Κυριακή 26 Απριλίου 2026

John Locke (Alfred Weber)

### § 57. John Locke

*History of Philosophy* by *Alfred Weber*

[John Locke](https://web.archive.org/web/20110206181803/http://www.class.uidaho.edu/mickelsen/texts/Weber%20-%20History/locke.htm)

Ο συγγραφέας του έργου που επικρίνεται από τον Gottfried Wilhelm Leibniz, ο ΤΖΩΝ ΛΟΚ,^(1) γεννήθηκε στο Wrington του Somersetshire. Συμπατριώτης του William of Ockham και των δύο Bacon, παρουσιάζει τις αντιμυστικιστικές και θετικιστικές τάσεις που είναι κοινές στην αγγλική φιλοσοφία. Η μελέτη της ιατρικής τού αποκάλυψε τη στειρότητα της σχολαστικής μάθησης. Εκείνο που, κατά τη γνώμη του, διαιώνιζε τις παραδόσεις της *a priori* εικασίας [speculation] και την άγνοια της πραγματικότητας, ήταν η πλατωνική διδασκαλία περί έμφυτων μεταφυσικών, ηθικών και θρησκευτικών αληθειών, διδασκαλία την οποία ο Ralph Cudworth^(2) και ο ίδιος ο René Descartes είχαν επιχειρήσει να υπερασπιστούν. Το γεγονός είναι ότι, εάν η αλήθεια είναι έμφυτη στον νου, είναι άχρηστο να την αναζητούμε έξω από αυτόν, μέσω παρατήρησης και πειραματισμού. Τότε μπορούμε, μέσω *a priori* εικασίας, διαλογισμού και συλλογισμού, να την εξαγάγουμε από την ίδια μας την εσωτερική συνείδηση, όπως η αράχνη υφαίνει τον ιστό της από τον εαυτό της. Αυτήν την υπόθεση ο René Descartes την εφαρμόζει με συνέπεια όταν «κλείνει τα μάτια και φράζει τα αυτιά του» και αφαιρεί κάθε τι που αποκτήθηκε μέσω των αισθήσεων· αλλά παύει να είναι συνεπής όταν αφοσιώνεται επιμελώς στη μελέτη της ανατομίας και της φυσιολογίας. Πράγματι, η αγαπημένη μέθοδος της μεταφυσικής των μοναστηριών και των πανεπιστημίων ήταν να κλείνει κανείς τα μάτια του, να φράζει τα αυτιά του και να αγνοεί τον πραγματικό κόσμο. Αυτή η μέθοδος επικρατούσε όσο υπήρχε η πεποίθηση ότι οι ιδέες μας έχουν την πηγή τους μέσα μας. Συνεπώς, ήταν αναγκαίο, για να «ανοίξουν οι φιλόσοφοι τα μάτια τους στον πραγματικό κόσμο», να αποδειχθεί ότι όλες οι ιδέες μας μάς έρχονται απ’ έξω, μέσω της αίσθησης· ήταν αναγκαίο να καταδειχθεί ότι οι ιδέες μας δεν είναι έμφυτες αλλά επίκτητες.

Αυτό επιχείρησε να κάνει ο Λοκ στο έργο του *Essay concerning Human Understanding*^(3) (Λονδίνο, 1690), το οποίο, με σημαντικές προσθήκες του συγγραφέα, μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Coste (1700). Το μεγάλο αυτό έργο σηματοδοτεί την αρχή μιας σειράς ερευνών που ολοκληρώθηκαν με την *Κριτική* του Immanuel Kant. Σκοπός του Λοκ είναι: (1) να ανακαλύψει ποια είναι η προέλευση των ιδεών μας· (2) να δείξει ποια είναι η βεβαιότητα, η αποδεικτικότητα [evidence] και η έκταση της γνώσης μας· (3) να αναγκάσει τη φιλοσοφία να εγκαταλείψει ό,τι υπερβαίνει την ανθρώπινη κατανόηση *χαράσσοντας σαφώς τα όρια της ικανότητάς της*.^(4)

Δεν έχουμε καμία έμφυτη γνώση: αυτή είναι η επαναστατική του διδασκαλία εναντίον του ιδεαλισμού.

Καθώς είναι φανερό ότι τα νεογέννητα παιδιά, οι ιδιώτες (άτομα με διανοητική ανεπάρκεια) και ακόμη και το μεγαλύτερο μέρος των αγράμματων ανθρώπων δεν έχουν την παραμικρή σύλληψη των αξιωμάτων που υποτίθεται ότι είναι έμφυτα, οι υποστηρικτές των έμφυτων ιδεών αναγκάζονται να υποθέσουν ότι ο νους μπορεί να έχει ιδέες χωρίς να έχει συνείδηση αυτών.^(5) Αλλά το να λέμε ότι μια έννοια είναι εγγεγραμμένη στον νου και ταυτόχρονα να ισχυριζόμαστε ότι ο νους την αγνοεί, σημαίνει να καθιστούμε αυτήν την «εγγραφή» ανύπαρκτη. Αν οι λέξεις *είναι στην κατανόηση* έχουν κάποιο θετικό νόημα, σημαίνουν *γίνονται αντιληπτές και κατανοούνται από την κατανόηση*· συνεπώς, αν κάποιος ισχυρίζεται ότι κάτι είναι στην κατανόηση και ότι δεν κατανοείται από αυτήν, και ότι βρίσκεται στον νου χωρίς να γίνεται αντιληπτό από αυτόν, τότε αυτό ισοδυναμεί με το να λέμε ότι *κάτι είναι και δεν είναι στην κατανόηση*.

Η γνώση ορισμένων ιδεών είναι πράγματι πολύ πρώιμη στον νου. Αλλά, αν παρατηρήσουμε, θα διαπιστώσουμε ότι αυτά τα είδη αληθειών συγκροτούνται από επίκτητες και όχι από έμφυτες αλήθειες.^(6) Σταδιακά αποκτούμε τις ιδέες, μαθαίνουμε τους όρους που χρησιμοποιούνται για να τις εκφράσουν και φθάνουμε να κατανοούμε την αληθινή τους σύνδεση.^(7) Η καθολική συγκατάθεση της ανθρωπότητας σε ορισμένες αλήθειες δεν αποδεικνύει ότι αυτές είναι έμφυτες· διότι κανείς δεν γνωρίζει αυτές τις αλήθειες παρά μόνο όταν τις ακούσει από άλλους. Διότι, αν ήταν έμφυτες, «ποια ανάγκη θα υπήρχε να προτείνονται για να αποσπάσουν συγκατάθεση;» Μια έμφυτη και άγνωστη αλήθεια είναι αντίφαση ως προς τους όρους.

Οι αρχές της ηθικής δεν είναι περισσότερο έμφυτες από τις υπόλοιπες, εκτός αν ονομάσουμε έτσι την επιθυμία για ευτυχία και την αποστροφή προς τη δυστυχία, που είναι πράγματι έμφυτες τάσεις, αλλά δεν αποτελούν εκφράσεις κάποιας αλήθειας χαραγμένης στην κατανόηση.^(8) Σ’ αυτό το πεδίο δεν μπορεί να επικληθεί καθολική συγκατάθεση σε καμία περίπτωση· διότι οι ηθικές ιδέες ποικίλλουν από έθνος σε έθνος, από θρησκεία σε θρησκεία. Η τήρηση των συμβάσεων, για παράδειγμα, είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο αδιαμφισβήτητα καθήκοντα στην ηθική. Αλλά, αν ρωτήσετε έναν χριστιανό, που πιστεύει σε ανταμοιβές και τιμωρίες μετά από αυτή τη ζωή, γιατί ένας άνθρωπος πρέπει να κρατά τον λόγο του, θα δώσει ως λόγο: Επειδή ο Θεός, που έχει τη δύναμη της αιώνιας ζωής και του θανάτου, το απαιτεί από εμάς. Αν όμως ρωτηθεί ένας οπαδός του Thomas Hobbes, θα απαντήσει: Επειδή το απαιτεί το δημόσιο συμφέρον και ο Λεβιάθαν θα σε τιμωρήσει αν δεν το κάνεις. Τέλος, ένας ειδωλολάτρης φιλόσοφος θα απαντούσε ότι η παραβίαση μιας υπόσχεσης είναι ανέντιμη, ανάξια της αριστείας του ανθρώπου και αντίθετη προς τον προορισμό του, που είναι η τέλεια αρετή.

