Ανήκει στην ουσία της αντίληψης όχι μόνο το ότι αποβλέπει (έχει ως αντικείμενό της) ένα στιγμιαίο παρόν, ούτε μόνο το ότι αφήνει να αποσυρθεί από το οπτικό της πεδίο κάτι που μόλις υπήρξε, ενώ εξακολουθεί να το αποβλέπει με τον πρωτογενή τρόπο του «μόλις-έχει-υπάρξει», αλλά επίσης το ότι μεταβαίνει από παρόν σε παρόν και, μέσω της αναμονής, προϋπαντά το νέο παρόν. Η εγρήγορη συνείδηση, η εγρήγορη ζωή, είναι μια ζωή-προς, μια ζωή που πορεύεται από το παρόν προς το νέο παρόν.
It belongs to the essence of perception not only that it has in view
a punctual now and not only that it releases from its view something
that has just been, while ‘still intending’ it in the original mode
of ‘just-having-been’, but also that it passes over from now to now
and, in anticipation, goes to meet the new now. The waking
consciousness, the waking life, is a living-towards, a living that
goes from the now towards the new now. (1991: 112)
[Husserl, E. (1991), /On the Phenomenology of the Consciousness of Internal
Time/ (1893–1917), edited and translated by J.B.Brough. Dordrecht:
Kluwer.]
Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026
Ανήκει στην ουσία της αντίληψης όχι μόνο το ότι αποβλέπει (έχει ως αντικείμενό της) ένα στιγμιαίο παρόν, ούτε μόνο το ότι αφήνει να αποσυρθεί από το οπτικό της πεδίο κάτι που μόλις υπήρξε, ενώ εξακολουθεί να το αποβλέπει με τον πρωτογενή τρόπο του «μόλις-έχει-υπάρξει», αλλά επίσης το ότι μεταβαίνει από παρόν σε παρόν και, μέσω της αναμονής, προϋπαντά το νέο παρόν. Η εγρήγορη συνείδηση, η εγρήγορη ζωή, είναι μια ζωή-προς, μια ζωή που πορεύεται από το παρόν προς το νέο παρόν.
Το γεγονός ότι απαιτείται κάποιος χρόνος για να φτάσουν στον εγκέφαλό μας τα σήματα που παράγονται στα αισθητήρια όργανά μας, σημαίνει επίσης ότι ο εγκέφαλός μας χρειάζεται κάποιο χρονικό διάστημα για να επεξεργαστεί αυτά τα σήματα και να παραγάγει, ως απόκριση σε αυτά, την αντίστοιχη εμπειρία.
Το γεγονός ότι απαιτείται κάποιος χρόνος για να φτάσουν στον εγκέφαλό μας τα σήματα που παράγονται στα αισθητήρια όργανά μας, σημαίνει επίσης ότι ο εγκέφαλός μας χρειάζεται κάποιο χρονικό διάστημα για να επεξεργαστεί αυτά τα σήματα και να παραγάγει, ως απόκριση σε αυτά, την αντίστοιχη εμπειρία. Τα ευρήματα της ψυχοφυσικής υποδηλώνουν ότι μπορεί να απαιτούνται μόλις 60 χιλιοστά του δευτερολέπτου (msec), ή ακόμη και έως 500 χιλιοστά του δευτερολέπτου, για να φτάσει ένα ερέθισμα στη συνείδηση (ή να προκαλέσει εμπειρία), ανάλογα με το υποκείμενο, το είδος του ερεθίσματος, την αισθητηριακή τροπικότητα και το έργο που το υποκείμενο προσπαθεί να εκτελέσει.
it takes some time
for signals produced in our sensory organs to reach our brains, it also
takes our brains some time to process these signals and produce the
appropriate experience in response to them. Results from psychophysics
suggest that it can take as little as 60 msec, or as long as 500 msec,
for a stimulus to reach (or produce) experience, depending on the
subject, type of stimulus, sensory modality, and the task the subject is
attempting to perform.^[23
https://plato.stanford.edu/entries/consciousness-temporal/notes.html#note-23]
Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026
το πρόβλημα της υπέρβασης (transcendence)
Μπορούμε να διακρίνουμε δύο γενικά ζητήματα. Πρώτον, υπάρχει το πρόβλημα της υπέρβασης (transcendence) — αναμφίβολα το βασικό πρόβλημα της αποβλεπτικότητας (intentionality) για τη φαινομενολογία μετά τον Χούσσερλ. Αυτό εμφανίζεται στον Χούσσερλ και στον Μερλώ-Ποντύ ως η πρόκληση να εξηγηθεί πώς η προοπτικά περιορισμένη εμπειρία ενός υποκειμένου, που βρίσκεται σχεδόν διαρκώς σε ροή, θα μπορούσε ταυτόχρονα κατά κάποιον τρόπο να συγκροτεί μια συνείδηση σταθερής αντικειμενικότητας. Ο Χούσσερλ και ο Μερλώ-Ποντύ πραγματεύονται αυτού του είδους το ζήτημα επιχειρώντας να δείξουν πώς, όταν περιγραφεί ορθά και εξεταστεί δυναμικά, ο προοπτικός χαρακτήρας της αισθητηριακής εμπειρίας τής προσδίδει στην πραγματικότητα μια αναφορά που υπερβαίνει την ίδια την εμπειρία. Αυτό φαίνεται επίσης να αποτελεί το επιχείρημά τους υπέρ του αποβλεπτισμού/ιντενσιοναλισμού (intentionalism). Αξιοσημείωτα, ο Χάιντεγκερ συλλαμβάνει την υπέρβαση με αρκετά διαφορετικό τρόπο· γι’ αυτόν το πρόβλημα είναι να εξηγηθεί πώς η αποβλεπτικότητα καθίσταται δυνατή από τη σχέση μας με τον χρόνο (Heidegger 1982 §§9, 20–21). Αντιμετωπίζει το δικό του πρόβλημα της υπέρβασης επεξεργαζόμενος μια έννοια της χρονικότητας (temporality) — επηρεασμένη από τον Χούσσερλ ως προς τη συνείδηση του χρόνου — η οποία αξιώνει να εξηγήσει πώς είναι δυνατές οι βασικές μορφές της στάσης και συμπεριφοράς μας απέναντι στα όντα.
We may distinguish two general issues. First, there is the problem of
transcendence—arguably the basic problem of intentionality for
phenomenology after Husserl. This appears in Husserl and Merleau-Ponty
as the challenge of explaining how a subject’s perspectivally limited
experience, nearly constantly in flux, could at the same time somehow
constitute a consciousness of stable objectivity. Husserl and Merleau-
Ponty address this sort of issue by trying to show how, properly
described, and dynamically considered, the perspectival character of
sensory experience actually gives it an experience-transcending
reference. This would seem to serve also as their argument for
intentionalism. Notably, Heidegger conceives of transcendence rather
differently; for him the problem is to say how intentionality is made
possible by our relationship with time (Heidegger 1982 §§9, 20–21). He
addresses /his/ problem of transcendence by working out a notion of
temporality (influenced by Husserl on time-consciousness) that purports
to explain how our basic forms of comportment towards entities are possible.
[Consciousness and Intentionality > Phenomenology and Intentionalism (Stanford Encyclopedia of Philosophy)](https://plato.stanford.edu/entries/consciousness-intentionality/phenomenology-intentionalism.html)