Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Η πρώτη κατηγορία όπου παρουσιάζεται ο αστικός πλούτος είναι η κατηγορία του εμπορεύματος.

1) /Αξία./ |63|

Αυτό το κομάτι να προταχθεί.

Η πρώτη κατηγορία όπου παρουσιάζεται ο αστικός πλούτος είναι η κατη-
γορία του /εμπορεύματος. /Το ίδιο το εμπόρευμα εμφανίζεται σαν
ενότητα δυο προσδιορισμών. Είναι /αξία χρήσης, /δηλαδή αντικείμενο της
ικανοποίησης κάποιου συστήματος ανθρώπινων αναγκών. Αυτή είναι η υλική
του πλευρά, που μπορεί να είναι κοινή στις πιο διαφορετικές εποχές της
παραγωγής, και που η εξέταση της βρίσκεται άρα έξω από το πεδίο της
πολιτικής
οικονομίας. Η αξία χρήσης εντάσσεται στο πεδίο της από τη στιγμή που
τροποποιείται από τις σύγχρονες παραγωγικές σχέσεις, ή που παρεμβαίνει
με τη σειρά της τροποποιητικά πάνω σ' αυτές. Αυτά τα γενικά που
συνηθίζουν να γράφουν, για τα προσχήματα, σχετικά με την αξία χρήσης
περιορίζονται σε κοινοτοπίες που είχαν κάποια ιστορική αξία στα πρώτα βήματα
της επιστήμης, όταν οι κοινωνικές μορφές της αστικής παραγωγής με
κόπο ακόμα απομονώνονταν από το υλικό και με μεγάλη προσπάθεια
εντοπίζονταν σαν αυτοτελή αντικείμενα της έρευνας. Στην πραγματικότητα
όμως η αξία χρήσης του εμπορεύματος είναι δοσμένη προϋπόθεση - η υλική
βάση όπου παριστάνεται μια καθορισμένη οικονομική σχέση. Μόνο αυτή η καθο-
ρισμένη σχέση σφραγίζει την αξία χρήσης σαν εμπόρευμα. Το σιτάρι, για
παράδειγμα, έχει την ίδια αξία χρήσης είτε το καλλιεργούν δούλοι,
δουλοπάροικοι ή ελεύθεροι εργάτες. Δεν θα έχανε την αξία χρήσης του αν
έπεφτε από τον ουρανό. Πώς τώρα μετατρέπεται η αξία χρήσης σε εμπόρευμα;
Φορέας της /ανταλλακτικής αξίας. /Παρόλο που είναι άμεσα ενωμένες στα
πλαίσια του εμπορεύματος, η αξία χρήσης και η ανταλλακτική αξία
διαχωρίζονται εξίσου άμεσα. Όχι μόνο η ανταλλακτική αξία εμφανίζεται να
μην καθορίζεται από την αξία χρήσης, αλλά και - αντίθετα - το εμπόρευμα
γίνεται εμπόρευμα, πραγματοποιείται σαν ανταλλακτική αξία, μόνο στο
βαθμό που ο κάτοχος του δεν σχετίζεται προς αυτό σαν αξία χρήσης. Μόνο
με την αλλοτρίωση αυτού του εμπορεύματος, την ανταλλαγή του με άλλα
εμπορεύματα, αποκτά ο κάτοχος του αξίες χρήσης. Η ιδιοποίηση με μέσο την
αλλοτρίωση αποτελεί τη θεμελιακή μορφή του κοινωνικού συστήματος
παραγωγής που σαν απλούστατη και πιο αφηρημένη του έκφραση εμφανίζεται η
ανταλλακτική αξία. Προϋπόθεση είναι η αξία χρήσης του εμπορεύμα-
τος· αξία χρήσης όμως όχι για τον ιδιοκτήτη του, αλλά για την
κοινωνία γενικά. {Όπως μια οικογένεια βιομηχανικών εργατών του
Μάντσεστερ, όπου τα παιδιά βρίσκονται σε ανταλλακτική σχέση με τους
γονείς τους και τους πληρώνουν νοίκι και διατροφή, δεν αποτελεί την
παραδοσιακή οικονο-

