Όπως ακριβώς ο χρόνος εργασίας που περιέχεται στον καφέ, το τσάι, το ψωμί, το κάλικο, εν ολίγοις σε όλα τα εμπορεύματα, εκφράζεται σε λινό ύφασμα, έτσι, αντιστρόφως, η ανταλλακτική αξία του λινού υφάσματος αντανακλάται σε όλα τα άλλα εμπορεύματα που λειτουργούν ως ισοδύναμά του, και ο αντικειμενοποιημένος στο λινό χρόνος εργασίας γίνεται άμεσα καθολικός χρόνος εργασίας, ο οποίος ενσωματώνεται εξίσου σε διαφορετικές ποσότητες όλων των άλλων εμπορευμάτων. Έτσι, το λινό ύφασμα γίνεται το *καθολικό ισοδύναμο* ως συνέπεια της *καθολικής δράσης* όλων των άλλων εμπορευμάτων απέναντί του. Κάθε εμπόρευμα, θεωρούμενο ως ανταλλακτική αξία, γίνεται μέτρο της αξίας όλων των άλλων εμπορευμάτων. Εδώ, αντίθετα, επειδή η ανταλλακτική αξία όλων των εμπορευμάτων μετριέται με ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα, το αποκλεισμένο αυτό εμπόρευμα γίνεται η επαρκής παράσταση της ανταλλακτικής αξίας ως καθολικού ισοδυνάμου. Από την άλλη πλευρά, η άπειρη σειρά ή ο άπειρος αριθμός εξισώσεων στις οποίες εκφραζόταν η ανταλλακτική αξία κάθε εμπορεύματος περιορίζεται τώρα σε μία μόνο εξίσωση δύο όρων. Η εξίσωση *2 λίβρες καφέ = 1 γιάρδα λινού υφάσματος* αποτελεί πλέον μια πλήρη έκφραση της ανταλλακτικής αξίας του καφέ, επειδή σε αυτήν ο καφές εμφανίζεται ως το άμεσο ισοδύναμο μιας καθορισμένης ποσότητας οποιουδήποτε άλλου εμπορεύματος. Συνεπώς, μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής, τα εμπορεύματα υπάρχουν το ένα για το άλλο ή εμφανίζονται το ένα απέναντι στο άλλο ως ανταλλακτικές αξίες με τη μορφή του λινού υφάσματος.
Το γεγονός [288] ότι όλα τα εμπορεύματα σχετίζονται μεταξύ τους ως ανταλλακτικές αξίες, δηλαδή απλώς ως διαφορετικές ποσότητες αντικειμενοποιημένου καθολικού χρόνου εργασίας, εμφανίζεται τώρα με τη μορφή ότι όλες οι ανταλλακτικές αξίες παριστάνουν απλώς διαφορετικές ποσότητες ενός και του αυτού πράγματος, του λινού υφάσματος. Ο καθολικός χρόνος εργασίας εμφανίζεται, επομένως, ως ένα ιδιαίτερο πράγμα, ως ένα εμπόρευμα επιπλέον και χωριστά από όλα τα άλλα εμπορεύματα. Ταυτόχρονα, όμως, η εξίσωση στην οποία ένα εμπόρευμα παριστά την ανταλλακτική αξία ενός άλλου εμπορεύματος, π.χ. *2 λίβρες καφέ = 1 γιάρδα λινού υφάσματος*, πρέπει ακόμη να πραγματοποιηθεί. Μόνο όταν αποξενωθεί ως αξία χρήσης —αποξένωση που εξαρτάται από το αν μπορεί να αποδείξει μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής ότι αποτελεί αντικείμενο που χρειάζεται— μετατρέπεται πραγματικά από τη μορφή του καφέ στη μορφή του λινού υφάσματος και έτσι γίνεται καθολικό ισοδύναμο και εκπροσωπεί πράγματι την ανταλλακτική αξία όλων των άλλων εμπορευμάτων. Από την άλλη πλευρά, επειδή όλα τα εμπορεύματα, ως αποτέλεσμα της αποξένωσής τους ως αξιών χρήσης, μετατρέπονται σε λινό ύφασμα, το λινό γίνεται η μετασχηματισμένη μορφή όλων των άλλων εμπορευμάτων, και μόνο ως αποτέλεσμα αυτού του μετασχηματισμού όλων των άλλων εμπορευμάτων σε λινό γίνεται η άμεση *αντικειμενοποίηση του καθολικού χρόνου εργασίας*, δηλαδή το προϊόν της καθολικής αποξένωσης και της υπέρβασης κάθε ατομικής εργασίας.
