Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα dic. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα dic. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

άμεσος ρεαλισμός

άμεσος ρεαλισμός: η ιδέα ότι στην αισθητηριακή αντίληψη ερχόμαστε σε άμεση γνωριμία με συγκεκριμένα καθέκαστα.

direct realism: the idea that in sensory perception we are directly acquainted with concrete particulars.

[Gianfranco Soldati, Elements of a Phenomenological Theory of Perception] 
 

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

ιμπρεσιονισμός (impressionism)

Ιμπρεσιονισμός (*Impressionism*): Ως γενικό καλλιτεχνικό κίνημα, η θεωρία ότι η τέχνη πρέπει να επιδιώκει μόνο να αποκαλύπτει την αισθητή ποιοτική όψη ενός αντικειμένου, σκηνής ή συμβάντος· δηλαδή το συνολικό αποτέλεσμα που αυτό δημιουργεί στον καλλιτέχνη. Ειδικότερα στη ζωγραφική, η γενική ιδέα που υποκρύπτει την πρακτική είναι η απόδοση της άμεσης οπτικής εμφάνισης του αντικειμένου, ανεξάρτητα από τη φυσική του δομή και τη σημασία του για τον νου. Δίνεται έμφαση στη σύλληψη των εφήμερων επιφανειακών όψεων των πραγμάτων όπως αυτές αποκαλύπτονται από τις μεταβολές του φωτός, με παραμέληση κάθε υποτιθέμενου «πραγματικού» πράγματος που υφίσταται αυτές τις μεταβολές και υποκρύπτει αυτές τις όψεις. — I.J.

[Impressionism: As a general artistic movement, the theory that art should strive only to reveal the felt quality of an object, scene, or event; i.e. the total effect that it creates in the artist. Specifically in painting, the general idea underling practice is to render the immediate visual appearance of the object, independently of its physical structure and its meaning for the mind. Emphasis is placed on capturing ephemeral surface aspects of things as disclosed by changes in light, neglecting any supposed real thing which undergoes these changes and underlies these aspects. -- I.J. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

εντύπωση (impression)

Εντύπωση (*Impression*): Ενέργημα ή διαδικασία επενέργειας· αποτέλεσμα ή επίδραση μιας τέτοιας επενέργειας, ιδίως ψυχολογική· άμεσο ή στιγμιαίο αποτέλεσμα· διέγερση νευρικών διεργασιών ανεξάρτητα από την επίδρασή της· άμεσο αποτέλεσμα της νευρικής διέγερσης στη συνείδηση· άμεσο, ανερμήνευτο δεδομένο της συνείδησης, ιδιαίτερα σε σχέση με αισθητικά αντικείμενα· αισθητηριακή εικόνα· σχετικά ζωηρό αντιληπτικό δεδομένο σε αντιδιαστολή προς μια ασθενέστερη ιδέα. Βλ. Hume. — M.T.K.

[Impression: Act or process of affecting; effect or influence of such, especially psychological, immediate or momentary effect; stimulation of neural processes apart from its effect, immediate effect in consciousness of neural stimulation; immediate, uninterpreted datum of consciousness, especially of aesthetic objects; sensuous image; relatively vivid perceptual datum as against a fainter idea. See Hume. -- M.T.K. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

 

αμεσότητα (immediacy)

**Αμεσότητα** *(λατ. in + medius, «μέσος», «ενδιάμεσος»)*: Η αμεσότητα χρησιμοποιείται με δύο σημασίες:

* Σε αντιδιαστολή προς την **αναπαράσταση**, η αμεσότητα είναι η άμεση παρουσία του αντικειμένου της γνώσης στον νου. Βλ. παρουσιαστική αμεσότητα (*presentational immediacy*).
* Σε αντιδιαστολή προς τη **διαμεσολάβηση**, η αμεσότητα συνίσταται στην απουσία ή στην ελάχιστη και λανθάνουσα παρουσία της συναγωγής, της ερμηνείας και της κατασκευής σε οποιαδήποτε γνωστική διαδικασία.