Προβάλλεται εναντίον του Λοκ το επιχείρημα ότι η συνείδηση μάς επιπλήττει για την παραβίαση των κανόνων της ηθικής. Αλλά η συνείδηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά *η ίδια μας η γνώμη για τις ίδιες μας τις πράξεις*,^(9) και, αν η συνείδηση αποτελούσε απόδειξη της ύπαρξης έμφυτων αρχών, τότε αυτές οι αρχές θα μπορούσαν να είναι αντιφατικές μεταξύ τους, αφού κάποιοι πράττουν, για λόγους συνείδησης, αυτό που άλλοι αποφεύγουν για τον ίδιο λόγο. Δεν εφαρμόζουν οι άγριοι ακρότητες χωρίς την παραμικρή μεταμέλεια; Η παραβίαση ενός ηθικού κανόνα ασφαλώς δεν αποτελεί επιχείρημα ότι αυτός είναι άγνωστος. Αλλά είναι αδύνατο να συλλάβουμε ότι ένα ολόκληρο έθνος ανθρώπων θα απέρριπτε δημόσια ό,τι ο καθένας από αυτούς γνώριζε βεβαίως και αλάνθαστα ότι αποτελεί ηθικό νόμο. Κανένας πρακτικός κανόνας που παραβιάζεται οπουδήποτε *με γενική συγκατάθεση* δεν μπορεί να θεωρηθεί έμφυτος. Το να υποστηρίζει κανείς ότι οι πρακτικές αρχές είναι έμφυτες σημαίνει να κηρύσσει κάθε ηθική εκπαίδευση αδύνατη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχουν μόνο θετικοί νόμοι. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ενός έμφυτου νόμου και ενός φυσικού νόμου, μεταξύ μιας αλήθειας αρχικά χαραγμένης στον νου μας και μιας αλήθειας που αγνοούμε, αλλά μπορούμε να φθάσουμε στη γνώση της με τη χρήση και την ορθή εφαρμογή των φυσικών μας ικανοτήτων. Επιπλέον, σκεφθείτε την προέλευση πλήθους δογμάτων που περνούν ως αδιαμφισβήτητα αξιώματα: μολονότι δεν προέρχονται από καμία άλλη πηγή παρά από τη δεισιδαιμονία μιας τροφού ή την αυθεντία μιας γριάς, συχνά ανυψώνονται, με την πάροδο του χρόνου και τη συγκατάθεση των γειτόνων, στην αξιοπρέπεια αρχών της θρησκείας και της ηθικής. Ο νους του παιδιού δέχεται τις εντυπώσεις που επιθυμούμε να του δώσουμε, όπως ένα λευκό χαρτί πάνω στο οποίο γράφουμε όποιους χαρακτήρες θέλουμε. Όταν τα παιδιά που έχουν διδαχθεί έτσι φθάσουν στην ηλικία της λογικής και αρχίσουν να στοχάζονται τον εαυτό τους, δεν μπορούν να βρουν τίποτε παλαιότερο στον νου τους από εκείνες τις γνώμες και, επομένως, φαντάζονται ότι αυτές οι *προτάσεις, των οποίων τη γνώση δεν μπορούν να εντοπίσουν σε καμία αρχή μέσα τους, είναι αποτυπώματα του Θεού και της φύσης και όχι πράγματα που τους διδάχθηκαν από κάποιον άλλον*.^(10)

Επιπλέον, πώς μπορεί μια αλήθεια, δηλαδή μια πρόταση, να είναι έμφυτη, εάν οι ιδέες που τη συγκροτούν δεν είναι; Για να είναι μια πρόταση έμφυτη, ορισμένες ιδέες πρέπει να είναι έμφυτες· αλλά, με εξαίρεση ίσως κάποιες αμυδρές ιδέες πείνας, θερμότητας και πόνων, που ενδέχεται να έχουν αισθανθεί στη μήτρα της μητέρας, δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι τα νεογέννητα παιδιά έχουν οποιεσδήποτε σταθερές ιδέες. Ακόμη και η ιδέα του Θεού δεν είναι έμφυτη· διότι, πέρα από τα άτομα που ονομάζονται άθεοι και που είναι πράγματι άθεοι, υπάρχουν ολόκληρα έθνη που δεν έχουν καμία έννοια του Θεού ούτε καν κάποιον όρο για να την εκφράσουν. Επιπλέον, αυτή η έννοια ποικίλλει απείρως, από τον χονδροειδή ανθρωπομορφισμό έως τον ντεϊσμό των φιλοσόφων. Και ακόμη κι αν ήταν καθολική και παντού η ίδια, δεν θα ήταν γι’ αυτό περισσότερο έμφυτη από την ιδέα της φωτιάς· διότι δεν υπάρχει κανείς που να έχει κάποια ιδέα του Θεού και να μην έχει επίσης την ιδέα της φωτιάς.^(11)

Η ψυχή είναι αρχικά μια *κενή πλάκα* (tabula rasa). Η εμπειρία είναι η πηγή όλων των ιδεών μας, το θεμέλιο όλης της γνώσης μας, δηλαδή οι παρατηρήσεις που κάνουμε σχετικά με τα εξωτερικά αισθητά αντικείμενα ή σχετικά με τις εσωτερικές λειτουργίες του νου μας. Η αίσθηση είναι η πηγή της γνώσης μας για τα εξωτερικά αντικείμενα, ο *αναστοχασμός* [reflection] της γνώσης μας για τα εσωτερικά γεγονότα. Δεν υπάρχει στον νου ούτε μία ιδέα που να μην προέρχεται από μία ή και από τις δύο αυτές αρχές. Οι πρώτες ιδέες του παιδιού προέρχονται από την αίσθηση, και μόνο σε πιο προχωρημένη ηλικία στοχάζεται σοβαρά πάνω σε όσα συμβαίνουν μέσα του. Η μελέτη των γλωσσών μπορεί να επικληθεί προς υποστήριξη αυτής της θέσης. Πράγματι, όλες οι λέξεις που χρησιμοποιούμε εξαρτώνται από αισθητές ιδέες, και εκείνες που χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν ενέργειες και έννοιες πολύ απομακρυσμένες από την αίσθηση έχουν την καταγωγή τους από αυτήν και, από προφανείς αισθητές ιδέες, μεταφέρονται σε πιο αφηρημένες σημασίες. Έτσι, για παράδειγμα, τα «φαντάζομαι», «αντιλαμβάνομαι», «κατανοώ», «προσκολλώμαι», «συλλαμβάνω», «ενσταλάζω», «αηδία», «διαταραχή», «γαλήνη» κ.λπ. είναι όλες λέξεις που έχουν ληφθεί από τις λειτουργίες των αισθητών πραγμάτων και εφαρμόζονται σε ορισμένους τρόπους σκέψης. Το «πνεύμα», στην αρχική του σημασία, είναι πνοή· ο «άγγελος», αγγελιαφόρος. Αν μπορούσαμε να αναγάγουμε όλες αυτές τις λέξεις στις πηγές τους, θα βρίσκαμε ασφαλώς σε όλες τις γλώσσες ότι τα ονόματα που δηλώνουν πράγματα που δεν υπάγονται στις αισθήσεις μας έχουν την πρώτη τους προέλευση από αισθητές ιδέες.^(12) Ακολουθήστε ένα παιδί από τη γέννησή του και παρατηρήστε τις μεταβολές που επιφέρει ο χρόνος, και θα διαπιστώσετε ότι, καθώς ο νους, μέσω των αισθήσεων, εφοδιάζεται όλο και περισσότερο με ιδέες, αφυπνίζεται όλο και περισσότερο και σκέπτεται τόσο περισσότερο όσο περισσότερο υλικό έχει για να σκεφτεί.

Ο Λοκ απαντά στο ερώτημα «Πότε αρχίζουμε να σκεφτόμαστε;» ως εξής: μόλις η αίσθηση μας παρέχει τα υλικά. Δεν σκεπτόμαστε πριν αποκτήσουμε αισθήματα. *Nihil est in intellectu quod non antea fuerit in sensu.* Σύμφωνα με τον ιδεαλιστή, η σκέψη είναι η ουσία της ψυχής και δεν είναι δυνατόν η ψυχή να μη σκέπτεται· σκέπτεται πριν και ανεξάρτητα από την αίσθηση· σκέπτεται πάντοτε, ακόμη κι όταν δεν έχει συνείδηση αυτού. Όμως η εμπειρία, που είναι η μόνη που μπορεί να κρίνει το ζήτημα, δεν το αποδεικνύει καθόλου, και *δεν είναι περισσότερο αναγκαίο για την ψυχή να σκέπτεται πάντοτε απ’ ό,τι είναι για το σώμα να κινείται πάντοτε*.^(13) Η απόλυτη συνέχεια της σκέψης είναι μία από εκείνες τις υποθέσεις που δεν στηρίζονται σε κανένα δεδομένο εμπειρίας. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να σκέπτεται χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι σκέπτεται. Με την ίδια λογική θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ένας άνθρωπος είναι πάντοτε πεινασμένος, αλλά ότι δεν το αισθάνεται πάντοτε.^(14) Η σκέψη εξαρτάται πλήρως από την αίσθηση. Ακόμη και στις πιο υψηλές ιδέες και στις ανώτερες θεωρητικές του διερευνήσεις, δεν υπερβαίνει τις ιδέες που η αίσθηση ή ο αναστοχασμός έχει προσφέρει για στοχασμό. Σε αυτό το σημείο η νόηση είναι καθαρά παθητική. Τα αντικείμενα των αισθήσεών μας επιβάλλουν τις επιμέρους ιδέες τους στον νου μας είτε το θέλουμε είτε όχι. Αυτές τις απλές ιδέες, όταν προσφέρονται στον νου, η κατανόηση δεν μπορεί ούτε να αρνηθεί να τις έχει, ούτε να τις μεταβάλει, ούτε να τις εξαλείψει, όπως ακριβώς ένας καθρέφτης δεν μπορεί να αρνηθεί, να μεταβάλει ή να εξαφανίσει τις εικόνες των αντικειμένων που τοποθετούνται μπροστά του.^(15)