{682} Τετράδιο VII,64

μική οργάνωση της οικογένειας, άλλο τόσο και γενικά το σύστημα της
σύγχρονης ιδιωτικής ανταλλαγής δεν είναι η αυτοφυής οικονομία των
κοινωνιών. <nb/>Η ανταλλαγή δεν αρχίζει ανάμεσα στα άτομα μέσα σε μια
κοινότητα, αλλά εκεί που τελειώνουν οι κοινότητες - στα όρια τους, στο
σημείο επαφής διαφορετικών κοινοτήτων. Η κοινοκτημοσύνη ανακαλύφθηκε
πάλι πρόσφατα σαν κάποιο ιδιαίτερο σλαβικό αξιοπερίεργο. Στην
πραγματικότητα όμως η Ινδία μάς παρουσιάζει ένα δειγματολόγιο με τις πιο
ποικίλες μορφές τέτοιων οικονομικών κοινοτήτων, λίγο-πολύ διαλυμένων
αλλά ακόμα ολότελα ευδιάκριτων και μια βαθύτερη ιστορική έρευνα
ξαναβρίσκει αυτή την κοινοκτημοσύνη σαν αφετηρία όλων των πολιτισμένων
λαών. Το σύστημα της παραγωγής που βασίζεται στην ανταλλαγή αποτελεί
αρχικά την ιστορική διάλυση αυτού του αυτοφυούς κομμουνισμού. Ωστόσο
υπάρχει πάλι μια ολόκληρη σειρά οικονομικών συστημάτων, ανάμεσα στον
σύγχρονο κόσμο -όπου η ανταλλακτική αξία κυριαρχεί σ' ολόκληρη την
έκταση και το βάθος της παραγωγής - και στους κοινωνικούς σχηματισμούς
που θεμέλιο έχουν βέβαια ήδη τη διαλυμένη συλλογική ιδιοκτησία, χωρίς |

[Karl Marx, Grundrisse, Μτφ. Διονύσης Διβάρης]

Η μοναδική αξία που το κεφάλαιο παράγει σε μια δοσμένη παραγωγή είναι η αξία που προσθέτει η νέα ποσότητα εργασίας (v+s)