Με αυτή τη δεύτερη σημασία, η **αντίληψη** και η **ενθύμηση** είναι σχετικά άμεσες, ενώ οι επιστημονικές και φιλοσοφικές θεωρίες είναι διαμεσολαβημένες. — L.W.

[Immediacy: (Lat. in + medius, middle) Immediacy is used in two senses:

* Contrasted with representation, immediacy is the direct presence to the mind of the object of knowledge. See Presentational immediacy.
* Contrasted with mediation, immediacy consists in the absence or minimal and submerged presence of inference, interpretation and construction in any process of knowledge. 

In this sense perception and memory are relatively immediate whereas scientific and philosophical theories are mediate. -- L.W. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

**Παρουσιαστική Αμεσότητα** *(λατ. praesens, μετοχή ενεστώτα του praeesse = «είμαι παρών», και in + medius = «χωρίς ενδιάμεσο»)*: Η παρουσιαστική αμεσότητα χαρακτηρίζει κάθε περιεχόμενο που βρίσκεται σε άμεση γνωστική παρουσία ενώπιον του νου, όπως τα αισθητηριακά δεδομένα, οι νοητικές εικόνες, καθώς και τα συναισθηματικά και συγκινησιακά δεδομένα.

Ορισμένοι γνωσιολόγοι αποδίδουν αμεσότητα και σε ανώτερα επίπεδα γνώσης, όπως η αντίληψη και η ενθύμηση, ενώ οι μυστικιστές την αποδίδουν στη γνώση του Θεού. — L.W.

[Presentational Immediacy: (Lat. praesens ppr. of praeesse, and in + medius, middle) Presentational immediacy characterizes any items which are in the direct cognitive presence of the mind such as sense data, images, emotional and affective data. Immediacy is ascribed by some epistemologists to higher levels of knowledge, e.g. perception and memory and by the mystic to the knowledge of God. -- L.W. ](https://www.ditext.com/runes/p.html)


Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Πλάνη-Ψευδαίσθηση-Παραίσθηση (Delusion-Illusion-Hallucination ditext)

Delusion-Illusion-Hallucination

Πλάνη (Delusion): *(λατ. de + ludere, «παίζω»)* Εσφαλμένη ή μη αληθοφανής (*non-veridical*) γνώση. Ο όρος, κυρίως, περιορίζεται στην αντίληψη, τη μνήμη και άλλες μη συμπερασματικές μορφές γνώσης, αλλά μερικές φορές επεκτείνεται ώστε να περιλάβει και συμπερασματικές πεποιθήσεις και θεωρίες. Βλ. Αληθοφανής (Veridical).

Οι δύο κύριοι τύποι πλάνης είναι:

(α) η ψευδαίσθηση (illusion) ή μερικώς πλανημένη γνώση, π.χ. οι συνήθεις παραμορφώσεις των αισθήσεων και της μνήμης, οι οποίες εντούτοις έχουν κάποια πραγματική βάση· και

(β) η παραισθητική αντίληψη (hallucination) ή πλήρως πλανημένη γνώση, όπως τα όνειρα, οι ψευδο-αναμνήσεις κ.λπ., στα οποία δεν αντιστοιχεί τίποτε στην πραγματικότητα.

Βλ. Ψευδαίσθηση (Illusion)· Παραισθητική αντίληψη (Hallucination). — L.W.

Ψευδαίσθηση (Illusion): *(λατ. in + ludere, «παίζω»)* Μια αισθητηριακή ψευδαίσθηση είναι μια εσφαλμένη αντίληψη που προκύπτει από εσφαλμένη ερμηνεία των δεδομένων των αισθήσεων, επειδή αυτά παράγονται υπό ασυνήθιστες συνθήκες αντίληψης — φυσικές, φυσιολογικές ή ψυχολογικές. Η ψευδαίσθηση αντιδιαστέλλεται προς την παραισθητική αντίληψη (*hallucination*), στην οποία τα αισθητηριακά συστατικά στοιχεία απουσιάζουν εντελώς. Βλ. Πλάνη (Delusion)· Παραισθητική αντίληψη (Hallucination). — L.W.

