presence.
[The Core Principles of Phenomenology in Philosophy • Philosophy Institute](https://philosophy.institute/research-methodology/core-principles-phenomenology-philosophy/)
κεντρικά θέματα της φαινομενολογικής παράδοσης
Η [Internet Encyclopedia of Philosophy](https://iep.utm.edu/phenom/) προσδιορίζει ως κεντρικά θέματα της φαινομενολογικής παράδοσης την αποβλεπτικότητα, την αντίληψη, τη συνείδηση του χρόνου, την αυτοσυνείδηση, τη συνείδηση του έμψυχου σώματος και τη συνείδηση των άλλων. Αυτό το εύρος θεμάτων δείχνει ότι η φαινομενολογία δεν περιορίζεται στην απλή αισθητηριακή εμπειρία· περιλαμβάνει τα πάντα, από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ένα τραπέζι έως τον τρόπο με τον οποίο έχουμε συνείδηση του εαυτού μας ως υπάρχοντος μέσα στη ροή του χρόνου.
The Internet Encyclopedia
of Philosophy <https://iep.utm.edu/phenom/> identifies intentionality,
perception, time-consciousness, self-consciousness, awareness of the
body, and consciousness of others as the central topics within the
phenomenological tradition. This range shows that phenomenology is not
limited to simple sensory experience – it encompasses everything from
how we perceive a table to how we are aware of ourselves existing
through time.
[The Core Principles of Phenomenology in Philosophy • Philosophy Institute](https://philosophy.institute/research-methodology/core-principles-phenomenology-philosophy/)
Στην καρδιά της φαινομενολογίας βρίσκεται η δέσμευση να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η εμπειρία πρώτου προσώπου ως φιλοσοφικό θέμα
Στην καρδιά της φαινομενολογίας βρίσκεται η δέσμευση να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η εμπειρία πρώτου προσώπου ως φιλοσοφικό θέμα. Όπως εξηγεί μια [εισαγωγική παρουσίαση της φαινομενολογίας](https://1000wordphilosophy.com/2025/07/12/phenomenology/), ο στόχος της δεν είναι να εξηγήσει γιατί συμβαίνουν τα πράγματα ή από τι αποτελούνται, αλλά να περιγράψει λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο τα φαινόμενα καθίστανται παρόντα στη συνείδηση από την οπτική των ανθρώπων που βιώνουν την εμπειρία.
Αυτό συνιστά μια σημαντική απόκλιση από τον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη επιστήμη προσεγγίζει συνήθως την ανθρώπινη εμπειρία. Όταν αισθάνεσαι θλίψη, η νευροεπιστήμη μπορεί να την εξηγήσει με όρους νευροχημικών μεταβολών. Η φαινομενολογία, αντίθετα, ρωτά: πώς είναι η θλίψη εκ των ένδον; Ποια είναι η δομή της; Πώς βιώνεται διαφορετικά ο χρόνος όταν πενθείς; Πώς συμβαίνει ο κόσμος να φαίνεται ότι χάνει το χρώμα ή το βάρος του; Αυτά είναι φαινομενολογικά ερωτήματα — και δεν μπορούν να απαντηθούν από μια εξωτερική σκοπιά.
At the heart of phenomenology is a commitment to taking first-person
experience seriously as a philosophical subject. As one introductory
account explains <https://1000wordphilosophy.com/2025/07/12/phenomenology/>, the goal of phenomenology is not to explain why things
happen or what they are made of, but to describe in detail how phenomena
become present to consciousness from the perspective of people living
through the experience.
This is a meaningful departure from how modern science typically
approaches human experience. When you feel grief, neuroscience might
explain it in terms of neurochemical shifts. Phenomenology instead asks:
what is grief /like/ from the inside? What is its structure? How does
time feel different when you are grieving? How does the world seem to
lose its color or weight? These are phenomenological questions – and
they cannot be answered from the outside.
[The Core Principles of Phenomenology in Philosophy • Philosophy Institute](https://philosophy.institute/research-methodology/core-principles-phenomenology-philosophy/)
Κυριακή 24 Μαΐου 2026
Το έσχατο πρόβλημα της φαινομενολογίας είναι η αποσαφήνιση της δομής του ζώντος παρόντος.