Η μοναδική αξία που το
κεφάλαιο παράγει σε μια δοσμένη παραγωγή είναι η αξία που προσθέτει η
νέα ποσότητα εργασίας. Αυτή όμως η αξία αποτελείται από την αναγκαία
εργασία, που αναπαράγει τον μισθό - την προκαταβολή του κεφαλαίου με τη
μορφή του μισθού - και από την υπερεργασία, άρα υπεραξία, πέρα και
πάνω απ' αυτή την αναγκαία εργασία. Οι
{453} προκαταβολές σε υλικό και μηχανή απλά μετατοπίζονται από τη μια στην
άλλη μορφή. Το εργαλείο μεταβαίνει στο προϊόν εξίσου όπως και η πρώτη
ύλη, και η φθορά του με τη χρήση είναι ταυτόχρονα μορφοποίηση του
προϊόντος. Όταν η πρώτη ύλη και το εργαλείο δεν κοστίζουν τίποτα, όπως σε
μερικές εξακτικές βιομηχανίες υπολογίζονται ακόμα σχεδόν =0 (η /πρώτη
ύλη /πάντα =0 σε κάθε εξακτική βιομηχανία: μεταλλωρυχία, ανθρακωρυχία,
αλιεία, κυνήγι, υλοτομία σε παρθένα δάση κλπ.), τότε και δεν προσθέτουν
απολύτως τίποτα στην αξία της παραγωγής. Η αξία τους είναι το αποτέλεσμα
προηγούμενης παραγωγής, όχι της άμεσης παραγωγής όπου χρησιμεύ-
ουν σαν εργαλείο και υλικό. Ώστε η /υπεραξία /μπορεί να υπολογιστεί
μόνο σε σχέση με την αναγκαία εργασία. Το κέρδος δεν είναι παρά μια
/δευτερογενής, /παράγωγη, και μεταλλαγμένη μορφή της υπεραξίας - η
αστική μορφή, όπου τα ίχνη της γένεσης της υπεραξίας έχουν εξαφανιστεί.
Ο ίδιος ο Ρικάρντο δεν το κατάλαβε αυτό ποτέ· γιατί εκείνος 1) μιλά
πάντοτε για τη
διανομή ενός /έτοιμου /ποσού, όχι για την αρχική τοποθέτηση αυτής της
διαφοράς· 2) γιατί αυτή η κατανόηση θα τον είχε αναγκάσει να δει πως
ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία μεσολαβεί μια σχέση ολότελα
διαφορετική από εκείνη της ανταλλαγής· και δεν του επιτρεπόταν να
διαβλέψει ότι το αστικό σύστημα της ισοδυναμίας μεταστρέφεται σε
ιδιοποίηση χωρίς ισοδύ-
ναμο και βασίζεται στην τελευταία· 3) <nb/>η πρόταση του Ρικάρντο για την
αναλογία ανάμεσα σε κέρδη και μισθούς αναφέρεται αποκλειστικά στο ότι
[αν] μια καθορισμένη συνολική αξία διαιρεθεί σε δυο μερίδια - αν γενικά
ένα ποσό διαιρεθεί στα δυο - τότε το μέγεθος των δυο μερών υποχρεωτικά
βρίσκεται σε αντίστροφη αναλογία. Και σωστά στη συνέχεια η σχολή του
περιόρισε το ζήτημα σ' αυτή την κενολογία. Το ενδιαφέρον που τον
οδήγησε να διατυπώσει την αναλογία μισθών και κερδών δεν είταν να
ερευνήσει ώς το βάθος τη δημιουργία της υπεραξίας - γιατί ξεκινά
προϋποθέτοντας μια δοσμένη αξία που πρόκειται να μοιραστεί ανάμεσα σε
μισθό και κέρδος, ανάμεσα σε εργασία και κεφάλαιο, προϋποθέτει λοιπόν
αυτή τη διαίρεση
σαν αυτονόητη - αλλά /πρώτο, /απέναντι στο συνηθισμένο τρόπο
καθορισμού των τιμών να επιβάλει τον σωστό - αυτόν που οικοδόμησε πάνω
στη βάση της αξίας - <nb/>δείχνοντας ότι το όριο της αξίας δεν επηρεάζεται το
ίδιο από τη διανομή του, από τον διαφορετικό του καταμερισμό ανάμεσα σε
κέρδη και μισθούς· /δεύτερο: /να εξηγήσει την όχι απλά παροδική, αλλά
αδιάκοπη πτώ-
ση του ποσοστού του κέρδους, που του είταν ανεξήγητη πάνω στη βάση
της παραδοχής ότι στην εργασία αναλογεί σταθερό μερίδιο της αξίας·
/τρίτο: /εξηγώντας αυτή την πτώση του κέρδους με την άνοδο του εργατικού
μισθού, την ίδια όμως αυτή την άνοδο με την άνοδο της /αξίας /των
γεωργικών προϊόντων, δηλαδή την ολοένα μεγαλύτερη δυσκολία στην παραγωγή
τους, σκο-
πός του είταν να εξηγήσει ταυτόχρονα τη /γαιοπρόσοδο /σαν
εναρμονισμένη με την αρχή του για τον καθορισμό της αξίας. Αυτό έδινε
ταυτόχρονα κι ένα όπλο στην πολεμική του βιομηχανικού κεφαλαίου ενάντια
στη γαιοκτησία, που εκμεταλλεύεται τις προόδους της βιομηχανίας.
Ταυτόχρονα όμως, σπρωγμένος από την απλή λογική, διακήρυξε έτσι την
αντιθετική φύση του
κέρδους, της εργασίας και του κεφαλαίου - όσο κι αν προσπαθεί ύστερα
να αποδείξει στον εργάτη πως ο αντιθετικός αυτός χαρακτήρας κέρδους και
μισθού δεν ενδιαφέρει το πραγματικό του εισόδημα, και μάλιστα ότι μια
/αναλογική /(όχι απόλυτη) άνοδος του εργατικού μισθού είναι /επιζήμια,
/γιατί εμποδίζει τη συσσώρευση, και τότε η πρόοδος της βιομηχανίας
ωφελεί μο-
νάχα τον τεμπέλη γαιοκτήμονα. Παρόλ' αυτά, η αντιθετική μορφή είχε δια-