Υπάρχουν δύο είδη ιδεών, οι *απλές* και οι *σύνθετες*. Αυτές οι απλές ιδέες, τα υλικά όλης της γνώσης μας, υποβάλλονται στον νου μόνο με τους δύο προαναφερθέντες τρόπους, δηλαδή μέσω της αίσθησης και του ανταστοχασμού. Ο νους, αν και παθητικός στη διαμόρφωση των απλών ιδεών, είναι ενεργητικός στη διαμόρφωση των σύνθετων ιδεών. Τις πρώτες τις *δέχεται*, τις δεύτερες τις *κατασκευάζει*. Όταν λάβει τις απλές ιδέες, έχει τη δύναμη να τις επαναλαμβάνει, να τις συγκρίνει και να τις ενώνει, ακόμη και σε σχεδόν άπειρη ποικιλία, και έτσι να σχηματίζει νέες σύνθετες ιδέες. Όμως δεν είναι στη δύναμη ούτε του πιο γόνιμου νου να σχηματίσει μία και μόνη νέα απλή ιδέα, που να μην έχει εισέλθει μέσω της αίσθησης και του ανταστοχασμού. Η κυριαρχία του ανθρώπου, σε αυτόν τον μικρό κόσμο της ίδιας του της κατανόησης, είναι η ίδια με εκείνη που έχει στον μεγάλο κόσμο των ορατών πραγμάτων, όπου η δύναμή του, όσο κι αν κατευθύνεται από τέχνη και επιδεξιότητα, δεν εκτείνεται πέρα από το να συνθέτει και να διαιρεί τα υλικά που του δίνονται· *αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτε για τη δημιουργία του ελάχιστου σωματιδίου νέας ύλης ή για την καταστροφή ενός ατόμου από ό,τι ήδη υπάρχει*.^(16)

Οι απλές ιδέες εισέρχονται στον νου μας είτε μέσω μίας μόνο αίσθησης είτε μέσω περισσότερων της μίας είτε μόνο από τον αναστοχασμό είτε, τέλος, μέσω όλων των τρόπων της αίσθησης και του ανταστοχασμού.^(17)

Μεταξύ των ιδεών που μας έρχονται μόνο μέσω μίας αίσθησης (χρώματα, ήχοι, γεύσεις, οσμές κ.λπ.), δεν υπάρχει καμία που να λαμβάνουμε πιο σταθερά από την ιδέα της *στερεότητας* [solidity] ή αδιαπερατότητας [impenetrability]. Την ιδέα αυτή τη λαμβάνουμε από την αφή. Αυτή, από όλες τις απλές ιδέες, είναι εκείνη που συνδέεται πιο στενά και είναι ουσιώδης για το σώμα. Η στερεότητα δεν είναι ούτε χώρος —με τον οποίο οι καρτεσιανοί την ταυτίζουν εσφαλμένα— ούτε σκληρότητα. Διαφέρει από τον χώρο όπως η αντίσταση διαφέρει από τη μη αντίσταση. Ένα σώμα είναι στερεό στο μέτρο που γεμίζει τον χώρο που καταλαμβάνει με απόλυτο αποκλεισμό κάθε άλλου σώματος· είναι σκληρό στο μέτρο που δεν μεταβάλλει εύκολα το σχήμα του. Δεν είναι ακριβώς ένας ορισμός της στερεότητας αυτό που επιχειρεί να μας δώσει ο Λοκ. Αν του ζητήσουμε να μας δώσει μια σαφέστερη εξήγηση της στερεότητας, μας παραπέμπει στις αισθήσεις μας για να μας πληροφορήσουν. Οι απλές ιδέες που έχουμε είναι τέτοιες όπως μας τις διδάσκει η εμπειρία· αλλά αν, πέρα από αυτό, προσπαθήσουμε να τις καταστήσουμε σαφέστερες στον νου, δεν θα επιτύχουμε τίποτε καλύτερο.

Οι ιδέες που έρχονται στον νου μέσω περισσότερων της μίας αισθήσεων (όρασης και αφής) είναι εκείνες του χώρου ή της έκτασης, του σχήματος, της ηρεμίας και της κίνησης. Μέσω του ανταστοχασμού αποκτούμε τις ιδέες της αντίληψης ή της δύναμης του σκέπτεσθαι, και τις ιδέες της βούλησης ή της δύναμης του πράττειν. Τέλος, οι ιδέες της ηδονής, του πόνου, της δύναμης, της ύπαρξης και της ενότητας μας έρχονται μέσω της αίσθησης και του αναστοχασμού.

Ορισμένες από τις εξωτερικές αιτίες των αισθήσεών μας είναι πραγματικές και θετικές, άλλες είναι απλώς στερήσεις στα αντικείμενα από τα οποία οι αισθήσεις μας αντλούν αυτές τις ιδέες, όπως, για παράδειγμα, εκείνες που παράγουν τις ιδέες του ψύχους, του σκότους και της ηρεμίας. Όταν η κατανόηση αντιλαμβάνεται αυτές τις ιδέες, τις θεωρεί ως διακριτές και εξίσου θετικές με τις άλλες, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις αιτίες που τις παράγουν· η εξέταση αυτών των αιτίων δεν ανήκει στην ιδέα όπως βρίσκεται στην κατανόηση, αλλά στη φύση των πραγμάτων που υπάρχουν έξω από εμάς. Αυτά είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα και πρέπει να διακρίνονται προσεκτικά· δεν πρέπει να νομίζουμε ότι οι ιδέες μας είναι ακριβώς εικόνες και ομοιότητες κάποιου πράγματος που ενυπάρχει στο αντικείμενο που τις παράγει· *διότι οι περισσότερες από τις ιδέες της αίσθησης που βρίσκονται στον νου μας δεν είναι περισσότερο ομοιώματα κάποιου πράγματος που υπάρχει έξω από εμάς, απ’ ό,τι τα ονόματα που τις δηλώνουν είναι ομοιώματα των ιδεών μας*, μολονότι τα ονόματα αυτά τείνουν να εγείρουν ιδέες μέσα μας μόλις τα ακούσουμε.^(18) Διαφορετικά πράγματα πρέπει να έχουν διαφορετικά ονόματα· επομένως, οτιδήποτε αντιλαμβάνεται ο νους μέσα του, κάθε αντίληψη που υπάρχει στον νου όταν σκέπτεται, ο Λοκ την ονομάζει ιδέα, και τη δύναμη ή ικανότητα να παράγει οποιαδήποτε ιδέα στον νου μας την ονομάζει *ποιότητα* του υποκειμένου (θα λέγαμε: του αντικειμένου).

Αφού τεθεί αυτό, ο Λοκ, όπως και ο Hobbes, διακρίνει δύο είδη ποιοτήτων.^(19) Ορισμένες, όπως η στερεότητα, η έκταση, το σχήμα και η κινητικότητα, είναι αχώριστες από το σώμα, σε οποιαδήποτε κατάσταση κι αν βρίσκεται· είναι εκείνες που διατηρεί σταθερά σε όλες τις μεταβολές που υφίσταται. Αυτές είναι οι *αρχικές* ή *πρωτεύουσες* ή πραγματικές ποιότητες του σώματος.^(20) Άλλες, όπως τα χρώματα, οι ήχοι, οι γεύσεις κ.λπ., δεν ανήκουν στα ίδια τα σώματα και δεν είναι τίποτε άλλο παρά η δύναμη που έχουν να παράγουν διάφορες αισθήσεις *σε εμάς* μέσω των πρωτευουσών τους ποιοτήτων, δηλαδή μέσω του όγκου, του σχήματος, της υφής και της κίνησης των μη αντιληπτών μερών τους. Ο Λοκ τις ονομάζει *δευτερεύουσες ποιότητες*: *ποιότητες*, για να συμμορφωθεί με τον κοινό τρόπο ομιλίας, που θεωρεί το λευκό, το κόκκινο και το γλυκό ως κάτι που ενυπάρχει στα σώματα· *δευτερεύουσες*, για να τις διακρίνει από εκείνες που είναι πραγματικές ποιότητες.