Παραισθητική αντίληψη (Hallucination): *(λατ. hallucinatio, από το hallucinari, «περιπλανώμαι με τον νου»)* Μια μη αληθοφανής ή πλανημένη αντίληψη ενός αισθητηριακού αντικειμένου, η οποία λαμβάνει χώρα ενώ κανένα αντικείμενο δεν είναι πράγματι παρόν στα αισθητήρια όργανα. Βλ. Πλάνη (Delusion)· Ψευδαίσθηση (Illusion). — L.W.

Αρνητική παραισθητική αντίληψη (Negative Hallucination): Η αποτυχία αντίληψης ενός αντικειμένου το οποίο είναι πράγματι παρόν στα αισθητήρια όργανα. Βλ. Παραισθητική αντίληψη (Hallucination). — L.W.


[Delusion: (Lat. de + ludere, to play) Erroneous or non-veridical cognition. The term is properly restricted to perception, memory and other non-inferential forms of knowledge but is at times extended to include inferential beliefs and theories. See Veridical. The two principal types of delusion are (a) illusion or partially delusive cognition, e.g. the ordinary distortions of sense and memory which nevertheless have a basis in fact, and (b) hallucination or totally delusive cognition such as dreams, pseudo-memories, etc. to which nothing corresponds in fact. See Illusion; Hallucination. -- L.W. ](https://www.ditext.com/runes/d.html)

[Illusion: (Lat. in + ludere, to play) An illusion of sense is an erroneous perception arising from a misinterpretation of data of sense because they are produced under unusual conditions of perception, physical, physiological or psychological. Illusion contrasts with hallucination in which the sensuous ingredients are totally absent. See Delusion; Hallucination. -- L.W. ](http://www.ditext.com/runes/i.html)

[Hallucination: (Lat. hallucinatio, from hallucinari, to wander in mind) A non-veridical or delusive perception of a sense object occurring when no object is in fact present to the organs of sense. See Delusion, Illusion. -- L.W.

Hallucination, Negative: The failure to perceive an object which is in fact present to the organs of sense. See Hallucination. -- L.W. ](https://www.ditext.com/runes/h.html)

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

haecceity vs. quiddity

Ενώ η haecceity αναφέρεται στις όψεις ενός πράγματος που το καθιστούν ένα καθέκαστο/ιδιαίτερο πράγμα, η quiddity αναφέρεται στις καθολικές ιδιότητες ενός πράγματος, στην «τι-ότητα» του («whatness»), δηλαδή στις όψεις εκείνες που μπορεί να μοιράζεται με άλλα πράγματα και μέσω των οποίων μπορεί να αποτελεί μέρος ενός γένους πραγμάτων.

[https://en.wikipedia.org/wiki/Haecceity] 

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

eventually (μετάφραση)

eventually

+------------------+---------------------------------------------+----------------------------------------------------------+
| **eventually**   | **Αγγλικό παράδειγμα**                      | **Μετάφραση στα ελληνικά του αγγλικού παραδείγματος**    |
+==================+=============================================+==========================================================+
| Στο τέλος        | "Eventually, the rain stopped."             | "Στο τέλος, η βροχή σταμάτησε."                          |
+------------------+---------------------------------------------+----------------------------------------------------------+
| Με τον καιρό     | "Eventually, she learned to trust him."     | "Με τον καιρό, έμαθε να τον εμπιστεύεται."               |
+------------------+---------------------------------------------+----------------------------------------------------------+
| Αργά ή γρήγορα   | "Eventually, everyone will know the truth." | "Αργά ή γρήγορα, όλοι θα μάθουν την αλήθεια."            |
+------------------+---------------------------------------------+----------------------------------------------------------+
| Σε κάποιο σημείο | "Eventually, we had to address the issue."  | "Σε κάποιο σημείο, έπρεπε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα." |
+------------------+---------------------------------------------+----------------------------------------------------------+