Ενώ, λοιπόν, τα εμπορεύματα λαμβάνουν μια διπλή μορφή προκειμένου να παραστήσουν την ανταλλακτική αξία το ένα για το άλλο, το εμπόρευμα που έχει αποσπαστεί ως καθολικό ισοδύναμο αποκτά επίσης μια διπλή αξία χρήσης. Εκτός από την ιδιαίτερη αξία χρήσης του ως μεμονωμένου εμπορεύματος, αποκτά και μια καθολική αξία χρήσης. Αυτή η τελευταία αξία χρήσης αποτελεί και η ίδια μια καθορισμένη μορφή, δηλαδή προκύπτει από τον ειδικό ρόλο που παίζει το εμπόρευμα αυτό ως αποτέλεσμα της καθολικής δράσης που ασκούν επάνω του τα άλλα εμπορεύματα μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής. Η αξία χρήσης κάθε εμπορεύματος, ως αντικειμένου που ικανοποιεί ιδιαίτερες ανάγκες, έχει διαφορετική σημασία σε διαφορετικά χέρια· έχει, για παράδειγμα, μία σημασία για εκείνον που το διαθέτει και άλλη για εκείνον που το αποκτά. Το εμπόρευμα που έχει αποσπαστεί ως καθολικό ισοδύναμο γίνεται τώρα αντικείμενο που ικανοποιεί μια καθολική ανάγκη, η οποία ανακύπτει από την ίδια τη διαδικασία της ανταλλαγής, και έχει την ίδια αξία χρήσης για όλους — εκείνη του φορέα της ανταλλακτικής αξίας ή του καθολικού μέσου ανταλλαγής. Έτσι, η αντίφαση που ενυπάρχει στο εμπόρευμα ως τέτοιο, δηλαδή ότι είναι μια ιδιαίτερη αξία χρήσης και συγχρόνως καθολικό ισοδύναμο, άρα μια αξία χρήσης για όλους ή μια καθολική αξία χρήσης, έχει επιλυθεί στην περίπτωση αυτού του ενός εμπορεύματος.
Ενώ η ανταλλακτική αξία όλων των άλλων εμπορευμάτων παρουσιάζεται κατ’ αρχάς με τη μορφή μιας **ιδεατής εξίσωσης** με το εμπόρευμα που έχει αποσπαστεί, μιας εξίσωσης που πρέπει ακόμη να πραγματοποιηθεί, η αξία χρήσης αυτού του εμπορεύματος, μολονότι πραγματική, φαίνεται μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής να έχει απλώς μια τυπική ύπαρξη, η οποία πρέπει ακόμη να πραγματοποιηθεί μέσω της μετατροπής της σε πραγματικές αξίες χρήσης. Αρχικά, το εμπόρευμα εμφανιζόταν ως εμπόρευμα εν γένει, ως καθολικός χρόνος εργασίας αντικειμενοποιημένος σε μια ιδιαίτερη αξία χρήσης. Μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής, όλα τα εμπορεύματα συγκρίνονται με το ένα αποκλεισμένο εμπόρευμα, το οποίο θεωρείται ως το εμπόρευμα εν γένει, *το* εμπόρευμα, η ενσάρκωση του καθολικού χρόνου εργασίας σε μια ιδιαίτερη αξία χρήσης. Έτσι, ως *ιδιαίτερα* εμπορεύματα αντιπαρατίθενται σε ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα, το οποίο θεωρείται το *καθολικό* εμπόρευμα.
Το γεγονός ότι οι κάτοχοι των εμπορευμάτων αντιμετωπίζουν την εργασία ο ένας του άλλου ως καθολική κοινωνική εργασία εμφανίζεται με τη μορφή ότι αντιμετωπίζουν τα ίδια τους τα εμπορεύματα ως ανταλλακτικές αξίες· και η αμοιβαία σχέση των εμπορευμάτων ως ανταλλακτικών αξιών μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής εμφανίζεται ως η καθολική τους σχέση προς ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα, το οποίο αποτελεί την επαρκή έκφραση της ανταλλακτικής τους αξίας. Αυτό, με τη σειρά του, εμφανίζεται ως η ειδική σχέση αυτού του ιδιαίτερου εμπορεύματος προς όλα τα άλλα εμπορεύματα και, συνεπώς, ως ο ιδιαίτερος, σαν να είχε αναπτυχθεί φυσικά, κοινωνικός χαρακτήρας ενός πράγματος.