Όποια πραγματικότητα κι αν τους αποδίδουμε από σφάλμα, τα χρώματα, οι οσμές, οι ήχοι και οι γεύσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά αισθήσεις που παράγονται *σε εμάς* από τις πρωτεύουσες ή πραγματικές ποιότητες των σωμάτων — αισθήσεις που σε καμία περίπτωση δεν μοιάζουν με τις ποιότητες που υπάρχουν *στα αντικείμενα*. Ό,τι είναι γλυκό, μπλε ή θερμό ως ιδέα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ορισμένος όγκος, σχήμα και κίνηση των μη αντιληπτών μερών στα ίδια τα σώματα που έτσι ονομάζουμε. Αφαιρέστε την αίσθηση που έχουμε αυτών των ποιοτήτων· ας μη βλέπουν τα μάτια φως ή χρώματα, ούτε τα αυτιά να ακούν ήχους· ας μη γεύεται ο ουρανίσκος ούτε να οσφραίνεται η μύτη· και όλα τα χρώματα, οι γεύσεις, οι οσμές και οι ήχοι θα εξαφανιστούν και θα πάψουν να υπάρχουν. Στην αντίθετη υπόθεση, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Υποθέστε ότι ο άνθρωπος ήταν προικισμένος με αισθήσεις αρκετά λεπτές ώστε να διακρίνουν τα μικρά σωματίδια των σωμάτων και την πραγματική σύσταση από την οποία εξαρτώνται οι αισθητές τους ποιότητες, και τότε θα του προκαλούσαν εντελώς διαφορετικές ιδέες. Τα αποτελέσματα του μικροσκοπίου το αποδεικνύουν· το αίμα, για παράδειγμα, μας φαίνεται εντελώς κόκκινο, αλλά μέσω αυτού του οργάνου, που μας αποκαλύπτει τα μικρότερα σωματίδιά του, δεν βλέπουμε παρά έναν πολύ μικρό αριθμό κόκκινων σφαιριδίων· και δεν γνωρίζουμε πώς θα εμφανίζονταν αυτά τα κόκκινα σφαιρίδια αν μπορούσαμε να βρούμε φακούς με μεγεθυντική ισχύ χίλιες ή δέκα χιλιάδες φορές μεγαλύτερη.

Ο σχηματισμός των ιδεών προϋποθέτει τις εξής ικανότητες στην κατανόηση: (1) την *αντίληψη* (perception), που είναι το πρώτο βήμα και βαθμός προς τη γνώση και η είσοδος όλων των υλικών της· (2) τη *συγκράτηση* (retention), η οποία κρατά τις ιδέες που εισάγονται στον νου για κάποιο χρονικό διάστημα ενεργά παρούσες (ενατένιση) και ανακαλεί εκ νέου εκείνες που, αφού αποτυπωθούν, έχουν εξαφανιστεί από αυτόν (μνήμη)· (3) τη *διάκριση* (discernment), ή την ικανότητα να διακρίνουμε καθαρά μεταξύ διαφορετικών ιδεών· (4) τη *σύγκριση* (comparison), που συγκροτεί τη μεγάλη κατηγορία των ιδεών που περιλαμβάνονται στις σχέσεις· (5) τη *σύνθεση* (composition), με την οποία ο νους συνενώνει πολλές απλές ιδέες που έχει λάβει από την αίσθηση και τον αναστοχασμό και τις συνδυάζει σε σύνθετες· και τέλος (6) την *αφαίρεση* (abstraction).^(21) Αν κάθε επιμέρους ιδέα που λαμβάνουμε έπρεπε να έχει ένα ιδιαίτερο όνομα, ο αριθμός των λέξεων θα ήταν άπειρος. Για να αποτραπεί αυτό, ο νους καθιστά γενικές τις επιμέρους ιδέες που λαμβάνει από επιμέρους αντικείμενα· τις διαχωρίζει (*abstrahere*) από όλες τις περιστάσεις που καθιστούν αυτές τις ιδέες παραστάσεις συγκεκριμένων και πραγματικά υπαρχόντων όντων, όπως ο χρόνος, ο τόπος και άλλες *συνοδευτικές* ιδέες. Αυτή η λειτουργία του νου ονομάζεται *αφαίρεση*. Είναι προνόμιο του ανθρώπινου νου, ενώ οι προηγούμενες ικανότητες είναι κοινές στον άνθρωπο και στα ζώα.

Ο νους είναι παθητικός στην καθαυτό αντίληψη, αλλά γίνεται όλο και περισσότερο ενεργητικός στα επόμενα στάδια· η σύγκριση, η σύνθεση σύνθετων ιδεών και η αφαίρεση είναι οι τρεις μεγάλες πράξεις του νου. Όμως, όσο ενεργητικός κι αν είναι ο νους στον σχηματισμό των σύνθετων ιδεών, αυτές είναι, σε τελευταία ανάλυση, απλώς τρόποι ή τροποποιήσεις των υλικών που λαμβάνει παθητικά από την αίσθηση και τον αναστοχασμό.

Έτσι, οι ιδέες του τόπου, του σχήματος, της απόστασης και της απεραντοσύνης είναι τροποποιήσεις ή τρόποι της απλής ιδέας του χώρου, η οποία αποκτάται μέσω της όρασης και της αφής· οι ιδέες των περιόδων, των ωρών, των ημερών, των ετών, του χρόνου, της αιωνιότητας είναι τροποποιήσεις της ιδέας της διάρκειας ή διαδοχής, την οποία αποκτούμε παρατηρώντας τη συνεχή ακολουθία των ιδεών που διαδέχονται η μία την άλλη στον νου μας· η ιδέα του πεπερασμένου και του απείρου είναι τροποποιήσεις της ιδέας της ποσότητας.^(22)

Αν προβληθεί η ένσταση ότι οι ιδέες του απείρου, της αιωνιότητας και της απεραντοσύνης δεν μπορούν να έχουν την ίδια προέλευση με τις άλλες, δεδομένου ότι τα αντικείμενα που μας περιβάλλουν δεν έχουν καμία συγγένεια ούτε αναλογία με μια άπειρη έκταση ή διάρκεια, ο Locke απαντά ότι αυτές οι ιδέες είναι απλώς αρνητικές, ότι δεν έχουμε *πραγματικά* στο νου καμία θετική ιδέα ενός άπειρου χώρου ή μιας ατελεύτητης διάρκειας^(23) (Αριστοτέλης). Όλες οι θετικές μας ιδέες είναι πάντοτε περιορισμένες. Η αρνητική ιδέα ενός άπειρου χώρου και μιας άπειρης διάρκειας προκύπτει από τη δύναμη που έχει ο νους να επεκτείνει τις ιδέες του για τον χώρο και τη διάρκεια μέσω ενός ατελείωτου αριθμού νέων προσθηκών.

Αποκτούμε την ιδέα της ενεργητικής και της παθητικής δύναμης (δεκτικότητας) όταν παρατηρούμε, αφενός, τη συνεχή μεταβολή στα πράγματα και, αφετέρου, τη σταθερή αλλαγή των ιδεών μας, η οποία άλλοτε προκαλείται από την επίδραση εξωτερικών αντικειμένων στις αισθήσεις μας και άλλοτε από τον προσδιορισμό της ίδιας μας της βούλησης.

Όταν αναστοχαζόμαστε τη δύναμη που έχει ο νους να επιτάσσει την παρουσία ή την απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης ιδέας, ή να προτιμά την κίνηση οποιουδήποτε μέρους του σώματος έναντι της ακινησίας του, και *αντιστρόφως*, αποκτούμε την ιδέα της βούλησης. Η *βούληση* δεν αντιτίθεται στην *αναγκαιότητα*, αλλά στον *καταναγκασμό*. Η ελευθερία δεν είναι ιδιότητα της βούλησης. Η βούληση είναι μια δύναμη ή ικανότητα, και η ελευθερία μια άλλη δύναμη ή ικανότητα· ώστε το να ρωτά κανείς αν η βούληση ενός ανθρώπου είναι ελεύθερη ισοδυναμεί με το να ρωτά αν μια δύναμη διαθέτει μια άλλη δύναμη, αν μια ικανότητα διαθέτει μια άλλη ικανότητα.^(24) Το να μιλά κανείς για «ελεύθερη βούληση» είναι σαν να μιλά για γρήγορο ύπνο ή τετράγωνη αρετή. Δεν είμαστε ελεύθεροι να θελήσουμε. Δεν είμαστε ελεύθεροι να θελήσουμε ή να μη θελήσουμε κάτι που βρίσκεται στην εξουσία μας, μόλις στρέψουμε την προσοχή μας σε αυτό. Η βούληση καθορίζεται από τον νου,^(25) και ο νους καθορίζεται από την επιθυμία για ευτυχία. Σε αυτό το σημείο, ο John Locke, ο Gottfried Wilhelm Leibniz και ο Baruch Spinoza συμφωνούν πλήρως και αντιτίθενται ομόφωνα στον καρτεσιανό ιντετερμινισμό.