{454} Τετράδιο VI,13

κηρυχτεί· και ο Κάρεϋ, που δεν καταλαβαίνει τον Ρικάρντο, μπόρεσε άρα να
τον βρίζει σαν πατέρα των κομμουνιστών κλπ. - κι εδώ έχει πάλι δίκιο, με
μια έννοια που ο ίδιος δεν καταλαβαίνει. Οι άλλοι όμως οικονομολόγοι,
που - όπως ο Μάλθους - δε θέλουν ούτε ν' ακούσουν για την αναλογική (και
άρα αντιθετική) φύση του εργατικού μισθού, /επιθυμούν, /από τη μια
μεριά, να συγκαλύψουν την αντίθεση· από την άλλη, επιμένουν πως ο
εργάτης απλά ανταλλάζει με το κεφάλαιο μια ορισμένη αξία χρήσης, το
εργατικό του δυναμικό, άρα παραιτείται από την παραγωγική δύναμη, τη
δύναμη που έχει η εργασία να δημιουργεί νέα αξία, δεν έχει καμιά /σχέση
με το προϊόν, /και άρα στην ανταλλαγή ανάμεσα σε καπιταλιστές και
εργάτες, στο μισθό, όπως και σε κάθε απλή ανταλλαγή όπου
προϋποθέτονται οικονομικά /ισοδύναμα, /μοναδικό ζήτημα είναι η
/ποσότητα, /το μέγεθος της αξίας χρήσης. Όσο σωστό κι αν είναι αυτό από
μια μεριά, άλλο τόσο η φαινομενική μορφή του αντιπραγματισμού, της
ανταλλαγής, συνεπάγεται πως ο εργάτης - όταν βέβαια ο ανταγωνισμός τού
επιτρέπει να παζαρεύει και να αντιδικεί με τον καπιταλιστή - μετρά
τις αξιώσεις του πάνω στο κέρδος του καπιταλιστή και απαιτεί ένα
ορισμένο μερίδιο από την υπεραξία που ο ίδιος δημιούργησε· κι έτσι η
/αναλογία /γίνεται πραγματικό συνθετικό στοιχείο της ίδιας της
οικονομικής ζωής. <nb/>Παραπέρα, στην πάλη ανάμεσα στις δυο τάξεις - που
αναγκαστικά εμφανίζεται, με την ανάπτυξη της εργατικής τάξης - η μέτρηση
της αμοιβαίας απόστασης, που ακριβώς ο ίδιος ο εργατικός μισθός
εκφράζει σαν αναλογία, αποκτά αποφασιστική σημασία. Η /επίφαση της
ανταλλαγής /εξαφανίζεται στην πορεία του τρόπου παραγωγής που βασίζεται
στο κεφάλαιο. Η ίδια αυτή η διαδικασία και η επανάληψη της τοποθετούν
αυτό που ισχύει καθαυτό, ότι δηλαδή ο εργάτης παίρνει σαν μισθό από τον
καπιταλιστή απλά και μόνο ένα μέρος της ίδιας του της εργασίας.
Αυτό τότε περνά και στη συνείδηση τόσο των εργατών όσο και των
καπιταλιστών. Για τον /Ρικάρντο ουσιαστικά το μόνο ζήτημα είναι: ποια
αναλογία της συνολικής αξίας αποτελεί, στην πορεία της εξέλιξης, ο
αναγκαίος μισθός; /Μένει πάντα /αναγκαίος μισθός /και μόνο· ώστε η
αναλογική του φύση δεν ενδιαφέρει τον εργάτη - αυτός παίρνει το ίδιο
μίνιμουμ όπως και πριν - αλλά μόνο τον καπιταλιστή, που οι κρατήσεις από
το καθαρό του εισόδημα μεταβάλλονται, χωρίς οι εργάτες να παίρνουν