M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

επαγωγή (induction)

Σε αντίθεση με την προσέγγιση από πάνω προς τα κάτω (top-down approach), μια προσέγγιση από κάτω προς τα πάνω ή επαγωγική (bottom-up / inductive approach) υποστηρίχθηκε από Άγγλους φιλοσόφους. Η προσέγγιση αυτή αποτελείται από τρία στάδια:

1. Παρατήρηση ενός αριθμού περιπτώσεων.
2. Ανακάλυψη ενός κοινού μοτίβου ανάμεσα στις περιπτώσεις.
3. Επαγωγική συναγωγή του συμπεράσματος ότι το μοτίβο αυτό ισχύει για όλα τα πράγματα του σχετικού τύπου.

[1994 Lecture Notes: Empiricism](https://web.archive.org/web/20100613030259/http://hume.ucdavis.edu/mattey/phi001/emplec.htm)

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

δυϊσμός (dualism)

«Δυϊσμός: (λατ. duo, δύο)

(a) Στη μεταφυσική: Θεωρία που αποδέχεται, σε οποιοδήποτε δεδομένο πεδίο, δύο ανεξάρτητες και αμοιβαία μη αναγώγιμες υποστάσεις/ουσίες, π.χ. τον πλατωνικό δυϊσμό του αισθητού και του νοητού κόσμου, τον καρτεσιανό δυϊσμό της σκεπτόμενης και της εκτατής ουσίας, τον λειμπνιτσιανό δυϊσμό του πραγματικού και του δυνατού κόσμου, τον καντιανό δυϊσμό του νοουμένου και του φαινομένου. Ο όρος “δυϊσμός” εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Thomas Hyde, Historia religionis veterum Persarum (1700), κεφ. IX, σ. 164, όπου εφαρμόζεται στον θρησκευτικό δυϊσμό του καλού και του κακού, και χρησιμοποιείται ομοίως από τον Bayle στο λήμμα «Zoroaster» του Λεξικού του, καθώς και από τον Leibniz στην Theodicee. Ο C. Wolff ευθύνεται για τη χρήση του με ψυχο-φυσική έννοια (βλ. A. Lalande, Vocabulaire de la Philosophie, τόμ. I, σ. 180, σημείωση του R. Eucken).

(b) Στην επιστημολογία: Ο επιστημολογικός δυϊσμός είναι η θεωρία ότι στην αντίληψη, στη μνήμη και σε άλλους τύπους μη συναγωγικής γνώσης υπάρχει αριθμητική δυαδικότητα ανάμεσα στο περιεχόμενο ή το άμεσα παρόν δεδομένο στο γνωστικό νου (αισθητηριακό δεδομένο, εικόνα μνήμης κ.λπ.) και στο πραγματικό αντικείμενο της γνώσης (το πράγμα που γίνεται αντιληπτό ή ανακαλείται) (βλ. A. O. Lovejoy, The Revolt Against Dualism, σσ. 15–16). Ο επιστημολογικός μονισμός, αντιθέτως, ταυτίζει το άμεσο δεδομένο και το γνωστικό αντικείμενο, είτε αφομοιώνοντας το περιεχόμενο προς το αντικείμενο (επιστημολογικός ρεαλισμός) είτε το αντικείμενο προς το περιεχόμενο (επιστημολογικός ιδεαλισμός). — L.W.»

[Dualism: (Lat. duo, two)

(a) In metaphysics: Theory which admits in any given domain, two independent and mutually irreducible substances e.g. the Platonic dualism of the sensible and intelligible worlds, the Cartesian dualism of thinking and extended substances, the Leibnizian dualism of the actual and possible worlds, the Kantian dualism of the noumenal and the phenomenal. The term dualism first appeared in Thomas Hyde, Historia religionis veterum Persarum (1700) ch. IX, p. 164, where it applied to religious dualism of good and evil and is similarly employed by Bayle in his Dictionary article "Zoroaster" and by Leibniz in Theodicee. C. Wolff is responsible for its use in the psycho-physical sense, (cf. A. Lalande, Vocabulaire de la Philosophie. Vol. I, p. 180, note by R. Eucken.)

