Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Αλλά από τη στιγμή που οι άνθρωποι ... κατέστησαν τη συντήρησή τους εξαρτημένη από τις ανταλλαγές που μπορούσαν να πραγματοποιήσουν, ή από το εμπόριο, αναγκάστηκαν να προσκολληθούν σε μια διαφορετική εκτίμηση, στην ανταλλακτική αξία, στην αξία που δεν προκύπτει από τη χρησιμότητα αλλά μάλλον από τη σχέση ανάμεσα στις ανάγκες ολόκληρης της κοινωνίας και στην ποσότητα εργασίας που ήταν επαρκής για την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης, ή επίσης στην ποσότητα εργασίας που θα μπορούσε να την ικανοποιήσει στο μέλλον.

«Αρχικά ο βιομήχανος παράγει για τους άλλους, όχι για τη δική του χρήση· τα αγαθά αυτά αρχίζουν να του είναι χρήσιμα μόνο από τη στιγμή που τα ανταλλάσσει. Έτσι καθιστούν αναγκαίο το εμπόριο και την τέχνη της ανταλλαγής. Αποτιμώνται πλέον μόνο βάσει της ανταλλάξιμης αξίας τους.» (σ. 161.) (Sismondi, *Études sur l’économie politique*, τ. II, Βρυξέλλες, 1837.)

Το εμπόριο έχει αφαιρέσει από τα πράγματα, από τα τμήματα του πλούτου, τον πρωταρχικό τους χαρακτήρα ως χρήσιμων πραγμάτων: *είναι η αντίθεση μεταξύ της αξίας χρήσης τους και της ανταλλάξιμης αξίας τους στην οποία το εμπόριο έχει αναγάγει όλα τα πράγματα*. (σ. 162.)

Στην αρχή, η χρησιμότητα είναι το αληθινό μέτρο των αξιών· ... το εμπόριο υπάρχει τότε, στην πατριαρχική κατάσταση της κοινωνίας· αλλά δεν έχει απορροφήσει πλήρως την κοινωνία· ασκείται μόνο πάνω στο πλεόνασμα της παραγωγής του καθενός και όχι πάνω σε εκείνο που συνιστά την ίδια του την ύπαρξη. (σ. 162, 163.)

Αντίθετα, ο χαρακτήρας της οικονομικής μας προόδου συνίσταται στο ότι το *εμπόριο* έχει αναλάβει το βάρος της *διανομής* του συνόλου του πλούτου που παράγεται ετησίως και, κατά συνέπεια, έχει καταργήσει απολύτως τον χαρακτήρα του ως αξίας χρήσης, αφήνοντας να παραμένει μόνο ο χαρακτήρας του ως ανταλλάξιμης αξίας. (σ. 163.)

Πριν από την εισαγωγή του εμπορίου ... η αύξηση της ποσότητας του προϊόντος αποτελούσε άμεση αύξηση του πλούτου. Λιγότερη σημασία είχε τότε η ποσότητα της εργασίας μέσω της οποίας αποκτιόταν αυτό το χρήσιμο πράγμα ... Και πράγματι, το ζητούμενο πράγμα δε χάνει τίποτε από τη χρησιμότητά του ακόμη και αν δεν απαιτούνταν καθόλου εργασία για την απόκτησή του· τα σιτηρά και το λινό δε θα ήταν λιγότερο αναγκαία για τους κατόχους τους ... ακόμη και αν τους έπεφταν από τον ουρανό. Αυτή είναι αναμφίβολα η αληθινή εκτίμηση του πλούτου, της απόλαυσης και της χρησιμότητας.

Αλλά από τη στιγμή που οι άνθρωποι ... κατέστησαν τη συντήρησή τους εξαρτημένη από τις ανταλλαγές που μπορούσαν να πραγματοποιήσουν, ή από το εμπόριο, αναγκάστηκαν να προσκολληθούν σε μια διαφορετική εκτίμηση, στην ανταλλακτική αξία, στην αξία που δεν προκύπτει από τη χρησιμότητα αλλά μάλλον από *τη σχέση ανάμεσα στις ανάγκες ολόκληρης της κοινωνίας και στην ποσότητα εργασίας που ήταν επαρκής για την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης*, ή επίσης στην ποσότητα εργασίας που θα μπορούσε να την ικανοποιήσει στο μέλλον. (σ. 266, ό.π.)

Στην εκτίμηση των αξιών, την οποία οι άνθρωποι επιχείρησαν να μετρήσουν με την εισαγωγή του χρήματος, η έννοια της χρησιμότητας παραμερίζεται πλήρως. Είναι η *εργασία*, η προσπάθεια που είναι αναγκαία για να αποκτήσει κανείς τα δύο πράγματα που ανταλλάσσονται μεταξύ τους, η οποία και μόνο λαμβάνεται υπόψη. (σ. 267.)

‘First the industrialist produces for others’ not for his own use; these goods begin to be of use to him only from the moment he exchanges them away. They thus make trade and the art of exchange necessary. They are only appraised by their exchangeable value.’ (p. 161.) (Sismondi, <em>Études sur l’économie politique</em>, Vol. II, Brussels, 1837.) Trade has robbed things, pieces of wealth, of their primitive character of usefulness: <em>it is the antithesis between their use value and their exchangeable value to which commerce has reduced all things</em>. (p. 162.) At the beginning, utility is the true measure of values; … trade exists then, in the patriarchal state of society; but it has not entirely absorbed the society; it is practised only upon the surplus of each one’s production, and not on what constitutes its existence. (p. 162, 163.) By contrast, the character of our economic progress is that <em>trade</em> has taken on the burden of the <em>distribution</em> of the totality of the annually produced wealth and it has consequently suppressed absolutely its character of use value, letting only that of exchangeable value remain. (163.)

Before the introduction of trade … the increase in the quantity of the product was a direct increase of wealth. Less significant at that time was the quantity of labour by means of which this useful thing was obtained … And really, the thing demanded loses none of its usefulness even if no labour at all were needed to obtain it; grain and linen would not be less necessary to their owners … even if they fell to them from heaven. This is without a doubt the true estimate of wealth, enjoyment, and usefulness. But from the moment when men … made their subsistence dependent on the exchanges they could make, or on commerce, they were forced to adhere to a <a id="p861"></a> different estimation, to exchange value, to value which results not from usefulness but rather from <em>the relation between the needs of the whole society and the quantity of labour which was sufficient to satisfy this need</em>, or as well the quantity of labour which might satisfy it in the future. (p. 266, loc. cit.) In the estimation of values, which people endeavoured to measure with the introduction of currency, the concept of usefulness is quite displaced. It is <em>labour</em>, the exertion necessary to procure oneself the two things exchanged for one another, which has alone been regarded. (p. 267.)

-- Karl Marx, Grundrisse

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.