περισσότερες αξίες χρήσης. Το ότι όμως ο Ρικάρντο, αν και για ολότελα
διαφορετικούς σκοπούς, διατύπωσε την αντιθετική φύση κέρδους και μισθού,
αυτό ήδη δείχνει ότι στον καιρό του ο θεμελιωμένος στο κεφάλαιο
τρόπος παραγωγής είχε προσλάβει μια μορφή ολοένα πιο πρόσφορη να
εκφράσει την φύση του. Ο Μάλθους παρατηρεί σχετικά με τη θεωρία του
Ρικάρντο για την αξία, στους /«Ορισμούς» /που προαναφέραμε (Τετράδιο IX,
σ. 49, 50): «Ο ισχυρισμός του Ρικάρντο ότι με την άνοδο της αξίας των
μισθών τα κέρδη αναλογικά μειώνονται [»], και vice versa
[αντίστροφα], [«] δεν αληθεύει παρά μόνο αν υποτεθεί ότι εμπορεύματα που
περιέχουν την ίδια ποσότητα εργασίας έχουν πάντα την ίδια αξία, πράγμα
που [δεν] αληθεύει [ούτε] μια φορά στις πεντακόσιες· και μάλιστα [...]
υποχρεωτικά, γιατί με την πρόοδο του πολιτισμού και των βελτιώσεων
αυξάνεται αδιάκοπα η ποσότητα του απασχολούμενου πάγιου κεφαλαίου,
και κάνει περισσότερο ποικίλους και άνισους τους χρόνους απόδοσης του
κυκλοφορούντος κεφαλαίου.» (ό.π. 31, 32.) (Αυτό αφορά τις /τιμές, /όχι
την /αξία.) /Σχετικά με τη δική του, ολοδική του ανακάλυψη του αληθινού
μέτρου της αξίας ο Μάλθους παρατηρεί: /«Πρώτο: /Πουθενά δεν είχα δει
διατυπωμένο πως η συνηθισμένη /ποσότητα εργασίας που ένα εμπό- /
{455} /ρευμα ελέγχει στην αγορά /πρέπει να αντιπροσωπεύει και να μετρά την
/ποσότητα εργασίας που περιέχει, συν τα κέρδη... /Αντιπροσωπεύοντας την
εργασία που περιέχεται σ' ένα εμπόρευμα συν τα κέρδη, η εργασία
αντιπροσωπεύει τους φυσικούς και αναγκαίους όρους της προσφοράς της, δηλαδή
το στοιχειώδες κόστος της παραγωγής της. [...] /Δεύτερο: /Πουθενά δεν
είχα δει διατυπωμένο ότι, όπως και να μεταβάλλεται η γονιμότητα του
εδάφους, το στοιχειώδες κόστος παραγωγής του μισθού μιας δοσμένης
ποσότητας εργασίας υποχρεωτικά μένει πάντα το ίδιο.» (196, [19]7.)
Σημαίνει απλά: ο μισθός είναι πάντα ίσος με τον αναγκαίο για την
παραγωγή του χρόνο, που
μεταβάλλεται με την παραγωγικότητα της εργασίας. Η ποσότητα
εμπορευμάτων μένει η ίδια. «Αν υποθέσουμε ότι ορίζουμε την
[ανταλλακτική] αξία σαν την γενική αγοραστική δύναμη ενός εμπορεύματος,
τότε αυτή αναφέρεται στην αγορά [»] όλων των εμπορευμάτων, [...] της
γενικής μάζας των εμπορευμάτων. Αυτή όμως είναι πέρα για πέρα δύσχρηστη
ποσότητα. [...]
Τώρα, δεν μπορεί κανείς ούτε στιγμή να αρνηθεί πως η εργασία είναι
αυτή που καλύτερα απ' όλα τα αντικείμενα αντιπροσωπεύει ένα μέσο όρο της