(b) In epistemology: Epistemological dualism is the theory that in perception, memory and other types of non-inferential cognition, there is a numerical duality of the content or datum immediately present to the knowing mind and (sense datum, memory image, etc.) and the real object known (the thing perceived or remembered) (cf. A. O. Lovejoy, The Revolt Against Dualism, pp. 15-6). Epistemological monism, on the contrary identifies the immediate datum and the cognitive object either by assimilating the content to the object (epistemological realism) or the object to the content (epistemological idealism). -- L.W. ](http://www.ditext.com/runes/d.html)

Ο Φαίδων έχει καταστεί μια σπερματική διατύπωση, από την οποία
«μια ολόκληρη σειρά δυϊσμών, οι οποίοι έχουν ριζωθεί βαθιά στη δυτική φιλοσοφία, τη θεολογία και την ψυχολογία επί δύο χιλιετίες, έλαβαν την κλασική τους διατύπωση: ψυχή και σώμα, νους και ύλη, νόηση και αίσθηση, λόγος και συναίσθημα, πραγματικότητα και φαινόμενο, ενότητα και πολλαπλότητα, τελειότητα και ατέλεια, αθάνατο και θνητό, μονιμότητα και μεταβολή, αιώνιο και χρονικό, θείο και ανθρώπινο, ουρανός και γη.»^[24] <#cite_note-FOOTNOTEGallop1996ix-24>

The /Phaedo/ has come to be considered a seminal formulation, from which
"a whole range of dualities, which have become deeply ingrained in
Western philosophy, theology, and psychology over two millennia,
received their classic formulation: soul and body, mind and matter,
intellect and sense, reason and emotion, reality and appearance, unity
and plurality, perfection and imperfection, immortal and mortal,
permanence and change, eternal and temporal, divine and human, heaven
and earth."^[24] <#cite_note-FOOTNOTEGallop1996ix-24>
[https://quizlet.com/68152113/philosophy-works-flash-cards/]

 

αμφιβολία (doubt)

Η *αμφιβολία* που μόλις αναφέρθηκε δεν είναι, ομοίως, καμία συναισθηματική πράξη. Δεν είναι πράγματι μια πράξη διακριτή από ένα θεωρητικό ερώτημα ούτε περιστασιακά υφασμένη μέσα σε αυτό, αλλά είναι απλώς η ειδική περίπτωση ενός διαζευκτικού ερωτήματος, με τη δική μας παρούσα θεωρητική έννοια. 

The *doubt* just mentioned is, likewise, no emotional act. It is not in fact an act distinct from a theoretical question nor on occasion woven into it, but is simply the special case of a disjunctive question, in our present theoretical sense. [Edmund Husserl, Logical Investigations 2, p. 143]


απόδειξη (demonstration)

[Demonstration establishes that we not only know a certain fact but can show why it must necessarily be so and why it could not be otherwise.

Η απόδειξη θεμελιώνει ότι όχι μόνο γνωρίζουμε ένα ορισμένο γεγονός, αλλά μπορούμε και να δείξουμε γιατί πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι έτσι και γιατί δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά.]

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

behaviorism (συμπεριφορισμός)

[behaviorism (συμπεριφορισμός)

Belief that all mental phenomena can be explained by reference to publicly observable behavior or dispositions to behave. Modern psychology, exemplified by Watson and Skinner, is founded on the methodological principle that only overt human conduct (as opposed to introspection) is available for objective study, including scientific prediction and confirmation. In a more radical metaphysical form, behaviorism may deny the reality of mental entities or processes, all of which are held to be reducible to physical things or events. Logical or linguistic behaviorism, like that of Gilbert Ryle, holds that assertions about mental events can always be analyzed in behavioral terms. Contemporary functionalism is often regarded as a modest form of philosophical behaviorism.

