**Η πρώτη κύρια λειτουργία του χρήματος** είναι να παρέχει στα εμπορεύματα το υλικό μέσο για την έκφραση των αξιών τους, δηλαδή να παριστά τις αξίες τους ως μεγέθη της ίδιας ονομασίας, ποιοτικά ίσα και ποσοτικά συγκρίσιμα. Έτσι, λειτουργεί ως **καθολικό μέτρο της αξίας**. Και μόνο χάρη σε αυτή τη λειτουργία ο χρυσός, το κατ’ εξοχήν ισοδύναμο εμπόρευμα, γίνεται χρήμα.
Δεν είναι το χρήμα που καθιστά τα εμπορεύματα συγκρίσιμα μεταξύ τους. Απεναντίας. Επειδή όλα τα εμπορεύματα, ως αξίες, είναι υλοποιημένη ανθρώπινη εργασία και, επομένως, συγκρίσιμα μεταξύ τους, γι’ αυτό οι αξίες τους μπορούν να μετρηθούν με το ίδιο ιδιαίτερο εμπόρευμα, ενώ το τελευταίο μετατρέπεται στο κοινό μέτρο των αξιών τους, δηλαδή σε χρήμα. Το χρήμα ως μέτρο της αξίας είναι η **φαινομενική μορφή** που αναγκαστικά λαμβάνει εκείνο το μέτρο της αξίας που ενυπάρχει στα ίδια τα εμπορεύματα, δηλαδή ο χρόνος εργασίας.^1)
Η έκφραση της αξίας ενός εμπορεύματος σε χρυσό — *x* εμπόρευμα Α = *y* χρηματικό εμπόρευμα — αποτελεί τη χρηματική μορφή του ή την τιμή του. Μια και μόνη εξίσωση, όπως:
*1 τόνος σιδήρου = 2 ουγγιές χρυσού*,
αρκεί πλέον για να εκφράσει την αξία του σιδήρου με τρόπο κοινωνικά έγκυρο. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη η εξίσωση αυτή να εμφανίζεται ως κρίκος στην αλυσίδα των εξισώσεων που εκφράζουν τις αξίες όλων των άλλων εμπορευμάτων, επειδή το ισοδύναμο εμπόρευμα, ο χρυσός, έχει πλέον αποκτήσει τον χαρακτήρα του χρήματος. Η γενική μορφή της σχετικής αξίας έχει επανέλθει έτσι στην αρχική της μορφή, δηλαδή στην απλή ή μεμονωμένη σχετική μορφή της αξίας. Από την άλλη πλευρά, η ανεπτυγμένη έκφραση της σχετικής αξίας, η ατέρμονη σειρά των εξισώσεων, έχει τώρα γίνει η ιδιαίτερη μορφή της σχετικής αξίας του χρηματικού εμπορεύματος. Η ίδια αυτή σειρά είναι πλέον δεδομένη και αναγνωρισμένη κοινωνικά στις τιμές των πραγματικών εμπορευμάτων. Αρκεί να διαβάσουμε αντίστροφα τις καταχωρίσεις ενός τιμοκαταλόγου, για να βρούμε το μέγεθος της αξίας του χρήματος εκφρασμένο σε κάθε είδους εμπορεύματα. Το ίδιο όμως το χρήμα δεν έχει τιμή. Για να το θέσουμε, από αυτή την άποψη, στην ίδια θέση με όλα τα άλλα εμπορεύματα, θα έπρεπε να το εξισώσουμε με τον ίδιο του τον εαυτό ως δικό του ισοδύναμο.