γενικής μάζας των προϊόντων. [»] (205.) [«] Μια μεγάλη κατηγορία
εμπορευμάτων, όπως τα ακατέργαστα προϊόντα, ανεβαίνουν με την πρόοδο της
κοινωνίας, ενώ τα βιομηχανικά είδη πέφτουν. Ώστε μπορεί να μη βρίσκεται
μακριά από την αλήθεια η παρατήρηση ότι η μέση μάζα εμπορευμάτων που
μια δοσμένη ποσότητα εργασίας, στην ίδια χώρα, είναι σε θέση να αγοράσει
μπορεί να μένει για αιώνες χωρίς πολύ ουσιαστικές μεταβολές.» (206.)
«Αξία [...] πρέπει πάντα να εννοούμε αξία στην ανταλλαγή με εργασία.»
(224 σημείωση ό.π.) Μ' άλλα λόγια, το δόγμα είναι: η αξία ενός εμπορεύμα-
τος, η συσσωρευμένη μέσα του εργασία, αντιπροσωπεύεται από τις
ζωντανές ημέρες εργασίας που μπορούν να το αγοράσουν, με τις οποίες
μπορεί να ανταλλαγεί· άρα αντιπροσωπεύεται από τους /μισθούς. /Οι
ζωντανές ημέρες εργασίας περιέχουν χρόνο εργασίας όπως και χρόνο
υπερεργασίας. Ας κάνουμε στον Μάλθους τη μεγαλύτερη χάρη που μπορούμε να
του κάνουμε. Ας
υποθέσουμε δηλαδή πως η αναλογία υπερεργασίας προς αναγκαία εργασία,
και άρα η αναλογία μισθού προς κέρδος, μένει πάντα σταθερή.
Πρώτα-πρώτα, το ότι ο κ. Μάλθους μιλά για τη συσσωρευμένη στο εμπόρευμα
εργασία /συν τα κέρδη /αποδείχνει ήδη τη σύγχυση του· γιατί ακριβώς τα
κέρδη δεν μπορούν να αποτελούν παρά ένα μέρος από τη συσσωρευμένη
εργασία. Στο
νου του έχει εδώ τα /κέρδη πέρα και πάνω από τη συσσωρευμένη εργασία,
που /τάχα προέρχονται /από το πάγιο κεφάλαιο /κλπ. Αυτό μπορεί να αφορά
μόνο την κατανομή του συνολικού κέρδους ανάμεσα στους διάφορους μετόχους
του, όχι το συνολικό ποσό του κέρδους· γιατί αν όλοι έπαιρναν για το
εμπόρευμα τους τη συσσωρευμένη σ' αυτό εργασία + κέρδη, <nb/>από πού θά-
βγαιναν αυτά, κύριε Μάλθους; Όταν ο ένας παίρνει συσσωρευμένη στο
εμπόρευμα του εργασία + κέρδος, πρέπει ο άλλος να παίρνει συσσωρευμένη
εργασία - κέρδος, θεωρώντας εδώ το κέρδος σαν πρόσθετο πάνω στην
πραγματική υπεραξία. Πάει αυτό λοιπόν. Ας υποθέσουμε τώρα πως η
συσσωρευμένη εργασία είναι = 3 ημέρες εργασίας· έτσι, αν η αναλογία του
χρόνου υπερεργασίας είναι 1:2, αυτές εισπράχθηκαν σαν πληρωμή για
1 1/2 ημέρα εργασίας. Οι εργάτες δούλεψαν πραγματικά 3 μέρες, καθένας
τους όμως πληρώθηκε μονάχα μισή μέρα δουλειάς. Μ' άλλα λόγια, το
εμπόρευμα που πήραν για 3 μέρες δουλειάς περιείχε μόνο 1 1/2 δουλεμένη
μέρα. Για τις 3 λοιπόν δουλεμένες εργάσιμες [μέρες] στο προϊόν του, ο
καπιταλιστής, με
όλες τις άλλες σχέσεις αμετάβλητες, θα έπαιρνε 6 ημέρες εργασίας. (Αυτό