Οι έννοιες που μόλις αναλύσαμε είναι συνδυασμοί απλών ιδεών του ίδιου είδους (απλοί τρόποι). Άλλες, όπως η υποχρέωση, η φιλία, το ψεύδος και η υποκρισία, αποτελούνται από απλές ιδέες διαφορετικών ειδών (*μικτοί τρόποι*). Έτσι, ο μικτός τρόπος που δηλώνει η λέξη *ψεύδος* αποτελείται από αυτές τις απλές ιδέες: (1) αρθρωμένοι ήχοι· (2) ορισμένες ιδέες στον νου του ομιλητή· (3) λέξεις που είναι τα σημεία αυτών των ιδεών· (4) αυτά τα σημεία συνδυασμένα μέσω κατάφασης ή άρνησης, διαφορετικά από ό,τι είναι οι ιδέες που αντιπροσωπεύουν στον νου του ομιλητή.

Αποκτούμε την ιδέα αυτών των μικτών τρόπων ως εξής: (1) μέσω της εμπειρίας και της παρατήρησης των ίδιων των πραγμάτων. Έτσι, βλέποντας δύο ανθρώπους να παλεύουν ή να ξιφομαχούν, αποκτούμε την ιδέα της πάλης ή της ξιφομαχίας. (2) μέσω επινόησης, ή εκούσιας σύνθεσης πολλών απλών ιδεών στον ίδιο μας τον νου: έτσι, εκείνος που πρώτος επινόησε την τυπογραφία ή τη χάραξη είχε την ιδέα τους στον νου του πριν υπάρξουν πραγματικά. (3) μέσω της εξήγησης ονομάτων πράξεων που δεν είδαμε ποτέ, ή εννοιών που δεν μπορούμε να δούμε. Οι διάφορες μόδες, συνήθειες και τρόποι ενός έθνους γεννούν διάφορους συνδυασμούς ιδεών που είναι οικείοι και αναγκαίοι σε αυτό το έθνος, αλλά που ένας άλλος λαός δεν είχε ποτέ λόγο να σχηματίσει. Ειδικά ονόματα προσκολλώνται σε τέτοιους ιδιαίτερους συνδυασμούς ενός λαού, για να αποφεύγονται μακρές περιφράσεις στην καθημερινή συνομιλία (*οστρακισμός* στους Έλληνες, *προγραφή* (proscription) στους Ρωμαίους), και έτσι σε κάθε γλώσσα υπάρχουν ιδιαίτεροι όροι που δεν μπορούν να μεταφραστούν κυριολεκτικά σε καμία άλλη.

Τόσα για τις σύνθετες ιδέες που εκφράζουν τρόπους.

Οι σύνθετες ιδέες των *ουσιών* [substances] (άνθρωπος, άλογο, δέντρο) σχηματίζονται ως εξής: ο νους παρατηρεί ότι ένας ορισμένος αριθμός απλών ιδεών, που μεταβιβάζονται μέσω των διαφορετικών αισθήσεων, συνυπάρχουν σταθερά, και συνηθίζει να θεωρεί μια τέτοια σύμπλεξη ιδεών ως ένα αντικείμενο και να την δηλώνει με ένα όνομα. Έτσι, μια ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας συνδυασμός ορισμένου αριθμού απλών ιδεών, θεωρούμενων ως ενωμένων σε ένα πράγμα. Έτσι, η ουσία που ονομάζεται *ήλιος* δεν είναι παρά το σύνολο των ιδεών του φωτός, της θερμότητας, της σφαιρικότητας και της σταθερής, κανονικής κίνησης. Με τον όρο ουσία, η σχολαστική φιλοσοφία και κατόπιν ο René Descartes φαντάστηκαν ένα άγνωστο αντικείμενο, το οποίο υπέθεσαν ότι αποτελεί το υπόστρωμα (*substratum*) τέτοιων ποιοτήτων που είναι ικανές να παράγουν σε εμάς απλές ιδέες, ποιότητες που συνήθως αποκαλούνται συμβεβηκότα. Όμως αυτή η ουσία, θεωρούμενη ως *κάτι άλλο* πέρα από τον συνδυασμό αυτών των ποιοτήτων, ως κάτι κρυμμένο πίσω τους, δεν είναι παρά ένα φάντασμα της φαντασίας. Δεν έχουμε καμία διακριτή ιδέα ενός τέτοιου υποστρώματος χωρίς ποιότητες. Αν κάποιος ερωτηθεί μέσα σε τι ενυπάρχει το χρώμα ή το βάρος, «δεν θα είχε τίποτε να πει παρά τα στερεά εκτεταμένα μέρη· και αν του ζητούνταν *σε τι προσκολλώνται η στερεότητα και η έκταση*, δεν θα βρισκόταν σε καλύτερη θέση από τον προαναφερθέντα Ινδό, ο οποίος, λέγοντας ότι ο κόσμος στηριζόταν σε έναν μεγάλο ελέφαντα, ερωτήθηκε πάνω σε τι στηριζόταν ο ελέφαντας· και απάντησε — σε μια μεγάλη χελώνα· αλλά όταν πιέστηκε ξανά να πει τι στήριζε τη χελώνα με τη φαρδιά ράχη, απάντησε — κάτι, δεν ήξερε τι».^(26) Η γνώση μας δεν εκτείνεται πέρα από τα υποτιθέμενα *συμβεβηκότα*, δηλαδή πέρα από τις απλές μας ιδέες, και κάθε φορά που η μεταφυσική επιχειρεί να προχωρήσει πέρα από αυτά, αντιμετωπίζει ανυπέρβλητες δυσκολίες.

Η τρίτη κατηγορία σύνθετων ιδεών εκφράζει τη *σχέση*. Η πιο περιεκτική σχέση στην οποία εμπλέκονται όλα τα πράγματα είναι η σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Αποκτούμε την ιδέα αυτή παρατηρώντας, μέσω των αισθήσεων, τη διαρκή εναλλαγή των πραγμάτων και διαπιστώνοντας ότι οφείλουν την ύπαρξή τους στη δράση κάποιου άλλου όντος. Ο Locke δεν αναλύει την ιδέα της αιτίας τόσο διεξοδικά όσο ο διάδοχός του David Hume. Θα δούμε ότι ο τελευταίος τη θεωρεί όχι λιγότερο απατηλή από την ιδέα της ουσίας [substance] ή του υποστρώματος [substratum].

Καθώς περνά από τη μελέτη των ιδεών στο πρόβλημα της γνώσης και της βεβαιότητας, ο Locke εισέρχεται σε μια φιλολογική συζήτηση, την οποία έχουμε εν μέρει αναπαραγάγει παραπάνω και η οποία τον καθιστά έναν από τους θεμελιωτές της φιλοσοφίας της γλώσσας.