«Η πεποίθηση ότι όλα τα νοητικά φαινόμενα μπορούν να εξηγηθούν με αναφορά σε δημόσια παρατηρήσιμη συμπεριφορά ή σε διαθέσεις για συμπεριφορά. Η σύγχρονη ψυχολογία, όπως εκπροσωπείται από τον John B. Watson και τον B. F. Skinner, θεμελιώνεται στη μεθοδολογική αρχή ότι μόνο η έκδηλη ανθρώπινη συμπεριφορά (σε αντίθεση με την ενδοσκόπηση) είναι διαθέσιμη για αντικειμενική μελέτη, συμπεριλαμβανομένης της επιστημονικής πρόβλεψης και επιβεβαίωσης. Σε μια πιο ριζοσπαστική μεταφυσική εκδοχή, ο συμπεριφορισμός μπορεί να αρνείται την πραγματικότητα των νοητικών οντοτήτων ή διεργασιών, οι οποίες θεωρείται ότι αναγώγονται σε φυσικά πράγματα ή συμβάντα. Ο λογικός ή γλωσσικός συμπεριφορισμός, όπως εκείνος του Gilbert Ryle, υποστηρίζει ότι οι προτάσεις σχετικά με νοητικά συμβάντα μπορούν πάντοτε να αναλυθούν σε όρους συμπεριφοράς. Ο σύγχρονος λειτουργισμός συχνά θεωρείται ως μια μετριοπαθής μορφή φιλοσοφικού συμπεριφορισμού.»

Recommended Reading: John B. Watson, Behaviorism (Transaction, 1998); B. F. Skinner, About Behaviorism (Random House, 1976); Gilbert Ryle, The Concept of Mind (Chicago, 2000); and John Staddon, Behaviorism (Focus, 1993).

Also see SEP, IEP, ISM, EB, Wilfrid Sellars, and DPM. ](http://www.philosophypages.com/dy/b2.htm)

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

αίτιο (radicalacademy)

Αιτιώδης ορισμός. Η εξήγηση ενός πράγματος μέσω των ποιητικών (αποτελεσματικών) ή τελικών αιτίων του.

Αιτιώδης πρόταση. Πρόταση που συνδυάζει δύο δηλώσεις κατά τέτοιον τρόπο ώστε η μία να δίδεται ως λόγος ή αιτία της άλλης.

Αιτιότητα, αρχή της. Η αρχή σύμφωνα με την οποία καθετί που μεταβαίνει από κατάσταση ανυπαρξίας σε κατάσταση ύπαρξης πρέπει να έχει ένα ποιητικό αίτιο για την ύπαρξή του.

Αίτιο. Εκείνο που, με οποιονδήποτε τρόπο, ασκεί θετική επίδραση στην παραγωγή ενός πράγματος.

Αίτιο, ποιητικό. Εκείνο μέσω του οποίου παράγεται κάτι.

Αίτιο, αμφίσημο (ή ετερογενές). Αίτιο που παράγει αποτέλεσμα ανόμοιο προς το ίδιο ως προς τη φύση.

Αίτιο, τελικό. Εκείνο χάριν του οποίου ενεργεί ένα ποιητικό αίτιο.

Αίτιο, πρώτο. Αίτιο του οποίου η αιτιότητα είναι απολύτως ανεξάρτητη από κάθε άλλο αίτιο ή ον και από το οποίο εξαρτάται κάθε άλλη αιτιότητα.

Αίτιο, μορφικό. Εκείνο μέσω του οποίου ένα πράγμα καθίσταται αυτό που είναι· η μορφή.

Αίτιο, ελεύθερο. Αίτιο που δεν εξαναγκάζεται να ενεργήσει, ακόμη και όταν όλες οι αναγκαίες συνθήκες για δράση είναι παρούσες.

Αίτιο, οργανικό (ή εργαλειακό). Ποιητικό αίτιο που παράγει ένα αποτέλεσμα δυνάμει της ισχύος άλλου αιτίου.