{456} Τετράδιο VI,14

είναι σωστό μονάχα επειδή ο χρόνος υπερεργασίας υποτέθηκε = με τον
αναγκαίο, ώστε στη δεύτερη περίπτωση /απλά /επαναλαμβάνεται η πρώτη.)
/(Η σχετική υπεραξία, ολοφάνερα, δεν περιορίζεται μόνο από τη σχέση που
αναφέραμε πιο πάνω, αλλά και από την αναλογία του προϊόντος στη συνολική
κατανάλωση του εργάτη. /Αν ο καπιταλιστής με την ανάπτυξη των παρα-
γωγικών δυνάμεων μπορούσε να βγάλει διπλάσιο αριθμό /μαντήλια από
κασμήρι, /και αν αυτά πουλιούνταν στην /αξία /τους, ο καπιταλιστής δεν
θα είχε δημιουργήσει καθόλου σχετική υπεραξία· γιατί οι εργάτες δεν
καταναλώνουν τέτοια μαντήλια, άρα ο χρόνος που είναι αναγκαίος για την
αναπαραγωγή του εργατικού τους δυναμικού θα έμενε ο ίδιος. Αυτό δεν
συμβαίνει στην πράξη, γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις η τιμή ανεβαίνει
πάνω από την αξία. Εδώ στη θεωρία δεν μας ενδιαφέρει ακόμα αυτό, γιατί
εξετάζουμε το κεφάλαιο καθαυτό, όχι σ' ένα ξεχωριστό κλάδο.) Θα πληρώσει
δηλαδή εργατικό μισθό για 3 ημέρες και θα βάλει να του δουλέψουν 6· με
κάθε 1/2 μέρα αγοράζει 1 μέρα· ώστε με 6/2 ημέρες = 3 ημέρες,
αγοράζει 6 μέρες. Το να υποστηρίζει λοιπόν κανείς ότι οι μέρες
εργασίας που ένα εμπόρευμα ελέγχει στην αγορά, ή οι μισθοί που πληρώνει,
εκφράζουν την αξία του, σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει απολύτως τίποτα
για τη φύση του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας. Το ότι οι
αντικειμενοποιημένες ημέρες εργασίας αγοράζουν περισσότερες ζωντανές
είναι η ουσία κάθε αξιοδημιουργίας όπως και της δημιουργίας
κεφαλαίου. Σωστό θα είταν όμως, αν ο κ. Μάλθους έλεγε πως ο ζωντανός
χρόνος εργασίας που ένα εμπόρευμα ελέγχει στην αγορά εκφράζει το μέτρο
της /αξιοποίησης /αυτού του εμπορεύματος, το μέτρο της /υπερεργασίας
/που το εμπόρευμα τοποθετεί. Αλλά αυτό θάταν απλή ταυτολογία - ότι στο
μέτρο που τοποθετεί περισσότερη εργασία τοποθετεί περισσότερη
εργασία - ή θα έκφραζε το αντίθετο απ' αυτό που θέλει ο Μάλθους, ότι
δηλαδή η υπεραξία προέρχεται από το ότι ο ζωντανός χρόνος εργασίας που
ένα εμπόρευμα ελέγχει ποτέ δεν αντιπροσωπεύει τον χρόνο που έχει
συσσωρευτεί μέσα σ' αυτό.} (Τώρα τελειώσαμε οριστικά με τον Μάλθους.)

[Karl Marx, Grundrisse, Μτφ. Διονύσης Διβάρης]

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

ενώ μεθοδικά θα αντικαθίσταται το προνόμιο του κατόχου πλούτου με ανθρώπινο δικαίωμα, η καπιταλιστική ιδιοκτησία με κοινοτική ιδιοκτησία και οι σχέσεις κυρίου-υπηρέτη με δημοκρατία στον χώρο εργασίας

Ο συνδικαλιστής και κοινωνικός ακτιβιστής Άλαν Ένγκλερ υποστήριξε περαιτέρω ότι η οικονομική δημοκρατία ήταν η εναλλακτική της εργατικής τάξης απέναντι στον καπιταλισμό. Στο βιβλίο του, *Economic Democracy*, ο Ένγκλερ δήλωσε:

> Όταν η οικονομική δημοκρατία – ένας κόσμος ανθρώπινης ισότητας, δημοκρατίας και συνεργασίας – είναι η εναλλακτική, ο καπιταλισμός δεν θα θεωρείται πλέον ως το μικρότερο κακό. Όταν η εργατική τάξη, και όχι ένα επαναστατικό κόμμα, είναι ο φορέας της κοινωνικής αλλαγής, η αλλαγή θα βασίζεται στην οργάνωση του χώρου εργασίας, στις κινητοποιήσεις της κοινότητας και στη δημοκρατική πολιτική δράση. Ο στόχος θα είναι να μετασχηματιστεί ο καπιταλισμός σε οικονομική δημοκρατία μέσω κερδών και μεταρρυθμίσεων που βελτιώνουν τις συνθήκες διαβίωσης, ενώ μεθοδικά θα αντικαθίσταται το προνόμιο του κατόχου πλούτου με ανθρώπινο δικαίωμα, η καπιταλιστική ιδιοκτησία με κοινοτική ιδιοκτησία και οι σχέσεις κυρίου-υπηρέτη με δημοκρατία στον χώρο εργασίας.[49]

Trade unionist and social activist Allan Engler argued further that economic democracy was the working-class alternative to capitalism. In his book, "Economic Democracy", Engler stated:

> When economic democracy – a world of human equality, democracy and cooperation – is the alternative, capitalism will no longer be seen as a lesser evil. When the working class, not a revolutionary party, is the agency of social transformation, change will be based on workplace organization, community mobilizations and democratic political action. The goal will be to transform capitalism into economic democracy through gains and reforms that improve living conditions while methodically replacing wealth-holders' entitlement with human entitlement, capitalist ownership with community ownership and master-servant relations with workplace democracy.[49]

[Engler, Allan (2010). Economic Democracy: The Working-Class Alternative to Capitalism. Black Point, Nova Scotia: Fernwood Publishing. ISBN 978-1-55266-346-2.]

[Από: https://en.wikipedia.org/wiki/Economic_democracy]

 

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Σχέση εργάτη-καπιταλιστή

Προφανώς, ο εργάτης δεν μπορεί να παράγει χωρίς τις αντικειμενικές
{202} συνθήκες της εργασίας. [VII-41] Αυτές είναι πλέον διαχωρισμένες από
τον ίδιο με τη μορφή κεφαλαίου και αντιπαρατίθενται σε αυτόν
ανεξάρτητα. Μπορεί να σχετίζεται με αυτές ως συνθήκες εργασίας μόνο
στον βαθμό που η ίδια η εργασία του έχει προηγουμένως ιδιοποιηθεί από
το κεφάλαιο. Από τη σκοπιά του κεφαλαίου, οι αντικειμενικές συνθήκες
της εργασίας δεν εμφανίζονται ως αναγκαίες για τον εργάτη. Αυτό που
είναι ουσιώδες γι’ αυτό είναι να υπάρχουν ανεξάρτητα απέναντί του,
να είναι διαχωρισμένες από αυτόν, να ανήκουν στον καπιταλιστή
,
και ότι αυτός ο διαχωρισμός θα μπορούσε να καταργηθεί μόνο με την
παράδοση από τον εργάτη της παραγωγικής του δύναμης στο κεφάλαιο, με
αντάλλαγμα το κεφάλαιο να τον συντηρεί ως αφηρημένη εργασιακή
ικανότητα
, δηλαδή ακριβώς ως μια απλή ικανότητα να αναπαράγει τον
πλούτο ως δύναμη που κυριαρχεί πάνω σε αυτή την ικανότητα και
αντιπαρατίθεται σε αυτήν με τη μορφή του κεφαλαίου.

Obviously, the worker cannot produce without the objective
{202} conditions of labour. [VII-41] These are now separated from him in the
form of capital and independently confront him. He can relate himself to
them as conditions of labour only in so far as his labour itself has
previously been appropriated by capital. From the standpoint of capital,
the objective conditions of labour do not appear as necessary for the
worker. What is essential to it is that they should /exist independently
over against him, that he should be separated from them, that they
should be owned by the capitalist, /and that this separation could only
be abolished by his giving up his productive power to capital, in return
for which capital should maintain him as abstract labour capacity, i.e.,
precisely as a mere capacity to reproduce wealth as a force dominating
that capacity and confronting it in the form of capital.

[Karl Marx, MECW 29: 201]