LXIII
Συνομιλία με τον Χούσερλ, 29/6/32
Είπα στον Χούσερλ ότι εργαζόμουν πάνω στα χωρία του χειρογράφου των Logische Studien όπου πραγματεύεται η ενότητα της Anschauung <εποπτείας>. Εξέφρασε έκπληξη που το θέμα πραγματεύεται εκεί καθόλου και είπε ότι η επεξεργασία του εκεί πρέπει να είναι πολύ πρωτόγονη.
Το έσχατο πρόβλημα της φαινομενολογίας είναι η αποσαφήνιση της δομής του ζώντος παρόντος. Εδώ βρίσκουμε μια παθητικά συγκροτημένη δομή, υλητική από τη μια πλευρά και εγωλογική ‒ αλλά παθητική ‒ από την άλλη, η οποία προηγείται κάθε δραστηριότητας του εγώ. Μέσα σε αυτή βρίσκουμε τη συγκρότηση της ενότητας, αλλά όχι της ταυτότητας. Η τελευταία απαιτεί ενεργή επανενθύμηση. Η παθητική συγκεκριμένη ροή του ζώντος παρόντος περιλαμβάνει όχι μόνο ένα ρέον εντυπωσιακό τώρα, με τις {92} συνεπαγόμενες συγκρατήσεις και προκρατήσεις άλλων περιεχομένων-τώρα ‒ που σχηματίζουν τη βάση για τη συγκρότηση του εμμενούς χρόνου ‒ αλλά επίσης και μια ταυτόχρονη ροή Vergegenwärtigungen <αναπαρουσιάσεων> παρελθοντικών περιεχομένων, «μνημών» παθητικά συγκροτημένων χωριστά από την ενεργό προσοχή του εγώ, ακριβώς όπως και οι εντυπώσεις και οι συγκρατήσεις. Δυνάμει της συνάφειάς τους, μέσα στον έναν χρόνο του ζώντος παρόντος, με πρωτογενή εντυπωσιακά περιεχόμενα, αυτές οι αναπαρουσιάσεις (εξίσου υλητικές αλλά μη πρωτογενείς) έχουν μια Deckungsrelation <σχέση επικάλυψης> με αυτά και ‒ παθητικά ‒ συγκροτούν μια αντιπαλότητα η οποία, εντελώς ανεξάρτητα από κάθε προσοχή του εγώ, απωθεί είτε το ένα είτε το άλλο για κάποιο χρονικό διάστημα. Συγκρούονται πράγματι μέσα στα αισθητηριακά πεδία, δυνάμει της ταυτόσημης θέσης τους μέσα σε εκείνο το δισδιάστατο πολλαπλό.
Αυτή η εξαιρετική περιγραφή προκάλεσε ζωηρές αντιρρήσεις τόσο από τον Φινκ όσο και από εμένα.
[Conversations with Husserl and Fink: 89-90]
Κυριακή 3 Μαΐου 2026
Η δραστηριότητα του εγώ είναι η θέση του είναι (Dorion Cairns)
The activity of the ego is the setting of being. In self-awareness it sets its own being. Such positing is involved in the sense of every act. Phenomenology is the coming to self-awareness of the ego over its own activities. As such, [it is] an infinite task.
«Η δραστηριότητα του εγώ είναι η θέση του είναι. Στην αυτοσυνείδηση θέτει το ίδιο το είναι του. Μια τέτοια θέση εμπλέκεται στο νόημα κάθε ενέργηματος. Η φαινομενολογία είναι η έλευση του εγώ σε αυτοσυνείδηση ως προς τις ίδιες του τις δραστηριότητες. Ως τέτοια, [αποτελεί] ένα άπειρο έργο.»
[Cairns, Conv IX, p. 14]
Κυριακή 8 Μαρτίου 2026
ταυτότητα που συγκροτείται μέσα στην πολλαπλότητα των εμφανίσεων
Με φαινομενολογικούς όρους θα λέγαμε:
το είναι ενός πράγματος είναι
* η ταυτότητα που συγκροτείται μέσα στην πολλαπλότητα των εμφανίσεων.
Δηλαδή:
το αντικείμενο είναι
* η ενότητα όλων των δυνατών εμφανίσεών του.
Η εμπειρία δεν είναι στατική.
Είναι:
* ροή
* χρονική σύνθεση
* συνεχής μεταβολή εμφανίσεων.
Ένα αντικείμενο είναι
* κόμβος χωρικών σχέσεων
* κόμβος χρονικών σχέσεων
* κόμβος πρακτικών σχέσεων
* κόμβος διυποκειμενικών σχέσεων.
Η ταυτότητά του προκύπτει από αυτό το πλέγμα.