Το ιδιαίτερο εμπόρευμα που παριστά έτσι την ανταλλακτική αξία όλων των εμπορευμάτων, δηλαδή την ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων θεωρούμενη ως ένα ιδιαίτερο, αποκλειστικό εμπόρευμα, συνιστά το *χρήμα*. Αποτελεί την κρυστάλλωση της ανταλλακτικής αξίας των εμπορευμάτων και διαμορφώνεται μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής. Έτσι, ενώ μέσα στη διαδικασία της ανταλλαγής τα εμπορεύματα γίνονται *αξίες χρήσης* το ένα για το άλλο, αποβάλλοντας όλες τις καθορισμένες μορφές τους και αντιπαρατιθέμενα μεταξύ τους στην άμεση φυσική τους υπόσταση, πρέπει ταυτόχρονα να προσλάβουν μια νέα καθορισμένη μορφή, να εξελιχθούν σε χρήμα, ώστε να μπορούν να αντιπαρατίθενται μεταξύ τους ως *ανταλλακτικές αξίες*.
Το χρήμα δεν είναι σύμβολο, όπως ακριβώς και η ύπαρξη μιας αξίας χρήσης με τη μορφή εμπορεύματος δεν είναι σύμβολο. Το γεγονός ότι μια κοινωνική σχέση παραγωγής εμφανίζεται ως κάτι που υπάρχει ανεξάρτητα από τα επιμέρους ανθρώπινα άτομα και ότι οι ιδιαίτερες σχέσεις στις οποίες αυτά εισέρχονται κατά την παραγωγή μέσα στην κοινωνία εμφανίζονται ως ειδικές ιδιότητες ενός πράγματος —αυτή η ανεστραμμένη εμφάνιση, αυτή η πεζά πραγματική και καθόλου φανταστική μυστικοποίηση— χαρακτηρίζει όλες τις κοινωνικές μορφές εργασίας που θέτουν την ανταλλακτική αξία. Στο χρήμα αυτή η ανεστραμμένη εμφάνιση εκδηλώνεται απλώς με πιο εντυπωσιακό τρόπο απ’ ό,τι στο εμπόρευμα.
[MECW 29, σσ. 287–289]
Just as the labour time contained in coffee, tea, bread, calico, in
short in all commodities, is expressed in terms of linen, so conversely
the exchange value of linen is reflected in all other commodities which
act as its equivalents, and the labour time objectified in linen becomes
direct universal labour time, which is equally embodied in different
volumes of all other commodities. Linen thus becomes the /universal
equivalent /in consequence of the /universal action /of all other
commodities in relation to it. <nb/>Every commodity considered as exchange
value became a measure of the value of all other commodities. In this
case, on the contrary, because the exchange value of all commodities is
measured in terms of one particular commodity, the excluded commodity
becomes the adequate representation of exchange value as the universal
equivalent. On the other hand, the infinite series or the infinite
number of equations in which the exchange value of each commodity was
expressed is now reduced to a single equation consisting of two terms.
The equation 2 lbs. of coffee = 1 yard of linen is now a comprehensive
expression for the exchange value of coffee, for in this expression it
appears as the direct equivalent to a definite quantity of any other
commodity. Commodities within the exchange process accordingly exist for
one another, or appear to one another, as exchange values in the form of
linen. The fact [288]
that all commodities are related to one another as exchange values, i.e.