Όλα τα όντα που υπάρχουν είναι καθέκαστα [particulars]. Το μεγαλύτερο μέρος των λέξεων (με εξαίρεση τα κύρια ονόματα) είναι γενικοί όροι· κάτι που δεν προέκυψε από αμέλεια ή τύχη, αλλά από λόγο και αναγκαιότητα. Σε τι συνίστανται τα *είδη* και τα *γένη* και πώς σχηματίζονται; Οι ιδέες μας είναι αρχικά καθέκαστες. Οι ιδέες που έχουν τα παιδιά για τη νταντά τους και τη μητέρα τους αναπαριστούν μόνο αυτά τα συγκεκριμένα άτομα. Τα ονόματα που τους δίνουν αρχικά περιορίζονται σε αυτά τα άτομα και τα δηλώνουν μόνο αυτά. Αργότερα, όταν ο χρόνος και μια ευρύτερη γνωριμία με τον κόσμο τους κάνουν να παρατηρήσουν ότι υπάρχουν πάρα πολλά άλλα πράγματα που μοιάζουν με τον πατέρα και τη μητέρα τους και με τα πρόσωπα με τα οποία έχουν συνηθίσει, σχηματίζουν μια ιδέα, στην οποία βρίσκουν ότι συμμετέχουν πολλά από αυτά τα καθέκαστα όντα· και σε αυτήν δίνουν, μαζί με άλλους, το όνομα *άνθρωπος*. Και έτσι καταλήγουν να έχουν ένα γενικό όνομα και μια γενική ιδέα· στην οποία δεν προσθέτουν τίποτε νέο, αλλά απλώς αφαιρούν από τη σύνθετη ιδέα που είχαν για τον Πέτρο και τον Ιάκωβο, τη Μαρία και την Ιωάννα, ό,τι είναι ιδιαίτερο για το καθένα, και διατηρούν μόνο ό,τι είναι κοινό σε όλα. Με τον ίδιο τρόπο αποκτούν όλες τις γενικές ιδέες. Αυτή η διαδικασία αφαίρεσης και γενίκευσης είναι αναγκαία· διότι θα ήταν αδύνατον κάθε πράγμα να έχει ιδιαίτερο όνομα. Είναι πέρα από τη δύναμη της ανθρώπινης ικανότητας να σχηματίσει και να διατηρήσει διακριτές ιδέες όλων των καθέκαστων πραγμάτων που συναντάμε — κάθε δέντρου, κάθε φυτού, κάθε ζώου που επηρεάζει τις αισθήσεις. Ακόμη λιγότερο δυνατό θα ήταν να διατηρηθούν τα ονόματά τους. Αλλά ακόμη κι αν αυτό μπορούσε να γίνει, δεν θα είχε μεγάλη χρησιμότητα για την πρόοδο της γνώσης· διότι, αν και η γνώση μας θεμελιώνεται σε καθέκαστες παρατηρήσεις, επεκτείνεται μέσω γενικών θεωρήσεων, οι οποίες μπορούν να σχηματιστούν μόνο με την υπαγωγή των πραγμάτων σε ορισμένα *είδη* υπό γενικά ονόματα.

Οι γενικές έννοιες (*universalia*) δεν είναι τίποτε άλλο παρά αφηρημένες και μερικές ιδέες πιο σύνθετων ιδεών, ληφθεισών από καθέκαστες υπάρξεις. Είναι απλά προϊόντα του νου μας. *Το γενικό και το καθολικό δεν ανήκουν στην πραγματική ύπαρξη των πραγμάτων· είναι επινοήσεις και δημιουργήματα της κατανόησης*.^(27) Είναι αλήθεια ότι η φύση, κατά την παραγωγή των πραγμάτων, δημιουργεί πολλά από αυτά όμοια μεταξύ τους· τίποτε δεν είναι πιο προφανές, ιδίως στα γένη των ζώων και σε όλα όσα πολλαπλασιάζονται μέσω σπόρου. Όμως η υπαγωγή αυτών των πραγμάτων σε *είδη* είναι έργο της κατανόησης. Λόγω της έλλειψης πλήρους γνώσης της φύσης, η πλατωνική διδασκαλία, που θεωρούσε τα καθολικά ως άφθαρτες και αγέννητες ουσίες των πραγμάτων, παρέβλεψε αυτό το εμπειρικό γεγονός ότι *όλα τα όντα που υπάρχουν, εκτός από τον δημιουργό τους, υπόκεινται σε μεταβολή*· έτσι, εκείνο που σήμερα είναι χόρτο, αύριο είναι η σάρκα ενός προβάτου και λίγες ημέρες αργότερα γίνεται μέρος ενός ανθρώπου. Στον οργανικό κόσμο, όπως και αλλού, τα γένη, τα είδη, οι ουσίες [essences] και οι ουσιώδεις μορφές [substantial forms] που ονειρεύτηκαν οι μεταφυσικοί, μακριά από το να είναι πράγματα που παράγονται κανονικά και σταθερά από τη φύση και να έχουν πραγματική ύπαρξη στα ίδια τα πράγματα (Αριστοτέλης) ή χωριστά από αυτά (Πλάτων), «φαίνονται, μετά από πιο προσεκτική εξέταση, να μην είναι τίποτε άλλο παρά ένα τέχνασμα της κατανόησης, για την ευκολότερη δήλωση τέτοιων συνόλων ιδεών μέσω ενός γενικού όρου». Παρατηρήστε επίσης πόσο ασαφής είναι η σημασία της λέξης «είδος» και πόσο δύσκολο είναι να οριστούν τα οργανικά όντα.^(28) Τόσο αβέβαια είναι τα όρια των ζωικών ειδών, ώστε κανένας από τους ορισμούς της λέξης «άνθρωπος» που έχουμε μέχρι τώρα, ούτε οι περιγραφές αυτού του είδους ζώου, δεν είναι τόσο τέλειοι και ακριβείς ώστε να ικανοποιήσουν έναν προσεκτικό και ερευνητικό άνθρωπο.^(29) Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι οι λόγιοι ίσως πολλαπλασιάζουν τα είδη υπερβολικά, αλλά μπορούμε επίσης να υποστηρίξουμε το αντίθετο. Γιατί, για παράδειγμα, δεν είναι ένας σκύλος τύπου “shock” και ένα κυνηγόσκυλο τόσο διακριτά είδη όσο ένα σπάνιελ και ένας ελέφαντας; Όποιος παρατηρεί προσεκτικά τα άτομα που κατατάσσονται υπό το ίδιο γενικό όνομα δύσκολα μπορεί να αμφιβάλλει ότι πολλά από αυτά διαφέρουν μεταξύ τους τόσο όσο και άλλα που κατατάσσονται υπό διαφορετικά ειδικά ονόματα.^(30)

Μπορούμε να σημειώσουμε παρεμπιπτόντως ότι η σύγχρονη θεωρία της μετάλλαξης [transmutation] των ειδών δεν είναι τίποτε άλλο παρά εφαρμογή της διδασκαλίας του Locke ότι τα είδη δεν έχουν αντικειμενική πραγματικότητα. Ας σημειώσουμε επίσης το σημαντικό γεγονός ότι αυτός ο ακραίος νομιναλισμός προσεγγίζει στενά τον ακραίο ρεαλισμό. Ο σχολαστικός νομιναλισμός αρνείται την πραγματικότητα των ειδών και επιβεβαιώνει απολύτως την πραγματικότητα των ατόμων, αποκλείοντας τα πάντα. Υπό αυτή την έννοια ο Gottfried Wilhelm Leibniz είναι νομιναλιστής. Ο αγγλικός νομιναλισμός, από τον οποίο προκύπτει η θεωρία της μεταμόρφωσης [transformation], αρνείται όχι μόνο την ύπαρξη των ειδών, αλλά και τη σταθερότητα των ίδιων των ατόμων. Όλα τα πράγματα, λέει ο Locke, εκτός από τον δημιουργό τους, υπόκεινται σε μεταβολή. Αυτό ακριβώς διδάσκει και ο Baruch Spinoza: δεν αρκείται στην απόρριψη των καθολικών υπέρ ενός ενιαίου καθολικού Όντος, αλλά θεωρεί τα ίδια τα άτομα ως παροδικούς τρόπους αυτού που ονομάζει ουσία [substance], αυτό που οι υλιστές ονομάζουν ύλη και ο Locke και οι θετικιστές ονομάζουν το μεγάλο άγνωστο.

Έτσι, τα είδη, τα γένη και τα καθολικά είναι απλές λέξεις (*flatus vocis*). Το παραδοσιακό σφάλμα των μεταφυσικών συνίσταται *στο να παίρνουν τις λέξεις για πράγματα*.^(31) Οι μαθητές της περιπατητικής φιλοσοφίας πιστεύουν ότι οι *δέκα κατηγορίες* του Αριστοτέλη, οι *ουσιώδεις μορφές*, οι *φυτικές ψυχές*, η *αποστροφή προς το κενό*, είναι κάτι πραγματικό. Οι πλατωνικοί έχουν την *ψυχή του κόσμου*, και οι επικούρειοι την *τάση προς την κίνηση στα άτομα τους*. Όλα αυτά είναι ασυναρτησίες, που, λόγω της αδυναμίας της ανθρώπινης κατανόησης, χρησιμεύουν για να καλύπτουν την άγνοιά μας και να συγκαλύπτουν τα λάθη μας.^(32) Πρέπει να αρκεστούμε σε αυτό· υπάρχουν όρια στη γνώση μας που δεν μπορούν να ξεπεραστούν.