^1) Το ερώτημα — γιατί το χρήμα δεν αντιπροσωπεύει άμεσα τον χρόνο εργασίας, ώστε, για παράδειγμα, ένα κομμάτι χαρτί να αντιπροσωπεύει *x* ώρες εργασίας — είναι, στην ουσία του, το ίδιο με το ερώτημα γιατί, δεδομένης της εμπορευματικής παραγωγής, τα προϊόντα πρέπει να λαμβάνουν τη μορφή εμπορευμάτων. Αυτό είναι προφανές, αφού η λήψη της μορφής του εμπορεύματος συνεπάγεται τη διαφοροποίησή τους σε εμπορεύματα και χρήμα. Ή, με άλλα λόγια, γιατί η ιδιωτική εργασία — εργασία που εκτελείται για λογαριασμό ιδιωτών — δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως το αντίθετό της, δηλαδή ως άμεσα κοινωνική εργασία;
Έχω εξετάσει διεξοδικά αλλού την ουτοπική ιδέα του «εργασιακού χρήματος» σε μια κοινωνία που βασίζεται στην παραγωγή εμπορευμάτων (ό.π., σ. 61 κ.ε. [βλ. την παρούσα έκδοση, τόμ. 29, σ. 320 κ.ε.]). Εδώ θα προσθέσω μόνο ότι το «εργασιακό χρήμα» του Όουεν,^96 για παράδειγμα, δεν είναι περισσότερο «χρήμα» απ’ όσο είναι χρήμα ένα εισιτήριο θεάτρου. Ο Όουεν προϋποθέτει άμεσα συνεταιρισμένη εργασία, δηλαδή μια μορφή παραγωγής που είναι εντελώς ασύμβατη με την παραγωγή εμπορευμάτων. Το πιστοποιητικό εργασίας αποτελεί απλώς απόδειξη της συμμετοχής του ατόμου στη συλλογική εργασία και του δικαιώματός του σε ένα ορισμένο μέρος του κοινού προϊόντος που προορίζεται για κατανάλωση. Δεν περνά όμως ποτέ από το μυαλό του Όουεν να προϋποθέσει την παραγωγή εμπορευμάτων και ταυτόχρονα, με λογιστικά τεχνάσματα γύρω από το χρήμα, να επιχειρήσει να παρακάμψει τις αναγκαίες συνθήκες αυτής της παραγωγής.
The first chief function of money is to supply commodities with the
material for the expression of their values, or to represent their
values as magnitudes of the same denomination, qualitatively equal, and
quantitatively comparable. It thus serves as a /universal measure of
value/. And only by virtue of this function does gold, the equivalent
commodity /par excellence, /become money.
It is not money that renders commodities commensurable. Just the
contrary. It is because all commodities, as values, are realised human
labour, and therefore commensurable, that their values can be measured
by one and the same special commodity, and the latter be converted into
the common measure of their values, i.e., into money. Money as a measure
of value, is the phenomenal form that must of necessity be assumed by
that measure of value which is immanent in commodities, labour time.^1)
The expression of the value of a commodity in gold — x commodity A = y
money commodity — is its money form or price. A single equation, such as
1 ton of iron = 2 ounces of gold, now suffices to express the value of
the iron in a socially valid manner. There is no longer any need for
this equation to figure as a link in the chain of equations that express
the values of all other commodities, because the equivalent commodity,
gold, now has the character of money. The general form of relative value
has resumed its original shape of simple or isolated relative value. On
the other hand, the expanded expression of rel-
[105]
ative value, the endless series of equations, has now become the form
peculiar to the relative value of the money commodity. The series
itself, too, is now given, and has social recognition in the prices of
actual commodities. We have only to read the quotations of a price-list
backwards, to find the magnitude of the value of money expressed in all
sorts of commodities. But money itself has no price. In order to put it
on an equal footing with all other commodities in this respect, we
should be obliged to equate it to itself as its own equivalent.
^1) The question — Why does not money directly represent labour time, so
that a piece of paper may represent, for instance, x hours' labour, is
at bottom the same as the question why, given the production of
commodities, must products take the form of commodities? This is
evident, since their taking the form of commodities implies their
differentiation into commodities and money. Or, why cannot private
labour — labour for the account of private individuals — be treated as
its opposite, immediate social labour? I have elsewhere examined
thoroughly the Utopian idea of "labour money" in a society founded on
the production of commodities (l. c, p. 61, seq. [see present edition,
Vol. 29, p. 320 seq.]). On this point I will only say further, that
Owen's "labour money",^96 for instance, is no more "money" than a ticket
for the theatre. Owen presupposes directly associated labour, a form of
production that is entirely inconsistent with the production of
commodities. The certificate of labour is merely evidence of the part
taken by the individual in the common labour, and of his right to a
certain portion of the common produce destined for consumption. But it
never enters into Owen's head to presuppose the production of
commodities, and at the same time, by juggling with money, to try to
evade the necessary conditions of that production. [104]
[vol. 35, pp. 104-05]
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026
Δεν είναι το χρήμα που καθιστά τα εμπορεύματα συγκρίσιμα μεταξύ τους. Απεναντίας. Επειδή όλα τα εμπορεύματα, ως αξίες, είναι υλοποιημένη ανθρώπινη εργασία και, επομένως, συγκρίσιμα μεταξύ τους, γι’ αυτό οι αξίες τους μπορούν να μετρηθούν με το ίδιο ιδιαίτερο εμπόρευμα, ενώ το τελευταίο μετατρέπεται στο κοινό μέτρο των αξιών τους, δηλαδή σε χρήμα. Το χρήμα ως μέτρο της αξίας είναι η φαινομενική μορφή που αναγκαστικά λαμβάνει εκείνο το μέτρο της αξίας που ενυπάρχει στα ίδια τα εμπορεύματα, δηλαδή ο χρόνος εργασίας.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.