Αίτιο, υλικό. Εκείνο από το οποίο κάτι γίνεται ή κατασκευάζεται· η ύλη.

Αίτιο, ηθικό. Αίτιο που ρέπει έναν ελεύθερο δρώντα προς δράση.

Αίτιο, αναγκαίο. Αίτιο που καθορίζεται από τη φύση του να παράγει ένα ορισμένο αποτέλεσμα, εφόσον συντρέχουν οι απαιτούμενες συνθήκες.

Αίτιο, μερικό. Αίτιο του οποίου η δράση παράγει μόνο ένα μέρος του συνολικού αποτελέσματος.

Αίτιο κατά συμβεβηκός (per accidens). Αίτιο που παράγει ένα αποτέλεσμα προς το οποίο δεν έχει φυσική τάση ή το οποίο η ελεύθερη βούληση (εάν πρόκειται για τέτοιο αίτιο) δεν προτίθεται.

Αίτιο καθ’ αὑτό (per se). Αίτιο που έχει φυσική τάση να παράγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή, εάν είναι ελεύθερος δρών, το επιδιώκει εκουσίως.

Αίτιο, φυσικό. Αίτιο που παράγει αποτέλεσμα μέσω της άμεσης ίδιας του ενέργειας.

Αίτιο, κύριο. Ποιητικό αίτιο που παράγει ένα αποτέλεσμα δυνάμει της δικής του ισχύος.

Αίτιο, εγγύς. Αίτιο που παράγει το αποτέλεσμά του άμεσα, δυνάμει της δικής του ενέργειας, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου αιτίου.

Αίτιο, απομακρυσμένο. Αίτιο που παράγει ένα αποτέλεσμα μέσω της άμεσης ενέργειας ενός ή περισσότερων ενδιάμεσων αιτίων.

Αίτιο, δεύτερο. Αίτιο του οποίου η αιτιότητα εξαρτάται από κάποιο άλλο αίτιο ή ον.

Αίτιο, ολικό. Αίτιο του οποίου η δράση παράγει ολόκληρο το αποτέλεσμα.

Αίτιο, μονόσημο. Αίτιο που παράγει αποτέλεσμα όμοιο προς το ίδιο ως προς τη φύση.

[The Radical Academy Glossary of Philosophical Terms](https://web.archive.org/web/20101126221224/http://radicalacademy.com/aipphilglossary1a.htm) 

 

Ειδοποιός διαφορά (Differentia)

Ειδοποιός διαφορά (Differentia). Καθολική ιδέα ή κατηγόρημα που εκφράζει ένα μέρος της ουσίας του υποκειμένου του, εκείνο το μέρος που διακρίνει ένα είδος από ένα άλλο υπό το ίδιο γένος.

[The Radical Academy Glossary of Philosophical Terms](https://web.archive.org/web/20101126201134/http://radicalacademy.com/aipphilglossary1.htm) 

Αιτιοκρατία/Ντετερμινισμός

Αιτιοκρατία/Ντετερμινισμός. Στο πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης, η διδασκαλία σύμφωνα με την οποία η βούληση καθορίζεται από τις προγενέστερες ψυχικές και φυσικές συνθήκες και αιτίες, ώστε να ενεργεί όπως ενεργεί.

[The Radical Academy Glossary of Philosophical Terms](https://web.archive.org/web/20101126201134/http://radicalacademy.com/aipphilglossary1.htm) 

αναλογία

Αναλογία. Η συλλογιστική διαδικασία κατά την οποία ο νους συνάγει, από τα γνωστά χαρακτηριστικά ενός πράγματος ή μιας ομάδας πραγμάτων, τα άγνωστα χαρακτηριστικά ενός άλλου πράγματος ή μιας άλλης ομάδας πραγμάτων, λόγω μιας αναγνωρισμένης ομοιότητας που υπάρχει μεταξύ τους.

[The Radical Academy Glossary of Philosophical Terms](https://web.archive.org/web/20101126201134/http://radicalacademy.com/aipphilglossary1.htm)