Λοιπόν, τι είναι η γνώση;

Δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αντίληψη της σύνδεσης και της συμφωνίας ή της διαφωνίας και της αντίθεσης μεταξύ των ιδεών μας. Από αυτόν τον ορισμό προκύπτει ότι η γνώση μας δεν εκτείνεται πέρα από τις ιδέες μας· μάλιστα, είναι ακόμη στενότερη από αυτές, διότι η σύνδεση μεταξύ των περισσότερων απλών ιδεών μας είναι άγνωστη. Επομένως μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι, παρόλο που η γνώση μας μπορεί να επεκταθεί πολύ περισσότερο απ’ όσο έχει μέχρι τώρα, δεν θα φτάσει ποτέ σε όλα όσα θα επιθυμούσαμε να γνωρίζουμε σχετικά με τις ιδέες που έχουμε, ούτε θα μπορέσει να επιλύσει όλα τα ερωτήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν για καθεμία από αυτές. Έτσι, έχουμε τις ιδέες της ύλης και της σκέψης, αλλά *ενδεχομένως δεν θα μπορέσουμε ποτέ να γνωρίσουμε αν κάποιο καθαρά υλικό πράγμα σκέπτεται ή όχι· καθώς είναι αδύνατον για εμάς να ανακαλύψουμε αν η Παντοδυναμία δεν έχει δώσει σε ορισμένα συστήματα ύλης, κατάλληλα διατεταγμένα, τη δύναμη να αντιλαμβάνονται και να σκέπτονται*.^(33) Είμαστε πλήρως συνειδητοί της ύπαρξης της ψυχής μας, χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς τι είναι· και όποιος αφιερώσει χρόνο να εξετάσει ελεύθερα τις δυσκολίες που περιέχονται τόσο στις πνευματιστικές όσο και στις υλιστικές υποθέσεις, *σπάνια θα βρει τον νου του ικανό να τον καθορίσει σταθερά υπέρ ή κατά της υλικότητας της ψυχής*. Όπως είμαστε απολύτως αδαείς για το αν υπάρχει κάποια αντίθεση ή σύνδεση ανάμεσα στην έκταση και στη σκέψη, στην ύλη και στην αντίληψη, έτσι και είναι αδύνατον να γνωρίζουμε οτιδήποτε για την ένωση ή την ασυμβατότητα ανάμεσα στις δευτερεύουσες ποιότητες ενός αντικειμένου (μεταξύ του χρώματος, της γεύσης και της οσμής του), αφενός, και ανάμεσα σε οποιαδήποτε δευτερεύουσα ποιότητα και τις πρωτεύουσες ποιότητες από τις οποίες αυτή εξαρτάται, αφετέρου.

Αν και η γνώση μας δεν εκτείνεται πέρα από τις ιδέες μας και την αντίληψη της συμφωνίας ή της διαφωνίας τους, *και αν και δεν έχουμε γνώση για το τι είναι τα πράγματα που αυτές οι ιδέες αναπαριστούν καθαυτά*, δεν συνεπάγεται ότι όλη μας η γνώση είναι απατηλή και φανταστική.

Έχουμε μια άμεση και εποπτική γνώση της ύπαρξης του εαυτού μας, ακόμη κι αν αγνοούμε τη μεταφυσική ουσία της ψυχής. Έχουμε μια αποδεικτική γνώση του Θεού, παρόλο που η κατανόησή μας δεν μπορεί να συλλάβει την απεραντοσύνη των ιδιοτήτων του. Τέλος, γνωρίζουμε τα άλλα πράγματα μέσω της αίσθησης. Είναι αλήθεια ότι δεν τα γνωρίζουμε άμεσα και, συνεπώς, η γνώση μας είναι πραγματική μόνο στον βαθμό που υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στις ιδέες μας και στην πραγματικότητα των πραγμάτων.^(34) Αλλά δεν είμαστε απολύτως χωρίς κριτήριο για να γνωρίζουμε αν οι ιδέες μας συμφωνούν με τα ίδια τα πράγματα. Είναι βέβαιο ότι οι απλές ιδέες μας αντιστοιχούν σε εξωτερικές πραγματικότητες· διότι, αφού ο νους δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να τις δημιουργήσει μόνος του χωρίς τη μεσολάβηση των αισθήσεων (όπως μαρτυρούν οι εκ γενετής τυφλοί άνθρωποι), προκύπτει ότι δεν είναι κατασκευάσματα της φαντασίας, αλλά φυσικά και κανονικά προϊόντα των πραγμάτων έξω από εμάς που πραγματικά δρουν πάνω μας. Η πραγματικότητα των εξωτερικών πραγμάτων αποδεικνύεται επιπλέον από το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια ιδέα που προέρχεται από πραγματική αίσθηση και σε μια ιδέα που ανακαλείται από τη μνήμη, και ότι η ηδονή ή ο πόνος που συνοδεύει μια πραγματική αίσθηση δεν συνοδεύει την επανεμφάνιση αυτών των ιδεών όταν τα εξωτερικά αντικείμενα απουσιάζουν. Τέλος, οι αισθήσεις μας επιβεβαιώνουν η μία την άλλη σχετικά με την ύπαρξη αισθητών πραγμάτων έξω από εμάς. Όποιος *βλέπει* μια φωτιά μπορεί, αν αμφιβάλλει ότι είναι κάτι περισσότερο από απλή φαντασία, να την *αγγίξει* επίσης και να πεισθεί βάζοντας το χέρι του μέσα της, πράγμα που ασφαλώς δεν θα μπορούσε ποτέ να προκαλέσει τόσο οξύ πόνο από μια απλή ιδέα ή φάντασμα.^(35)

Ας συνοψίσουμε. Δεν υπάρχουν έμφυτες ιδέες· ούτε έμφυτες αλήθειες, αξιώματα ή αρχές· καμία άλλη πηγή γνώσης πέρα από την αίσθηση για τα εξωτερικά πράγματα και τον αναστοχασμό για όσα συμβαίνουν μέσα μας. Κατά συνέπεια, είναι αδύνατον να γνωρίσουμε οτιδήποτε πέρα από ό,τι μας παρέχει η εμπειρία, είτε εξωτερική είτε εσωτερική. Η φιλοσοφία πρέπει να εγκαταλείψει τα υπερβατικά προβλήματα της υπόστασης, της ουσίας και της εσωτερικής σύστασης των πραγμάτων, καθώς και κάθε μέθοδο εκτός από την παρατήρηση, την επαγωγή και την εμπειρία. Η ψυχή υπάρχει, αλλά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η ουσία της είναι υλική ή άυλη. Η ελευθερία της αδιαφορίας απορρίπτεται. Ο Θεός υπάρχει, αλλά δεν γνωρίζουμε τίποτε για τη φύση του. Έξω από εμάς υπάρχουν η στερεότητα, η έκταση, το σχήμα και η κίνηση ως πρωτεύουσες ποιότητες, δηλαδή ως ποιότητες που ανήκουν στα ίδια τα σώματα. Η υπόσταση [substance] των σωμάτων ταυτίζεται με το σύνολο αυτών των ποιοτήτων. Αυτές οι ποιότητες διακρίνονται από τις δευτερεύουσες ποιότητες (χρώματα, ήχοι, γεύσεις, οσμές κ.λπ.), οι οποίες είναι απλώς αισθήσεις της ψυχής που παράγονται από τις πρωτεύουσες ποιότητες των σωμάτων και δεν υπάρχουν ως τέτοιες στα ίδια τα αντικείμενα. Τέλος, η πραγματικότητα των ειδών απορρίπτεται απολύτως.

Αυτές οι διδασκαλίες αποτελούν την κορύφωση της νομιναλιστικής κίνησης που εγκαινιάστηκε από τον Roscellinus και ανανεώθηκε από τον William of Ockham· αποτελούν επίσης την αρχή της σύγχρονης επιστημονικής φιλοσοφίας. Όπως δείχνουν οι προηγούμενες παράγραφοι, οι διδασκαλίες του Descartes και του Bacon παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες, ιδιαίτερα στο ζήτημα των τελικών αιτιών. Ένα εξίσου αξιοσημείωτο γεγονός, που μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα κατά του σκεπτικισμού ο οποίος στηρίζεται αποκλειστικά στη διαρκή διαφωνία μεταξύ των φιλοσόφων, είναι η συμφωνία που υπάρχει μεταξύ του Locke και του Baruch Spinoza, δηλαδή μεταξύ εμπειρισμού και ορθολογισμού. Ο Locke συμφωνεί με τον σύγχρονό του στο Άμστερνταμ όχι μόνο στην απόρριψη των ειδών, αλλά και στην άρνηση της ελευθερίας της αδιαφορίας, καθώς και στην άποψη ότι η ηθική είναι εξίσου δεκτική απόδειξης με τα μαθηματικά.

