Προφανώς, ο εργάτης δεν μπορεί να παράγει χωρίς τις αντικειμενικές
{202} συνθήκες της εργασίας. [VII-41] Αυτές είναι πλέον διαχωρισμένες από
τον ίδιο με τη μορφή κεφαλαίου και αντιπαρατίθενται σε αυτόν
ανεξάρτητα. Μπορεί να σχετίζεται με αυτές ως συνθήκες εργασίας μόνο
στον βαθμό που η ίδια η εργασία του έχει προηγουμένως ιδιοποιηθεί από
το κεφάλαιο. Από τη σκοπιά του κεφαλαίου, οι αντικειμενικές συνθήκες
της εργασίας δεν εμφανίζονται ως αναγκαίες για τον εργάτη. Αυτό που
είναι ουσιώδες γι’ αυτό είναι να υπάρχουν ανεξάρτητα απέναντί του,
να είναι διαχωρισμένες από αυτόν, να ανήκουν στον καπιταλιστή,
και ότι αυτός ο διαχωρισμός θα μπορούσε να καταργηθεί μόνο με την
παράδοση από τον εργάτη της παραγωγικής του δύναμης στο κεφάλαιο, με
αντάλλαγμα το κεφάλαιο να τον συντηρεί ως αφηρημένη εργασιακή
ικανότητα, δηλαδή ακριβώς ως μια απλή ικανότητα να αναπαράγει τον
πλούτο ως δύναμη που κυριαρχεί πάνω σε αυτή την ικανότητα και
αντιπαρατίθεται σε αυτήν με τη μορφή του κεφαλαίου.
Obviously, the worker cannot produce without the objective
{202} conditions of labour. [VII-41] These are now separated from him in the
form of capital and independently confront him. He can relate himself to
them as conditions of labour only in so far as his labour itself has
previously been appropriated by capital. From the standpoint of capital,
the objective conditions of labour do not appear as necessary for the
worker. What is essential to it is that they should /exist independently
over against him, that he should be separated from them, that they
should be owned by the capitalist, /and that this separation could only
be abolished by his giving up his productive power to capital, in return
for which capital should maintain him as abstract labour capacity, i.e.,
precisely as a mere capacity to reproduce wealth as a force dominating
that capacity and confronting it in the form of capital.
[Karl Marx, MECW 29: 201]