simply as different quantities of objectified universal labour time, now
appears in the form that all exchange values represent merely different
quantities of one and the /same /article, linen. Universal labour time
thus appears in turn as a specific thing, as a commodity in addition to
and apart from all other commodities. At the same time, the equation in
which one commodity represents the exchange value of another commodity,
e.g. 2 lbs. of coffee = 1 yard of linen, has still to be realised. Only
by being alienated as a use value—an alienation which depends on whether
it is able to prove in the exchange process that it is a needed
object—is it really converted from the form of coffee into that of
linen, thus becoming a universal equivalent and really representing
exchange value for all other commodities. On the other hand, because as
a result of their alienation as use values all commodities are converted
into linen, linen becomes the converted form of all other commodities,
and only as a result of this transformation of all other commodities
into linen does it become the direct /objectification of universal
labour time, /i.e. the product of universal alienation and of the
supersession of all individual labour. While commodities thus assume a
dual form in order to represent exchange value for one another, the
commodity which has been set apart as universal equivalent acquires a
dual use value. In addition to its particular use value as an individual
commodity it acquires a universal use value. This latter use value is
itself a determinate form, i.e. it arises from the specific role which
this commodity plays as a result of the universal action exerted on it
by the other commodities in the exchange process. The use value of each
commodity as an object which satisfies particular needs has a different
value in different hands, e.g. it has one value for the person who
disposes of it and a different value for the person who acquires it. The
commodity which has been set apart as the universal equivalent is now an
object which satisfies a universal need arising from the exchange
process itself, and has the same use value for everybody—**that of being**
**carrier of exchange value or a universal means of exchange**. Thus the
contradiction inherent in the commodity as such, namely that of being a
particular use value and simultaneously universal equivalent, and hence
a use value for everybody or a universal use value, has been solved in
the case of this one commodity. Whereas now the exchange value of all
other commodities is in the first place presented in the form of an
**ideal equation** with the commodity that has been set apart, an equation
which has still to be realised; [289]
the use value of this commodity, though real, seems in the exchange
process to have merely a formal existence which has still to be realised
by conversion into actual use values. The commodity originally appeared
as commodity in general, as universal labour time objectified in a
particular use value. All commodities are compared in the exchange
process with the one excluded commodity which is regarded as commodity
in general, /the /commodity, the embodiment of universal labour time in
a particular use value. They are therefore as /particular /commodities
opposed to one particular commodity considered as being the /universal
/commodity.^* The fact that commodity owners treat one another's labour
as universal social labour appears in the form of their treating their
own commodities as exchange values; and the interrelation of commodities
as exchange values in the exchange process appears as their universal
relation to a particular commodity as the adequate expression of their
exchange value; this in turn appears as the specific relation of this
particular commodity to all other commodities and hence as the
distinctive, as it were naturally evolved, social character of a thing.
The particular commodity which thus represents the exchange value of all
commodities, that is to say, the exchange value of commodities regarded
as a particular, exclusive commodity, constitutes *money*. It is a
crystallisation of the exchange value of commodities and is formed in
the exchange process. Thus, while in the exchange process commodities
become *use values* for one another by discarding all determinate forms
and confronting one another in their immediate physical aspect, they
must assume a new determinate form, they must evolve money, so as to be
able to confront one another as *exchange values*. Money is not a
symbol, just as the existence of a use value in the form of a commodity
is no symbol. A social relation of production appears as something
existing apart from individual human beings, and the distinctive
relations into which they enter in the course of production in society
appear as the specific properties of a thing—it is this perverted
appearance, this prosaically real, and by no means imaginary,
mystification that is characteristic of all social forms of labour
positing exchange value. This perverted appearance manifests itself
merely in a more striking manner in money than it does in commodities.
[MECW 29, pp. 287-89]
(For discussions of Marx's derivation of the necessity of money from
the labour theory of value, see Rosdolsky, 1977, Chapters 5 and 6;
Weeks, 1981, Chapter 6; Murray, 1988, Chapter 14; Banaji, 1979; and
Moseley, 1982, pp. 53-66.)
[Moseley 1995: 107]
[[Fred Moseley-1995-Heterodox Economic Theories True or False](Fred_Moseley-1995-Heterodox_Economic_Theories_True_or_False.txt)]
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026
Το χρήμα δεν είναι σύμβολο, όπως ακριβώς και η ύπαρξη μιας αξίας χρήσης με τη μορφή εμπορεύματος δεν είναι σύμβολο. Το γεγονός ότι μια κοινωνική σχέση παραγωγής εμφανίζεται ως κάτι που υπάρχει ανεξάρτητα από τα επιμέρους ανθρώπινα άτομα και ότι οι ιδιαίτερες σχέσεις στις οποίες αυτά εισέρχονται κατά την παραγωγή μέσα στην κοινωνία εμφανίζονται ως ειδικές ιδιότητες ενός πράγματος —αυτή η ανεστραμμένη εμφάνιση, αυτή η πεζά πραγματική και καθόλου φανταστική μυστικοποίηση— χαρακτηρίζει όλες τις κοινωνικές μορφές εργασίας που θέτουν την ανταλλακτική αξία. Στο χρήμα αυτή η ανεστραμμένη εμφάνιση εκδηλώνεται απλώς με πιο εντυπωσιακό τρόπο απ’ ό,τι στο εμπόρευμα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.