Το όνομα του πιο λαμπρού επιστήμονα του 17ου αιώνα συνδέεται με τον εμπειρισμό του Locke συμπληρωμένο από μαθηματική θεωρία. Πρόκειται για τον Isaac Newton (1642–1727), τον θεμελιωτή της ουράνιας μηχανικής, του οποίου τα *Οι Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας*^(36) είναι, μετά τις *Περιστροφές των Ουρανών* του Κοπέρνικου, το μεγαλύτερο μνημείο της σύγχρονης επιστήμης. Ο λογισμός των ροών του, που προηγήθηκε ή τουλάχιστον ανακαλύφθηκε ανεξάρτητα από τον λογισμό του Leibniz, η ανάλυση του φωτός και, πάνω απ’ όλα, η θεωρία της καθολικής βαρύτητας, σύμφωνα με την οποία τα σώματα έλκονται μεταξύ τους ανάλογα με τις μάζες τους και αντιστρόφως ανάλογα με το τετράγωνο της απόστασής τους, άσκησαν ανυπολόγιστη επίδραση σε αυτό που ονομάζει φυσική φιλοσοφία.

Η φιλοσοφία του Locke, με τις αρχές της παρατήρησης και της ανάλυσης, αποτέλεσε επίσης τον πυρήνα μιας διακεκριμένης σχολής Άγγλων ηθικολόγων. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τα ονόματα των: Anthony Ashley-Cooper, 3rd Earl of Shaftesbury,^(37) Samuel Clarke,^(38) Francis Hutcheson,^(39) Adam Ferguson,^(40) Adam Smith,^(41) και πολλών άλλων.^(42) Οι *ελεύθεροι στοχαστές* (freethinkers),^(43) που άνθησαν στη Μεγάλη Βρετανία και στην ήπειρο στο τέλος αυτής της περιόδου, καθώς και οι καθαυτό φιλόσοφοι που ακόμη πρέπει να εξετάσουμε, είναι επίσης απόγονοι του Locke. Η αγγλική φιλοσοφία παραμένει μέχρι σήμερα σχεδόν τόσο εμπειριστική και θετικιστική όσο και στην εποχή του Bacon και του Locke. Μπορούμε μάλιστα να ισχυριστούμε, γενικά, ότι η Αγγλία, αν και πλούσια σε στοχαστές ανώτατου επιπέδου, δεν είχε ποτέ παρά μία και μόνη σχολή φιλοσοφίας ή, μάλλον, δεν είχε ποτέ καμία, διότι η φιλοσοφία της είναι μια διαρκής διαμαρτυρία κατά της σχολαστικής φιλοσοφίας.

Σημειώσεις

```
1. 1632-1704. Complete works, London, 1714 ff.; 9 vols., /id/.,
1853; philosophical works, ed. by St. John, 2 vols., London, 1854.
Next to his /Essay concerning Human Understanding/, his most
important work is /Thoughts on Education/, London, 1693; in French,
Amsterdam, 1705. Lord King,/Life of Locke/, London, 1829; H. R. Fox
Bourne, /The Life of John Locke/, 2 vols., London, 1876]; V.
Cousin, /La philosophie de Locke/, 6th ed., Paris, 1863; [A. de
Fries, /Die Substanzenlehre/ /John Locke's, etc/., Bremen, 1879; Th.
Fowler, /Locke (English Men of Letters)/, London, 1880; A. C.
Fraser, /Locke (Blackwood's Philosophical Classics)/, Edinburgh,
1890; M. M. Curtis, /An Outline of Locke's Ethical Philosophy/,
Leipsic, 1890; G. v. Hertling, /John Locke und die Schule von
Cambridge/, Freiburg i. B., 1892; Marion, /J. Locke/, Paris, 1893.
See also T. H. Green's /Introduction to Hume/ and the works
pertaining to both Locke and Leibniz, mentioned under Leibniz." - TR.]

2. 1617-1688. In his chief work, /The True Intellectual System of
the Universe/ (London, 1678), he combats the materialist conclusions
of Thomas Hobbes with the system of Christianized Platonism, which
also influenced men like Malebranche, Leibniz, Bonnet, and Herder.
[See C. E. Lowrey, /The Philosophy of Ralph Cudworth/, New York, 1885.]

3. [Edited, collated, and annotated by A. C. Fraser, 2 vols., New
York, 1894; J. E. Russel, /The Philosophy of Locke in Extracts from
the Essay, etc/. (Series of Modern Philosophers), New York, 1891, -
TR.]

4. /Essay/, Book I., ch. I., Introduction.

5. Thus Leibniz speaks of unconscious perception, and Leibniz is
right, notwithstanding the English philosopher's objections. His
only mistake consists in his failure to recognize that the
unconscious perceptions need some external solicitation in order to
become conscious, which, however, his preconceptions will not allow
him to assume.

6. Book I., ch. II., 5, 15.

7. /Id/., 15.

8. c. III., 3.

9. /Id/., 8.

10. c. III., 23.

11. c. III., 9.

12. B. III., chap. I., 5.

13. B. II., chap. I., 10.

14. /Id/., 19.

15. /Id/., 25.

16. B. II., chap. II., 2.

17. /Id/., chap. III., 1.

18. B. II, chap. VIII., 1 ff. Here we have the fundamental principle
of criticism which, as we have seen, was advanced by Aristippus,
Pyrrho, Ænesidemus, Hobbes, and Descartes. The eighth chapter of the
second book of the Essay, of which the above is a summary, and
especially § 7 of this chapter, is the classical expression of the
philosophy to which Kant gives its real name.

19. /Id/., 9.

20. B. II., chap. VIII., 9.

21. B. II., chaps. IX., ff.

22. B. II., chaps. XII. ff.

23. /Id/., chap. XVII., 13.

24. /Id/., chap. XXI.

25. B. II., chap. XXI., 29.

26. B. II., chap. XXIII., 2.

27. B. III., chap. III., 11.

28. B. III., chap. V., 9.

29. /Id/., chap. VI., 27.

30. /Id/., chap. VI., 38; chap. X., 20.

31. B. III., chap. X., 14.

32. /Id/.

33. B. IV., chap. III., 6.

34. B. IV., chap. IV., 3.

35. B. IV., chap. XI., 7.

36. /Naturalis philosophiæ principia mathematica/, London, 1687.

37. 1671-1713. [/Characteristics of Men, Manners, Opinions, and
Times/, 1711; ed. by W. Hatch, 3 vols., London, 1869. See Stephen, /
Essays on Freethinking and Plainspeaking/; G. v. Gizycki, /Die
Philosophic Shaftesbury's/, Leipsic and Heidelberg, 1876; Th.
Fowler, /Shaftesbury and Hutcheson/, London, 1882; Ernest Albee,/The
Relation of Shaftesbury and Hutcheson to Utilitarianism/ (Phil.
Rev., V., 1). - TR.]

38. 1675-1729. Works, 4 folio vols., London, 1738-1742.

39. 1694-1747. [/Inquiry into the Original of our Ideas of Beauty
and Virtue/, London, 1725 ff.; /Philosophiæ moralis institutio/,
Glasgow, 1745; /A System of Moral Philosophy/,/id/., 1755. See
Fowler and Albee. - TR.]

40. 1724-1816. [/Institution of Moral Philosophy/, London, 1769; tr
into German by Garve, Leipsic, 1772. - TR.]

41. 1723-1790. [/Theory of Moral Sentiments/, London, 1759. Cf.
Farrer, /Adam Smith/ (/English Philosopers Series/), London, 1880. -
TR.] Works, 5 vols., Edinburgh, 1812.

42. [Cumberland, /De legibus naturæ/, London, 1672; Engl. tr. by
Jean Maxwell, /id/., 1727. Cf. Ernest Albee, /The Ethical System of
Richard Cumberland/ (/Phil. Review/, 1895). Joseph Butler, /Sermons
upon Human Nature/, London, 1726. Cf. W. Collins, /Butler/ (/Phil.
Classics/), Edinburgh and London, 1889. Home, /Essays on the
Principles of Morality and Natural Religion/, 1751. Paley, /
Principles of Moral and Political Philosophy/, London, 1785. J.
Bentham,/Principles of Morals and Legisation/, 1789. See Gizycki, /
Die Ethik Hume's/, Breslau, 1878; Mackintosh,/On the Progress of
Ethical Philosophy chiefly during the XVII and XVIII. Centuries/,
ed. by W. Whewell, 4th ed., Edinburgh, 1872. - TR.]

43. [John Toland, /Christianity not Mysterious/, London, 1696. A.
Collins,/A Discourse of Freethinking,/ London, 1713. M. Tindal, /
Christianity as Old as the Creation/, London, 1730. Thomas Chubb, /A
Discourse concerning Reason with Regard to Religion/, London, 1730.
T. Morgan, /The Moral Philosopher/, London, 1737 ff. Lord
Bolingbroke, Works ed. by D. Mollet, 5 vols., 1753-54. Cf. on the /
deists/, V. Lechler, /Geschichte des englischen Deismus/, Stuttgart,
1841; Hunt, /History of Religious Thought in England/, London,
1871-73; and Leslie Stephen's work cited p. 12, note 11. - TR.]
```

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.